Legislator Case Law & Legislation
180/2008 AI generated

180/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 180/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/12/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 101/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 30/2004 του Ειρηνοδικείου Αθηνών και 7422/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/6/2006 αίτησή του και τους από 10/7/2007 πρόσθετους λόγους.

Legislator headnote

AI generated

180/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από το άρθρο 560 του ΚΠολΔ, το οποίο καθορίζει περιοριστικά τους λόγους αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πολυμελών πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, προκύπτει ότι στους λόγους αναίρεσης δεν περιέχονται λόγοι αντίστοιχοι προς τους αριθμούς 11, 12, 13 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 180 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 180/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σοφιανόπουλο. Του αναιρεσίβλητου: Ψ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/12/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 101/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 30/2004 του Ειρηνοδικείου Αθηνών και 7422/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/6/2006 αίτησή του και τους από 10/7/2007 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 2/11/2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την προσκομιζόμενη με επίκληση ....... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών ......., αποδεικνύεται ότι αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου για την 25-9-2007 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον εφεσίβλητο Ψ1. Επίσης από την ........ έκθεση επίδοσης της ίδιας δικαστικής επιμελήτριας αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο των από 10-7-2007 προσθέτων λόγων, που κατατέθηκαν στη γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου στις 19-7-2007, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Κατά την ορισθείσα για την 25-9-2007 δικάσιμο η υπόθεση αναβλήθηκε νόμιμα από το πινάκιο για τη σημερινή δικάσιμο (13-10-2007), κατά την οποία ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και δεν παραστάθηκε με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 100 παρ. 1, 102 και 107 του ν.δ. 3026/1954 "περί του κώδικος των δικηγόρων", σαφώς προκύπτει, ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καθορίσει και επιδικάσει στο δικηγόρο αμοιβή για σύνταξη αγωγής και προτάσεων οφείλει να λάβει υπόψη του το αίτημα της αγωγής που συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, εκτός αν προταθεί και αποδειχθεί από τον εναγόμενο ένσταση από το άρθρο 102 του κώδικα δικηγόρων, ότι το αγωγικό αίτημα είναι προφανώς εξογκωμένο, κάτι που μπορούσε να αντιληφθεί ο δικηγόρος, αν εξακρίβωνε επιμελέστερα τα πράγματα, οπότε ο καθορισμός της αμοιβής δεν θα γίνει με βάση το αίτημα της αγωγής, αλλά με βάση το ποσό που έπρεπε να ζητηθεί ύστερα από επιμελημένη εξακρίβωση των πραγμάτων.

Ο ενάγων δικηγόρος μπορεί , κατ' αντένσταση προς απόκρουση της ενστάσεως αυτής, να ισχυριστεί και αποδείξει ότι για τον καθορισμό του αιτήματος της αγωγής συμμορφώθηκε σε έγγραφη εντολή του εντολέα του ή του αντιπροσώπου του. Από τη διατύπωση του άρθρου 102, που θεμελιώνει την αντένσταση αυτή, συνάγεται ότι για να ευσταθήσει η εξαίρεση από τον κανόνα που θεσπίζει η εν λόγω διάταξη, σύμφωνα με τον οποίο η αμοιβή του δικηγόρου δεν μπορεί να υπολογιστεί με βάση το προφανώς εξογκωμένο αίτημα της αγωγής αλλά με βάση το ποσό που έπρεπε να ζητηθεί με την αγωγή, αν ο δικηγόρος εξακρίβωνε επιμελέστερα τα πράγματα, επιβάλλεται να είχε αποστερηθεί ο δικηγόρος κατά το χρόνο σύνταξης της αγωγής της δυνατότητας να προβεί στην εξακρίβωση αυτή και να προσδιορίσει το αληθές αίτημά της δια της υπαγορεύσεως του αιτήματος με την έγγραφη εντολή του εντολέως ή του αντιπροσώπου του, η οποία κατ' ανάγκη πρέπει να προϋπάρχει της συντάξεως της αγωγής, αφού ο νόμος αξιώνει "συμμόρφωση" προς αυτήν του εντολοδόχου δικηγόρου.

Συνεπώς, δεν αρκεί για τη θεμελίωση της άνω αντενστάσεως η εκ των υστέρων έγκριση εκ μέρους του εντολέως του περιεχομένου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (κατ' ορθή εκτίμηση), διότι εφάρμοσε επί της αγωγής του για επιδίκαση δικηγορικής αμοιβής για σύνταξη και επίδοση αγωγής αποζημίωσης για συκοφαντική δυσφήμηση το άρθρο 102 του Κώδικα περί Δικηγόρων, αντί του άρθρου 100 παρ. 1 αυτού, διότι δέχθηκε ότι το καθορισθέν ποσό αποζημίωσης των 60.000.000 δραχμών ήταν επιλογή του αναιρεσείοντος και έγινε για να ασκηθεί δικονομική πίεση, παραβλέποντας το γεγονός ότι το δικόγραφο της αγωγής είχε υπογραφεί από τον αναιρεσίβλητο πελάτη του. Υπό το περιεχόμενο αυτό ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν ο αναιρεσείων πρόβαλε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ισχυρισμό (αντένσταση) ότι προέβη στη σύνταξη της αγωγής συμμορφούμενος προς έγγραφη εντολή του αναιρεσιβλήτου εντολέως του, δεν συμπληρώνεται δε η αοριστία από τα εκτιθέμενα στην αρχή των προσθέτων λόγων περί συναινέσεως και εγκρίσεως του εντολοδόχου του.

Από το άρθρο 560 του ΚΠολΔ, το οποίο καθορίζει περιοριστικά τους λόγους αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πολυμελών πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, προκύπτει ότι στους λόγους αναίρεσης δεν περιέχονται λόγοι αντίστοιχοι προς τους αριθμούς 11, 12, 13 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Οι ανωτέρω πλημμέλειες, επομένως, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως κατά αποφάσεως πολυμελούς πρωτοδικείου που εκδόθηκε επί εφέσεως κατά αποφάσεως ειρηνοδικείου (ΟλΑΠ 45/1987). Ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, συνεπώς, σύμφωνα με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε του όρους του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και την κατανομή του βάρους της απόδειξης και επομένως υπέπεσε στις πλημμέλειες των αρ. 12 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.

Για τους ίδιους λόγους είναι απαράδεκτος και ο έκτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 11 για παράβαση των περί αποδείξεως διατάξεων, διότι έλαβε υπόψη της την 1797/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Για τον ίδιο λόγο είναι επίσης απαράδεκτος και ο περιεχόμενος στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό περί αποδοχής της πρωτόδικης απόφασης, ο οποίος δεν περιέχεται και αυτός στο άρθρο 560 ΚΠολΔ.

Ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 1 του άρθρου 560 (κατ' ορθή εκτίμηση), διότι προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 57, 59 και 932 ΑΚ κατά την εκτίμηση του ύψους του αντικειμένου της αγωγής του αναιρεσιβλήτου με βάση την οποία υπολόγισε το ύψος της αμοιβής του αναιρεσείοντος, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το αίτημα της αγωγής δεν στηριζόταν στις ανωτέρω διατάξεις, αλλά στις διατάξεις του Κώδικα περί δικηγόρων και τη σύμβαση εντολής που συνέδεε τον αναιρεσείοντα και τον αναιρεσίβλητο και γι' αυτό είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 15/2000).

Περαιτέρω, κατά τον αριθμό 1 εδ α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Εξάλλου, κατά την αναγνωριζόμενη από το άρθρο 1 ΑΚ έννοια του εθίμου, ως στοιχεία αυτού απαιτούνται μακρά αδιάκοπη και ομοιόμορφη άσκηση εν συνειδήσει δικαίου, δηλαδή με την πεποίθηση των ασκούντων ότι εφαρμόζουν κανόνα δικαίου. Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια διότι, όπως εκθέτει "κατ' έθιμον η υπογραφή κάτωθι ενός κειμένου, η οποία σημειωτέον εδώ συνομολογήθηκε και εν προκειμένω κάτωθι της αγωγής, δεν σημαίνει τυπική συμφωνία προς το περιεχόμενο αλλά ουσιαστική συμφωνία ως προς όλα τα διαλαμβανόμενα αληθή, τυχόν ψευδή, τυχόν συκοφαντικά κατ' ουδεμία δε ερμηνεία η υπογραφή κάτωθι ενός δικογράφου σημαίνει απλώς εντολή πληρεξουσιότητος, η οποία άλλωστε δεν απαιτείται".

Ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, αφού από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του ειρηνοδικείου και του πρωτοδικείου ως δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, πρακτικά συνεδρίασης δεν προσκομίζονται) προκύπτει ότι δεν προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα ύπαρξη εθίμου με το ανωτέρω περιεχόμενο.

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρέπει ο αναιρεσείων, εκτός από τον κανόνα δικαίου του οποίου η ερμηνεία έγινε εσφαλμένα ή του οποίου έγινε εσφαλμένη εφαρμογή, να αναφέρει σε τι συνίσταται η παραβίαση του ουσιαστικού κανόνα δικαίου, τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και την επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση "εσφαλμένως και πεπλανημένως ερμήνευσε τας διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ περί δήθεν καταχρηστικής ασκήσεως εκ μέρους μου δικαιώματος κατά την άσκηση της επιδίκου αγωγής με στόχο τον υπολογισμό της αμοιβής, αφού από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν απεδείχθηκε ουδεμία εκ των προϋποθέσεων που τάσσεται από τη διάταξη του 281" και συνεχίζοντας αποδίδει έλλειψη νόμιμης βάσης στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά την παραδοχή της ένστασης κατάχρησης που προέβαλε ο αναιρεσίβλητος προς απόκρουση της αγωγής, αιτίαση που προβάλλει και με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων.

Ο λόγος, με τον τρόπο που διατυπώνεται, δεν μπορεί να θεμελιώσει αιτίαση από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, διότι δεν παραθέτει τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε τους λόγους που αποκλείουν την εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η αιτίαση για έλλειψη νόμιμης βάσης δεν ιδρύεται στην περίπτωση που προσβάλλεται απόφαση του πολυμελούς πρωτοδικείου που δίκασε έφεση κατά απόφασης ειρηνοδικείου, αφού δεν περιέχεται στους λόγους αναίρεσης που αναφέρονται στο άρθρο 560 ΚΠολΔ και γι' αυτό ο λόγος αναίρεσης και ο συναφής λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων κατά το σκέλος που αποδίδει στην απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης είναι απαράδεκτος.

Η αναίρεση και οι πρόσθετοι επ' αυτής λόγοι επομένως είναι απορριπτέοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-6-2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 7422/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και τους από 10-7-2007 προσθέτους λόγους.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ