180/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated180/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 9-11-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 180 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 180/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Α. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τoν πληρεξούσιo δικηγόρο Θωμά Παπαλιάγκα.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. συζ. Ε. Κ. το γένος Χ. Ζ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Χρηστάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-3-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείου ....
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 100/2010 του ιδίου Δικαστηρίου, 338/2014 του Εφετείου Λάρισας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-11-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 9-11-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε να απορριφθεί καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
Α.Π. 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης. Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αίτηση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ’ ΚΠολΔ., αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος, τα παρακάτω έγγραφα, που επικαλέστηκε και προσκόμισε με τις προτάσεις του στο Δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης αγωγικού ισχυρισμού ότι είναι κύριος της επίδικης εκτάσεως, εμβαδού 351,40 τ.μ., με τον αναφερόμενο στην αγωγή του τρόπο.
Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε υπόψη: α) τη δικαστική πραγματογνωμοσύνη και τα συνημμένα σ’ αυτή δημόσια έγγραφα (δηλώσεις καλλιέργειας και επιδοτήσεις αυτού) και β) τη φωτοερμηνεία των φωτογραφιών της Γεωργικής Υπηρεσίας Στρατού των ετών 1945, 1949 και εντεύθεν. Όμως, από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ’ αυτή γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ’ είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και μάλιστα οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η με αριθμό καταθέσεως …26-6-2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Σ.
Γ., με το συνοδεύον αυτή τοπογραφικό διάγραμμα, οι υπ’ αριθμούς .../6-12-2005 και .../2012 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Ελευθερίας Τσιάρα και όλα τα έγγραφα, που νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής αλλά και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για τον αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και την ως άνω φερόμενη ως αγνοηθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης, την οποία και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις, καθώς και τα προαναφερόμενα έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τον ως άνω κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, και για να συναχθεί αυτό (πόρισμα), όπως τα άρθρα 339, 340 εδ.
α’ και 346 ΚΠολΔ., συνδυαζόμενα, επέβαλαν, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα αποδεικτικά αυτά μέσα προς απόδειξη, χωρίς να υποχρεούται να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτής (έκθεσης) και καθενός εγγράφου, η δε σχετική ως προς την εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης κρίση του δικαστηρίου δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 ΚΠολΔ., ως αναγόμενη στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων.
Επομένως, ο πιο πάνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.- Από τα άρθρα 335, 338, 339, 340, 346 και 432 του ΚΠολΔ. συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα καθώς και οι ένορκες βεβαιώσεις, που προσάγονται είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ. λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, για τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες, κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. γ’ ΚΠολΔ., αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, πρέπει να γίνεται μνεία στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, χωρίς να είναι αναγκαία η χωριστή μνημόνευση της κάθε μιας από αυτές, πλην του ότι γι` αυτές τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Όμως, όσον αφορά τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης, πριν από την άσκηση της αγωγής και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτησή της, δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα, που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον κατά την κρίση του δικαστηρίου δεν λήφθηκαν για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η από τον αρ. 11 α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ. πλημμέλεια. Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα: α) τις υπ’ αριθμ. .../2005 ένορκες βεβαιώσεις της συμβολαιογράφου ...
Ελευθερίας Τσιάρα, οι οποίες δόθηκαν στα πλαίσια άλλης δίκης, χωρίς να αναφέρεται αν έχει τελεσιδικήσει ή όχι, και β) τις υπ’ αριθμ. ... και .../2012 ένορκες βεβαιώσεις της ίδιας συμβολαιογράφου, που δόθηκαν στα πλαίσια άλλης δίκης με όμορο ιδιοκτήτη και με την αναιρεσίβλητη, που εκκρεμεί ενώπιον των δικαστηρίων, και έτσι κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, ως προς την ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής του.
Ο εξεταζόμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον οι ως άνω τέσσερεις (4) ένορκες βεβαιώσεις, που λήφθηκαν με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης στα πλαίσια προηγούμενης δίκης για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, μεταξύ των ίδιων διαδίκων, οι δύο πρώτες, και για απόκρουση άλλης αγωγής του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης και τρίτου προσώπου, οι δύο τελευταίες, και το Εφετείο τις έλαβε υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, κρίνοντας ανέλεγκτα ότι δεν προκύπτει πως έχουν ληφθεί για να χρησιμεύσουν στην παρούσα δίκη, αποτελούν απλά έγγραφα και νόμιμα, ως επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, στη δευτεροβάθμια δίκη, επί εφέσεως κατά αποφάσεως Μονομελούς Πρωτοδικείου, η οποία έχει εκδοθεί κατά την τακτική διαδικασία, στην οποία έχει εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ.
β’ ΚΠολΔ., λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν προς έμμεση απόδειξη, για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων,- Κατά το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.
Α.Π. 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με την ένδικη διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και την ένσταση ιδίας κυριότητας της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ’ αριθμό .../13-05-1939 προσυμφώνου πωλήσεως ακινήτων του Συμβολαιογράφου ...
Ηλία Κέμου, οι Α. Σ. Σ. και Θ. Α. Τ. υποσχέθηκαν στον Η. Α. του Ε., δικαιοπάροχο του ενάγοντος να πουλήσουν σε αυτόν, μεταξύ άλλων, και ένα οικόπεδο εκτάσεως τριών και πεντακοσίων στρεμμάτων, που συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησία Α. και Α. Σ., Ν. Β. και δρόμους εκ δύο μερών, έναντι τιμήματος για το σύνολο των ακινήτων ύψους 57.000 δραχμών, από το οποίο ποσό ύψους 35.000 δραχμών έλαβαν πρότερον σε διάφορους, χρόνους, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 22.000 δραχμών καταβλήθηκε κατά την υπογραφή του προσυμφώνου της πωλήσεως από τον αγοραστή ενώπιον του Συμβολαιογράφου, προερχόμενο κατά το ποσό των 15.000 δραχμών από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, ενεργούσης για λογαριασμό του αγοραστή.
Στο κείμενο του ίδιου ως άνω προσυμφώνου αναφέρεται ότι τα πωλούμενα κτήματα παραδόθηκαν στη νομή του αγοραστή από 1 Οκτωβρίου 1936 και δικαιούται αυτός να κάνει ακώλυτη χρήση αυτών και να καρπούται αυτά άνευ ετέρου ανταλλάγματος των πωλητών. Στις 5-10-1966 ο Η. Α. του Ε. απεβίωσε και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου από τη σύζυγό του Σ.
Κ. του Ι. και Μ. και σε ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου από τον ενάγοντα γιο του. Οι δύο τελευταίοι αποδέχτηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομία, δυνάμει της υπ’ αριθμό ...14-02-1967 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του Συμβολαιογράφου ... Ιωάννου Αθανασίου ΠαπαΜ., που μεταγράφτηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ..., στον τόμο … και υπ’ αύξοντα αριθμό….
Μεταξύ των κληρονομιαίων ακινήτων ήταν και το επίδικο, το οποίο αποδέχτηκαν κατά το περιελθόν σε καθένα από αυτούς κληρονομικό μερίδιο εξ αδιαιρέτου και αναφέρεται στην ανωτέρω δήλωση αποδοχής κληρονομίας ως ένα οικόπεδο εκτάσεως 3.500 τ.μ., συνορευόμενο γύρωθεν με ιδιοκτησίες Α. Σ. και Α. Σ., Ν. Β. και με δρόμους εκ δύο μερών.
Το έτος 1976 απεβίωσε και η Σ. χήρα Η. Α., το γένος Ι. και Μ. Κ., η οποία κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από το γιό της, ενάγοντα, για την αποδοχή δε της κληρονομιάς της από τον τελευταίο συντάχθηκε η με αριθμό .../15-03-2006 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου ... Θεοδώρου Παπαβασιλείου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ..., στον τόμο … και υπ’ αύξοντα αριθμό ….
Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι το ως άνω ακίνητο του ενάγοντος συνορεύει δυτικά και με ακίνητο ιδιοκτησίας της εναγομένης, εκτάσεως 3.000 τ.μ. περίπου. Το ακίνητο της εναγομένης ορίζεται ανατολικά με ιδιοκτησία ενάγοντος και κατά ένα μέρος με οικόπεδο Ν. Α., δυτικά με δημοτική οδό, βόρεια με ιδιοκτησία Μ. Α. Σ.
και νότια με δημοτική οδό. Το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στην εναγομένη ως εξής: 1) τα 2000 τ.μ. λόγω κληρονομικής με διαθήκη διαδοχής της αποβιωσάσης στις 18-01-2001 Π. χήρας Χ. Ζ., το γένος Α. και Χ. Σ. (μητέρα της εναγομένης), η οποία είχε συντάξει την υπ’ αριθμό ...15-03-1990 δημόσια διαθήκη ενώπιον του Συμβολαιογράφου ...
Χρήστου Τζήμα, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα υπ’ αριθμό 134/09-05-2001 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Με την υπ’ αριθμό ...27-09-2001 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου ... Χρήστου Τζήμα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο … και υπ’ αύξοντα αριθμό ..., η εναγομένη αποδέχτηκε για τον εαυτό της και για λογαριασμό της μητέρας της την κληρονομιά, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και το οικόπεδο (πρώην αγροτεμάχιο) εμβαδού 2:000 τ.μ.
περίπου ή όσης έκτασης και να είναι μικρότερης ή μεγαλύτερης, κείμενο μέσα στο σχέδιο του δημοτικού διαμερίσματος …, στη θέση "..." του Δήμου ... του Νομού ..., το οποίο ορίζεται στο σύνολό του ανατολικά με ιδιοκτησία Β. Α. (ενάγοντος), δυτικά και νότια δρόμο και βόρεια ιδιοκτησία Κ. Στη μητέρα της Π. είχε περιέλθει από κληρονομιά εξ αδιαθέτου από τον πατέρα της Α.
Α. Σ., που απεβίωσε την 1.2.1981 και στον οποίο είχε περιέλθει το ακίνητο από συσταθείσα προπολεμικά άτυπη δωρεά προς αυτόν από τον πατέρα του Α. Σ. από το έτος 1937 και λόγω τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, ως τούτο αναφέρεται στη δήλωση αποδοχής κληρονομιάς και 2) τα 1000 τ.μ. λόγω κληρονομικής εκ διαθήκης διαδοχής του αποβιώσαντος στις 05-07-1997 Χ.
Ζ. (πατέρα της εναγομένης), ο οποίος είχε συντάξει την υπ’ αριθμό .../15-03-1990 δημόσια διαθήκη ενώπιον του Συμβολαιογράφου ... Χρήστου Τζήμα, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα υπ’ αριθμό 247/03-09-1997 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Με την υπ’ αριθμό .../18-02-1998 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου ...
Χρήστου Τζήμα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο … και υπ’ αύξοντα αριθμό…, η μεν εναγομένη αποδέχτηκε το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας στο οικόπεδο (πρώην αγροτεμάχιο) εμβαδού 1.000 τ.μ. περίπου ή όσης έκτασης και αν είναι μικρότερης ή μεγαλύτερης, κείμενο μέσα στο σχέδιο του δημοτικού διαμερίσματος ..., στη θέση "..." του Δήμου ...
του Νομού ..., το οποίο ορίζεται στο σύνολό του ανατολικά με ιδιοκτησία Η. Α. (ενάγοντος), δυτικά με δρόμο, βόρεια με κανάλι και νότια με ιδιοκτησία Α. Σ., και η μητέρα της το δικαίωμα της επικαρπίας στο ως άνω ακίνητο. Μετά δε το θάνατο της τελευταίας στις 18.1.2001 ενώθηκε το δικαίωμα της επικαρπίας με το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας επί των ως άνω 1000 τ.μ.
στο πρόσωπό της. Στον απώτερο δικαιοπάροχο της εναγομένης Χ. Β. Ζ. περιήλθε το ακίνητο λόγω αγοράς από τον Β. Γ. Σ., δυνάμει του υπ’ αριθμό .../ 6- 2-1961 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου ... Ηλία Σωτηρίου Κέμου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ..., στον τόμο … και υπ’ αύξοντα αριθμό. .... Στον πωλητή δε είχε περιέλθει εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1917 πατέρα του Γ.
Σ. και εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το 1920 παππού του Κ. Σ.. Στα όρια των ανωτέρω δύο ακινήτων των διαδίκων υπήρχε από πολλών ετών διαχωριστικός χάνδακας με διάφορα δέντρα, θάμνους και βάτα που αποτελεί και το επίδικο, έκτασης 351,40 τ.μ., και που εμφαίνεται στο από 4.8.2005 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ι.
Κ. με τα στοιχεία ... και ορίζεται δυτικά επί πλευράς ... μήκους 45,79 μέτρων με ιδιοκτησία της εναγομένης, ανατολικά επί πλευράς ... μήκους 45,79 μέτρων με ιδιοκτησία του ενάγοντος, βόρεια επί πλευράς ... μήκους 7,80 μέτρων με τμήμα της ιδιοκτησίας του ενάγοντος και νότια επί πλευράς ... μήκους 7,55 μέτρων με δημοτική οδό.
Βέβαια με την ως άνω πραγματογνωμοσύνη ο πραγματογνώμονας αποφάνθηκε ότι αμφότερα τα ανωτέρω περιγραφόμενα ακίνητα, καθώς και το ακίνητο του όμορου ιδιοκτήτη του Μ. Σ., αποτελούσαν αρχικά το ενιαίο με αριθμό… τεμάχιο γης. Καταλήγοντας δε συμπεραίνει ότι το επίδικο περιέχεται στο ακίνητο του ενάγοντος, που η νομή του μεταβιβάστηκε με το προαναφερόμενο προσύμφωνο.
Όμως, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι στους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος με το προαναφερόμενο προσύμφωνο περιήλθε η νομή του επιδίκου σ’ αυτούς και ότι τόσο αυτοί, όσο και ο ενάγων ασκούσαν πράξεις νομής και κατοχής επ’ αυτού, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανένα. Και ότι αυτοί δημιούργησαν τον χάνδακα και τον φύτεψαν με βάτα, όπου και σταύλιζαν τα πρόβατά τους.
Και έτσι επί του επιδίκου ασκώντας πράξεις νομής και κατοχής επί μία εικοσαετία έγιναν κύριοι αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Μάλιστα οι μάρτυρες, που αναφέρονται κατωτέρω, κατέθεσαν ότι το όλο οικόπεδο, η νομή του οποίου μεταβιβάστηκε με το προαναφερόμενο προσύμφωνο στον δικαιοπάροχο του ενάγοντος ήταν 3000 τ.μ.
και όχι 3500 τ.μ., όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, γι’ αυτό το έτος 1960 που έγινε άτυπη διανομή μεταξύ των κληρονόμων του αρχικώς αγοραστού και των κληρονόμων των προαποβιωσάντων αδελφών του για λογαριασμό και των οποίων είχε αγοράσει το ως άνω ακίνητο έλαβε έκαστος από ένα στρέμμα. Και ότι τα όρια του κτήματος του ενάγοντος προς τη δυτική πλευρά έφθαναν μέχρι τον χάνδακα που ήταν το όριο με το κτήμα της εναγομένης.
Ενώ από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι το επίδικο αποτελούσε τμήμα των ως άνω αναφερομένων 3000 τ.μ. της εναγομένης, το οποίο αποτελείτο από την ένωση δύο αγροτεμαχίων 2000 τ.μ. και 1000 τ.μ. και ότι στο επίδικο, όπως και σε όλο το ακίνητο ασκούσαν πράξεις νομής και κατοχής τόσο οι δικαιοπάροχοι της εναγομένης, απώτεροι και εγγύτεροι, όσο και η ίδια συνεχώς και αδιαλείπτως χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανένα μέχρι το έτος 2005.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι από το 1937 ασκούσε σ’ αυτό πράξεις νομής και κατοχής ο παππούς της εναγομένης Α. Σ., στον οποίο είχε περιέλθει από άτυπη δωρεά από τον πατέρα του Α. Σ., ο οποίος και κατασκεύασε τον επίδικο χάνδακα πλάτους 50 εκατοστών. Τον κατασκεύασε για να αποτελεί το όριο με το γειτονικό κτήμα των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος.
Μετά το θάνατο του Α. Σ. στις 1.2.1981 περιήλθε στη νομή της κόρης του Π., μητέρας της εναγομένης και μετά το θάνατό της, στις 18.1.2001 στην εναγομένη. Τόσο η μητέρα της εναγομένης, όσο και ίδια αποδείχθηκε ότι το καλλιεργούσαν με δημητριακά, καλαμπόκι κ.λ.π., το επέβλεπαν, καθάριζαν τον χάνδακα και το εκμίσθωναν σε τρίτους, συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου μέχρι το έτος 2005.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι και επί των 1000 τ.μ. ασκούσαν πράξεις νομής και κατοχής συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι της εναγομένης και η ίδια χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανένα μέχρι το έτος 2005. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η νομή των ως άνω τ.μ. περιήλθε στον πατέρα της εναγομένης Χ.
Ζ. με το υπ’ αριθμ. .../6.2.1961 συμβόλαιο αγοράς του συμβολαιογράφου ... Κέμου, που νόμιμα μεταγράφηκε από τον πωλητή Β. Γ. Σ., στον οποίο είχε περιέλθει με ανάμειξη στην κληρονομία του αποβιώσαντος το 1917 πατρός του και το 1920 αποβιώσαντος πάππου του. Ειδικότερα, τόσο ο Β. Σ., όσο και Χ. Ζ. ασκούσαν πράξεις νομής και κατοχής που προσιδίαζαν στη φύση του ακινήτου, το καλλιεργούσαν με δημητριακά, το επόπτευαν, καθάριζαν τον χάνδακα, φύτεψαν διάφορα δένδρα μεταξύ των οποίων και μία φτελιά.
Μετά το θάνατο του Χ. Ζ., πατέρα της εναγομένης, στις 5.7.1997, που περιήλθε η ψιλή κυριότητα του ως άνω ακινήτου στην εναγομένη και η επικαρπία στη μητέρα της αποδεχόμενες με την υπ’ αριθμ. .../18.2.1998 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου ... Χρήστου Τζήμα την κληρονομία του ακινήτου των 1000 τ.μ.., η μητέρα της ενάγουσας συνέχιζε μέχρι το θάνατό της (18.1.2001) να ασκεί επ’ αυτού πράξεις νομής και κατοχής, εκμισθώνοντάς το στον Α.
Σ. Μετά το θάνατο της Π., στις 18.1.2001, ενώθηκε στο πρόσωπο της εναγομένης το δικαίωμα της επικαρπίας της μητέρας. Έκτοτε λοιπόν συνέχιζε η εναγομένη να ασκεί πράξεις νομής και κατοχής επί του όλου ως άνω ακινήτου των 3000 τ.μ., συμπεριλαμβανομένου και του επιδίκου, ασκώντας σε αυτό με διάνοια κυρίου φανερές υλικές διακατοχικές πράξεις με τις οποίες εκδήλωνε τη θέλησή της να το εξουσιάζει ως αποκλειστική κυρία και συγκεκριμένα το επόπτευε, το καλλιεργούσε το εκμίσθωνε μέχρι το 2003 στον Α.
Σ. και μετά στον αδελφό της Α. Ζ., ενώ το δήλωσε στο φορολογικό έντυπο Ε9 του έτους 2005. Τα ανωτέρω εκθέτει με σαφήνεια ο μάρτυρας της εναγομένης Α. Ζ., που περιέχονται στα πρακτικά της με αριθμ. 336/207 μη οριστικής απόφασης του Μονομελούς πρωτοδικείου ... και κατέθεσε κατά λέξη "...ο παππούς Α. Σ. και Β. είχαν κάνει ένα χαντάκι 50 πόντους.
Ήταν όριο και έβγαινε μέχρι του Β., είχαν βάλει ράμια, ιτιές και λεύκες. Αυτό το χαντάκι ανήκε στην αδελφή μου και τον Ν. Α.. Ο παππούς το καλλιεργούσε με σιτάρι και μετά το πήρε η αδελφή μου ... Το καλλιεργούσε όλα τα χρόνια. Το 1999 το νοίκιασε στον Α. Σ. μέχρι το 2003 και μετά το καλλιεργώ εγώ...", και ενισχύονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που περιέχονται στις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την εναγομένη ένορκες βεβαιώσεις, και δεν αναιρούνται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία.
Ειδικότερα, ο Σ. Σ. κατέθεσε. Ότι "...το οικόπεδο του Ν. Α. είναι από το έτος 1960 έκτασης ενός στρέμματος, συνορεύει ανατολικά με δρόμο ... δυτικά με χαντάκι με φράκτη ιτιές και ράμια που είχαν κατασκευάσει το έτος 1937 οι ιδιοκτήτες των γειτονικών οικοπέδων Β. Σ., Γ. Σ. και Α. Σ.. Στη δυτική πλευρά του οικοπέδου υπήρχε μέχρι 3.10.2005 ο διαχωριστικός χάνδακας με τον φράκτη από ράμια και ιτιές του γείτονα Α.
Σ. ....που συντηρούσαν ο Α. Σ. και η θυγατέρα του Π. (μητέρα της εναγομένης). Στο εσωτερικό του οικοπέδου Β. Α., ανατολικά του διαχωριστικού χάνδακα... ο Α. Α. Σ. και οι κληρονόμοι του, καθώς και η Δ. θυγ. Β. Σ. και ο γιος της Μ. Σ. και ο Ν. Α. καλλιεργούσαν και εκμίσθωναν τα δικά τους οικόπεδα μέχρι τα όρια που προανέφερα.
Μάλιστα μέσα στο καλλιεργούμενο οικόπεδο του Α. Σ. τώρα Ε. Ζ. - Κ. (εναγομένης), μέχρι στις 3.10.2005 υπήρχε ένας μεγάλος φτελιάς πάνω από 40 έτη... και πάντα καλλιεργούσαν οι ιδιοκτήτες και όλη την έκταση μέχρι το διαχωριστικό χάνδακα που τον συντηρούσαν για προστασία των καλλιεργειών από νεροποντές αλλά και των συνόρων".
Αποδείχθηκε λοιπόν ότι τόσο οι δικαιοπάροχοι της εναγομένης απώτεροι και εγγύτεροι από το 1937 όσο και η ίδια από το έτος 2001 ασκούσαν σε αυτό με διάνοια κυρίου φανερές υλικές διακατοχικές πράξεις με τις οποίες εκδήλωναν τη θέλησή τους να το εξουσιάζουν ως αποκλειστικοί κύριοι μέχρι το έτος 2005 χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανένα.
Έτσι το έτος 2005 η εναγομένη είχε καταστεί κυρία του όλου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στο δικό της χρόνο νομής το χρόνο των δικαιοπαρόχων της. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι για πρώτη φορά το έτος 2005 ο ενάγων μπήκε μέσα στο καλλιεργημένο από την Ε. Ζ. και σε βάθος 7,50 μέτρα και κατέλαβε έκταση 350 περίπου τ.μ., αποβάλλοντας την εναγομένη από τη νομή του ως άνω τμήματος.
Για το λόγο αυτό η εναγομένη άσκησε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και ζητούσε να αναγνωριστεί προσωρινώς νομέας της ως άνω εδαφικής έκτασης. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 6/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., η οποία αναγνώρισε την αιτούσα προσωρινή νομέα της επίδικης έκτασης. Στο σκεπτικό της η ως άνω απόφαση δέχθηκε ότι "...επί της επίδικης εκτάσεως ο πρώτος των καθών (ενάγων) ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής και κατοχής, αφού πέραν του υπάρχοντα χάνδακα, ο οποίος όπως προαναφέρθηκε αποτελούσε το διαχωριστικό όριο των δύο ιδιοκτησιών...
Αλλά και περαιτέρω η προαναφερόμενη κρίση του δικαστηρίου ότι η αιτούσα είχε τη νομή επί της επιδίκου εκτάσεως και επ’ αυτής ασκούσε πράξεις νομής και κατοχής επιρρωνύεται και από τη διαμορφωθείσα και υπάρχουσα κατάσταση, την οποία το δικαστήριο διαπίστωσε από την επιτόπια θεώρηση". Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η παραδεκτά και νόμιμα προβληθείσα από την εναγομένη ένσταση ιδίας κυριότητας αποκτηθείσα με έκτακτη χρησικτησία έπρεπε να γίνει δεκτή και να απορριφθεί η ένδικη αγωγή, η οποία θεμέλιο είχε την κατά πρωτότυπο τρόπο κτήση από τον ενάγοντα της κυριότητάς του επί του επιδίκου".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι τόσο ο ενάγων όσο και οι επικαλούμενοι από αυτόν δικαιοπάροχοι γονείς του, Η. Α. του Ε. και Σ. χήρα Η. Α., το γένος Ι. Κ., δεν νέμονταν το επίδικο τμήμα ακινήτου και δεν απέκτησαν κυριότητα επ’ αυτού. Κατόπιν τούτου, δέχτηκε την ασκηθείσα από την εναγομένη έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα και απέρριψε την αγωγή, κατά παραδοχή της ένστασης ιδίας κυριότητας της εναγομένης - αναιρεσίβλητης.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ` αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι ο αναιρεσείων και οι δικαιοπάροχοί του δεν άσκησαν πράξεις νομής στην επίδικη έκταση 351,40 τ.μ. και δεν απέκτησαν έτσι κυριότητα σ` αυτήν και ως προς τα παραγωγικά, με έκτακτη χρησικτησία, περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις, δηλαδή της κυριότητας επ’ αυτής (έκτασης) της αναιρεσίβλητης και των δικαιοπαρόχων της με την άσκηση εμφανών διακατοχικών πράξεων νομής, με τη βούληση να την εξουσιάζουν, συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1937 μέχρι το έτος 2005, που αυτός (αναιρεσείων) παρανόμως απέβαλε την αναιρεσίβλητη, οι οποίες αιτιολογίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 974 και 1045 Α.Κ., που εφάρμοσε, εκθέτοντας με σαφήνεια τα ως άνω περιστατικά.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ., με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν προσάπτεται η πλημμέλεια του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., της παρά το νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινών χωρίς απόδειξη, είναι αόριστος, καθόσον εκτός από την αριθμητική επίκληση της παραπάνω διατάξεως δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κανένα στοιχείο από εκείνα που ο νόμος απαιτεί για τη θεμελίωση αυτής.
Ειδικότερα, δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δέχθηκε ως αληθινά το Εφετείο χωρίς απόδειξη. Παρεκτός του ότι είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα της προβληθείσας από την εναγομένη ένστασης ιδίας κυριότητας αποκτηθείσας με έκτακτη χρησικτησία κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει,, όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι.
Έτσι, στην παραδοχή του αυτή δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο, κατά το υπόλοιπο μέρος, αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, καθόσον η αποδιδόμενη πλημμέλεια αφορά ελλείψεις αναγόμενες στην ανεπάρκεια της αιτιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος σε σχέση με την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το ακίνητο του αναιρεσείοντος έχει έκταση 3.000 τ.μ., αντί για 2.000 τ.μ.
και ότι δεν έλαβε υπόψη την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, καθώς και σε απλά επιχειρήματα προς στήριξη των απόψεων του τελευταίου "περί ουσιαστικής αποδόμησης της έκθεσης αυτής", που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.). Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά της, (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-11-2014 αίτηση του Β. Α. του Η. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 338/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2017. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ