Legislator Case Law & Legislation
180/2011 AI generated

180/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 180/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 180 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 180/2011

Legislator headnote

AI generated

180/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 180 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 180/2011

Keywords

AI generated
surgical complications criminal conviction of physician medical emergency contrary to medical advice refusal of medical measures medical treatment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 180 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 180/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα -----

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Β. του Π., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γασπαράκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Κ. του Ο., ατομικά και για λογαριασμό των ανήλικων τέκνων του Α. και Ο., των οποίων έχει και την γονική μέριμνα. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος Κων/νος Παπαδημητρίου δήλωσε ότι ο Α. Κ. του Γ., ενηλικιώθηκε συμπληρώνοντας το 18ο έτος της ηλικίας του και παρίσταται ατομικά. 2. Γ. συζ. Κ. Κ., 3. Κ. Κ. του Ζ., κατοίκου Καβάλας, 4.Τ. συζ. Σ. Ν., το γένος Κ. Κ. του Ζ., άπαντες οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου 5. Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΒΙΟΚΛΙΝΙΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ (μετά από τροποποίηση της επωνυμίας της εταιρίας που έφερε προηγουμένως την επωνυμία ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΓΑΛΗΝΟΣ ΑΕ) , που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της και 6. Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Νταραντάνη

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Ιουλίου 2004 αγωγή των ήδη αναιρεσεσιβλήτων (πλην των πέμπτης και έκτης) που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9962/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 368/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23 Μαρτίου 2009 αίτησή του ως και των από 12 Απριλίου 2010 προσθέτων αυτής λόγων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 24 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθ. 7108 β'/9.4.2010 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Λ. Κ. προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, που επέσπευσε τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησής του για αναίρεση της υπ' αριθ. 368/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα και στην πέμπτη των αναιρεσιβλήτων εταιρεία με την επωνυμία "ΒΙΟΚΛΙΝΙΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΕ" ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 13 την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο της 4.10.2010, κατά την οποία η ως άνω αναιρεσίβλητη κλήθηκε να παραστεί (άρθρ.122 §1, 123, 126 §1περ.δ, 128 §§1-3, 230 §2, 498 §§1&2, 568 ΚΠολΔ). Εξ άλλου από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθ. 7426 β'/4.6.2010 έκθεση του αυτού δικαστικού επιμελητή προκύπτει ότι στην πέμπτη αναιρεσίβλητη επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα αντίγραφο και του από 12.4.2010 δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης με πράξη κατάθεσής τους στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και κλήση προς την ως άνω αναιρεσίβλητη να παραστεί κατά τη συζήτηση και των πρόσθετων λόγων αναίρεσης κατά την αυτή δικάσιμο της 4.10.2010. Όμως η αναιρεσίβλητη αυτή δεν παρέστη κατά την εν λόγω δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρ. 576§2 ΚΠολΔ).

2. Κατά το άρθρ. 127 ΑΚ, όποιος έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του, δηλαδή είναι ενήλικος, είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία, κατά δε το άρθρ. 63 §1 ΚΠολΔ, όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρ. 286 ΚΠολΔ, κατά την οποία διάταξη, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρ. 573 §1 ΚΠολΔ), η διακοπή της δίκης συνεπεία μεταβολής στο πρόσωπο του διαδίκου επέρχεται μόνον αν η μεταβολή αυτή συμβεί έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συνάγεται ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο ανήλικος, που εκπροσωπήθηκε στην κατ' έφεση δίκη από τον ασκούντα τη γονική μέριμνα πατέρα του, ενηλικιώθηκε μετά την έκδοση της εφετειακής απόφασης, η αναίρεση κατά της τελευταίας ή ανάλογα το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων της πρέπει να απευθύνονται προσωπικά κατ' αυτού που ήδη ενηλικιώθηκε και όχι κατά του πατέρα του, ο οποίος δεν νομιμοποιείται πλέον παθητικά, εκτός αν ο αναιρεσείων αγνοούσε το γεγονός της ενηλικίωσής του (ΑΠ 833/2005), οπότε η αναίρεση παραδεκτά μεν θεωρείται ότι απευθύνθηκε κατά του πατέρα του, η συζήτησή της όμως, εφόσον γνωστοποιηθεί κατ' αυτή το γεγονός της ενηλικίωσης, θα είναι απαράδεκτη αν δεν κλητεύθηκε να παραστεί σ' αυτή ή δεν παρέστη αυτοβούλως ο διάδικος που ενηλικιώθηκε (πρβλ. ΟλΑΠ 27/1987? ΑΠ 146/2002). Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι ο ανήλικος στη δίκη στο Εφετείο Α. Κ., που ως εκκαλών εκπροσωπήθηκε εκεί από τον ασκούντα τη γονική μέριμνα πατέρα του Γ. Κ., ενηλικιώθηκε στις 17.10.2009 (βλ. το υπ' αριθ. …/2001 πιστοποιητικό γέννησης, που εκδόθηκε από το Δήμο Καβάλας), δηλαδή μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου στις 26.3.2009, όμως πριν από την άσκηση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, που κατατέθηκαν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 13.4.2010. Ωστόσο δεν αμφισβητείται απ' αυτόν και συνάγεται έτσι κατ' εκτίμηση απόδειξη ότι ο αναιρεσείων αγνοούσε το γεγονός της ενηλικίωσής του κατά την άσκηση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης. Επομένως δεν είναι, κατά τα προεκτεθέντα, απαράδεκτοι οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι που απευθύνθηκαν κατά του πατέρα του Α. Κ. ως νόμιμου αντιπροσώπου του στο πλαίσιο και της αναιρετικής δίκης και παραδεκτά παρίσταται και μετέχει πλέον στη συζήτηση της υπόθεσης ως αναιρεσίβλητος ατομικά ο ίδιος ο ενηλικιωθείς.

3. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 368/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού απέρριψε ως απαράδεκτη ως προς την έκτη των ήδη αναιρεσιβλήτων την από 20.4.2007 έφεση των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 9962/2007 οριστικής απόφασης του ΠολΠρΘεσσαλονίκης, δέχθηκε κατά τα λοιπά την έφεση αυτή, στρεφόμενη κατά του ήδη αναιρεσείοντος και της πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, καθώς και την επικουρική από 11.9.2007 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της έκτης των αναιρεσιβλήτων και κατά της αυτής πρωτόδικης απόφασης, την οποία, αφού εξαφάνισε, δέχθηκε ακολούθως εν μέρει τόσο την απορριφθείσα πρωτοδίκως κύρια από 1.7.2004 αγωγή των τεσσάρων πρώτων των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος και της πέμπτης αναιρεσίβλητης όσο και την απορριφθείσα επίσης πρωτοδίκως παρεμπίπτουσα από 28.9.2004 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά της προσεπικληθείσας από αυτόν στην πρωτοβάθμια δίκη και ήδη έκτης αναιρεσίβλητης και αφενός μεν επιδίκασε στους τέσσερεις πρώτους των αναιρεσιβλήτων τα εκεί αναφερόμενα ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τους, που προκλήθηκε από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, για την οποία ευθύνεται ως προστήσασα αυτόν και η πέμπτη των αναιρεσιβλήτων, αφετέρου δε αναγνώρισε την υποχρέωση της έκτης αναιρεσίβλητης να καταβάλει στον καλυπτόμενο απ' αυτή ασφαλιστικά αναιρεσείοντα το ποσό των 146.735,14 ευρώ, εφόσον προηγουμένως αυτός καταβάλει το εν λόγω ποσό στους αρχικούς ενάγοντες και ήδη τέσσερεις πρώτους των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 §1 ΚΠολΔ), όμως απαράδεκτα στρέφεται κατά της πέμπτης και της έκτης των αναιρεσιβλήτων και είναι ως προς αυτές απορριπτέα, αφού η μεν έκτη αναιρεσίβλητη δεν υπήρξε αντίδικος του αναιρεσείοντος στην προηγηθείσα διαδικασία, ενώ η πέμπτη αυτών υπήρξε ομόδικός του και όχι αντίδικός του, ώστε να νομιμοποιείται παθητικά στο πλαίσιο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η οποία άλλωστε δεν περιέχει λόγους που να τις αφορούν. Κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των επιμέρους λόγων της (άρθρ. 577 §3 ΚΠολΔ). Παραδεκτά επίσης με ιδιαίτερο δικόγραφο ο αναιρεσείων άσκησε ως προς το αυτό προσβαλλόμενο με την αίτηση αναίρεσης κεφάλαιο της εφετειακής απόφασης πρόσθετους λόγους (άρθρ. 569 §2 ΚΠολΔ), οι οποίοι πρέπει να συνεξετασθούν με τους λόγους της αίτησης αναίρεσης.

4. Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και της αρχής της ακρόασης όλων των διαδίκων (άρθρ. 110 §2 ΚΠολΔ), ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της (ΟλΑΠ 13/1995), όπως είναι και οι πραγματικοί ισχυρισμοί που απαράδεκτα (άρθρ. 224 ΚΠολΔ) εισάγουν νέα ή μεταβάλλουν υπάρχουσα αγωγική βάση, οπότε κατά κανόνα θα συντρέχει και ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 άρθρ.559 ΚΠολΔ (ΑΠ 352/1979). Η αμέλεια, όμως, ως αόριστη νομική έννοια (ΑΠ 1107/2002? ΑΠ 1167/2004), παραδεκτά συγκεκριμενοποιείται με βάση τα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν τα τελευταία δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή (ΑΠ 1065-1066/2003), η οποία συνεπώς παραδεκτά με τις προτάσεις μπορεί να συμπληρωθεί με στοιχεία αμέλειας επιπλέον όσων διαλαμβάνονται σ' αυτή, αρκεί έτσι να μην μεταβάλλεται ριζικά η έννοια της αμέλειας και να προσδίδεται σ' αυτή εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο σε σχέση με το αντίστοιχο περιεχόμενο της αγωγής. Αόριστη νομική έννοια είναι και αυτή της αιτιώδους συνάφειας, που πρέπει να υπάρχει μεταξύ συμπεριφοράς και ζημίας, ώστε να θεμελιώνεται κατά τη διάταξη του άρθρ. 914 ΑΚ αδικοπρακτική ευθύνη.

Συνεπώς για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικής αυτής διάταξης ελέγχεται αναιρετικά η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που δέχθηκε ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, αφού πρόκειται για κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας (ΑΠ 1653/2001? ΑΠ 394/2002? ΑΠ 75/2005? ΑΠ 1197/2005? ΑΠ 831/2005). Αντίθετα η κρίση ότι ορισμένη συμπεριφορά αποτέλεσε αναγκαίο όρο της ζημίας αναφέρεται σε πράγματα και είναι ανέλεγκτη αναιρετικά (ΑΠ 1652/2006). Εξ άλλου κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της ,όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 465/1988). Στη συγκεκριμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως απ' αυτή προκύπτει (άρθρ. 561 §2 ΚΠολΔ), δέχθηκε μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "Η Ά. Κ., ηλικίας 38 ετών, που ήταν σύζυγος του πρώτου ενάγοντος και μητέρα των δυο ανήλικων τέκνων τους, που εκπροσωπούνται από τον ενάγοντα πατέρα τους, θυγατέρα δε της δεύτερης και του τρίτου των εναγόντων και αδερφή της τέταρτης αυτών, στις 22.9.2001 και ενώ προ δωδεκαημέρου, στις 10.9.2001, είχε υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση αποκατάστασης ρήξης χιαστού συνδέσμου γόνατος, από τον πρώτο εναγόμενο, χειρουργό ορθοπεδικό, στην ιδιωτική κλινική της δεύτερης εναγομένης και βρισκόταν σε στάδιο μετεγχειρητικής ανάρρωσης, στην οικία της στην Καβάλα, απεβίωσε αιφνιδίως εξ αιτίας μαζικής πνευμονικής εμβολής, όπως διαπιστώθηκε κατά την ιατροδικαστική εξέταση... Η ανωτέρω θανούσα, έχοντας υποστεί το έτος 2000 κάποιο τραυματισμό στο γόνατο, ο οποίος την ταλαιπωρούσε... απευθύνθηκε στον πρώτο εναγόμενο... τον οποίο και επισκέφθηκε στις 7.9.2001 στο ιδιωτικό του ιατρείο... φέροντας μαζί της και το ατομικό βιβλιάριο υγείας της και το ατομικό της συνταγολόγιο του Ταμείου Υγείας Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων... Ο εναγόμενος, αφού την εξέτασε, έλαβε γνώση των εξετάσεων που του προσκόμισε σχετικά με το πρόβλημα του γόνατός της και διαπίστωσε ότι είχε υποστεί ρήξη πρόσθιου χιαστού, της υπέδειξε δε ως κατάλληλη μέθοδο αποκατάστασης της βλάβης την υποβολή της σε χειρουργική επέμβαση με την τεχνική της αρθροσκοπήσεως υπό γενική αναισθησία. Εκείνη δε την ημέρα προγραμματίσθηκε η επέμβαση για τις 10.9.2001... Το πρωί της 10.9.2001... έγινε η εισαγωγή της θανούσας στην κλινική της δεύτερης εναγομένης και αφού έλαβε χώρα προεγχειρητικός έλεγχος αυτής από την ιατρική ομάδα της κλινικής, συνιστάμενος σε αιματολογικές ,ακτινολογικές και καρδιολογικές εξετάσεις, υπεβλήθη το μεσημέρι της ίδιας ημέρας σε πλαστική με αυτομόσχευμα χειρουργική επέμβαση αποκατάστασης της βλάβης μετά χρήσεως αρθροσκοπίου υπό γενική αναισθησία, η διάρκεια της οποίας ήταν τουλάχιστον μια ώρα. Μετά την επέμβαση η ασθενής παρέμεινε στην κλινική νοσηλευόμενη μέχρι και τις 11.9.2001. Όπως δε προκύπτει από το προσκομιζόμενο φύλλο νοσηλείας της, κατά την παραμονή της στην κλινική, επί διήμερο μετά την επέμβαση, της χορηγήθηκε στις 10.9.2001 αντιβίωση και το αντιπηκτικό ενέσιμο FRAXIPARINE 0.3 ml, ενώ η ίδια φαρμακευτική αγωγή σημειώνεται και στις 11.9.2001... Στις 11.9.2001, το μεσημέρι, η θανούσα εξήλθε από την κλινική... και μεταφέρθηκε από τους οικείους της στην πόλη της Καβάλας, όπου ήταν η κατοικία της... Μετά την έξοδό της από την κλινική... παρέμεινε κυρίως κλινήρης... Στις 12.9.2001 έλαβε κατόπιν συνταγογράφησης από τον ιατρό του ασφαλιστικού της φορέα το αντιβιοτικό φάρμακο ZINANDOL, καθώς και δυο κουτιά του ενέσιμου αντιπηκτικού FRAXIPARINE 0,3 ml, κατόπιν της προφορικής σύστασης του πρώτου εναγομένου, ο οποίος άλλωστε την ίδια ημερήσια δόση της χορήγησε και κατά τη διήμερη νοσηλεία της στην κλινική... Την ίδια ημέρα συνταγογραφήθηκε από το γυναικολόγο του Τ.Υ.Δ.Κ.Υ. και η συνήθης αντισυλληπτική αγωγή της με Premelle Cycle 5, την οποία και συνέχισε η ανωτέρω, λαμβάνοντας ένα χάπι ημερησίως μέχρι του θανάτου της, αρχής γενομένης από τις 25.5.2001... για τη ρύθμιση του κύκλου της έμμηνης ρύσης της... Μάλιστα στο έντυπο οδηγιών, στη συσκευασία του φαρμάκου, αναφέρεται ότι ο γιατρός πιθανόν θα διακόψει τη θεραπεία οιστρογονικής υποκατάστασης τουλάχιστον τέσσερις εβδομάδες πριν από προγραμματισμένες επεμβάσεις... καθόσον άλλωστε... τα αντισυλληπτικά φάρμακα συντελούν στην αύξηση της πηκτικότητας του αίματος και η χρήση τους αποτελεί έναν από τους παράγοντες, που συνδυαζόμενοι μεταξύ τους, διαμορφώνουν τους όρους πρόκλησης κινδύνου ... φλεβικής θρομβώσεως, η οποία σε ποσοστό 1% των ασθενών οδηγεί στην εμφάνιση θρομβοεμβολικής νόσου, δηλαδή πνευμονικής εμβολής... Άλλοι δε παράγοντες που συνδέονται με τον ίδιο κίνδυνο είναι... οι χειρουργικές επεμβάσεις και κυρίως οι ορθοπεδικές, των οποίων οι ασθενείς θεωρούνται ως υψηλού κινδύνου, έτσι ώστε να θεωρείται απολύτως αναγκαία η προφύλαξη αυτών με τη χορήγηση αντιπηκτικής αγωγής και δη ηπαρίνης, που αποτελεί το φάρμακο εκλογής τόσο στην πρόληψη όσο και στη θεραπεία της φλεβικής θρόμβωσης και της πνευμονικής εμβολής. Στην προκειμένη περίπτωση αποδεικνύεται ότι ο πρώτος εναγόμενος χορήγησε στη θανούσα FRAXIPARINE 0,3 ml ημερησίως τις δυο πρώτες ημέρες της νοσηλείας της στην κλινική... και την ίδια ακριβώς δοσολογία συνέστησε και για τις τέσσερις επόμενες ημέρες και όχι δοσολογία FRAXIPARINE 0,6 ml ημερησίως για 14 ημέρες μετά την επέμβαση, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται ότι χορήγησε στη θανούσα για την προστασία της, πλην αβάσιμα... Την ίδια δοσολογία κατέγραψε κατά τη συνταγογράφηση αυτού και ο γιατρός του Τ.Τ.Δ.Κ.Υ., οπωσδήποτε λαμβάνοντας υπόψη του τις οδηγίες του εναγομένου... Μάλιστα ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι θα μπορούσε και να μην χορηγήσει στην θανούσα αντιθρομβωτική προστασία λόγω της μικρής διάρκειας της επέμβασης και της άμεσης κινητοποίησης της ασθενούς μετά την επέμβαση, αποδυναμώνοντας έτσι τον ισχυρισμό του ότι τελικώς, ενεργώντας υπερπροστατευτικά, της χορήγησε δοσολογία 0,6 ml για 14 ημέρες και ενισχύοντας την κρίση του δικαστηρίου αφενός περί της αβασιμότητας αυτού και αφετέρου περί της αναγκαιότητας χορήγησης αντιπηκτικής αγωγής για το διάστημα των δυο επόμενων εβδομάδων... κρίσιμο όσον αφορά τον ενδεχόμενο κίνδυνο πρόκλησης πνευμονικής εμβολής, μετά από ορθοπεδική χειρουργική επέμβαση, γεγονός που επιβάλλει την χορήγησή του σε κάθε περίπτωση. Εξ άλλου η διάρκεια της επέμβασης καταγράφεται στο επισυναπτόμενο χρεωστικό σημείωμα χειρουργείου από τις 10.40 έως τις 12.00... Επομένως οι ισχυρισμοί των εναγομένων ... περί μικρής διάρκειας επέμβασης, ρουτίνας δηλαδή, η οποία δεν συγκαταλέγεται σ' εκείνες οι οποίες επιβάλουν τη διακοπή του αντισυλληπτικού... λόγω και της άμεσης κινητοποίησης της ασθενούς στο μετεγχειρητικό στάδιο, δεν ευσταθούν, αφού πρόκειται για κανονική ορθοπεδική επέμβαση υπό ολική αναισθησία... και συγκαταλεγόμενη στις χαρακτηριζόμενες ως υψηλού κινδύνου για εμφάνιση φλεβοθρομβώσεως και πνευμονικής εμβολής... Οι πιθανότητες δε επέλευσης των ανωτέρω κινδύνων προσαυξάνονται λόγω της μη διακοπής για ικανό χρονικό διάστημα (τουλάχιστον 4 εβδομάδων) πριν από την επέμβαση της ανωτέρω αντισυλληπτικής αγωγής και οπωσδήποτε και για όσο διάστημα η ασθενής δεν θα μπορεί να κινητοποιείται λόγω της επέμβασης κανονικά, λαμβάνοντας για το λόγο αυτό την επιβεβλημένη για την προστασία της αντιπηκτική αγωγή, ακόμη και αν δεν λάμβανε αντισύλληψη. Είναι δε αναμφισβήτητο ότι ... η θανούσα ουδέποτε μέχρι του θανάτου της διέκοψε τη λήψη του ανωτέρω αντισυλληπτικού φαρμάκου... προφανώς αγνοώντας τους ως άνω κινδύνους, τους οποίους δεν της εξέθεσε ο εναγόμενος ιατρός της, ούτε της επισήμαναν οι ιατροί της κλινικής της δεύτερης εναγομένης, οι οποίοι προέβησαν στον προεγχειρητικό έλεγχο αυτής, οφείλοντας στα πλαίσια αυτού τόσο ο πρώτος όσο και οι τελευταίοι να ενημερωθούν, όπως είχαν υποχρέωση, και για την τυχόν λήψη από την ασθενή αντισυλληπτικών, υποβάλλοντας σ' αυτή συγκεκριμένη ερώτηση... Το γεγονός της υποχρέωσης εκ μέρους των ιατρών... λήψεως του ιστορικού του ασθενούς στα πλαίσια προεγχειρητικού ελέγχου... δεν αμφισβητείται από τους εναγομένους, οι οποίοι ισχυρίσθηκαν ότι ακριβώς για το λόγο αυτό οι ιατροί της δεύτερης εναγομένης ζήτησαν από τη θανούσα να τους αναφέρει... αν λάμβανε κάποιο φάρμακο το διάστημα εκείνο και η τελευταία απάντησε αρνητικά, οπότε ολοκληρώθηκε ο προεγχειρητικός έλεγχος... και ενημερώθηκε ο πρώτος εναγόμενος ότι η εγχείρηση μπορεί να προχωρήσει με ασφάλεια. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποδεικνύονται από κανένα αποδεικτικό μέσο και είναι ως εκ τούτου απορριπτέοι, καθόσον... η θανούσα δεν είχε κανένα λόγο να αποκρύψει... το γεγονός ότι το διάστημα εκείνο λάμβανε το προαναφερθέν αντισυλληπτικό χάπι, καθώς και Tabl Τ4 (για τον υπερθηρεοειδισμό από τον οποίο έπασχε), που άλλωστε ήταν και τα μόνα χάπια που λάμβανε με συνταγή μάλιστα των ιατρών της, καταχωρημένη στο ατομικό της συνταγολόγιο, το οποίο... έφερε μαζί της ... τόσο κατά την επίσκεψή της στο ιατρείο του πρώτου εναγομένου όσο και κατά την είσοδό της στην κλινική... ενώ και στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια της διήμερης νοσηλείας της στην κλινική, μετά την επέμβαση, εξακολουθούσε να λαμβάνει το αντισυλληπτικό της χάπι, το οποίο είχε τοποθετημένο πάνω στο κομοδίνο της... Και οι δυο εναγόμενοι υποστηρίζουν πως στις επεμβάσεις του συγκεκριμένου είδους η λήψη αντισυλληπτικών δεν συνιστά αντένδειξη για τη διενέργεια της συγκεκριμένης επέμβασης, αλλά απλώς σε μια τέτοια περίπτωση επιβάλλεται η χορήγηση αντιθρομβωτικής αγωγής, η οποία και χορηγήθηκε στη θανούσα ως εκ περισσού, κατ' εντολή του πρώτου απ' αυτούς, παρά την ανυπαίτια, όπως διατείνεται, άγνοια αυτού ότι η ασθενής λάμβανε αντισυλληπτικά... έτσι συνάγεται... είτε ότι δεν θεωρήθηκε αναγκαίος ο έλεγχος και η διαπίστωση της λήψης τυχόν από τη θανούσα στον κρίσιμο χρόνο αντισυλληπτικών (αφού αυτό. όπως διατείνονται, δεν συνιστά αντένδειξη για μια επέμβαση αυτού του είδους) είτε ότι ο πρώτος εναγόμενος γνώριζε, καθόσον ενημερώθηκε σχετικά από τη θανούσα, ότι ελάμβανε αντισυλληπτική αγωγή και αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο έκρινε αυτός ότι επιβαλλόταν για την προστασία της και της χορήγησε αντιθρομβωτική θεραπεία. Πλην αποδεικνύεται ότι δεν ήταν επαρκής, δεδομένου και του ότι η θανούσα συνέχισε χωρίς διακοπή μέχρι του θανάτου της τη λήψη του ανωτέρου αντισυλληπτικού, αφού τίποτα αντίθετο δεν της επισημάνθηκε από τον εναγόμενο, ώστε να αποτρέψει τον κίνδυνο εμφάνισης φλεβοθρομβώσεως και της εξ αυτής προκληθείσας μαζικής πνευμονικής εμβολής, η οποία, επέφερε, ως μόνη ενεργός αιτία, το θάνατό της. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω το Δικαστήριο άγεται στη κρίση ότι ο θάνατος της ανωτέρω οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια, κυρίως του πρώτου εναγομένου-χειρουργού, αλλά και της ιατρικής ομάδας, που έθεσε στη διάθεσή του για τη διενέργεια του προεγχειρητικού ελέγχου η δεύτερη εναγομένη, στην κλινική της οποίας, με το βοηθητικό προσωπικό και τον εξοπλισμό της, εκτέλεσε την επέμβαση που ανέλαβε έναντι της θανούσας ο πρώτος, καθόσον το επελθόν αυτό αποτέλεσμα συνδέεται άμεσα αιτιωδώς με τις προαναφερθείσες διαδοχικές παραλείψεις των ανωτέρω... οι οποίοι όφειλαν ως ιατροί κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις, με βάση τους κανόνες και πρότυπα της ιατρικής επιστήμης, αλλά και την κοινή πείρα και την λογική και σε κάθε περίπτωση είχαν τη δυνατότητα, με βάση τις ατομικές τους ιδιότητες, ικανότητες, γνώσεις και λοιπές προσωπικές καταστάσεις, τις σχετιζόμενες ιδίως με το επάγγελμα και την υπηρεσία τους ως ιατρών, να προβλέψουν και να αποτρέψουν το ανωτέρω αποτέλεσμα. Ειδικότερα παρέλειψαν υπαιτίως κατά τα ανωτέρω, οι μεν αποτελούντες την ιατρική ομάδα της δεύτερης εναγομένης, στους οποίους ανατέθηκε ο προεγχειρητικός έλεγχος της θανούσας, είτε γιατί δεν φρόντισαν, όπως όφειλαν να ενημερωθούν απ' αυτή, είτε γιατί αν και ενημερώθηκαν για το γεγονός της λήψης από την τελευταία, από τετραμήνου, αντισυλληπτικού, δεν θεώρησαν, σε συνεργασία με τον πρώτο εναγόμενο και δεν κατέγραψαν ότι εξ αυτού του λόγου αντενδεικνυόταν η άμεση διενέργεια της επέμβασης ως ενέχουσα σφόδρα πιθανό κίνδυνο εμφάνισης φλεβοθρομβώσεως και εντεύθεν πνευμονικής εμβολής, είτε κατά την εκτέλεση αυτής είτε και κατά το μετεγχειρητικό στάδιο αυτής. Ο δε πρώτος εναγόμενος, ως υπεύθυνος ιατρός χειρουργός τόσο για τη διενέργεια ασφαλούς και έγκυρου προεγχειρητικού ελέγχου όσο και για την παροχή της κατάλληλης μετεγχειρητικής αγωγής και ευρισκόμενος σε σχέση χαλαρής, έστω, εξάρτησης με την δεύτερη εναγομένη (προστήσασα), παρά το γεγονός ότι ενημερώθηκε από τη θανούσα για τη λήψη απ' αυτή των αντισυλληπτικών χαπιών στον κρίσιμο χρόνο και σε κάθε περίπτωση όφειλε και μπορούσε να ενημερωθεί σχετικά είτε από την ίδια είτε από την ιατρική ομάδα της δεύτερης που ήταν επιφορτισμένη με τον προεγχειρητικό έλεγχο αυτής, στον οποίο, εκτός άλλων εξετάσεων, περιλαμβανόταν και η ενημέρωση για τυχόν λήψη από την ασθενή φαρμάκων που επέβαλαν την αναβολή της επέμβασης και την προηγούμενη διακοπή του αντισυλληπτικού, εντούτοις προέβη τελικώς στην άμεση επέμβαση στη θανούσα, η οποία σε καμία περίπτωση δεν είχε επείγοντα χαρακτήρα και δεν επέβαλε στη θανούσα τη διακοπή των αντισυλληπτικών ούτε και μετά την επέμβαση και παρά το γεγονός ότι γνώριζε πως αυτά εξουδετερώνουν τη δράση της αντιπηκτικής αγωγής χορήγησε την τελευταία σε ανεπαρκή για τις περιστάσεις και τις συνθήκες δοσολογία και διάρκεια (0,3 ml ημερησίως για τέσσερις ημέρες, αντί 0,6 ml για 14 τουλάχιστον ημέρες), χωρίς να προβλέψει, όπως όφειλε ως ιατρός με βάση τις όλες περιστάσεις και σύμφωνα με τους κοινώς παραδεδεγμένους κανόνες της ιατρικής και μπορούσε λόγω των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του, το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου της ασθενούς από μαζική πνευμονική εμβολή, το οποίο διαφορετικά θα είχε αποφευχθεί, καθόσον σ' αυτό δεν προκύπτει ότι συνετέλεσαν άλλοι, εκτός των ανωτέρω, παράγοντες. Η ίδια δε η θανούσα δεν όφειλε αντικειμενικά ούτε μπορούσε υποκειμενικά να γνωρίζει και να προβλέψει τους κινδύνους που αντιμετώπιζε, ώστε να αποφευχθεί το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου της από την αιτία αυτή, αφού οι κίνδυνοι αυτοί όχι μόνο δεν της επισημάνθηκαν, αλλά αντιθέτως δεν θεωρήθηκαν ως ενδεχόμενοι και άξιοι επισήμανσης από τον πρώτο εναγόμενο, υπό τις οδηγίες του οποίου τελούσε κατά το μετεγχειρητικό στάδιο, ενώ άλλωστε τις ίδιες οδηγίες ακολούθησε και ο ιατρός της Καβάλας που συνταγογράφησε την αντιπηκτική αγωγή... ο οποίος με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής δεν είχε λόγο να αυθαιρετήσει χορηγώντας διαφορετική αγωγή κατά τα προεκτεθέντα...". Σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου, με βάση τις οποίες αυτό δέχθηκε τελικά κατ' ουσίαν της έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος, η αμέλεια του αναιρεσείοντος για τον επισυμβάντα στις 22.9.2001 θάνατο της Ά. Κ., που χειρουργήθηκε απ' αυτόν στις 10.9.2001, συνίσταται στο γεγονός ότι αυτός, μολονότι γνώριζε και σε κάθε περίπτωση όφειλε ως ιατρός και μπορούσε να γνωρίζει ότι αυτή κατά το προηγούμενο της εγχείρησης χρονικό διάστημα λάμβανε καθημερνά το αντισυλληπτικό σκεύασμα Premelle Cycle 5, που αύξανε σημαντικά τον εγγενή με το είδος της ορθοπεδικής εγχείρησης, στην οποία υποβλήθηκε, κίνδυνο πνευμονικής εμβολής λόγω φλεβοθρόμβωσης, δεν ανέβαλε, όπως έπρεπε, την εγχείρησή της και ούτε την κάλυψε με την ενδεδειγμένη αντιπηκτική αγωγή, αλλά χορήγησε σ' αυτή το ενέσιμο αντιπηκτικό FRAXIPARINE 0,3 ml για έξι μόνο ημέρες μετά την εγχείρηση, ενώ κατάλληλο ήταν το FRAXIPARINE 0,6 ml για 14 τουλάχιστον ημέρες, εφόσον μάλιστα η Ά. Κ. συνέχιζε τη λήψη του αντισυλληπτικού σκευάσματος, χωρίς την οποιαδήποτε ενημέρωση για τους κινδύνους από τη χρήση του, στην οποία έπρεπε να προβεί ο αναιρεσείων, που γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει τη χρήση απ' αυτή του αντισυλληπτικού σκευάσματος και θα έπρεπε να την έχει απαγορεύσει, με αποτέλεσμα, το οποίο δεν πρόβλεψε και το οποίο διαφορετικά θα είχε αποφευχθεί, αφού βρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με τις πράξεις ή παραλείψεις του, το θάνατό της λόγω μαζικής πνευμονικής εμβολής εξαιτίας φλεβοθρόμβωσης. Το Εφετείο δηλαδή δέχθηκε ότι η εγχείρηση, στην οποία υποβλήθηκε η Ά. Κ., ήταν αφεαυτής υψηλού κινδύνου και απαιτούσε οπωσδήποτε την κάλυψή της με αντιπηκτική αγωγή, πολύ περισσότερο που η εγχειρισθείσα λάμβανε αντισυλληπτικά χάπια, τα οποία θα έπρεπε να έχει διακόψει πριν από 4 τουλάχιστον εβδομάδες. Ο συνδυασμός των παραγόντων αυτών (εγχείρηση υψηλού κινδύνου με ταυτόχρονη λήψη αντισυλληπτικού σκευάσματος) ήταν από μόνος του αρκετός, κατά τα εκτιθέμενα στην απόφαση, για την πρόκληση του θανάτου της Ά. Κ. από μαζική πνευμονική εμβολή και συνεπώς θα συνέβαινε πιθανότατα ακόμη και αν αυτή δεν συνέχιζε και μετά την εγχείρηση τη χρήση του αντισυλληπτικού σκευάσματος, οπωσδήποτε όμως η συνέχιση της χρήσης του απέκλεισε κάθε άλλη εξέλιξη και κατέστησε βέβαιο πλέον και αναπόφευκτο το θάνατό της. Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και με το πρώτο σκέλος του πρώτου των πρόσθετων λόγων του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο έλαβε υπόψη της για τη στήριξη της υποτιθέμενης αμέλειάς του πράγματα που δεν προτάθηκαν και τα οποία συνιστούν ανεπίτρεπτη συμπλήρωση της ένδικης αγωγής, αφού αν και με την αγωγή η αμέλειά του εντοπίζεται στο στάδιο που προηγήθηκε της εγχείρησης, στην οποία υπέβαλε την μετέπειτα θανούσα Ά. Κ., ωστόσο απαράδεκτα με την εφετειακή απόφαση η αμέλειά του επεκτείνεται και στο μετεγχειρητικό στάδιο με τη μορφή της παράλειψής του να απαγορεύσει στην Ά. Κ. να κάνει χρήση και κατά το στάδιο αυτό του αντισυλληπτικού σκευάσματος που εξακολουθητικά ήδη πριν από την εγχείρηση λάμβανε. Κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, που παραδεκτά επισκοπείται, η λήψη αντισυλληπτικών φαρμάκων αποτελούσε για την Ά. Κ. " επιβαρυντικό παράγοντα για τη δημιουργία φλεβικών ή αρτηριακών θρομβώσεων ή εμβολών, για τον οποίο ο εναγόμενος ιατρός και οι λοιποί ιατροί της δεύτερης εναγομένης όφειλαν να γνωρίζουν από τη λήψη ενός λεπτομερούς ιστορικού, ως ειδικοί... και ως εκ τούτου θα έπρεπε να αναβάλουν την επέμβαση για μεταγενέστερο χρόνο... Ο εναγόμενος ιατρός, αλλά και οι ιατροί της δεύτερης εναγομένης... θα έπρεπε να ρωτήσουν την Ά. Κ., κατά τη λήψη του ιατρικού ιστορικού, προκειμένου να την υποβάλουν σε επέμβαση αποκατάστασης των συνδέσμων στο γόνατο, εάν λάμβανε αντισυλληπτικά φάρμακα... Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε τη λήψη απ' αυτή αντισυλληπτικών, χωρίς να διευκρινίζει εάν τη ρώτησε για τη χρήση αντισυλληπτικών φαρμάκων, τι απάντησε, εάν συμφωνούσε για τους κινδύνους... δεν την ενημέρωσε ότι η λήψη αντισυλληπτικών καθιστούσε απαγορευτική τη διενέργεια χειρουργικής επέμβασης, με αποτέλεσμα όχι μόνο ο ίδιος να διενεργήσει χειρουργική επέμβαση παρά τη λήψη αντισυλληπτικών φαρμάκων, ενώ έπρεπε να απέχει, αλλά έφθασε στο σημείο η συγγενής μας να συνεχίζει να λαμβάνει τα αντισυλληπτικά μέχρι το χρόνο του θανάτου της ανυποψίαστη για τον κίνδυνο που αντιμετώπιζε... Ο εναγόμενος αμέσως μετά την επέμβαση και για όσο χρόνο παρέμεινε η συγγενής μας νοσηλευόμενη εντός της κλινικής... της χορήγησε αντιπηκτική αγωγή... FRAXIPARINE 0,3 Β+1, η οποία αποτελεί χαμηλού μοριακού βάρους ηπαρίνη. Όμως οι χαμηλού μοριακού βάρους ηπαρίνες είναι ένα μέτρο στην προφύλαξη, το οποίο δεν είναι απόλυτα ασφαλές, ούτε εγγυάται τη μη ανάπτυξη θρόμβων... πολύ δε περισσότερο που η συγγενής μας ανήκε στα άτομα υψηλού κινδύνου εξ αιτίας των αντισυλληπτικών...". Όπως είναι φανερό, με τις τελευταίες αυτές αιτιάσεις κατά του αναιρεσείοντος, που περιέχονται στην αγωγή και αφορούν στην ανεπίτρεπτη εξακολουθητική χρήση αντισυλληπτικών από την Ά. Κ. και στην ακαταλληλότητα της χορηγηθείσας σ' αυτή αντιπηκτικής αγωγής, η αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα αμέλεια επεκτείνεται και σε αντίστοιχες παραλείψεις του κατά το στάδιο το μετά την εγχείρηση της Ά. Κ., σε κάθε δε περίπτωση η αμέλεια, ως αόριστη νομική έννοια, παραδεκτά, κατά τα προεκτεθέντα, συγκεκριμενοποιείται με βάση και περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν αυτά δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή , αρκεί, όπως στην προκειμένη περίπτωση, να μη μεταβάλλεται ριζικά η έννοια της αμέλειας και να προσδίδεται σ' αυτή εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο σε σχέση με το αντίστοιχο περιεχόμενο της αγωγής.

Συνεπώς είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και ο πρώτος των πρόσθετων λόγων της κατά το πρώτο σκέλος του, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Εξ άλλου με όσα παραπάνω διέλαβε το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 914 και 932 ΑΚ και ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών της αμέλειας και της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ συμπεριφοράς και ζημίας, αφενός μεν θεμελίωσε την αμέλεια του αναιρεσείοντος για τον επισυμβάντα θάνατο της Ά. Κ., που αυτός προηγουμένως χειρούργησε, αφετέρου δε δικαιολόγησε την ύπαρξη πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του αποτελέσματος αυτού και των παράνομων πράξεων ή παραλείψεών του, τόσο κατά το προεγχειρητικό όσο και κατά το μετεγχειρητικό στάδιο της θανούσας. Αντίθετα δηλαδή με όσα ο αναιρεσείων υποστηρίζει με το δεύτερο και τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και με το δεύτερο των πρόσθετων λόγων του, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αρκούν για να χαρακτηρίσουν ως αμελή τη συμπεριφορά του και να τη συνδέσουν αιτιωδώς με το θάνατο της Ά. Κ., στον οποίο ήταν ικανή να συμβάλει και η έλλειψη ενημέρωσής της απ' αυτόν για τους κινδύνους από τη συνεχιζόμενη εκ μέρους της χρήση αντισυλληπτικού σκευάσματος, ενώ η χορήγηση του σκευάσματος αυτού κατά το μετεγχειρητικό στάδιο από τρίτο ιατρό (γυναικολόγο) και όχι από τον αναιρεσείοντα δεν είναι κρίσιμη και δεν διέκοψε τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του και του θανάτου της Ά. Κ., αφού αυτός, ως ο θεράπων ιατρός της, όφειλε πρωταρχικά και μπορούσε κατά το μετεγχειρητικό στάδιό της να την προφύλασσε με τις κατάλληλες οδηγίες και αντιπηκτική αγωγή, την οποία, όπως ανέλεγτα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (σ.13, 17, 28), με δική του οδηγία και όχι αυθαίρετα συνταγογράφησε στις 12.9.2001 ο ιατρός του ασφαλιστικού της φορέα. Αντίθετα επίσης με όσα ο αναιρεσείων υποστηρίζει με το δεύτερο σκέλος του πρώτου πρόσθετου λόγου στην αίτηση αναίρεσης, η προσβαλλόμενη απόφαση ρητά δέχεται (σ.26) ότι εκτός από τους ιατρούς της συνεναγόμενης με τον αναιρεσείοντα κλινικής, που διενήργησαν στην Ά. Κ. προεγχειρητικό έλεγχο, υπεύθυνος για τη διενέργεια ασφαλούς και έγκυρου προεγχειρητικού ελέγχου ήταν και ο ίδιος ο αναιρεσείων. Επομένως οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης, κύριοι και πρόσθετοι, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, είναι στο σύνολό τους αβάσιμοι και απορριπτέοι. Συνακόλουθα πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα των τεσσάρων πρώτων των αναιρεσιβλήτων, καθώς και της έκτης αυτών, που παρέστησαν στη συζήτηση της υπόθεσης και υπέβαλαν το σχετικό νόμιμο αίτημα (άρθρ. 176, 183, 189 §1, 191 §2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23.3.2009 αίτηση και τους από 12.4.2010 πρόσθετους λόγους του Κ. Β. του Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 368/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να πληρώσει για δικαστικά έξοδα, συνολικά μεν στους τέσσερεις πρώτους των αναιρεσιβλήτων το ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ, το αυτό δε ποσό ατομικά και στην έκτη αναιρεσίβλητη.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ