Legislator Case Law & Legislation
180/2014 AI generated

180/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 180/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1&2 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρ. 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρ. 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται κατά το άρθρ. 98 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20.3.2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1361/2013).

Legislator headnote

AI generated

180/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και .../15.2.2011 αντίστοιχες εκθέσεις του ίδιου δικαστικού επιμελητή (άρθρ.122§1, 123, 128§§1 - 3, 230§2, 498§§1&2, 568 ΚΠολΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 180 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 180/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

]

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Β. του Ε., χας Δ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Δρούγκα και Νικόλαο Κοντοζαμάνη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ" (πρώην "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΑΕ") , που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούσης υπό εκκαθάριση με εκκαθαρίστρια εταιρεία την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ Α.Ε. Ανώνυμη Εταιρεία Διαχειρίσεως Ενεργητικού και Παθητικού" και δ.τ "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ Α.Ε", η οποία εδρεύουσα στην … και νόμιμα εκπροσωπούμενη, εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξουσία δικηγόρο της Αντιγόνη Κίσσα, η οποία προηγουμένως ανακάλεσε την από 28.2.2013 δήλωσή της για παράσταση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.. 2. Ι. Α., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 3.Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Στυλιανού. Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος δικηγόρος Νικόλαος Κοντοζαμάνης, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε ν' αναβληθεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε.

Ο πληρεξούσιος της επισπεύδουσας τη συζήτηση τρίτης αναιρεσίβλητης Στυλιανός Στυλιανού, αφού έλαβε το λόγο, δήλωσε ότι δεν συναινεί στο αίτημα αναβολής.

Το Δικαστήριο διασκέφθηκε με την παρουσία και της γραμματέως και απέρριψε το αίτημα της αναβολής.

Ακολούθως ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος Νικόλαος Κοντοζαμάνης δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 24 Μαρτίου 2006 αιτήσεώς του για αναίρεση της 4953/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ως προς τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Ι. Α..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Δεκεμβρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4973/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4953/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 24 Μαρτίου 2006 αίτησή της και το από 2 Ιανουαρίου 2008 δικόγραφο προσθέτου λόγου .

Εκδόθηκε η 191/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση με την από 10 Μαΐου 2010 κλήση της τρίτης των αναιρεσιβλήτων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 25 Ιανουαρίου 2009 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Χρυσικού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και του πρόσθετου λόγου.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και του προσθέτου λόγου, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν την απόρριψη των, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1&2 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρ. 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρ. 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται κατά το άρθρ. 98 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20.3.2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1361/2013).

Εξ άλλου κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226§4εδ.γ'και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (άρθρ. 575§1εδ.β' ΚΠολΔ), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Ωστόσο κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ' αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.

Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου . Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι μετά την έκδοση της με αριθμό 191/2010 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά τη δικάσιμο της 16.11.2009, αυτή επαναφέρθηκε προς συζήτηση με την από 10.5.2010 κλήση της τρίτης των αναιρεσιβλήτων, ορίστηκε δε με την υπ' αριθ. 95/5.7.2010 πράξη του Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου χρόνος προς συζήτησή της, αντί της δικασίμου 24.1.2011, που είχε αρχικά οριστεί, η δικάσιμος της 7.2.2011, κατά την οποία δεν παρέστη ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων και η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 20.2.2012, στην οποία αυτός, επίσης, δεν παρέστη και η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο της 4.3.2013, όπως προκύπτει από τα αντίστοιχα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου.

Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, όπως και πάλι προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, δεν παρέστη και τη φορά αυτή ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, μολονότι, με επίσπευση της τρίτης των αναιρεσιβλήτων, είχε νόμιμα και εμπρόθεσμα κληθεί να παραστεί στην προηγηθείσα δικάσιμο της 7.2.2011.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την τρίτη των αναιρεσιβλήτων υπ' αριθ. .../ 22.9.2010 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς … επιδόθηκε με παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου της αντίγραφο της ως άνω από 10.5.2010 κλήσης της προς το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, καθώς και της ως άνω επίσης υπ' αριθ. 95/2010 πράξης του Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου για τη δικάσιμο της 7.2.2011, ενώ μετά την αναβολή της υπόθεσης από τη δικάσιμο αυτή για τη δικάσιμο της 20.2.2012 επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από την τρίτη στον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων και αντίγραφο της κρινόμενης από 24.3.2006 αίτησης αναίρεσης και του από 2.1.2008 πρόσθετου λόγου της, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. ...

και .../15.2.2011 αντίστοιχες εκθέσεις του ίδιου δικαστικού επιμελητή (άρθρ.122§1, 123, 128§§1 - 3, 230§2, 498§§1&2, 568 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, εφόσον ο δεύτερος αναιρεσίβλητος κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά τη δικάσιμο της 7.2.2011 και η μεταφορά της υπόθεσης από τη δικάσιμο αυτή στο πινάκιο των μετ' αναβολή δικασίμων της 20.2.2012 και 4.3.2013 ισχύει ως κλήτευσή του για τις δικασίμους αυτές, πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών.

2. Κατά το άρθρ. 553§1περ.β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, δηλαδή απαιτείται η ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης (άρθρ. 321 ΚΠολΔ), κρίσιμος δε χρόνος από τον οποίο κρίνεται ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης για την άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, είναι ο χρόνος της άσκησης της αίτησης αναίρεσης με την κατάθεση του δικογράφου της στον αρμόδιο γραμματέα, όπως το άρθρ. 495§1 του ίδιου Κώδικα ορίζει (Ολ.

ΑΠ 18/2001). Επομένως η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ. ΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αμέσως τη δυνατότητα άσκησης απ' αυτόν ανακοπής ερημοδικίας κατά της ερήμην απόφασης (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513§1εδ.βπερ.β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους, Αντίθετα δηλαδή με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.

ΑΠ 11/1998? ΑΠ 662/2006), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων. Συνήθως βέβαια η άσκηση απευθείας αναίρεσης από τον ερημοδικασθέντα, δηλαδή κατά παράλειψη της ανακοπής ερημοδικίας και ενώ διαρκεί η προθεσμία της (άρθρ. 503 ΚΠολΔ), υποδηλώνει σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης απ' αυτόν ανακοπής ερημοδικίας (άρθρ.299 ΚΠολΔ), η οποία είναι επιτρεπτή και έγκυρη, εφόσον όμως ο υπογράφων το δικόγραφο της αναίρεσης έχει την ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα, που απαιτεί το άρθρ. 98περ.β ΚΠολΔ (ΑΠ 1261/2011).

Εξ άλλου ενδέχεται να μη συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις του άρθρ. 501 ΚΠολΔ για την άσκηση παραδεκτής και βάσιμης ανακοπής ερημοδικίας. Οι προϋποθέσεις όμως αυτές και γενικότερα οι προϋποθέσεις του κύρους της ανακοπής ερημοδικίας κρίνονται κυριαρχικά μόνον από το αρμόδιο γι' αυτή δικαστήριο και δεν ερευνώνται παρεμπιπτόντως από άλλο δικαστήριο, προκειμένου, σε περίπτωση έλλειψής τους, να κριθεί παραδεκτή η αναίρεση κατά της ερήμην οριστικής απόφασης που ασκήθηκε κατά παράβαση της αρχής της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων (Ολ.

ΑΠ 15/2001).

Συνεπώς και στην περίπτωση αυτή αποκλείεται η άσκηση αναίρεσης όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, έστω και αν πιθανολογείται η απόρριψή της. Μάλιστα αν παραλειφθεί η επίδοση της ερήμην απόφασης, δεν αρχίζει καν η προθεσμία άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας, οπότε αντίστοιχα δεν υπάρχει χρονικό όριο για την άσκησή της, αφού σε σχέση μ' αυτή δεν είναι θεσπισμένη - και ούτε θα όφειλε να είναι - καταχρηστική προθεσμία αντίστοιχη με την καταχρηστική προθεσμία των άρθρ. 518§2 και 564§3 ΚΠολΔ, που ισχύει για την έφεση και την αναίρεση.

Έτσι όμως η παράλειψη επίδοσης της ερήμην απόφασης εμποδίζει εξακολουθητικά την άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, με απότοκη συνέπεια την αναστολή και της καταχρηστικής προθεσμίας των τριών ετών που ισχύει για την αναίρεση και έχει ως αφετηρία τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού προϋπόθεση αυτονόητη της προθεσμίας αυτής είναι η ύπαρξη απόφασης υποκείμενης οπωσδήποτε σε αναίρεση .

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 4953/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία ερήμην του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων απέρριψε μεν την από 29.9.2003 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης, τη δέχθηκε δε κατά των λοιπών αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε ως προς αυτούς την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 4973/2003 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία ερήμην και πάλι του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων είχε απορρίψει την από 21.12.2001 ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη (αποσβεσμένη) ως προς αυτόν και την πρώτη αναιρεσίβλητη και ως μη νόμιμη ως προς την τρίτη των αναιρεσιβλήτων, ενώ ως προς τους λοιπούς έξι εναγομένους η αναιρεσείουσα παραιτήθηκε ήδη πρωτοδίκως από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής της και καταργήθηκε έτσι ως προς αυτούς η δίκη.

Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του εν μέρει την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας και αναγνώρισε ότι ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων, ως κυβερνήτης αεροπλάνου που προστήθηκε από την πρώτη αυτών για την εκτέλεση αεροπορικής πτήσης, στην οποία συμμετείχε ως επιβάτης και τραυματίσθηκε θανάσιμα από αμέλεια του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων ο σύζυγος της αναιρεσείουσας Δ.

Π., υποχρεούται νομιμοτόκως και εις ολόκληρο με την πρώτη αναιρεσίβλητη να της καταβάλουν το ποσό των 117.388,11 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που της προκάλεσαν με την αδικοπρακτική συμπεριφορά τους. Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης στον δεύτερο αναιρεσίβλητο, ώστε κατά το άρθρ. 503§1 σε συνδυασμό και με το άρθρ. 144§2 ΚΠολΔ να αρχίσει γι' αυτόν, που δικάστηκε στο Εφετείο ερήμην, η δεκαπενθήμερη προθεσμία για την άσκηση κατά της απόφασης αυτής ανακοπής ερημοδικίας.

Έτσι όμως η απόφαση αυτή υπόκειται εξακολουθητικά σε ανακοπή ερημοδικίας από τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, οπότε, κατά τα προεκτεθέντα, δεν συγχωρείται κατ' αυτής αναίρεση κατά το μέρος ειδικότερα που αφορά τον δεύτερο αναιρεσίβλητο και πρέπει συνεπώς ως προς αυτόν να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

Κατά τα λοιπά η αίτηση αυτή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει ως προς την πρώτη και την τρίτη ειδικότερα των αναιρεσιβλήτων να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). Παραδεκτά, επίσης, η αναιρεσείουσα με το από 2.1.2008 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατέθεσε αυθημερόν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, άσκησε ως προς το προσβαλλόμενο με την αίτηση αναίρεσης κεφάλαιο της εφετειακής απόφασης, που αφορά τους δυο πρώτους των αναιρεσβλήτων, πρόσθετο λόγο (άρθρ. 569§2 ΚΠολΔ), ο οποίος ως προς την πρώτη ειδικότερα των αναιρεσιβλήτων πρέπει να συνεξετασθεί με τους κύριους λόγους της αίτησης αναίρεσης.

3. Η γενική ρήτρα του άρθρ. 288 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτών κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπόμενη ειδική προστασία, λειτουργεί δε όχι μόνο ως συμπληρωματική, αλλά και ως διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων στις περιπτώσεις που εξ αιτίας ειδικών συνθηκών μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών στο συμφωνημένο μέτρο και έγιναν δυσβάστακτες για τον οφειλέτη ή το δανειστή.

Από τη ρήτρα αυτή απορρέει και η αρχή της ίσης μεταχείρισης, η οποία βρίσκει έρεισμα και στο άρθρ. 4§1 του Συντάγματος, όταν ειδικότερα η άνιση μεταχείριση δεν δημιουργείται από οικειοθελείς παροχές του οφειλέτη, αλλά απευθείας από το νόμο ή από κανονιστική διάταξη κατ' εξουσιοδότηση του νόμου . Εξ άλλου με το άρθρ. 25§1(δ) του Συντάγματος, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος με το από 6/17.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.

Η αρχή αυτή, που η νομολογία των δικαστηρίων, στο πλαίσιο του κράτους δικαίου, παγίως αναγνώριζε ως ισχύουσα και πριν ακόμη από την αναγωγή της σε ρητή συνταγματική έννοια, απαιτεί οι επιβαλλόμενοι από το νομοθέτη ή τη διοίκηση περιορισμοί στην άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων να οριοθετούνται με βάση τα εννοιολογικά στοιχεία της προσφορότητας και της αναγκαιότητας του λαμβανόμενου μέτρου και της αναλογίας του προς τον επιδιωκόμενο με αυτό σκοπό (Ολ.

ΑΠ 10/2003). Δηλαδή για να είναι σύμφωνοι με την παραπάνω αρχή της αναλογικότητας οι επιβαλλόμενοι από το νόμο περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια και συγκεκριμένα να είναι α) κατάλληλοι, δηλαδή πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, δηλαδή να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό και γ) αναλογικοί υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (Ολ.

ΑΠ 43/2005). Επομένως ως συνταγματική αρχή, που θέτει όρια στους περιοριστικούς των ατομικών δικαιωμάτων νόμους, απευθύνεται μεν κατ' αρχήν στο νομοθέτη, όμως η επίκληση της είναι αντίστοιχα δυνατή και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, στην περίπτωση προπάντων που ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς των ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, οφείλει να μην εφαρμόσει αυτόν κατά τη ρητή επιταγή του άρθρ. 93§4 του Συντάγματος, είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικά σε εφαρμογή (Ολ.

ΑΠ 6/2009). Δηλαδή άμεσος αποδέκτης της επιταγής για σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας είναι ο κοινός νομοθέτης, όταν αυτός θεσπίζει περιορισμούς των ατομικών δικαιωμάτων με βάση τη συνταγματική επιφύλαξη υπέρ του νόμου, την οποία και υλοποιεί, όχι δε και ο δικαστής, ο οποίος πάντως οφείλει να ελέγχει αν η αρχή αυτή έχει τηρηθεί και σε αρνητική περίπτωση να αρνείται την εφαρμογή του νόμου ως αντισυνταγματικού (Ολ.

ΑΠ 27/2008? ΑΠ 123/2010). Υπό την έννοια αυτή η παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας δεν ιδρύει αυτοτελή λόγο αναίρεσης , αλλά προϋποτίθεται η ύπαρξη λόγου αναίρεσης για κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προσβάλλεται ως αντισυνταγματικός, οπότε κατά το σχετικό έλεγχο θα κριθεί και η συμφωνία του με την αρχή αυτή.

Περαιτέρω κατά το άρθρ. 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού αναιρετικά ανέλεγκτα δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών.

Συνεπώς ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, η σχετική δε κρίση του, κατά μία μεν άποψη, που είναι η κρατούσα στη νομολογία, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (Ολ.

ΑΠ 8/2005? 19/2011?), κατά δε την αντίθετη άποψη η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης ελέγχεται αναιρετικά, εφόσον μ' αυτή υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, ήδη δε το όλο ζήτημα παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την υπ' αριθ. 1141/2013 απόφαση του Α2 Τμήματός του.

Σε κάθε, όμως, περίπτωση ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για τον καθορισμό του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης στοιχεία που δεν ήταν επιτρεπτό να συνεκτιμήσει ή αντιστρόφως παρέλειψε να λάβει υπόψη στοιχεία που ήταν αναγκαία για το σχηματισμό της κρίσης του.

Τέλος ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8(β) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα.

Ειδικότερα αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Συνεπώς για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει σε κάθε περίπτωση ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί αντίθετα να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ' αυτόν με επίκληση έγγραφα.

Συνακόλουθα δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ούτε η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης, ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά (ΑΠ 839/2010), για οποιονδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία. Με τον πρώτο κύριο και το μοναδικό πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο θα έπρεπε να συνεκτιμήσει ως προσδιοριστικό στοιχείο του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, που επιδίκασε σ' αυτή λόγω της ψυχικής οδύνης της από το θανάσιμο τραυματισμό του συζύγου της Δ.

Π. σε αεροπορικό ατύχημα, οφειλόμενο σε αμέλεια του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, το γεγονός ότι για το θανάσιμο τραυματισμό κατά το ίδιο αεροπορικό ατύχημα των Γ. και Ν. Κ. καταβλήθηκε εξωδίκως από την τρίτη αναιρεσίβλητη, που ασφάλιζε κατά το χρόνο του ατυχήματος την έναντι τρίτων αστική ευθύνη της πρώτης αναιρεσίβλητης, χρηματική ικανοποίηση ποσού 670.000 έως 1.500.000.000 δραχμών, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση, η οποία συγκρινόμενη με την επιδικασθείσα στην αναιρεσείουσα χρηματική ικανοποίηση των 117.388,11 ευρώ συνιστά υπέρμετρη και δυσανάλογα άνιση μεταχείριση.

Ωστόσο ναι μεν οι συνθήκες θανάτου του συζύγου της αναιρεσείουσας Δ. Π. και των Γ. και Ν. Κ. υπήρξαν κοινές, όμως κατά τα λοιπά ούτε οι προσωπικές και κοινωνικές συνθήκες τους ήταν κοινές ούτε οι αντίστοιχες συνθήκες των μελών των οικογενειών τους, οπότε ασφαλώς και δεν αποτελεί η καταβληθείσα στην οικογένεια των Γ.

και Ν. Κ. χρηματική ικανοποίηση στοιχείο που έπρεπε να συνεκτιμηθεί για τον προσδιορισμό και της επιδικασθείσας στην αναιρεσείουσα χρηματικής ικανοποίησης. Έτσι όμως ο σχετικός ισχυρισμός της είναι απρόσφορος και δεν θεμελιώνει αναιρετική πλημμέλεια η παράλειψη του Εφετείου να αναφερθεί ειδικότερα σ' αυτόν και ρητά να αξιολογήσει ως συγκριτικό έστω στοιχείο την καταβληθείσα για το θάνατο των Γ.

και Ν. Κ. χρηματική ικανοποίηση.

Συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον πρώτο κύριο και το μοναδικό πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς συνδυαστικά 8 και 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι αυτοί. Συνακόλουθα αλυσιτελές ήταν και το αίτημα που υπέβαλε η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της στο Εφετείο, ζητώντας να υποχρεωθούν οι αντίδικοί της να επιδείξουν το κατεχόμενο απ' αυτούς έγγραφο σχετικά με το ποσό της καταβληθείσας χρηματικής ικανοποίησης στην οικογένεια των Γ.

και Ν. Κ., αφού από τη διάταξη του άρθρ. 450§2 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κάθε διάδικος ή τρίτος έχει υποχρέωση να επιδείξει τα έγγραφα που κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν ως απόδειξη, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λόγος που δικαιολογεί τη μη επίδειξή τους, όπως ιδίως στις περιπτώσεις που επιτρέπεται η άρνηση της μαρτυρίας, συνάγεται, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρ. 902 ΑΚ, ότι η επίδειξη εγγράφων, που μπορεί κατά το άρθρ. 451§1 ΚΠολΔ να ζητηθεί και με τις προτάσεις και μάλιστα για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον υπόχρεος είναι διάδικος, έχει ως προϋπόθεση την ύπαρξη έννομου συμφέροντος του αιτούντος την επίδειξη, που δικαιολογείται όταν το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού των διαδίκων.

Στη συγκεκριμένη, όμως, περίπτωση το φερόμενο ως κατεχόμενο από τους αναιρεσιβλήτους έγγραφο αναφορικά με το ποσό της καταβληθείσας στην οικογένεια των Γ. και Ν. Κ. χρηματικής ικανοποίησης δεν χρησιμεύει, κατά τα προεκτεθέντα, για την υποστήριξη λυσιτελούς ισχυρισμού της αναιρεσείουσας και συνεπώς η παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει στο σχετικό αίτημά της δεν αποτελεί πλημμέλεια από τον αριθμό 9γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και είναι έτσι απορριπτέος ως αβάσιμος ο αντίστοιχος δεύτερος κύριος λόγος της αίτησης αναίρεσης.

4. Κατά το άρθρ. 1§1 του ν. 2496/1997, με την ασφαλιστική σύμβαση ο ασφαλιστής αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον αντισυμβαλλόμενο (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση).

Ειδικότερα ασφαλισμένος στη σύμβαση ασφάλισης κατά ζημιών, όπως είναι και η ασφάλιση της αστικής ευθύνης κατά το άρθρ. 25 του ως άνω νόμου, είναι αυτός που θίγεται με την επέλευση του κινδύνου και χάριν του οποίου συνάπτεται η σύμβαση ασφάλισης. Κατά κανόνα οι ιδιότητες του ασφαλισμένου και του λήπτη της ασφάλισης συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο, αν όμως αυτές δεν συμπίπτουν, η ασφάλιση συνάπτεται τότε για λογαριασμό άλλου και είναι γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου κατά την έννοια του άρθρ. 411 ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή δικαιούχος του ασφαλίσματος είναι ο ασφαλισμένος τρίτος και αυτός είναι ο μόνος που μπορεί να ζητήσει την καταβολή του ασφαλίσματος απευθείας από τον ασφαλιστή . Εξ άλλου ναι μεν η ασφάλιση της αστικής ευθύνης δεν είναι από μόνη τη φύση της και το σκοπό της γνήσια υπέρ τρίτου σύμβαση, αλλά σύμβαση που λειτουργεί μεταξύ των μερών, ο δε τρίτος που προβάλλει αξιώσεις κατά του λήπτη της ασφάλισης μόνον πλαγιαστικά μπορεί να στραφεί κατά του ασφαλιστή, ασκώντας κατ' αυτού τα αντίστοιχα δικαιώματα του ασφαλισμένου (άρθρ. 72 ΚΠολΔ), όμως σε περίπτωση που η ασφάλιση της αστικής ευθύνης προβλέπεται από το νόμο ως υποχρεωτική, ρητά ορίζει το άρθρ. 26§1 του ν. 2496/1997 ότι ο τρίτος έχει ευθεία αξίωση κατά του ασφαλιστή και μάλιστα και πέραν από το ασφαλιστικό ποσό, μέχρι το όριο για το οποίο η ασφάλιση είναι υποχρεωτική.

Ωστόσο η εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν έχει ακόμη αρχίσει, σύμφωνα με τη ρητή επιφύλαξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 5 του ως άνω άρθρ. 26 του ν. 2496/1997, αφού δεν έχουν εκδοθεί οι προβλεπόμενες στην παράγραφο αυτή αποφάσεις του Υπουργού Ανάπτυξης και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, με τις οποίες θα καθορισθούν οι υπηρεσίες ή τα νομικά πρόσωπα, που θα δέχονται τις κοινοποιήσεις των ασφαλιστών, καθώς και η διαδικασία του ελέγχου τήρησης της υποχρεωτικής ασφάλισης και οι αναγκαίες λεπτομέρειες λειτουργίας των υποχρεωτικών ασφαλίσεων της αστικής ευθύνης.

Συνεπώς στο πλαίσιο του ν. 2496/1997, που ισχύει από τις 17.11.1997, δεν απορρέει από τις συμβάσεις υποχρεωτικής ασφάλισης ευθεία αξίωση του τρίτου κατά του ασφαλιστή, εφόσον δεν εκδόθηκαν οι παραπάνω υπουργικές αποφάσεις, έστω και αν για το συγκεκριμένο είδος αστικής ευθύνης η ασφάλιση προβλεπόταν ως υποχρεωτική πριν ήδη από το ν. 2496/1997, εκτός αν με την ασφαλιστική σύμβαση ειδικά συμφωνήθηκε να λειτουργεί αυτή ως γνήσια υπέρ του τρίτου σύμβαση ή ρητά ο νόμος παρέχει στον τρίτο ευθεία αξίωση κατά του ασφαλιστή.

Υποχρεωτική πριν ήδη από το ν. 2496/1997 ήταν κατά το άρθρ. 137 του Κώδικα Αεροπορικού Δικαίου (ν. 1815/1988) η αεροπορική ασφάλιση για τις ζημίες από τη σύμβαση μεταφοράς επιβατών, πραγμάτων ή αποσκευών, ενώ με το άρθρ. 7 του Κανονισμού (EOK) 2407/23.7.1992 (L. 240) του Συμβουλίου ορίστηκε ως υποχρεωτική στον κοινοτικό χώρο η ασφάλιση του αερομεταφορέα κατά των κινδύνων αστικής ευθύνης ατυχημάτων, ιδίως όσον αφορά τους επιβάτες, τις αποσκευές, το φορτίο, το ταχυδρομείο και τους τρίτους, διευκρινίστηκε δε με το άρθρ. 3§1(β) του Κανονισμού (ΕΚ) 2027/9.10.1997 του Συμβουλίου (L. 285) ότι η παραπάνω ασφαλιστική υποχρέωση έχει την έννοια ότι ο κοινοτικός αερομεταφορέας ασφαλίζεται οπωσδήποτε μέχρι του ορίου της κατά την παράγραφο 2 ευθύνης και κατόπιν μέχρι ένα εύλογο ποσό.

Ωστόσο ούτε από τις διατάξεις αυτές ούτε από εκείνες του άρθρ. 1 του ν.δ/τος 400/1970 "περί της ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως" προκύπτει ευθεία αξίωση του τρίτου κατά του ασφαλιστή για τις ζημίες του από αερομεταφορά ούτε βέβαια μπορεί να εφαρμοστεί αναλογικά στις αερομεταφορές η διάταξη του άρθρ. 10§1 του κωδικοποιημένου με το π.δ/γμα 237/1986 ν. 489/1976, σύμφωνα με την οποία το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό της σύμβασης αυτής, με την οποία ασφαλίζεται υποχρεωτικά η αστική ευθύνη για ζημίες από αυτοκίνητο, ευθεία αξίωση κατά του ασφαλιστή για τις ζημίες αυτές, αφού πρόκειται για διαφορετικά είδη υποχρεωτικά καλυπτόμενης αστικής ευθύνης.

Επομένως εφόσον με την ένδικη αγωγή η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε μεν ότι η τρίτη αναιρεσίβλητη κάλυπτε ασφαλιστικά κατά το χρόνο του επίδικου αεροπορικού ατυχήματος την αστική ευθύνη της πρώτης αναιρεσίβλητης για ζημίες τρίτων από το ατύχημα αυτό, όχι όμως και ότι η σχετική ασφαλιστική σύμβαση των αντιδίκων της συμφωνήθηκε να λειτουργεί ως γνήσια σύμβαση υπέρ των ζημιούμενων τρίτων, ορθά το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, κρίνοντας, όπως και το Πρωτοδικείο, ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε από την ασφαλιστική σύμβαση των αντιδίκων της ευθεία αξίωση χρηματικής ικανοποίησης κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης, με συνέπεια έτσι, επικυρώνοντας κατά το κεφάλαιο αυτό την πρωτόδικη απόφαση, να απορρίψει ορθά ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη την έφεση της αναιρεσείουσας.

Συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί λόγω της ήττας της η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης και της τρίτης των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.3.2006 αίτηση και τον από 2.1.2008 πρόσθετο λόγο της Αγγελικής χήρας Δ. Π., το γένος Ε. Β., για αναίρεση της υπ' αριθ. 4953/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης και της τρίτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει για κάθε μια από αυτές σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ