Legislator Case Law & Legislation
1809/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to absent defendant's failure to appear and lack of specific legal citations.

Case Number 1809/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the Government's appeal against the Second Instance Court's ruling regarding land ownership. The appellant argued that the lower court erred by accepting claims of long-term cultivation without specific legal citations, while the appellees were absent from the hearing. The court dismissed the appeal because the appellant failed to cite specific substantive law provisions in the appeal briefs and the absent appellees did not participate in the proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(2) and 226(4) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the appellant fails to cite specific substantive law provisions violated by the lower court and when an absent appellee does not participate in the hearing.

Keywords

AI generated
appeal admissibility absence of party specific legal citation procedural dismissal substantive law violation

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 226(4) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1809 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1809/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ι. του Ν. και της Ε., 2) Β. Ι. του Ν. και της Ε., κατοίκων ..., αμφότερων ως καθολικών διαδόχων της Ε. Ι. το γένος Ε. και Κ. Κ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 163/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 111/2020 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-10-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Εάν δε τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπομένου διαδίκου, εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β` και γ` ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ` άρθρο 575 εδ. β` του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ` αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά τη μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (ΑΠ 1727/2023, ΑΠ 259/2022, ΑΠ 488/2021, ΑΠ 242/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσδιορίσθηκε για να συζητηθεί στην αρχική δικάσιμο της 17-4-2024. Από τις με αρ. ...-2023 και ...-2023 εκθέσεις επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Κέρκυρας Ε. Σ., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα το επισπεύδον τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναιρεσείον, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 17-4-2024, επιδόθηκε νόμιμα (128 και 130 παρ. 1 ΚΠολΔ) κι εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους .

Κατά τη δικάσιμο στις 17-4-2024 η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη σημερινή μετ` αναβολή δικάσιμο, επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων, δεδομένου ότι οι απολιπόμενοι κατά τη σημερινή μετ' αναβολή δικάσιμο αναιρεσίβλητοι είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστούν κατά τη δικάσιμο της 17-4-2024 κατά τα ήδη εκτεθέντα.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση μη παράστασης κατ` αρθ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ . Επομένως πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 περ.

γ` σε συνδυασμό 226 παρ. 4 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρίς την παρουσία τους.

Με την από 10-1-2022 κα με αρ. καταθ. 26/25-10-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ. 111/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η ασκηθείσα από το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο από 16-9-2019 έφεση κατά της με αριθμ. 163/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, με την οποία είχε απορριφθεί η από 1-12-2017 κατ άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 2664/1998 αγωγή του ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 25-10-2022 νομότυπα και εμπρόθεσμα ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης στις 29-10-2020, καθόσον δεν αποδεικνύεται αλλά ούτε το αναιρεσείον επικαλείται επίδοση αυτής. Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 571, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

2.- Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 7 του ν. 147/1914, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 9 του ν. 262/1914, στις Νέες Χώρες, μεταξύ των οποίων είναι και η Ήπειρος (πλην της Άρτας), οι οποίες βρίσκονταν προηγουμένως κάτω από την άμεση επικυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του Οθωμανικού Δικαίου "περί γαιών", οι οποίες ρυθμίζουν τα σχετικά με την κτήση σ' αυτές δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσεως, ενώ οι δικαιοπραξίες γι' αυτά συντελούνται εφεξής κατά τους ελληνικούς νόμους.

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του Εισ.Ν.ΑΚ, η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 του ίδιου Οθωμανικού Νόμου "περί Γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856), του οποίου οι διατάξεις, που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως στις δημόσιες γαίες, όπως προαναφέρθηκε, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες και με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 147/1914, ορίζεται ότι: "Αι ιδιόκτηται γαίαι είναι τεσσάρων ειδών.

Πρώτο είδος. Τα εντός των χωρίων και κωμών ευρισκόμενα οικόπεδα, ως και τα εις τα άκρα αυτών κείμενα, ως παράρτημα δε των κατοίκων θεωρούμενα γήπεδα, άτινα δεν δύνανται να ώσι περιπλέον του ημίσεος στρέμματος. Δεύτερον είδος. Αι εκ των δημοσίων γαιών χωρισθείσαι γαίαι, αι αδεία του Ιερού νόμου εις την πλήρη κυριότητα τινός υπαχθείσαι, ίνα εξουσιάζωνται κατά τους διαφόρους τρόπους της πλήρους κυριότητας.

Τρίτον είδος υποκείμενοι εις δεκάτην. Τέταρτον είδος. Αι υποκείμενοι εις τον ειδικόν φόρον χαράτζ ...". Σύμφωνα δε με το άρθρο 3 του ίδιου Οθωμανικού Νόμου περί γαιών "δημόσιαι γαίαι είναι οι λειμώνες, οι αγροί, αι χειμεριναί και θεριναί βοσκαί, τα δάση και οι παρόμοιοι τόποι", των οποίων η κυριότητα ανήκει στο Τουρκικό Δημόσιο (βλ.

και άρθρα 4, 9, 12, 34 και 49 του ίδιου νόμου). Η παραχώρηση στους ιδιώτες των παραπάνω ακινήτων, τα οποία αποτελούν την κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζΐι - εμιριγιέ) γίνεται με τη χορήγηση από το κράτος έγγραφου τίτλου, ονομαζόμενου "ταπί", το οποίο φέρει το μονόγραμμα (τουγρά) του Σουλτάνου και παρέχει σ' αυτούς όχι δικαίωμα κυριότητας αλλά ιδιόρρυθμο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), που ισοδυναμεί με διηνεκή μίσθωση, αφού αντικείμενό του είναι η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους, αποτελεί δε το ταπί απλό αποδεικτικό μέσο και όχι συστατικό.

Εξαίρεση του κανόνα ότι μόνο με τίτλο (ταπί) αποκτάται το δικαίωμα εξουσίασης για ορισμένη χρήση των δημοσίων γαιών καθιερώνει το άρθρο 78 του ίδιου παραπάνω νόμου "περί γαιών", σύμφωνα με το οποίο, εάν κάποιος ιδιώτης καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσιες και αφιερωμένες γαίες για δέκα (10) έτη, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση από το Δημόσιο, αποκτά δικαίωμα μόνιμης εγκατάστασης και είτε κατέχει έγκυρο τίτλο, είτε δεν κατέχει, οι γαίες δεν θεωρούνται σχολάζουσες, αλλά δίδεται σ' αυτόν (ιδιώτη) δωρεάν νέος τίτλος.

Από το σαφές περιεχόμενο της παραπάνω διάταξης, την ερμηνευτική εγκύκλιο του Τουρκικού Υπουργείου Δικαιοσύνης της 28 Σεφέρ 1304, του άρθρου 13 του νόμου "περί εγγράφων ταπίων" της 8 Δζεμαγήλ Αχίρ 1275 (ήδη έτος 1857), του άρθρου 2 των διασαφητικών διατάξεων περί ταπίων της 15 Σαμπάν 1276 και των οδηγιών της 23 Μουχαρέμ 1293 ή 7-2-1921 "περί εξελέγξεως τίτλων δασών", αλλά και το σύνολο των διατάξεων του νόμου περί γαιών (ειδικότερα των άρθρων 8, 9, 24, 30, 61, 71 και 78), προκύπτει, ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση του δικαιώματος αυτού της εξουσιάσεως (μόνιμης εγκατάστασης) είναι όχι μόνο η συνεχής επί δέκα (10) έτη κατοχή (εξουσίαση), αλλά και η ταυτόχρονη καλλιέργεια του κτήματος, ήτοι ότι η γαία αυτή είναι κατά τη φύση και τον προορισμό της καλλιεργήσιμη και δεν πρόκειται για άλλης φύσεως δημόσια γαία.

Επομένως, η διάταξη του άρθρου 78 έχει εφαρμογή μόνο επί καλλιεργήσιμων γαιών, ενώ οι υπόλοιπες μη καλλιεργούμενες εκτάσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται τα δάση και οι μη αφιερωμένες στην κοινή χρήση βοσκήσιμες εκτάσεις, που ονομάζονταν εμλάκι μιριγέ ή εμλάκι χουμουγιούν, εξουσιάζονται μόνο με έκδοση τίτλου - ταπίου (ΑΠ 995/2012, ΑΠ 385/2012, ΑΠ 1429/2010, ΑΠ 1349/2010).

Περαιτέρω, με το διάταγμα 2468/1917 της Προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης (άρθρο 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με το ν. 1072/1917, καταργήθηκε κατά βάση ο θεσμός των δημοσίων γαιών του οθωμανικού δικαίου. Από της ισχύος του πιο πάνω διατάγματος, δηλαδή από τις 20-5-1917, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, του υπόλοιπου 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Δημόσιο, ενώ ο ν. 2052/1920 επαναλαμβάνει στα άρθρα 49 επ. τις διατάξεις του διατάγματος 2468/1917. Στη συνέχεια, με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11/12-11-1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του νόμου 1540/1938, παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες των 4/5 και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης έγιναν καθ' ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών (ΑΠ 70/2025, ΑΠ 1756/2023, ΑΠ 24/2020, ΑΠ 1157/2013, ΑΠ 1340/2010, ΑΠ 77/2007).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, Ολ.ΑΠ 7/2006).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 376/2022).

Για την πληρότητα των άνω λόγων πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ120/2017, 261/2016), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1040/2010, 651/2010), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης, 3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζεται ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 376/2022).

Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ 376/2022, ΑΠ 1265/2017, 674/2016). Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ και γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 778/2024, ΑΠ 1589/2021, ΑΠ 2191/2013).

Περαιτέρω ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος και έχοντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (ΑΠ 93/2006). "Πράγματα", θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντέστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ3/1997, ΑΠ 851/2015). Κατά την ανωτέρω έννοια, δεν είναι "πράγμα" η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου αυτών (ΑΠ 376/2022, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 760/2020, ΑΠ 633/2019, ΑΠ 625/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 14/2004,Ολ.ΑΠ 12/1991, ΑΠ 376/2022, ΑΠ 146/2022, ΑΠ 230/2020, ΑΠ 892/2019, ΑΠ 573/2018).

Τέλος ο, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή, θεωρούνται "πράγματα" οι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως κ.λπ., όχι δε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα τούτου ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 25/2003, Ολ ΑΠ 3/1997, Ολ ΑΠ 11/1996, ΑΠ 937/2024, ΑΠ 47/2023, ΑΠ 146/2022, ΑΠ 381/2021, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 15/2019, ΑΠ 576/2018) . Σύμφωνα με την έννοια της ανωτέρω διάταξης, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 47/2023, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011).

3.- Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Κέρκυρας, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο είναι έκταση εμβαδού 1051,23 τμ, βρίσκεται στη θέση "ΜΑΛΛΟΣ" στην τοπική κοινότητα Πλαισίου της δημοτικής ενότητας Φιλιατών του ομώνυμου Δήμου και έχει καταχωρισθεί στα Κτηματολογικά Βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Φιλιατών ως γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 18 072 14 01 062/0/0. Τούτο (επίδικο ακίνητο) συνορεύει βόρεια, νότια και ανατολικά με δασική έκταση και δυτικά με δημοτικό δρόμο προς Πλαίσιο, βρίσκεται σε υπερθαλάσσιο ύψος 390 τ.μ. περίπου, και απέχει 5.150 μέτρα από την Εθνική οδό ..., 8.150 μέτρα από τη θάλασσα, 600 μέτρα από τον οικισμό Πλαισίου και 1900 μέτρα από τον επαρχιακό δρόμο Φιλιατών - Σαγιάδας, έχει δε έκθεση βορειοδυτική και παρουσιάζει κλίση 40% περίπου.

Περαιτέρω το έδαφος του είναι ημιγαιώδες - ημιπετρώδες, μέτρια βαθύ - αβαθές, μέτρια γόνιμα - άγονο, το οποίο εδράζεται πάνω σε ασβεστολιθικά πετρώματα που αποτελούν το μητρικό πέτρωμα, φαίνεται δε στο δασικό χάρτη να έχει το χαρακτηρισμό ΑΔ, καθώς περιλαμβάνεται στον κωδικό ΑΔ ..., που σημαίνει ότι είχε μη δασική μορφή στις αεροφωτογραφίες του 1945 και ότι έχει τη μορφή δάσους και δασικής έκτασης κατά την πρόσφατη αεροφωτογραφία. Συγκεκριμένα το επίδικο ακίνητο καλύπτεται στο σύνολό του από πυκνή κυρίως δενδρώδη δασική βλάστηση πρίνου, σχοίνου φυλλικίου και αγριελιάς. Υπάρχουν 1-2 ελαιόδεντρα, που είναι υποβαθμισμένα και σε καμία περίπτωση δεν υπερτερούν της δασικής βλάστησης ώστε να προσδίδουν τη μορφή ελαιώνα.

Περαιτέρω, από την εξέταση των συζυγών αεροφωτογραφιών του έτους 1945 διαφαίνεται ότι η επίδικη έκταση κατά το έτος αυτό, έχει μορφή ελαιώνα, που είχε εγκατασταθεί επί διαμορφωμένων τεχνητών αναβαθμίδων, πλην όμως, λόγω της εγκατάλειψης της καλλιέργειάς τους τα ελαιόδεντρα αυτά υποβαθμίστηκαν και νεκρώθηκαν.

Εν συνεχεία αποδείχθηκε ότι το επίδικο, που ως προαναφέρεται το έτος 1945 δεν είχε τη μορφή δάσους και δασικής έκτασης αλλά αντίθετα είχε μορφή ελαιώνα και μάλιστα καλλιεργημένου σε διαμορφωμένες τεχνητές αναβαθμίδες, που για τη δημιουργία τους απαιτούσαν σημαντική ανθρώπινη παρέμβαση, δυνάμει του με υπ' αριθ. ...-1953 συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Φιλιατών Ε.

Α. που μεταγράφηκε νόμιμα, εις τόμο ΙΒ και με αύξοντα αριθμό 281, μεταβιβάστηκε λόγω δωρεάς εν ζωή στην καθολική δικαιοπάροχο των εναγομένων Ε. Ι., από τον πατέρα της Ε. Κ., στον τελευταίο δε είχε περιέλθει από κληρονομιά του αποβιώσαντος επί Τουρκοκρατίας πατέρα του Γ. Κ., αμφότεροι δε Ε. και Γ. Κ. κατείχαν και καλλιεργούσαν το επίδικο, που δεν αποτελούσε δασική έκταση, με ελαιόδεντρα με διάνοια δικαιούχου μία δεκαετία τουλάχιστον πριν από τις 20 Μάϊου του έτους 1917, έχοντας αποκτήσει επ' αυτού δικαίωμα εξουσιάσεως (τεσσαρούφ).

Η κρίση του Δικαστηρίου, περί του μη δασικού χαρακτήρα του επιδίκου, το οποίο επί Τουρκοκρατίας και κατά την απελευθέρωση της Ηπείρου είχε χαρακτήρα καλλιεργήσιμης γαίας επιβεβαιώνεται αφενός από τις αεροφωτογραφίες του έτους 1945, απ' όπου φαίνεται ότι τούτο καλλιεργούνταν με ελαιόδεντρα σε αναβαθμίδες, αφετέρου από την ηλικία των υφιστάμενων σήμερα ελαιοδέντρων, που ξεπερνούν αυτήν των εκατό ετών (βλ.σχ.

καταθέσεις μαρτύρων εναγομένων που δεν αντικρούονται από κανένα αποδεικτικό μέσο). Η σημερινή δασοκάλυψη που οφείλεται στην συρρίκνωση του τοπικού πληθυσμού και στην ένεκα αυτής εγκατάλειψη της συστηματικής καλλιέργειας του επιδίκου, δεδομένου ότι οι εναγόμενοι, ήδη από το θάνατο των υπέργηρων γονέων τους έχουν εγκαταλείψει την καλλιέργεια και τον καθαρισμό του, δεν αναιρεί το χαρακτήρα του επιδίκου ως καλλιεργήσιμης γαΐας κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας.

Επομένως ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγομένων πάππους εκ μητρός είχε αποκτήσει επί του επιδίκου δικαίωμα εξουσίασης [τεσσαρούφ], δυνάμει του άρθρου 78 του οθωμανικού νόμου "περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 [1586] σε συνδυασμό με το άρθρο 8 των οδηγιών περί εγγράφων ταπίων της 7ης Σαμπάν 1276, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 2 παρ.4 του ν. 147/1914, το οποίο [δικαίωμα εξουσίασης] αναγνωρίσθηκε και από το άρθρο 2 του με αριθμό 2468 Δ/τος της Προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης, κυρωθέν με το ν. 1072/1917 και από το άρθρο 50 του ν. 2052/1920.

Στη συνέχεια, δυνάμει του άρθρου 49 του ν. 2052/1920, το εν λόγω δικαίωμα, μετατράπηκε σε δικαίωμα πλήρους και αμετάκλητης κυριότητας κατά τα 4/5, του υπολοίπου 1/5 ανήκοντας στο Ελληνικό Δημόσιο, μετά όμως την ισχύ του Δ/τος της 11/12-11-1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4229/1929, περιήλθε σ' αυτόν και το ποσοστό του 1/5 του Ελληνικού Δημοσίου, αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών, ως συνιδιοκτητών κατά τα 4/5 του παραπάνω αγρού, κατά την έναρξη ισχύος του εν λόγω Δ/τος.

Εκτοτε δε αυτό ήταν δεκτικό χρησικτησίας, καθόσον πρόκειται για ακίνητο στο οποίο ιδιώτης απέκτησε δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), το οποίο μετατράπηκε σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας, οπότε αυτό μη περιερχόμενο στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, μπορούσε να χρησιδεσποθεί σύμφωνα με όσα εκτίθενται και στη νομική σκέψη.

Σημαντικό στοιχείο, που ενισχύει τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων των εναγομένων, σχετικά με το αποκτηθέν πιο πάνω δικαίωμα εξουσίασης αποτελεί το μη αμφισβητούμενο ρητά από το ενάγον γεγονός ότι το επίδικο ακίνητο ταυτίζεται με το ακίνητο που περιγράφεται στον από το έτος 1953 τίτλο κτήσεως της δικαιοπαρόχου των εναγόμενων.

Εν συνεχεία, η μητέρα των εναγομένων ήδη από το έτος 1953 κατείχε το επίδικο ακίνητο, ασκώντας διανοία κυρίου διακατοχικές πράξεις (καλλιέργεια ελαιοδέντρων - συλλογή καρπού - καθαρισμός τούτου) μέχρι το θάνατό της το έτος 2004, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα, ούτε και από το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο δια των διάφορων Υπηρεσιών του να αμφισβητήσει το δικαίωμα κυριότητάς της.

Ενόψει του ότι δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο κατά τη διαδοχή των Ελληνικού Κράτους από το Οθωμανικό είχε το χαρακτήρα δημόσιας δασικής γαΐας, αλλά αντίθετα ότι είχε χαρακτήρα καλλιεργήσιμης γαΐας επί της οποίας απέκτησε δικαίωμα εξουσιάσεως ο πατέρας και ειδικός δικαιοπάροχος της καθολικής δικαιοπαρόχου και μητέρας των εναγομένων Ε.

Ι., το οποίο εν συνεχεία κατά τα ανωτέρω μετετράπη σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας, προκύπτει ότι το ενάγον, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην προηγούμενη νομική σκέψη, δεν κατέστη κύριος τούτου ως διάδοχος δικαιώματι πολέμου του Τουρκικού Δημοσίου. Συνακόλουθα, εφόσον περαιτέρω δεν αποδείχθηκε η άσκηση νομής του επ' αυτού, πρέπει η αγωγή ν' απορριφθεί ως προς τις δύο βάσεις της, κύρια και επικουρική, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν." .

Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την έφεση ως κατ ουσίαν αβάσιμη επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για τις εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων α) του άρθρου 2 παρ. 7 του ν. 147/1914, του άρθρου 2 περί ιδιωτικών γαιών , του άρθρου 3 περί δημοσίων γαιών και του άρθρου 78 περί της κατ εξαίρεση με 10ετή καλλιέργεια και χωρίς δικαστική αμφισβήτηση εξουσίασης καλλιεργούμενων αγρών του Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών της 7ης Ραμαζάν καθώς και του το ν.δ. 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", με τις παραδοχές της περί του μη δασικού χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου και περί υπερδεκαετούς εξουσίασης αυτού από τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων κατά την Τουρκοκρατία και έως το 1917 χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, υπό τις αιτιάσεις ότι το άρθρο 78 της 7ης Ραμαζαν 1274 ισχύει μόνο για καλλιεργήσιμο αγρό ενώ στην προκειμένη περίπτωση το επίδικο περιήλθε στην κυριότητα του Δημοσίου ως ανέκαθεν δασική έκταση κατά διαδοχή του Οθωμανικού Κράτους και ότι μόνο η χωρίς δικαστική αμφισβήτηση συνεχής καλλιέργεια επί δεκαετία αγρού έως το 1917, προσδίδει κυριότητα στον ιδιώτη και β) των αυτών ως άνω διατάξεων σε συνδυασμό με τα άρθρα 24 παρ. 1 του Συντάγματος, 3 και 62 παρ. 11 του ν. 998/1979, 1,2,3 του βδ της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", 2 παρ. 1, 4 και 37 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" που διατηρήθηκε σε ισχύ μετά την εισαγωγή του ΑΚ κατ άρθρο 53 ΕισΝΑΚ, επικαλούμενο ότι ενώ αυτό αρνήθηκε την ταύτιση του επιδίκου με το ακίνητο που περιγράφεται στο με αρ. 8575/1953 συμβόλαιο δωρεάς της δικαιοπαρόχου των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, το Εφετείο κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών και με ελλιπή αιτιολογία, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το επίδικο δεν ανήκει στις δημόσιες δασικές γαίες και δεν περιήλθε κατά κυριότητα στο ενάγον και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο.

Οπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο με τις παραδοχές ότι: α) το επίδικο φαίνεται στον δασικό χάρτη με χαρακτηρισμό ΑΔ δηλαδή ότι είχε μη δασική μορφή στις αεροφωτογραφίες του έτους 1945 και δασικό χαρακτήρα κατά την πρόσφατη αεροφωτογράφηση, ότι αποτελούσε καλλιεργούμενο με ελαιόδεντρα αγρό τουλάχιστον έως το 1945, και απέκτησε κατόπιν δασική μορφή λόγω εγκατάλειψης της συστηματικής καλλιέργειας αυτού, β) περιήλθε στην εκ κληρονομίας δικαιοπάροχο των εναγομένων Ε.

Ι., με το με αρ. ...-1953 δωρητήριο συμβόλαιο που μεταγράφηκε νόμιμα, από τον πατέρα της Ε. Κ., στον οποίο είχε περιέλθει με κληρονομική διαδοχή από τον πατέρα του Γ. Κ. που απεβίωσε επί Τουρκοκρατίας και τόσο ο Ε. Κ. όσο και ο Γ. Κ. καλλιεργούσαν το επίδικο με ελαιόδεντρα, για δέκα έτη έως τις 21-5-1917, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση από το Δημόσιο, αποκτώντας επ' αυτού δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 78 της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856), το οποίο μετατράπηκε σε πλήρη κυριότητα, αρχικώς των 4/5 εξ αδιαιρέτου και κατόπιν και του 1/5 εξ αδιαιρέτου, κατ εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 147/1914 , του άρθρου 49 του ν. 2052/1920 και του δ/τος 11/12-11-1929 και ότι πράξεις νομής ασκούσε και η δικαιοπάροχος των εναγομένων με τον καθαρισμό του ακινήτου και τη συλλογή ελαιοκάρπου από τα εναπομείναντα ελαιόδεντρα και γ) ουδέποτε το Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου, καλλιεργούμενου ανέκαθεν από ιδιώτες, αγρού, ως διάδοχος του Οθωμανικού Κράτους ενώ δεν αποδείχθηκε η άσκηση πράξεων νομής από το Δημόσιο που να του προσδίδουν δικαίωμα κυριότητας, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 78 της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) , του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 147/1914 , του άρθρου 49 του ν. 2052/1920 και του δ/τος 11/12-11-1929 και το ν.δ. 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" και ορθά ερμήνευσε και δεν εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 1 του Συντάγματος, του άρθρου 3 και 62 παρ. 11 του ν. 998/1979, των άρθρων 1,2,3 του βδ της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", των άρθρων 2 παρ. 1, 4 και 37 του αν 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" που διατηρήθηκε σε ισχύ μετά την εισαγωγή του ΑΚ κατ' άρθρο 53 ΕισΝΑΚ.

Περαιτέρω το Εφετείο με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το επίδικο ακίνητο δεν ανήκει κατά κυριότητα στο Δημόσιο καθόσον κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του περί τα πράγματα, το επίδικο το οποίο, κατά τις σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης, ταυτίζεται με το μεταβιβασθέν με το με αρ. ...-1953 δωρητήριο συμβόλαιο του Ε. Κ. προς την θυγατέρα του και δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Ε. Ι., ακίνητο, δεν αποτελούσε δασική έκταση αλλά ανέκαθεν καλλιεργούμενη από ιδιώτες με ελαιόδεντρα αγροτική έκταση και ειδικότερα κατά τα τελευταία δέκα έτη πριν από τις 21-5-1917 καλλιεργούνταν από τους δικαιοπαρόχους των εναγομένων χωρίς δικαστική αμφισβήτηση (άλλωστε την ύπαρξη δικαστικής αμφισβήτησης δεν επικαλείται ειδικότερα ούτε το αναιρεσείον).

Εξάλλου οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος περί του δασικού χαρακτήρα του επιδίκου, στηρίζονται στην έκθεση αυτοψίας του 2016 του δασολόγου της διεύθυνσης δασών Θεσπρωτίας ήτοι σε γεγονότα μεταγενέστερα αυτών που συνιστούν τις προϋποθέσεις της κτήσης κυριότητας ακινήτου στις Νέες Χώρες με δεκαετή καλλιέργεια από ιδιώτες έως τις 21-5-1917 και χωρίς δικαστική αμφισβήτηση ενώ κατά την ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου δεν αποδείχθηκε ότι το αναιρεσείον Δημόσιο ασκούσε διακατοχικές πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο. Κατά τα λοιπά υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης του λόγου από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για εκ πλαγίου παραβίαση διατάξεων ουσιαστικού δικαίου λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος και κατά τα δύο σκέλη αυτού για τις εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης.

Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, που αποτελείται από τρία σκέλη, πλήττεται η απόφαση του Εφετείου για την εκ του αρ. 8 πλημμέλεια της λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν, την εκ του αρ. 10 πλημμέλεια του ότι δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και την εκ του αρ. 19 πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα:

α) ως προς το πρώτο σκέλος, υπό τις αιτιάσεις ότι με τις παραδοχές του Εφετείου ότι η επίδικη έκταση επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αποτελούσε καλλιεργήσιμη γαία και ανήκει κατά κυριότητα στους εναγόμενους διότι καλλιεργούσαν αυτήν οι δικαιοπάροχοί τους επί δεκαετία έως 21-5-1917 χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από τους εναγομένους-εφεσιβλήτους και ήδη αναιρεσιβλήτους.

Όπως προκύπτει από την, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου του παραπάνω λόγου, επισκόπηση (561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των από 15-9-2020 προτάσεων, που κατέθεσαν οι εναγόμενοι- εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσίβλητοι κατά τη συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, στις οποίες αναφέρονται στις προτάσεις που είχαν καταθέσει ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με συμπερίληψη αυτών, -χωρίς να αμφισβητείται τούτο από το αναιρεσείον - ισχυρίσθηκαν ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε ανέκαθεν καλλιεργήσιμη γαία, όπως εμφανίζεται και στις αεροφωτογραφίες του 1945, ότι ανήκε στην κυριότητα της μητέρας τους, που το απέκτησε με δωρεά εν ζωή το 1953 με μεταγεγραμμένο συμβόλαιο από τον πατέρα της Ε.

Γ. Κ., ο οποίος το είχε αποκτήσει με κληρονομία του επί Τουρκοκρατίας αποβιώσαντος πατέρα του Γ. Κ., ότι οι δικαιοπάροχοι αυτής το καλλιεργούσαν με ελαιόδεντρα συνεχώς και αδιαλείπτως για συνεχή δέκα έτη έως 21-5-1917 χωρίς δικαστική αμφισβήτηση από το Δημόσιο ενώ τις ίδιες πράξεις νομής ασκούσε και η ίδια επί του επιδίκου ακινήτου που προήλθε από τη κατάτμηση του 1950 για διάνοιξη επαρχιακής οδού μέχρι το 2004 που απεβίωσε.

Επομένως στις προτάσεις των εναγομένων-εφεσιβλήτων ρητά περιέχεται ευθεία και άμεση επίκληση των ισχυρισμών τους κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με τις ανωτέρω παραδοχές του δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν. Κατά συνέπεια ο δεύτερος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του, της εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειας, είναι αβάσιμος, β) ως προς το δεύτερο σκέλος, το αναιρεσείον αιτιάται ότι το Εφετείο χωρίς απόδειξη δέχθηκε ότι οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων είχαν αποκτήσει επί του επιδίκου ακινήτου δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης με την άσκηση πράξεων νομής και συγκεκριμένα με την καλλιέργεια αυτού με ελαιόδεντρα επί δέκα έτη έως τις 21-5-1917 χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, το οποίο μετατράπηκε σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθόσον από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι, για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησής του το Εφετείο, στηρίχθηκε στα μνημονευόμενα σ' αυτήν προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα (τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα και τις μαρτυρικές καταθέσεις), χωρίς να είναι αναγκαίο να μνημονεύει από ποιό συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο σχημάτισε την κρίση του για την αλήθεια κάθε ισχυρισμού που ερεύνησε, και γ) ως προς το τρίτο σκέλος, επικαλούμενο ότι με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο καλλιεργούσαν οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων με ελαιόδεντρα για δέκα έτη έως τις 21-5-1917 χωρίς δικαστική αμφισβήτηση.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβίασε εκ πλαγίου το Εφετείο με την ανωτέρω παραδοχή του, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Διάταξη για τη δικαστική δαπάνη δεν θα διαληφθεί στην παρούσα, αφού οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της απουσίας τους, δεν υποβλήθηκαν σε δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-10-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 111/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ