180/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/2/2003 αίτηση της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 13/10/2004 ανταίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Ναυπλίου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκε η υπ' αριθμό 30/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 13/5/2005 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated180/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 εδ. β' του ίδιου νόμου, όποιος δεν κλητεύτηκε ή δεν έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης δικαιούται να ασκήσει με αίτηση την αξίωση του για καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημίωσης κατά το άρθρο 21 του παρόντος νόμου, μέσα σε πέντε έτη από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και σε περίπτωση που αποδεδειγμένα έλαβε γνώση μέσα σε έξι μήνες από τότε που αυτός έλαβε γνώση.
Full text
Απόφαση 180 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 180/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, ΠΕΧΩΔΕ και τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Πελοποννήσου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους που ανακάλεσε την από 13/11/2008 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε αυτοπροσώπως και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Σφηκάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/2/2003 αίτηση της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 13/10/2004 ανταίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Ναυπλίου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκε η υπ' αριθμό 30/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 13/5/2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης, ανέγνωσε την από 29/10/2007 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Aντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Πετράκη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Για το παραδεκτό της ένδικης αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου προσκομίζεται κεκυρωμένο αντίγραφο της 1074/2005 θετικής γνωμοδότησης του .αρμόδιου τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτουςγια το παραδεκτό και το βάσιμο αυτής και του λόγου της, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν. 2298/1995, όπως αυτό ισχύει.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α), η οποία είναι ίδια με την διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του προϊσχύσαντος Ν.Δ 797/1971, που καταργήθηκε, η αναγκαστική απαλλοτρίωση συντελείται με την καταβολή στον δικαστικώς αναγνωρισθέντα ή στον αληθινό δικαιούχο της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε προσωρινά ή οριστικά, κατά τον παρόντα νόμο, ή με τη δημοσίευση στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως γνωστοποίησης ότι η αποζημίωση κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, κατά το επόμενο άρθρο 8.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 εδ. β' του ίδιου νόμου, όποιος δεν κλητεύτηκε ή δεν έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης δικαιούται να ασκήσει με αίτηση την αξίωση του για καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημίωσης κατά το άρθρο 21 του παρόντος νόμου, μέσα σε πέντε έτη από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και σε περίπτωση που αποδεδειγμένα έλαβε γνώση μέσα σε έξι μήνες από τότε που αυτός έλαβε γνώση.
Τέλος κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 29 παρ. 3 του ίδιου νόμου, οι διατάξεις περί παραγραφής και προθεσμιών του παρόντος εφαρμόζονται και επί απαλλοτριώσεων που κηρύχτηκαν από 1ης Φεβρουαρίου 1971 και εφεξής, εφόσον οι σχετικές αξιώσεις έχουν γεννηθεί αλλά δεν έχουν παραγραφεί κατά την έναρξη ισχύος αυτού.
Εάν ο χρόνος της παραγραφής και των προθεσμιών που ορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος είναι βραχύτερος εκείνου που ορίζεται από τις παλαιές διατάξεις, τότε από την έναρξη ισχύος του παρόντος ισχύει ο βραχύτερος και αρχίζει από αυτήν. Εάν ο χρόνος της παραγραφής και των προθεσμιών με βάση τις παλαιές διατάξεις συμπληρώνεται νωρίτερα από τον βραχύτερο χρόνο που ορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος, η παραγραφή ή προθεσμία συμπληρώνεται με την πάροδο του χρόνου που ορίζεται από τις παλαιέςδιατάξεις.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι οι περί παραγραφής και προθεσμιών διατάξεις του Ν. 2882/2001 ενόψει του ότι από τοπροϊσχύσαν Ν.Δ. 797/1971 δεν προβλεπόταν προθεσμία άσκησης της αίτησης για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης εφαρμόζονται και για τις απαλλοτριώσεις που έχουν κηρυχθεί από 1-2-1971 και εφεξής ο δε χρόνοςέναρξης είναι εκείνος που ορίζεται από τις νέες διατάξεις και στην προκειμένη περίπτωση, που, δεν προβλεπόταν τέτοια προθεσμία και επομένως δεν μπορεί να γίνει λόγος για βραχύτερο ή μακρύτερο χρόνο από της ισχύος του Ν. 2882/2001, δηλαδή από 7-5-2001.
Για τους ίδιους λόγους ο βραχύτερος χρόνος των έξι μηνών από τη γνώση αρχίζει και αυτός από της ισχύος του Ν. 2882/2001, ενώ η γνώση αναφέρεται στον καθορισμό της αποζημίωσης και όχιστη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, αφού η τελευταία θεωρείται ότι έχει γίνει με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της γνωστοποίησης της κατάθεσης της αποζημίωσης.
Σύμφωνα με αυτά για απαλλοτριώσεις που έχουν κηρυχθεί μετά την 1-2-1971 και η συντέλεση έλαβε χώρα πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 2882/2001 προθεσμία για την άσκηση της αξίωσης για τονκαθορισμό μεγαλύτερης αποζημίωσης, εκείνου που δεν έλαβε μέρος ούτε κλήθηκε στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης είναι πενταετής και αρχίζει από 7-5-2001 και στην περίπτωση, που αποδεικνύεται ότι έχει λάβειγνώση, είναι εξάμηνη και αρχίζει πάλι από 7-5-2001, εκτός αν η γνώση ανάβεται σε χρόνο, μετά τη χρονολογία αυτή, οπότε αρχίζει από τη γνώση.
Τέλος από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 9 παρ 4 εδ. β' του Ν. 2882/2001 προκύπτει ότι η θεσπιθείσα βραχυχρόνια παραγραφή του εξαμήνου με αφετηρία αναγκαίως την γνώση του ενδιαφερομένου, επιβλήθηκε από λόγους δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλει την άρση της αβεβαιότητας και την εντός ευλόγου χρόνου εκκαθάριση των δημιουργούμενων από την αναγκαστική απαλλοτρίωση σχέσεων.
Ο σκοπός αυτός δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος, που προστατεύει την ιδιοκτησία, ούτε του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που προστατεύει την περιουσία, ούτε του άρθρου 6 παρ. 1 της ίδιας Σύμβασης που διασφαλίζει το δικαίωμα στην πρόσβαση και απονομή της δικαιοσύνης (Ολ.ΑΠ 17/2006), στις οποίες δεν αντίκειται ούτε οι ως άνω μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 29 παρ. 3 του ΚΑΑΑ.
Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ αρίθμ. 31/1992 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης ακινήτων της αναιρεσίβλητης που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για την βελτίωση της Εθνικής οδού ......-...... και διάνοιξη της Νέας Σιδηροδρομικής Γραμμής ΟΣΕ για δημόσια ωφέλεια υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.
Η αποζημίωση αυτή κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, για την παρακατάθεση δε αυτή εκδόθηκε το με αριθ. ...... γραμμάτιο παρακατάθεσης και δημοσιεύτηκε στο με αριθ. 81/9-21993 ΦΕΚ .Με την 22/1994 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των ανωτέρω απαλλοτριωθέντων, η οποία κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, για τη παρακατάθεση δε αυτή εκδόθηκε το ......
γραμμάτιο και στη συνέχεια έγινε η δημοσίευσή της στο 1252/30-11-1994 ΦΕΚ. Περαιτέρω, με την υπ' αρίθμ. 82/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου η αναιρεσίβλητη αναγνωρίστηκε δικαιούχος της ως άνω αποζημιώσεως, την οποία και εισέπραξε. Στις εν λόγω δίκες η αναιρεσίβλητη δεν συμμετείχε ούτε κλήθηκε, διότι στον Κ.Π δεν αναμενόταν ως εικαζόμενη ιδιοκτήτρια ακινήτων.
Για το λόγο αυτό με την από 28-2-2003 αίτηση της ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου ζήτησε απ' ευθείας τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης καθώς και ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων της. Το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ανταίτηση και πρότεινε την απόρριψη της αίτησης ως απαράδεκτης, λόγω παραγραφής της σχετικής αξιώσεως, διότι, ενώ έλαβε γνώση του καθορισμού της αποζημιώσεως τουλάχιστον από την 14-12-1998, οπότε εισέπραξε την αποζημίωση, της οποίας είχε αναγνωρίσει δικαιούχος, από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, άσκησε την ως άνω αίτηση της για τον καθορισμό απευθείας στο Εφετείο την 3-4-2003.
Το Εφετείο, όμως, απέρριψε την ένσταση αυτή ως μη νόμιμη, με την παραδοχή ότι η αξίωση της αναιρεσίβλητης δεν υπόκειται στην ως άνω εξάμηνη προθεσμία. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, μετά από εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο κι έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, κατά τον βάσιμο, κατ' ορθή εκτίμηση από τη διάταξη αυτή, μοναδικό λόγο της αναίρεσης.
Κατόπιν αυτού πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστηριακού οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 30/2005 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο Ναυπλίου, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ