Legislator Case Law & Legislation
180/2019 AI generated

180/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 180/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η κρινόμενη από 10.3.2015 αίτηση για αναίρεση της 1313/2012 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για αμοιβές από την παροχή εργασίας, και το από 26-10-2017 δικόγραφο προσθέτων λόγων ασκήθηκαν από την εκκαλούσα, η οποία ηττήθηκε, και στρέφονται κατ' αποφάσεως δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, της οποίας δεν προκύπτει επίδοση ( άρθρα 552, 553 παρ. 1 , 556 παρ. 1 και 564 παρ. 3, 569 παρ. 1-2 ΚΠολΔ ). Επομένως , πρέπει η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι να θεωρηθούν παραδεκτοί, και να ερευνηθούν περαιτέρω οι λόγοι που περιέχονται στα δικόγραφα αυτά ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους ( άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Legislator headnote

AI generated

180/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται στον δικηγόρο: α) η επί παγία, ετήσια ή μηνιαία, αντιμισθία παροχή καθαρώς νομικών εργασιών, είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου είτε ως δικηγόρου, β) απαγορεύεται η συμφωνία περί παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή υπό προθεσμία. Τοιαύτη υπό προθεσμία σύμβαση και προ του κώδικα γενομένη θεωρείται ως αορίστου χρόνου.

Keywords

AI generated
dismissal of testamentary executor previous legal status revocation of the composition agreement forfeiture of shareholder rights disinheritance of an insolvent heir voluntary withdrawal
AI generated
1576/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1019/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 245/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 7-9-2007 αίτησή της.
863/2018
Supreme Court allows lawyer's appeal against lower court's dismissal of unpaid fees claim based on contract interpretation.
1262/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/7/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2979/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1209/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/3/2013 αίτησή της.
299/2019
Supreme Court dismisses appeal on settlement validity where mutual concessions existed regarding statutory labor rights.
1154/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/11/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 194/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 8644/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/10/2003 αίτησή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 180 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 180/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα και Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας Π. Σ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Κατσαρό, που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: σωματείου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΡΥΘΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ"(Ε.Ε.Σ.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Παπασταύρο, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7/5/2007 και από 15/6/2009 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 93/2008, 64/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 1313/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/3/2015 αίτησή της και τους από 26/10/2017 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου ανέγνωσε την από 17/11/2017 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Πιτταρά, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η κρινόμενη από 10.3.2015 αίτηση για αναίρεση της 1313/2012 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για αμοιβές από την παροχή εργασίας, και το από 26-10-2017 δικόγραφο προσθέτων λόγων ασκήθηκαν από την εκκαλούσα, η οποία ηττήθηκε, και στρέφονται κατ' αποφάσεως δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, της οποίας δεν προκύπτει επίδοση ( άρθρα 552, 553 παρ. 1 , 556 παρ. 1 και 564 παρ. 3, 569 παρ. 1-2 ΚΠολΔ ). Επομένως , πρέπει η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι να θεωρηθούν παραδεκτοί, και να ερευνηθούν περαιτέρω οι λόγοι που περιέχονται στα δικόγραφα αυτά ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους ( άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

2. Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ , αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 §3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται - με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 757/2015, 2102/2014). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 3, 4 και 5 ν.δ/τος 3026/1954 "περί Κώδικος Δικηγόρων", είναι ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα πάσα έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο.

Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται στον δικηγόρο: α) η επί παγία, ετήσια ή μηνιαία, αντιμισθία παροχή καθαρώς νομικών εργασιών, είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου είτε ως δικηγόρου, β) απαγορεύεται η συμφωνία περί παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή υπό προθεσμία. Τοιαύτη υπό προθεσμία σύμβαση και προ του κώδικα γενομένη θεωρείται ως αορίστου χρόνου.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι: 1) η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, η αρχή της ίσης μεταχείρισης των μισθωτών που απασχολούνται στον ίδιο εργοδότη, η οποία θεμελιώνεται στα άρθρα 288 ΑΚ, 22 παρ.1 του Συντάγματος και 141 (πρώην άρθρο 119) της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που κυρώθηκε με τον ν.3001/2002, επιβάλλει στον εργοδότη, όταν προβαίνει σε οικειοθελή μισθολογική ή άλλη εργασιακή παροχή, μονομερή ή συμβατική, προς ορισμένους εργαζομένους του, να μην εξαιρεί από αυτή άλλους εργαζομένους του, ανεξαρτήτως του χρόνου προσλήψεώς τους και του ύψους του μισθού τους, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες κάτω από τις ίδιες συνθήκες, υπό την έννοια της ομοιότητας των συνθηκών απασχολήσεως και των προσόντων, εκτός αν εξαίρεση ή απόκλιση δικαιολογείται από επαρκή αντικειμενικό λόγο(Ολ.ΑΠ 348/1985 και Ολ.ΑΠ 1191/1983).

Η αρχή αυτή ανάγεται σε κανόνα Δημοσίας τάξεως, που παρέχει απ' ευθείας στον εργαζόμενο το δικαίωμα να αξιώσει, με αγωγή, από τον εργοδότη την οικειοθελή παροχή. Την ύπαρξη ειδικού και σοβαρού λόγου, που να δικαιολογεί, αντικειμενικά, τη διαφορετική μεταχείριση, ο (εναγόμενος) εργοδότης πρέπει να επικαλεστεί, κατ' ένσταση και να αποδείξει.

Μισθολογική παροχή είναι και η αύξηση του βασικού μισθού του εργαζομένου. Προϋπόθεση για την εφαρμογή της ίσης μεταχειρίσεως είναι παροχή του εργοδότη οικειοθελής, ήτοι από πρωτοβουλία του, χωρίς να υπάρχει σχετική υποχρέωσή του από διάταξη νόμου ή από όρο Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας ή Διαιτητικής Αποφάσεως ή από δικαστική απόφαση και να χορηγείται νομίμως, δεδομένου ότι η παρά τον νόμο χορήγηση οικειοθελούς παροχής σε ορισμένους εργαζομένους, δεν δικαιολογεί ανάλογη αξίωση των εργαζομένων, στους οποίους δεν χορηγήθηκε, αφού η αξίωση από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην εργοδοτική παρανομία.

Τα παραπάνω ισχύουν και για τον δικηγόρο που παρέχει τις νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες του με έμμισθη εντολή και πάγια περιοδική αμοιβή, έστω και αν αυτός, ως άμισθος δημόσιος υπάλληλος - λειτουργός (άρθρα 1 εδ.α, 38 ν.δ. 3026/1954), δεν παρέχει εξαρτημένη εργασία. (Ολ. ΑΠ 1191/1983, ΑΠ 1386/2008). 3. Στην προκείμενη περίπτωση , η ενάγουσα και τώρα αναιρεσείουσα, δικηγόρος Αθηνών, με τις από 7.5.2007 και 15.6.2009 αγωγές της κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, αφού ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από το τελευταίο την 1.10.1982 με σύμβαση έμμισθης εντολής και προσέφερε έκτοτε σ' αυτό τις υπηρεσίες της, αμειβόμενη με πάγια μηνιαία αντιμισθία , μέχρι 28.6.2004, οπότε το εναγόμενο κατήγγειλε τη σύμβαση και έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, ότι με την αναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης και της επιδικάστηκαν μισθοί υπερημερίας μέχρι τον Νοέμβριο του 2004 και τέλος ότι το εναγόμενο κατά το διάστημα της υπερημερίας του αλλά και μεταγενέστερα κατέβαλλε οικειοθελώς στις κατονομαζόμενες τρεις νεώτερες συναδέλφους της αντιμισθία υψηλότερη εκείνης που κατέβαλλε στην ίδια, και ζήτησε, μεταξύ των άλλων, να αναγνωριστεί ότι, βάσει της αρχής της ίσης μεταχείρισης,το εναγόμενο υποχρεούται να της καταβάλει (κατά την τάξη επικουρικότητας που σημειώνεται στις αγωγές), τις αναφερόμενες αναλυτικά διαφορές αποδοχών μεταξύ των αποδοχών που κατά τα αναφερόμενα διαστήματα η ίδια έλαβε, από τις υψηλότερες αποδοχές που έλαβαν οι εν λόγω συνάδελφοί της κατά τα ίδια διαστήματα.

Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκαν οι 93/2008 και 64/2010 αντίστοιχα αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ύστερα δε από την άσκηση εφέσεων (από 3.11.2009 και 11.5.2010 αντίστοιχα της ενάγουσας και από 25.4.2010 του εναγομένου κατά της δεύτερης μόνο απόφασης) εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 1313/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, συνεκδικάζοντας τις τρεις αυτές εφέσεις, ως προς την ουσία της υπόθεσης δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το εναγόμενο σωματείο ιδρύθηκε με το από 10/6/1877 ΒΔ και αποτελεί ιδιόρρυθμο σωματείο ιδιωτικού δικαίου, που διέπεται ως προς τη λειτουργία του από το καταστατικό του και τον ν. 3711/1928, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, τελεί δε ενόψει και του σκοπού που επιδιώκει και των διεθνών δεσμεύσεων, υπό καθεστώς πλήρους αυτονομίας και υπό τον άμεσο έλεγχο του Κράτους.

Με σύμβαση έμμισθης εντολής που καταρτίστηκε μεταξύ του εναγομένου και της ενάγουσας στην Αθήνα την 1/10/1982, το εναγόμενο προσέλαβε την ενάγουσα για να του παρέχει τις υπηρεσίες της ως δικηγόρος της Διεύθυνσης Δικαστικού αυτού, με μηνιαία πάγια αντιμισθία κατά τα οριζόμενα στην ατομική σύμβαση έμμισθης εντολής και στις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων.

Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής η ενάγουσα προσέφερε πράγματι στο εναγόμενο σωματείο τις ως άνω υπηρεσίες της μέχρι την 1/7/2004, που εκείνο με την από 28/6/2004 έγγραφη καταγγελία του κατήγγειλε τη σύμβαση αυτή και έπαυσε έκτοτε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της. Η καταγγελία αυτή κρίθηκε άκυρη ως καταχρηστική με την 270/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που μετά την έκδοση της 4808/2006 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, κατέστη τελεσίδικη.

Με την ίδια απόφαση επιδικάστηκαν στην ενάγουσα αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο έως και τον Νοέμβριο 2004, συνολικού ύψους 9.847,8 €. Στο μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 1/12/2004 έως 31/5/2007 το εναγόμενο δεν κατέβαλε στην ενάγουσα τις μηνιαίες πάγιες αμοιβές της αντιμισθίες-μισθούς της που ελάμβανε πριν την καταγγελία της σύμβασης της και ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 66.919,35€...

Το εναγόμενο στις συναδέλφους της ενάγουσας και ειδικότερα στην δικηγόρο Α. Σ., στην δικηγόρο Α. Σ. και στην δικηγόρο Κ. Κ., που πρόσφεραν σ' αυτό τις νομικές-δικηγορικές τους υπηρεσίες ύστερα από σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου επί παγία περιοδική μηνιαία αμοιβή κατέβαλε τις εξής αποδοχές (μικτές) Α) στην πρώτη από αυτές από 1/10/2005 έως 31/12/2006 μηνιαίως 4.230 € μεικτά από 1/1/2007 έως 31/5/2007 μηνιαίως 4.064€ μεικτά Β) στη δεύτερη από αυτές από 1/4/2006 έως 31/12/2006 μηνιαίως 3.405 € μεικτά από 1/1/2007 έως 31/5/2007 μηνιαίως 3.253 € μεικτά Γ) στη τρίτη από αυτές Από 1/4/2006 έως 31/12/2006 μηνιαίως 2. 581 € μεικτά και από 1/1/2007 έως 31/5/2007 μηνιαίως 2.441 € μεικτά.

Οι αποδοχές αυτές είναι υψηλότερες από εκείνες που όφειλε να καταβάλει στην ενάγουσα στα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα και κατά το υπερβάλλον καταβλήθηκαν εξ ελευθεριότητος-οικειοθελώς από το εναγόμενο. Αλλά και στο μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 22/4/2008-οπότε η ενάγουσα επανήλθε στην υπηρεσία της- έως 28/2/2010 το εναγόμενο κατέβαλε σ' αυτήν τις πάγιες αντιμισθίες που ορίζονται από σύμβαση της έμμισθης εντολής της και τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, ενώ στις ως άνω τρεις συναδέλφους της το εναγόμενο συνέχισε να καταβάλει οικειοθελώς αυξημένες αποδοχές σε σχέση με τις αποδοχές της ενάγουσας.

Όσον αφορά τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα της ενάγουσας και των ως άνω τριών συναδέλφων της, την εργασία που αυτές προσέφεραν και τις συνθήκες εργασίας, προκειμένου στη συνέχεια να κριθεί αν οι ως άνω εξ ελευθεριότητος-οικειοθελείς παροχές του εναγομένου προς τις συναδέλφους της ενάγουσας συνιστούν έναντι της ενάγουσας παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ και ευρίσκει έρεισμα στο άρθρο 4 παρ 1 και 22 παρ 1 εδαφ 8 του Συντάγματος και το άρθρο 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ, πρέπει να αναφερθούν τα εξής:

Η ενάγουσα είναι δικηγόρος Αθηνών από 17/4/1973 και ήδη παρ' Αρείω Πάγω από 7/10/1982. Στο εναγόμενο παρέχει τις νομικές δικηγορικές της υπηρεσίες από 1/1/1982 στην Διεύθυνση Δικαστικού των Κεντρικών Υπηρεσιών αυτού στην έδρα του στην Αθήνα, συμβάλλοντας στην διασφάλιση των δικαιωμάτων και των καλώς νοουμένων συμφερόντων εκείνου.

Γνωρίζει την αγγλική και γαλλική γλώσσα αλλά δεν προσκομίζει πτυχίο που να πιστοποιεί τις γνώσεις της αυτές. Επίσης δεν προσκομίζει έγγραφα από τα οποία να προκύπτουν οι υποθέσεις του εναγομένου και το είδος αυτών που χειρίστηκε στα ως αν χρονικά διαστήματα για να κριθεί η υπηρεσιακή της επάρκεια και προσφορά στα κρίσιμα χρονικά διαστήματα.

Η Α. Σ. είναι δικηγόρος από το έτος 1990 και παρ' Αρείω Πάγω από το 2006. Στο εναγόμενο παρέχει τις υπηρεσίες της από 1/1/2005 στα γραφεία του εναγομένου στη … Γνωρίζει την αγγλική και γαλλική γλώσσα (είναι κάτοχος Proficiency Michigan Sorbonne II degree Diplome του Πανεπιστημίου της Σορβόννης και επάρκειας διδασκαλίας της γαλλικής γλώσσας από το Υπουργείο Παιδείας).

Χειρίζεται προγράμματα Η/Υ (windows , word, excel, NMOS INTRASOFT CELEC και ΤΝΠ ΔΣΑ) και είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών με διάκριση στην εκτίμηση ακίνητης περιουσίας -Master of Science with distinction in Real Estate Appraisal" στο UNIVERSITY OF PAISLEY (Scotland, U.K) του τμήματος LAND ECONOMICS. Μεταπτυχιακή εργασία (MSc thesis): "Συμβάσεις Χρηματοδοτικής Μίσθωσης Ακινήτων στην Ελλάδα- REAL ESTATE FINANCIAL LEASING DECISIONS IN GREECE".

Έχει φοιτήσει στο 1° έτος του μεταπτυχιακού τμήματος της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ στον τομέα του Εμπορικού Δικαίου (Δίκαιο Εμπορικών Δικαιοπραξιών, Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας και άυλων αγαθών, Οικονομικό Δίκαιο) και έχει παρακολουθήσει πέντε σεμινάρια και δύο προγράμματα εξειδίκευσης του Πανεπιστημίου "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ" με αντικείμενο "Τεχνικές διαπραγματεύσεων" και "Επενδυτικοί Νόμοι και Οικονομοτεχνικές Μελέτες".

Ακόμη, έχει χειριστεί με επιτυχία πλήθος υποθέσεων του εναγομένου, δικαστικές (κληρονομικές, μισθωτικές, κτηματολογικές διαφορές) και εξωδικαστικές ( γνωμοδοτήσεις), όπως αποδεικνύεται από τη σωρεία εγγράφων που επικαλείται και προσκομίζει το εναγόμενο. Η Α. Σ. είναι δικηγόρος Αθηνών από το έτος 1977 και παρ' Αρείω Πάγω από το έτος 1995.

Στο εναγόμενο παρέχει τις υπηρεσίες της από το έτος 1988 στην Διεύθυνση Δικαστικού των Κεντρικών Υπηρεσιών αυτού στην έδρα του στην Αθήνα. Για το διάστημα από 1/1/2002 έως 30/11/2004 προσέφερε τις υπηρεσίες της στην εταιρεία ... ΑΕ -στην οποία συμμετείχε και το εναγόμενο και είχε αναθέσει την διαχείριση υποθέσεων του σχετικά με ακίνητα του, με σύμβαση δανεισμού εργαζόμενη παράλληλα και στο εναγόμενο.

Ακόμη, όπως αποδεικνύεται από τη σωρεία εγγράφων που επικαλείται και προσκομίζει το εναγόμενο, έχει χειριστεί με επιτυχία πλήθος υποθέσεων του εναγομένου, όπως αποδοχές κληρονομιών, διανομές ακινήτων κλπ, συμβάσεις έργων,παραχωρήσεις ακινήτων για κοινωφελείς σκοπούς, μισθώσεις ακινήτων, μεταβιβάσεις ακινήτων, απαλλοτριώσεις, γνωμοδοτήσεις, ποινικές υποθέσεις, συμβάσεις έργων, ενώ μετά την απόλυση πέντε συναδέλφων της μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, χειρίστηκε όλες τις υποθέσεις που αντιμετώπισε η Κεντρική Διοίκηση στην ….

και έχει συντάξει πληθώρα εγγράφων σχετικών με τις υποθέσεις του εναγομένου. Λόγω του φόρτου εργασίας της παρέμενε μέχρι τις οκτώ το βράδυ στο γραφείο της στο εναγόμενο, ασχολούμενη με την επεξεργασία των υποθέσεων εκείνου γι αυτό και το ιδιωτικό της γραφείο στο κρίσιμο χρονικό διάστημα παρουσίασε μηδενική κίνηση.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το έτος 2006 δεν έλαβε την κανονική της άδεια και το 2007 πήρε μόνο τη μισή άδεια λόγω ακριβώς του φόρτου της εργασίας της. Η Κ. Κ. είναι δικηγόρος …. από το έτος 1994 και παρ' Εφέταις από το έτος 1999. Στο εναγόμενο παρέχει τις υπηρεσίες της από 1/4/2006, ενώ το έτος 2000 ανέλαβε τον χειρισμό των υποθέσεων του εναγομένου του τμήματος της …., τα αρχεία των οποίων της παρέδωσε ο έως τότε δικηγόρος του εναγομένου του τμήματος αυτού Φ.

Κ., τα οποία συμπλήρωσε, αναμόρφωσε και διαμόρφωσε με υπευθυνότητα και σχολαστικότητα. Στη συνέχεια χειρίστηκε κατ' αποκλειστικότητα τις υποθέσεις του τμήματος αυτού του εναγομένου, ενώ από τον Οκτώβριο 2005 συνεργάζεται στις υποθέσεις του τμήματος με την ως άνω δικηγόρο Α. Σ.. Υπήρξε μέλος της ομάδας του Εργαστηρίου Εγκληματολογίας και Δικαστικής Ψυχολογίας της Νομικής Σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης.

Έχει ολοκληρώσει το πρόγραμμα μεταπτυχιακής εκπαίδευσης "εκπαίδευση ενηλίκων" του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου. Ακόμη όπως αποδεικνύεται από τη σωρεία εγγράφων που επικαλείται και προσκομίζει το εναγόμενο, έχει χειριστεί με επιτυχία πλήθος υποθέσεων του εναγομένου δικαστικές (μισθωτικές, κληρονομικές, εμπράγματες, κτηματολογικές διαφορές όσο και εξωδικαστικές.

Από τη σύγκριση των ως άνω δικηγόρων με την ενάγουσα και των υπηρεσιών που αυτές προσέφεραν στο εναγόμενο στα κρίσιμα χρονικά διαστήματα προκύπτει ότι: Η Α. Σ. υπερέχει σαφώς έναντι της ενάγουσας ως προς τους τίτλους σπουδών, στη γνώση ξένων γλωσσών, στη παρακολούθηση σεμιναρίων, προγραμμάτων εξειδίκευσης αλλά και την προσφορά υπηρεσιών στο εναγόμενο, δεδομένου ότι μόνη αυτή με την Κ.

Κ. διαχειρίστηκε στα ως άνω κρίσιμα χρονικά διαστήματα τις υποθέσεις του γραφείου Δικαστικού του εναγομένου όλης της περιφέρειας της …., το οποίο αντιμετώπιζε ιδιαίτερα προβλήματα σε σχέση με ακίνητα του εναγομένου. Η Α. Σ. υπερέχει σαφώς έναντι της ενάγουσας ως προς την προσφορά υπηρεσιών στο εναγόμενο, αφού απασχολήθηκε επιπρόσθετα και με την εργασία των απολυθέντων συναδέλφων της, των οποίων τις υποθέσεις είχε υποχρεωθεί να διεκπεραιώσει, παραμένοντας μέχρι τις πρώτες βραδινές ώρες στο γραφείο της στο εναγόμενο.

Αντίθετα, η ενάγουσα στο χρονικό διάστημα από 22/4/2008 έως 28/2/2010 δεν παραστάθηκε σε κανένα δικαστήριο και έχει συντάξει μέχρι 31/12/2008 μόνο 22 υπηρεσιακά σημειώματα προς διάφορες υπηρεσίες του εναγομένου και από 1/1/2009 μέχρι 28/2/2010 22 υπηρεσιακά σημειώματα όπως αποδεικνύεται από το βιβλίο εξερχόμενων εγγράφων της Διεύθυνσης Δικαστικού του εναγομένου.

Ότι η Κ. Κ. υπερέχει ως προς την ενάγουσα ως προς την επιμόρφωση, αλλά και ως προς την προσφορά υπηρεσιών στο εναγόμενο, αφού είναι εκείνη που μαζί με την Α. Σ. διαχειρίστηκαν όλες τις υποθέσεις του Γραφείου Δικαστικού του εναγομένου της …. σχετικά με πολλά ακίνητα του εναγομένου στην ευρύτερη περιοχή της ….

τα οποία είχαν καταπατηθεί. Είναι χαρακτηριστικό ότι η ενάγουσα στην πρώτη από τις ως άνω αγωγές της ομολογεί ότι μέχρι την απόλυση της ίδιας και των άλλων τεσσάρων συναδέλφων της που όλοι υπηρετούσαν στα γραφεία του εναγομένου στην …., στην …. δεν υπηρετούσε κάποιος συνάδελφος τους δικηγόρος και τα νομικά προβλήματα της περιοχής της ….

τα αντιμετώπιζαν εκείνοι δηλαδή η ενάγουσα και οι άλλοι τέσσερις συνάδελφοι της με τη νομιμοποίηση και μόνο δικηγόρων της …. και ότι την Α. Σ. και την Κ. Κ. τις προσέλαβε το εναγόμενο μετά την απόλυση αυτών για να καλύψει τα κενά που δημιουργήθηκαν στη νομική κάλυψη της περιφέρειας της …., ενώ την Α. Σ. την μετακάλεσε στη θέση της στην Κεντρική Υπηρεσία στην ….

από άλλη θέση σε εταιρεία συμφερόντων του εναγομένου όπου προηγουμένως την είχε δανείσει, εννοώντας προφανώς την εταιρεία ... ΑΕ που μνημονεύεται ως άνω για να καλύψει τα κενά στην υπηρεσία της …. που προέκυψαν μετά την απόλυση των συναδέλφων της. Από αυτό αποδεικνύεται ότι ειδικότερα στο χρονικό διάστημα που η ενάγουσα και οι άλλοι συνάδελφοι απομακρύνθηκαν από την υπηρεσία του εναγομένου οι ως άνω τρεις συνάδελφοί τους διαχειρίζονταν όλες τις υποθέσεις που μέχρι τότε διαχειρίζονταν η ενάγουσα και οι άλλοι τέσσερις συνάδελφοί τους, δηλαδή η Α.

Σ. είχε επιφορτισθεί όλες τις υποθέσεις του γραφείου του εναγομένου στην …. και οι Α. Σ. και Κ. Κ. όλες τις υποθέσεις του γραφείου του εναγομένου της …. Το γεγονός ότι η ενάγουσα είναι αρχαιότερη στην άσκηση της δικηγορίας και στον χρόνο που προσλήφθηκε στο εναγόμενο της προσφέρει μεν μεγαλύτερη επαγγελματική εμπειρία δεν αρκεί όμως για να αντισταθμίσει άλλως να ανατρέψει την ως άνω πρόδηλη υπεροχή των συναδέλφων αυτών της ενάγουσας έναντι αυτής στα ως άνω καθοριστικά και κρίσιμα για την αμοιβή της εργασίας τους προσδιοριστικά στοιχεία, στα ως άνω χρονικά διαστήματα, υπεροχή που δικαιολογεί την ευνοϊκότερη από το εναγόμενο μισθολογική μεταχείριση αυτών έναντι της ενάγουσας και δεν συνιστά έναντι της ενάγουσας παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ και ευρίσκει έρεισμα στο άρθρο 4 παρ 1 και 22 παρ 1 εδαφ 8 του Συντάγματος και το άρθρο 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ." Με βάση τις παραδοχές αυτές,το Εφετείο απέρριψε τις εφέσεις της ενάγουσας, κατά των 93/2008 και 68/2010 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έκανε δεκτή την έφεση του εναγομένου και τους σχετικούς προσθέτους λόγους εφέσεως, κατά της 64/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικύρωσε δε την πρώτη (93/2008) από τις εκκαλούμενες αποφάσεις, και εξαφάνισε τη δεύτερη (64/2010) από τις εν λόγω αποφάσεις, η οποία αφού είχε απορρίψει την κυρία βάση της δεύτερης αγωγής (που αφορούσε τη διαφορά αποδοχών της ενάγουσας από εκείνες της δικηγόρου Α.

Σ.), είχε δεχθεί εν μέρει (δηλαδή κατά την πρώτη επικουρική της βάση, που αφορά τη διαφορά αποδοχών της ενάγουσας από εκείνες της δικηγόρου Α. Σ.) την αγωγή αυτή στη συνέχεια αφού ερεύνησε την αγωγή ως προς την 1η και 2η επικουρικές βάσεις της,απέρριψε την αγωγή αυτή τόσο ως προς την ως άνω πρώτη επικουρική της βάση όσο και ως προς τη δεύτερη, που αφορά τη διαφορά αποδοχών της ενάγουσας από εκείνες της δικηγόρου Κ.

Κ.. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα των προσόντων της ενάγουσας και των ως άνω δύο συναδέλφων της Α. Σ. και Κ. Κ. καθώς και της ποσότητας των υπηρεσιών που αυτές προσέφεραν και των συνθηκών υπό τις οποίες τις προσέφεραν και συνακόλουθα της υπάρξεως ή μη δικαιώματος της ενάγουσας για λήψη- βάσει της αρχής της ίσης μεταχείρισης - αποδοχών υψηλότερων σε σχέση με εκείνες που έλαβε κατά τα επίδικα διαστήματα.

Μόνη δε η παραδοχή ότι οι εν λόγω συνάδελφοι της ενάγουσας υπερέχουν αυτής ως προς την ποσότητα των υπηρεσιών που προσέφεραν στο εναγόμενο, η δεύτερη δε και ως προς την επιμόρφωση (ολοκλήρωση προγράμματος μεταπτυχιακής εκπαίδευσης "εκπαίδευση ενηλίκων" του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου ), δεν επαρκεί για να θεμελιώσει, κατ' αντικειμενική κρίση, την τελική παραδοχή ότι συνέτρεχε ειδικός και σοβαρός λόγος που δικαιολογούσε την διαφορετική-δυσμενέστερη μεταχείριση της ενάγουσας κατά τα διαστήματα αυτά, αν ληφθεί ιδίως υπόψη ότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης α) η ενάγουσα ήταν αρχαιότερη των ως άνω δύο συναδέλφων της ( ιδιαίτερα δε της δεύτερης) τόσο ως προς τον συνολικό χρόνο άσκησης δικηγορίας όσο και ως προς τον χρόνο απασχόλησής τους από το εναγόμενο και διέθετε αναμφισβήτητα μεγαλύτερη επαγγελματική εμπειρία, β) η αυξημένη απασχόληση και ο φόρτος εργασίας που είχαν οι εν λόγω δύο δικηγόροι ανάγονται κατά βάση στο διάστημα που η ενάγουσα, λόγω της άκυρης καταγγελίας της συμβάσεώς της και της άρνησης του εναγομένου να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, δεν εργαζόταν (επαναπροσλήφθηκε στις 22.4.2008 ), και συνεπώς, όπως προβάλλεται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με τον δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, το γεγονός αυτό, ως μη οφειλόμενο σε υπαιτιότητα της ενάγουσας, δεν είναι ορθό να αποβαίνει εις βάρος της και γ) η δεύτερη άλλωστε από τις παραπάνω δικηγόρους ελάμβανε τις αυξημένες σε σχέση με εκείνες της ενάγουσας αποδοχές από της προσλήψεώς της ( 1.4.2006 ), δηλαδή πριν επιφορτιστεί και ασκήσει τα αναφερόμενα στην προσβαλλομένη αυξημένα καθήκοντα.

Έτσι, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων και οι λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης, καθώς ο δεύτερος πρόσθετος λόγος, οι οποίοι, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, εκτιμώνται ενιαία ως αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι.

4. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού παρέλκει η έρευνα του πρώτου λόγου του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση που χρειάζεται διευκρίνιση, προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρεθέν μέρος (δηλαδή όσον αφορά την 1η και 2η επικουρικές βάσεις της δεύτερης αγωγής επί της οποίας επιβλήθηκε η 64/2010 απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο ως ηττημένο, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. (άρθρ. 183, 176 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 1313/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρεθέν μέρος.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ