Legislator Case Law & Legislation
180/2018 AI generated

180/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 180/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Ιωάννη Φιοράκη - εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

180/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση παρότι, όπως και η ενάγουσα αναφέρει στην αγωγή της, το αρχειακό υλικό του πατρός της βρίσκεται στην αποκλειστική κατοχή του εναγομένου [αδελφού της] από τις 16-9-1993 (χρόνο θανάτου του πατρός των Α. Κ.), μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής (2013), δεν απεδείχθη ότι ο εναγόμενος είχε γνωστοποιήσει στις λοιπές συγκυρίες του (ενάγουσα και μητέρα του) ότι νεμόταν τα ένδικα κινητά αποκλειστικά στο όνομά του.

Keywords

AI generated
right to know one's parentage vehicle keeper statutory rights of heir declaration of acknowledgement of paternity descendant parental alienation syndrome
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 180 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 180/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Ιωάννη Φιοράκη - εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης: Α. Τ. θυγατέρας Ά. Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Παναγιώτη Νικολόπουλου.

Του αναιρεσίβλητου-αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Ά., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ιωάννη - Διονυσίου Φιλιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-7-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 272/2015 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1819/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι ανωτέρω διάδικοι με τις από 29-12-2016 και από 28-12-2016 αιτήσεις τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεών τους αναίρεσης αντίστοιχα, των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του Δικαστηρίου τούτου (1-11-2017) συζητήθηκαν: Α) η από 29-12-2016 αίτηση αναίρεσης της Α. Τ. κατά του Δ. Κ. και Β) η από 28-12-2016 αίτηση αναίρεσης του Δ. Κ. κατά της Α. Τ., για την αναίρεση της υπ' αριθ. 1819/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 573 του ίδιου Κώδικα.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).

Ο παραπάνω λόγος είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των προσκομισθέντων & αυτό αποδεικτικών μέσων δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Από τις διατάξεις των άρθρων 787, 980, 984 επ., 994 ΑΚ συνάγεται ότι ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος- μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι συγκληρονόμοι- αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών συγκυρίων και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ’ αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία) προτού καταστήσει γνωστό στους άλλους συγκυρίους ότι αποφάσισε να νέμεται το κοινό πράγμα ολόκληρο ή κατά ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του αποκλειστικώς στο όνομά του, ως κύριος, και περάσει από τη γνωστοποίηση αυτήν η προθεσμία της εν λόγω (αποσβεστικής ή κτητικής) παραγραφής.

Στην προκειμένη περίπτωση παρότι, όπως και η ενάγουσα αναφέρει στην αγωγή της, το αρχειακό υλικό του πατρός της βρίσκεται στην αποκλειστική κατοχή του εναγομένου [αδελφού της] από τις 16-9-1993 (χρόνο θανάτου του πατρός των Α. Κ.), μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής (2013), δεν απεδείχθη ότι ο εναγόμενος είχε γνωστοποιήσει στις λοιπές συγκυρίες του (ενάγουσα και μητέρα του) ότι νεμόταν τα ένδικα κινητά αποκλειστικά στο όνομά του.

Ειδικότερα η μη ανωτέρω γνωστοποίηση αποδεικνύεται από ... Μετά ταύτα και λόγω της μη απόδειξης από τον εναγόμενο του στοιχείου της γνωστοποίησης απ' αυτόν προς τις λοιπές συγκυρίες ότι νέμεται τα ένδικα κοινά πράγματα στο όνομα και των λοιπών συγκυριών, δεν μπορεί να αντιτάξει κατά της ενάγουσας αποσβεστική ή κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία) και ο περί τούτου ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. [Περαιτέρω] από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 249, 251, 1094 και 1095 Α.Κ.

συνάγεται ότι η παραγραφή της διεκδικητικής αγωγής είναι 20 έτη και αρχίζει από την κατάληψη του πράγματος από τον εναγόμενο, με την οποία επέρχεται η προσβολή του δικαιώματος της κυριότητας, έτσι ώστε αυτό δεν είναι δυνατόν να ασκηθεί, ενώ η αναγνωριστική αγωγή κυριότητας δεν υπόκειται σε παραγραφή, αν όμως παραγραφεί η αξίωση που ασκείται με την αντίστοιχη διεκδικητική αγωγή, εκλείπει το έννομο συμφέρον του ενάγοντος για την αναγνώριση της κυριότητας και η αναγνωριστική αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος.

Στην προκειμένη περίπτωση ο εναγόμενος επικαλείται έλλειψη εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας για το αίτημα που αφορά στην αναγνώριση της ενάγουσας ως συγκυρίας του αρχειακού υλικού του πατρός της (ήτοι των κινητών πραγμάτων στα οποία συμπεριλαμβάνονται και οι υλικοί φορείς που ενσωματώνουν το άϋλο αγαθό της πνευματικής ιδιοκτησίας επί των πρωτοτύπων έργων), καθ' όσον από τις 16.9.2013 έως και την άσκηση της υπό κρίση αγωγής με την επίδοση αυτής την 1.10.2013 παρήλθε εικοσαετία και παρεγράφη η διεκδικητική αγωγή.

Ο ανωτέρω ισχυρισμός που είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις προαναφερθείσες διατάξεις πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος, καθ' όσον από τις 16.9.1993 [χρόνος θανάτου του Ά. Κ.] που τα ανωτέρω κινητά, τα οποία και κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή βρίσκονται στην κατοχή του εναγομένου από τον ανωτέρω χρόνο - της ενάγουσας μη έχουσας οποιαδήποτε πρόσβαση σ' αυτά - και έως την άσκηση της υπό κρίση αγωγής (κατά το μέρος που αφορά στην αναγνώριση της ενάγουσας ως συγκυρίας), που ολοκληρώθηκε με την επίδοσή της στον εναγόμενο την 1.10.2013 (βλ.

την με αριθμό …/1-10-2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Ι. Π.) παρήλθε εικοσαετία και κατά συνέπεια παρεγράφη η αξίωση που ασκείται με την αντίστοιχη διεκδικητική αγωγή, οπότε εκλείπει το έννομο συμφέρον της ενάγουσας για την αναγνώριση της συγκυριότητας επί των προαναφερθέντων κινητών πραγμάτων του αρχειακού υλικού του πατρός της και η αγωγή κατά το ως άνω αίτημα είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας".

Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης, καθόσον ενώ αρχικά δέχεται ότι δεν αποδείχθηκε ότι από τις 16-9-2013 (χρόνος θανάτου του πατέρα των διαδίκων) και μετά ο αναιρεσίβλητος, στην αποκλειστική κατοχή του οποίου ευρίσκοντο τα επίδικα κληρονομιαία αντικείμενα, γνωστοποίησε οποτεδήποτε στην αναιρεσείουσα-συγκληρονόμο αδελφή του ότι ενέμετο αυτά αποκλειστικά στο όνομά του και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε εκείνος να αντιτάξει κατ' αυτής αποσβεστική ή κτητική παραγραφή, στη συνέχεια δέχεται ότι από την ίδια, ως άνω, ημεροχρονολογία μέχρι την άσκηση της αγωγής παρήλθε εικοσαετία, με συνακόλουθο αποτέλεσμα την παραγραφή της σχετικής διεκδικητικής αγωγής και την εντεύθεν έλλειψη εννόμου συμφέροντος για την αναγνώριση της συγκυριότητας της αναιρεσίβλητης επί των κληρονομιαίων κινητών πραγμάτων του αρχειακού υλικού του δικαιοπαρόχου των διαδίκων, κατά τον βάσιμο περί τούτου μοναδικό από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο της από 29-12-2016 αναίρεσης της Α.

Τ..

Κατά τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ. λόγο, αναίρεση επιτρέπεται, πλην άλλων, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νόμιμα ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Απαιτείται δηλονότι, όχι μόνον η προσκομιδή, αλλά και η επίκληση του μη ληφθέντος υπόψη αποδεικτικού μέσου ή η μη επίκληση του ληφθέντος υπόψη.

Σύμφωνα δε με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β, 240, 453, 524 παρ. 1 και 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη του, όσα αποδεικτικά μέσα προσκομίστηκαν νόμιμα, εφ' όσον, παράλληλα, υπάρχει σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, ώστε, να προκύπτει με βεβαιότητα η ταυτότητά τους.

Η επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων σε προηγούμενη συζήτηση, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων. Γενική αναφορά στις προτάσεις του Εφετείου, σύμφωνα με την οποία προσκομίζονται εκ νέου, όσα έγγραφα προσκομίστηκαν με τις πρωτόδικες προτάσεις, όπου γίνεται σαφής επίκληση των εγγράφων αυτών, που ενσωματώθηκαν στις προτάσεις του Εφετείου δεν αρκεί (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005).

Στην υπό κρίση περίπτωση, με τον υπό στοιχείο II αναιρετικό λόγο της από 28-12-2016 αναίρεσης του Δ. Κ., προβάλλεται η αιτίαση ότι η αναιρεσίβλητη, στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της, ανέφερε επί λέξει: "Επειδή ενσωματώνω στις παρούσες προτάσεις μου τις από ... προτάσεις και από.... προσθήκες αντίκρουσης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των παρόντων προτάσεών μου και προσάγω και επικαλούμαι όσα σχετικά έγγραφα είχα προσαγάγει και επικαλεσθεί με αυτές κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής μου", ενσωματώνοντας στη συνέχεια τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεις της, χωρίς περαιτέρω σαφή και ορισμένη επίκληση των εγγράφων αυτών, τα οποία το δικαστήριο και έλαβε, παρά ταύτα, υπόψη για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος.

Όπως δε προκύπτει από τη νόμιμη επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, η αναιρεσίβλητη Α. Τ. ενσωμάτωσε στις προτάσεις της στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εκείνες του πρώτου βαθμού προβαίνοντας επί λέξει στην ανωτέρω δήλωση (σελ. 8), χωρίς όμως να αναφέρεται, στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις, ποιά έγγραφα ακριβώς επικαλείται και προσάγει ενώπιον του, εφόσον δεν αρκεί κατά τα προεκτεθέντα, η απλή και χωρίς ειδική αναφορά γενομένη ενσωμάτωση.

Το τελευταίο, παρά ταύτα, προέβη στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης λαμβάνοντας υπόψη και συνεκτιμώντας αδιακρίτως ως αποδεικτικά μέσα και "...τα έγγραφα που μετ’ επικλήσεως προσκομίζουν οι διάδικοι...", υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά τον βάσιμο περί τούτου, ως άνω, αναιρετικό λόγο, ο οποίος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Ακολούθως και δοθέντος ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της από 28-12-2016 αναίρεσης του Δ. Κ., πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε και του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή των κατατεθέντων παραβόλων στους καταθέσαντες αναίρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει την ένωση και συνεκδίκαση των συναφών αιτήσεων αναίρεσης Α) από 29-12-2016 της Α. Τ. κατά του Δ. Κ. και Β) από 28-12-2016 του Δ. Κ. κατά της Α. Τ..

Αναιρεί την υπ' αριθ. 1819/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο, ως άνω, Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή των κατατεθέντων παραβόλων στους καταθέσαντες αυτά αναιρεσείοντες.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ για την αναιρεσείουσα Α. Τ. και τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ για τον αναιρεσείοντα Δ. Κ..

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ