Legislator Case Law & Legislation
180/2016 AI generated

180/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 180/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 180 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

180/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 180 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 180 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 180/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Ι. Μ. του Κ. και 2)Δ. Μ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Αυγέρη, που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Β. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/8/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 165/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 102/2014 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8/12/2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 13/11/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσίβλητος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Kατά το άρθρο 91 παρ. 1 του ν.δ.3026/54 "Περί του Κώδικος των Δικηγόρων", ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει παρά του εντολέως αυτού, πλην των δαπανών και αμοιβή για κάθε εργασία αυτού δικαστική ή εξώδικη. Κατά δε τα άρθρο 92 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα "τα της αμοιβής του δικηγόρου κανονίζονται κατά συμφωνίαν μετά του εντολέως αυτού ή του αντιπροσώπου, περιλαμβάνουσαν είτε την όλην διεξαγωγήν της δίκης είτε μέρος ή κατ’ ιδίαν πράξεις αυτής ή άλλας πάσης φύσεως νομικάς εργασίας, εν ουδεμιά όμως περιπτώσει επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των εν άρθρω 98 και επόμενα ελαχίστων ορίων αυτής".

Τέλος κατά το άρθρο 100 παρ. 1 εδ α’ του Κώδικα "το ελάχιστον όριον της αμοιβής διά την σύνταξιν κυρίας αγωγής ορίζεται εις ποσοστόν 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής, κατά δε το άρθρο 107 παρ 1 "δια την σύνταξιν προτάσεων επί της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως, ενώπιον του Πρωτοδικείου, το ελάχιστον όριον της αμοιβής του μεν Δικηγόρου του εναγομένου είναι ίσον προς το διά την σύνταξιν αγωγής, οριζόμενον εν άρθροις 100 επ....".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η αμοιβή του δικηγόρου κανονίζεται με συμφωνία αυτού και του εντολέως του, η οποία μπορεί να αφορά μία μόνο κατ’ ιδίαν πράξη ή το σύνολο των πράξεων που αφορούν συγκεκριμένη υπόθεση. Και αν δεν καταρτίστηκε συμφωνία για την αμοιβή, ο δικηγόρος δικαιούται ως αμοιβή τα ελάχιστα όρια αυτής, που ορίζονται από τα άρθρα 98 και επ.

του Κώδικα περί Δικηγόρων. Η σύμβαση μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του, με την οποία ο δεύτερος αναθέτει στον πρώτο το δικαστικό ή εξώδικο χειρισμό μιας υποθέσεώς του και αναλαμβάνει την υποχρέωση να του καταβάλει για το σύνολο των ενεργειών του ορισμένη αμοιβή, είναι καθαρά και δεν τελεί υπό την αίρεση της επιτυχούς εκβάσεως της δίκης (άρθρο 92 παρ. 3, 4 και 5 του ιδίου Κώδικα).

Περαιτέρω για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία ο δικηγόρος ζητεί την επιδίκαση της αμοιβής που συμφωνήθηκε με τον εντολέα του για δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες, συναφείς με το δικηγορικό επάγγελμα μετά την εκτέλεση τούτων, αρκεί στο δικόγραφο αυτής να μνημονεύονται: α) η συμφωνία περί εντολής και το ύψος της αμοιβής και β) η εκτέλεση της εντολής αυτής με την ενέργεια των αναγκαίων για τη διεκπεραίωση της ανατεθείσας υποθέσεως δικαστικών και εξώδικων πράξεων (ΑΠ 374/2007).

Το ύψος της αμοιβής για τον δικηγόρο του εναγομένου, επί συντάξεως και καταθέσεως προτάσεων ενώπιον του Πρωτοδικείου, ως πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά τα προαναφερόμενα, ανέρχεται σε 2% επί του αντικειμένου της δίκης εφόσον αυτό έχει χρηματική αξία. Εξ άλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία (AΠ 939/2013).

Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθ. 216 παρ. 1 στοιχ. α’ και β’ ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν’ αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου περιστατικά.

Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (oλ ΑΠ 1573/1981. ΑΠ 265/2015, 766/2014, 119/2014). Στην προκειμένη περίπτωση από την σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης αυτής προκύπτουν τα εξής: 1) Στην από 24.8.2010 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως Γ.Α. 6170/ΕΓ/161/ 24.8.2010 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εξέθεσε, ότι οι Γ.

και Μ. Μ. άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου κατά των αναιρεσειόντων και της Μ. Μ. την από 2.1.2002 αγωγή ζητώντας να υποχρεωθούν εκείνοι να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 1.200.293 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως. Η συζήτηση της αγωγής έλαβε, τελικά, χώρα στη δικάσιμο της 1.12.2006 μεταξύ των εναγόντων και των αναιρεσειόντων ως εναγομένων τόσο ατομικώς όσο και ως συγκληρονόμων της εν τω μεταξύ αποβιωσάσης συνεναγομένης τους Μ.

Μ., την κληρονομιά της οποίας ρητώς και εμπράκτως δια της αναμείξεως αποδέχθηκαν. Ότι την αντίκρουση της ανωτέρω αγωγής ανέθεσαν στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο οι εναγόμενοι. Ότι σε εκτέλεση της εντολής αυτής ο ενάγων συνέταξε και κατέθεσε τις με χρονολογία 18.10.2006 έγγραφες προτάσεις μετά προσθήκης.

Ότι στις προτάσεις παρέθεσε πίνακα της καταβλητέας, ως έξοδο άρθρου 189 ΚΠολΔ, δικηγορικής αμοιβής και ακολούθως εζήτησε την καταδίκη των εκεί εναγόντων στη δικαστική δαπάνη των εντολέων του όχι μικρότερη των 24.200 ευρώ. Ότι το δικάσαν την αγωγή Πρωτοδικείο εξέδωσε την υπ’ αρ. 135/07 απόφαση με την οποία απέρριψε την αγωγή και, κατά παραδοχή του πίνακος, καταδίκασε τους ενάγοντες να καταβάλουν στους εντολείς του 24.000 ευρώ ως δικαστική δαπάνη....Ότι οι ηττηθέντες ενάγοντες άσκησαν έφεση με την οποία ζητούσαν " να γίνει δεκτή η αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση".

Ότι κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 8.4.2008 κατέθεσε έγγραφες προτάσεις αντικρούων και πάλι την έφεση και αγωγή Μ. υποβάλλων τον και πρωτοδίκως υποβληθέντα πίνακα αμοιβής. Ότι η συζήτηση ανεβλήθη κατ’ αίτηση των εκκαλούντων για τη δικάσιμο της 10.3.2009 όταν και πάλι ανεβλήθη κατ’ αίτηση των αυτών (εκκαλούντων) για τη δικάσιμο της 16.2.2010.

Ότι και κατά τη τρίτη αυτή δικάσιμο, η συζήτηση ανεβλήθη για την 3.5.2011 λόγω αποχής των δικηγόρων Ηρακλείου. Ότι σε όλες τις ως άνω δικάσιμους παρέστη ο μεν Ι. Μ. δια, ο δε Δ. Μ. μετ’ αυτού.... Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να καταδικασθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλλουν ως αμοιβή 24.000 ευρώ για την κατάθεση προτάσεων, προς αντίκρουση της αγωγής, ενώπιον του Πρωτοδικείου Ηρακλείου και 24.000 ευρώ για την κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Εφετείου Κρήτης, προς απόκρουση της έφεσης των τότε εναγόντων κατά της 135/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Ηρακλείου.

Με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, περιόρισε ο αναιρεσίβλητος το αίτημά του, σύμφωνα με τα άρθρα 223 και 295 παρ. 1 ΚΠολΔ, στην αξίωσή του για αμοιβή 24.000 ευρώ, μόνο για τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 165/2012 απόφασή του, δικάζοντας ερήμην των εναγομένων, απέρριψε την αγωγή, ως αόριστη.

Ύστερα από έφεση που άσκησε ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος κατά της αποφάσεως αυτής, παραπονούμενος για την απόρριψη της αγωγής του ως αόριστης, το Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ορισμένη την αγωγή και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, εξέτασε στη συνέχεια την αγωγή και την δέχθηκε ως κατ’ ουσίαν βάσιμη.

Με το να κρίνει το Εφετείο την αγωγή, στην οποία εκτίθεται η εντολή που δόθηκε στον ενάγοντα (αντίκρουση της κατά των εντολέων του αναφερομένης αγωγής), η διαδικαστική πράξη στην οποία προέβη ο ενάγων σε εκτέλεση της εντολής και για την οποία ζητάει την αμοιβή (σύνταξη και κατάθεση προτάσεων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου) και το ύψος του χρηματικού αντικειμένου της δίκης, για την οποία συντάχθηκαν και κατατέθηκαν οι προτάσεις (1.200.293 ευρώ), ορισμένη, δεν παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτο, αφού δεν απαιτείτο να αναφέρεται επί πλέον στην αγωγή, αν υπήρχε μεταξύ των διαδίκων συμφωνία περί της αμοιβής, εφόσον ζητείτο το κατά τον κώδικα των δικηγόρων, κατώτατο όριο αυτής, δεν απαιτείτο να περιλαμβάνει (η αγωγή) πίνακα αμοιβών, αφού αμοιβή ζητείτο για μια και μόνο συγκεκριμένη ενέργεια ενώπιον δικαστηρίου, τα δε διηγηματικά αναφερόμενα, περί του ότι θα εισέπραττε την αμοιβή ο ενάγων από τους αντιδίκους των εναγομένων, αν τελεσιδικούσε η δίκη για την οποία είχε δοθεί η εντολή και ότι οφείλεται, πέραν της αιτουμένης, αμοιβή στον ενάγοντα και από άλλη εντολή που διεκπεραίωσε, την οποία δεν ζήτησε με την ένδικη αγωγή, δεν την καθιστούν αόριστη.

Επομένως ο μοναδικός, αληθώς από τον αριθμό 14 και όχι και από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά τις από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις του για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 παρ. 4 και 216 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι οι διατάξεις αυτές είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου, με το λόγο δε από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ελέγχονται οι παραβιάσεις μόνο διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8.12.2014, με αριθ. εκθέσεως καταθέσεως 44/10.12.2014, αίτηση των: α) Ι. Μ. του Κ. και β) Δ. Μ. του Ι. κατά του Β. Σ., περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 102/2014 αποφάσεως του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Φεβρουαρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ