Supreme Court partially allows appeal against insurance company's liability for traffic accident damages and moral injury compensation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's request to overturn a final judgment regarding liability for a traffic accident. The appellant argued that the insurance company's awarded compensation for moral injury was disproportionate to the actual harm suffered by the 18-year-old victim. The court agreed that the specific amount violated the principle of proportionality and exceeded the limits of judicial discretion, necessitating a remand for further consideration.
Legislator headnote
AI generatedArticles 591 and 614 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a court judgment awarding moral injury damages must adhere to the principle of proportionality and respect the limits of judicial discretion, as excessive awards violate constitutional guarantees.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1809 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1809/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. (A.) Ε. (E.) Ι. (I.) του Ε. (E.), κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Φαλαγκαράκη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "INTERLIFE ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-9-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12274/2017 μη οριστική και 10531/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 113/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-1-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σπυριδούλα Λιάτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 12-1-2022 (με αριθμό καταθέσεως 172/13/18-1-2022) αίτηση για την αναίρεση της υπ'αριθμ. 113/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των διαφορών για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591 και 614 αριθ.1,6 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553 παρ.1β,556,558,564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ).
Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθ. 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.). Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και, συνεπώς, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει" και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για το διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε, απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου. Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.
Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 9/2015).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 932 Α.Κ., σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήριο, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της δικαιοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932), είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 184/2021, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 553/2019, ΑΠ 944/2017).
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "εύλογου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολομ.
ΑΠ 9/2015).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται, όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.
Ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του.
Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον βεβαίως αυτές είναι μόνιμες και διαρκείς και συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό.
Εξάλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων). Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας.
Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι, όμως, βέβαιο ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο, όμως, που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.
Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και, επομένως, δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επίδρασης αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Και τούτο διότι προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, χωρίς αναγκαία η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Κατά συνέπεια, γίνεται δεκτό ότι προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.
Συνεπώς, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστή, να το καθορίσει κατά δίκαιη κρίση σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση αφενός το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης του παθόντος και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και το βαθμό συνυπαιτιότητάς του.
Είναι πρόδηλο ότι η κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. αξίωση για αποζημίωση, λόγω αναπηρίας ή παραμόρφωσης, είναι διαφορετική από την κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. αξίωση αποζημίωσης για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που, κατ' ανάγκη, συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., αξίωση για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν, είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (ΑΠ 1221/2023, ΑΠ 980/2023, ΑΠ 790/2022, ΑΠ 1043/2021, ΑΠ 677/2019, ΑΠ 599/2018, ΑΠ 158/2016).
Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας πρόσθετης από το άρθρο 931 του Α.Κ. χρηματικής παροχής αποφασίζεται (κατ' αρχάς αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στην διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται όμως, και στην περίπτωση αυτή του άρθρου 931 Α.Κ., να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος], με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας πρόσθετης, από το άρθρο 931 του Α.Κ., χρηματικής παροχής, πρέπει, όπως και στο άρθρο 932 Α.Κ., να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας ( ΑΠ 1221/2023, ΑΠ 980/2023,ΑΠ 790/2022, ΑΠ 909/2022, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 684/2020, ΑΠ 142/2019).
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005).
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 192/2019).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ. ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017).
Συνεπώς ως αιτιολογία που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.
Επομένως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.
ΑΠ 1/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 53/2021, ΑΠ 414/2019). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 813/2017).
Με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους (άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ) δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 53/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 113/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος είναι ο μη διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη Α. Σ., οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία ΙΧΕ αυτοκινήτου και ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με ουδεμία βαρύνεται συνυπαιτιότητα ως προς το ατύχημα αυτό, ακολούθως αναφορικά με τον τραυματισμό του αναιρεσείοντος και τις συνέπειες στην κατάσταση της υγείας του και τις αγωγικές αξιώσεις του για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, κατ'άρθρο 932 Α.Κ.
και χρηματικής παροχής κατ'άρθρο 931 Α.Κ., δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων ,ανελέγκτως τα εξής: "... Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε επίσης, ότι από το ένδικο ατύχημα τραυματίστηκε ο ενάγων, (ήδη αναιρεσείων), ο οποίος αμέσως μετά το ατύχημα (23-7-2013) μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Ρόδου, όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, πολλαπλά κατάγματα σπλαχνικού κρανίου και θλάσεις άμφω, επισκληρίδιο αιμάτωμα χειρουργηθέν και κάταγμα κνήμης - περόνης αριστερά.
Αυτός ήταν διασωληνωμένος και υπό μηχανικό αερισμό στο άνω νοσοκομείο και την επομένη ημέρα, ήτοι στις 24-7-2013, διακομίστηκε στην πατρίδα του το Ισραήλ με air ambulance (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2013 ιατρική βεβαίωση του Νοσοκομείου Ρόδου) και εισήχθη στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Hadassah Ein Kerem στην Ιερουσαλήμ, όπου συνεχίστηκε η νοσηλεία του.
Η αντιμετώπιση στο Νοσοκομείο Ρόδου περιλάμβανε την κρανιοτομία και εκκένωση του επισκληριδίου αιματώματος με εισαγωγή επισκληρίδιας παροχέτευσης (βλ. το προσκομιζόμενο σε νόμιμη μετάφραση έγγραφο "πλήρη στοιχεία χειρουργικής επέμβασης" του άνω Νοσοκομείου Hadassah Ein Kerem της Ιερουσαλήμ). Κατά την εισαγωγή στο Νοσοκομείο του Ισραήλ ήταν υπό νάρκωση και βοηθούμενος από τεχνητή αναπνοή, δεν άνοιγε τα μάτια και δεν εκτελούσε οδηγίες.
Υποβλήθηκε σε εγχείρηση κεφαλής για την αφαίρεση υγρών και χειρουργική επέμβαση καθήλωσης στο αριστερό πόδι (βλ. το ίδιο ως άνω έγγραφο "πλήρη στοιχεία χειρουργικής επέμβασης" του άνω αλλοδαπού Νοσοκομείου, καθώς και το προσκομιζόμενο σε νόμιμη μετάφραση έγγραφο "σύνοψη ασθένειας - Τμήμα Αποκατάστασης Har Hazofim του ίδιου Νοσοκομείου).
Ο ενάγων παρέμεινε υπό τεχνητή αναπνοή 2,5 εβδομάδες και στις 9-9-2013, λόγω ενόχλησης στο γόνατο, έγινε αντικατάσταση του ήλου με μικρότερο και η εξέλιξη της εγχείρησης και η ανάρρωση ήταν ομαλή (βλ. το ίδιο ως άνω έγγραφο "σύνοψη ασθενείας τμήμα Αποκατάστασης Har Hazofim"). Ακολούθως, μεταφέρθηκε στο τμήμα αποκατάστασης Har Hazofim του άνω Νοσοκομείου στις 26-8-2013 και παρέμεινε ως τις 30-9-2013 (βλ.
το έγγραφο "Αποκατάσταση - Κλινική"), οπότε και έλαβε εξιτήριο, με οδηγίες για συνέχιση θεραπείας αποκατάστασης, παρακολούθηση από χειρουργό ιατρό και αναρρωτική άδεια ενός (1) μηνός. Στο προσκομιζόμενο σε νόμιμη μετάφραση έγγραφο "εξιτήριο περίθαλψης τμήμα Αποκατάστασης - Har Hazofim" αναφέρεται επί λέξει: "πλήρης νοητική κατάσταση, αρκετά συνεργάσιμος, στο πλύσιμο και την ατομική περιποίηση χρειάζεται μικρή βοήθεια και στην ένδυση στο κάτω μέρος του σώματος και χρησιμοποιεί δεκανίκια για την κινητικότητά του".
Η αποκατάσταση περιλάμβανε τις ασκήσεις ενδυνάμωσης αριστερού ποδός, και κατά την έξοδό του στις 30-9-2013 άρχισε να βαδίζει με ένα δεκανίκι και παραπέμφθηκε για συνέχιση φυσιοθεραπείας και εξάσκηση για βάδιση με δεκανίκι και χρήση σκάλας χωρίς βοήθημα (βλ. το προσκομιζόμενο σε νόμιμη μετάφραση από 30-9-2013 έγγραφο "φυσιοθεραπεία - φύλλο παραπομπής για συνέχιση θεραπείας").
Κατά την φάση της αποκατάστασης στο άνω Νοσοκομείο διαπιστώθηκε ένδειξη προσωρινής ημιανοψίας στο δεξί οφθαλμό και έλλειψη οπτικού πεδίου στον αριστερό οφθαλμό. Δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-2014 βεβαίωσης του Τμήματος Αποκατάστασης του υπουργείου κοινωνικής πρόνοιας του Ισραήλ, έγινε δεκτή η εκ μέρους του ενάγοντος λήψη πιστοποιητικού τυφλού, αλλά όχι η αμοιβή συνοδού.
Σύμφωνα δε με το προσκομιζόμενο σε νόμιμη μετάφραση από 29-4-2014 έγγραφο του Ιατρικού Συλλόγου "Χαντάσα" της Ιερουσαλήμ αναφέρεται για τον ενάγοντα "τύφλωση αριστερού οφθαλμού και κάκωση του μισού οπτικού πεδίου δεξιού οφθαλμού, δεν δύναται να συμμετέχει σε αθλητικές δραστηριότητες που συμπεριλαμβάνουν επαφή, παρά μόνο σε ήπιες αθλητικές δραστηριότητας που δεν διακινδυνεύουν την όραση, όπως βάδιση ή ήπια άσκηση σε γυμναστήριο", ενώ αναφέρεται ακόμη σε άλλη από 29-4- 2014 βεβαίωση του ιατρικού συλλόγου ότι αυτός έχει ανάγκη προστατευτικών γυαλιών εξαιτίας της σοβαρής κάκωσης της όρασης.
Σε τρίτη δε με ημερομηνία 29-4-2014 βεβαίωση του ιατρικού συλλόγου αναφέρεται ότι ο ενάγων από τον 12/2013 ο ενάγων δεν ήταν ικανός να χρησιμοποιεί τις δημόσιες συγκοινωνίες, εξαιτίας του τραύματος στο κεφάλι και της οφθαλμικής κάκωσης. Επίσης, σε άλλη με ημερομηνία 29-4-2014 βεβαίωση του ιατρικού συλλόγου αναφέρεται ότι αυτός δεν δύναται να εργαστεί για 6 επιπλέον μήνες.
Ακόμα, στην από 17-11-2013 βεβαίωση αναφέρεται ότι, από νευροχειρουργικής πλευράς, ο ενάγων μπορεί να αρχίσει σπουδές, σε προκαταρκτικές προ στρατού σπουδές έως 3 φορές την εβδομάδα, αλλά χωρίς καμία σωματική δραστηριότητα και χωρίς συμμετοχή σε αθλητικές δραστηριότητες. Στις 8-9-2014 η αρμόδια Επιτροπή των Ενόπλων Δυνάμεων αποφάσισε ότι ο ενάγων δεν είναι ικανός να υπηρετήσει στις ένοπλες δυνάμεις του Ισραήλ.
Σύμφωνα δε με το από 15-7-2014 έγγραφο της άνω Κλινικής Αποκατάστασης "κατά την έξοδό του από το νοσοκομείο ο ενάγων στην εργασιοθεραπεία ασχολήθηκε σε θεραπευτική κουζίνα και στον υπολογιστή τις ελεύθερες ώρες του, η νοητική του κατάσταση ήταν φυσιολογική, αλλά με βραδύτητα στην εκτέλεση των εργασιών. Επίσης, κατά τη σωματική εξέταση έφερε ελαφρό κοίλωμα στο μετωπιαίο οστό εξαιτίας καταγμάτων, ουλή στο μέτωπο μεταξύ των φρυδιών, ουλή από την εγχείρηση στο αριστερό πόδι, ουλή στην κάτω κοιλιά δεξιά πλάτους 10 εκατοστών λόγω λήψης λίπους κοιλιάς κατά την ανασυγκρότηση του οστού.
Σε γενικές γραμμές η αποκατάσταση χαρακτηριζόταν καλή με κύριο εναπομείναν πλήγμα στην όραση". Στο προσκομιζόμενο σε νόμιμη μετάφραση από 23-4-2014 έγγραφο εκτίμησης της Νευροψυχολογικής Μονάδας Θεραπείας και Αποκατάστασης της Ιερουσαλήμ, αναφέρεται για τον ενάγοντα ότι προ τριμήνου άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα στη σχολή προετοιμασίας στρατιωτικής θητείας, στην οποία σχεδίασε να σπουδάσει πριν το ατύχημα, ότι βρισκόταν στα πρώτα στάδια επίγνωσης των συνεπειών του ατυχήματος και του συστήθηκε νευροψυχολογική θεραπεία.
Σύμφωνα δε με το προσκομιζόμενο σε νόμιμη μετάφραση από 9-7-2014 πόρισμα της ως άνω Μονάδας Νευροψυχολογίας για Θεραπεία και Αποκατάσταση "το ατύχημα διατάραξε τα σχέδια του ενάγοντος για το μέλλον, καθώς επιθυμούσε να ενταχθεί στο στρατό, ενώ μετά το ατύχημα δεν μπορεί και πιθανόν να προβληθούν δυσκολίες εάν θελήσει να υπηρετήσει εθελοντικά, ενώ δεν μπορεί να οδηγήσει συνεπεία της οφθαλμικής βλάβης.
Φέρει απώλεια της όσφρησης και αντιμετωπίζει δυσκολία συγκέντρωσης, γρήγορη κόπωση, ανυπομονησία και τάση για ξεσπάσματα και δεν θα μπορέσει να υλοποιήσει τις προηγούμενες φιλοδοξίες του για στρατιωτική θητεία και μαθήματα οδήγησης". Στις 23-6-2014 ο ενάγων εξετάστηκε στο ιατρικό κέντρο Σααρεϊ Τσεντέκ της Ιερουσαλήμ (συνδεμένο με την Ιατρική Σχολή του Εβραϊκού Πανεπιστημίου της Ιερουσαλήμ) λόγω έντονων ενοχλήσεων που είχε στα μάτια και κατά την εξέτασή του διαπιστώθηκε σημαντική τύφλωση στον αριστερό οφθαλμό και μερική τύφλωση στον δεξιό οφθαλμό (βλ προσκομιζόμενο σε νόμιμη μετάφραση σχετικό έγγραφο).
Στην προσκομιζόμενη σε νόμιμη μετάφραση από 5-2-2017 ιατρική αναφορά του νευροχειρουργού Guy Rosenthal του Τμήματος Νευροχειρουργικής του Ιατρικού Κέντρου του Εβραϊκού Πανεπιστημίου, αναφέρεται το ιστορικό νοσηλείας του ενάγοντος και η αντιμετώπιση των κακώσεων του κρανίου και δη "του επισκληριδίου αιματώματος δεξιά, της διμετωπικής εγκεφαλικής κάκωσης του κατάγματος της βάσης του κρανίου από το οποίο υπήρχε διαρροή CSF και των καταγμάτων του προσώπου, καθώς και του κατάγματος κνήμης περόνης στο δεξιό άκρο και του κατάγματος στο αριστερό άκρο που ήταν σε γύψο".
Πιο συγκεκριμένα αναφέρονται τα εξής: Ο ενάγων μεταφέρθηκε στο τμήμα αποκατάστασης στις 26-8-2013 και κατά την αρχική γνωστική αξιολόγηση αναφέρεται ότι είχε μια διαταραχή των ανώτερων γνωστικών λειτουργιών με δυσκολίες στη μνήμη και προβλήματα συμπεριφοράς, είχε ικανοποιητική δύναμη στα άνω άκρα και το δεξιό κάτω άκρο, ήταν τυφλός στον αριστερό οφθαλμό και με απώλεια του μισού οπτικού πεδίου στο δεξιό.
Ξεκίνησε ένα εντατικό πρόγραμμα φυσικής αποκατάστασης και ήταν σε θέση να περπατήσει μικρές αποστάσεις με πατερίτσες. Επίσης, είχε πολυδιψία που θεωρήθηκε ότι επρόκειτο για μια ψυχογενή πολυδιψία οφειλόμενη στους τραυματισμούς των μετωπικών λοβών. Στις 9-9-2013 μεταφέρθηκε στην Ορθοπεδική Χειρουργική της Hadassah - Ιατρικό Κέντρο του Εβραϊκού Πανεπιστημίου στο Ein Kerem, υποβλήθηκε σε μια πρόσθετη επέμβαση για τη στερέωση του κατάγματος στην κνήμη του, η μετεγχειρητική κατάστασή του ήταν καλή και μεταφέρθηκε πάλι στο Τμήμα Αποκατάστασης.
Αυτός συνέχισε με ένα πρόγραμμα εντατικής φυσικής αποκατάστασης, αλλά είχε ανάγκη από πατερίτσες για να περπατήσει και ήταν σε θέση να περπατήσει σε διάδρομο (walker) επί 10 λεπτά σε αργό ρυθμό, υποβλήθηκε σε εργασιοθεραπεία και άρχισε την βασική νευρογνωστική αποκατάσταση. Υποβλήθηκε σε εξάσκηση του οπτικού ελλείμματος του, επειδή το οπτικό πεδίο του είναι εξαιρετικά περιορισμένο από την τύφλωση στον αριστερό οφθαλμό και την απώλεια του κροταφικού πεδίου στον δεξιό οφθαλμό.
Εκτός από την απώλεια της όρασής του,παρατηρήθηκε ότι έχει πλήρη ανοσμία χωρίς αίσθηση της όσφρησης λόγω βλάβης και των δύο οσφρητικών νεύρων από την εκτεταμένη ζημία στην βάση του κρανίου. Όπως με όλους τους ασθενείς με ανοσμία, η ολική αίσθηση της γεύσης και της απόλαυσης από τα τρόφιμα, η οποία μεταδίδεται σε μεγάλο βαθμό από τη οσμή, ήταν σοβαρά διαταραγμένη.
Συνολικά κατά τη διάρκεια της αποκατάστασης το μέτρο της λειτουργικής ανεξαρτησίας του (F1M) βελτιώθηκε από 83/126 σε 110/126. Μια νευροψυχολογική αξιολόγηση προσδιόρισε ότι έχει δυσκολίες με την εκτελεστική λειτουργία που περιλαμβάνει ελλιπή αυτογνωσία, δυσκολίες στον προγραμματισμό και την οργάνωση της σκέψης, γνωστική επιβράδυνση, παθητικότητα, και δυσκολία στην αναστολή και τον αυτοέλεγχο που οδήγησαν σε παρορμητική και ανάρμοστη συμπεριφορά, προσδιορίστηκε δε ότι έχει περαιτέρω ανάγκη εκτεταμένης νευρογνωστικής και νευροψυχολογικής αποκατάστασης στα πλαίσια θεραπείας εξωτερικών ασθενών.
Ξεκίνησε ένα πρόγραμμα νευρογνωστικής και νευροψυχολογικής αποκατάστασης στα πλαίσια θεραπείας εξωτερικών ασθενών και υποβλήθηκε σε μια πλήρη νευρογνωστική και νευροψυχολογική αξιολόγηση στην Νευροψυχολογική Μονάδα Θεραπείας και Αποκατάστασης στην Ιερουσαλήμ, κατά την οποία βρέθηκε να πάσχει από σημαντική επιβράδυνση στο ρυθμό επεξεργασίας πληροφοριών που επηρεάζει ένα ευρύ φάσμα γνωστικών εργασιών.
Η γνωστική επιβράδυνση δεν είχε παρατηρηθεί σε προηγούμενες νευροψυχολογικές εξετάσεις που υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της ογδόης σχολικής τάξης, γεγονός που δείχνει ότι είναι σαφώς ένα αποτέλεσμα του τραυματισμού του εγκεφάλου του. Επίσης, παρατηρήθηκε ότι έχει ένα μέτριο έλλειμμα στην προσοχή που περιλάμβανε δυσκολία στη διατήρηση παρατεταμένης συγκέντρωσης και ένα έλλειμμα της μνήμης εργασίας και ότι στην εκτελεστική λειτουργία διαπιστώθηκε να έχει δυσκολία στην αντιμετώπιση ασαφών καταστάσεων, ανυπομονησία και μια τάση να ανταποκρίνεται κατά δυσανάλογο τρόπο σε καταστάσεις.
Επιπλέον, υπήρχαν ενδείξεις παρορμητικής συμπεριφοράς και έλλειψης αυτορρύθμισης. Στην αξιολόγηση της γλωσσικής λειτουργίας του, βρέθηκε να έχει κάποια δυσκολία στην έκφραση πολύπλοκων σκέψεων και κάποια δυσκολία στην εύρεση λέξεων, η γραφοκινητική λειτουργία του βρέθηκε να είναι αργή και να δυσκολεύεται να πιάσει σωστά τα γραφικά υλικά.
Στην ακαδημαϊκή αξιολόγηση, η ανάγνωση και η γραφή του είναι αργές και έχει σημαντική δυσκολία στην γραπτή έκφραση και ότι στην συναισθηματική αξιολόγηση δεν παρατηρήθηκε κατάθλιψη ή άγχος, αλλά εμφανίζει συναισθηματική ρηχότητα και έλλειψη συναισθηματικής αντίδρασης σε απώλεια. Είναι σημαντικό ότι βρέθηκε να έχει ένα υψηλό βαθμό κινήτρου να επιστρέψει σε όσο το δυνατόν υψηλότερο επίπεδο λειτουργίας.
Δεδομένων των σοβαρών σωματικών και γνωστικών ελλειμμάτων του, υποβλήθηκε σε αξιολόγηση από το Ισραηλινό Εθνικό Ασφαλιστικό Ίδρυμα για τον καθορισμό του βαθμού μόνιμης ανικανότητάς του. Μετά την αξιολόγηση από την Ιατρική Επιτροπή του Εθνικού Ασφαλιστικού Ιδρύματος, προσδιορίστηκε ότι η συνολική σωματική και ψυχική ανικανότητα του ήταν 89% της πλήρους ανικανότητας και ότι αυτός ο βαθμός ανικανότητας ήταν μόνιμος.
Κρίθηκε δε ακατάλληλος για υποχρεωτική θητεία στις Ένοπλες Δυνάμεις του Ισραήλ, όπως απαιτείται από το Νόμο. Έλαβε μέρος εθελοντικά σε ένα ειδικό πρόγραμμα για νέους με σωματικές και διανοητικές αναπηρίες, ώστε να είναι σε θέση να υπηρετήσει σε συγκεκριμένη θέση με αυστηρούς περιορισμούς στις φυσικές δραστηριότητες του".
Συνοπτικά στην ίδια αναφορά αναφέρεται ότι "ο ενάγων έχει υπέστη μια σοβαρή εγκεφαλική κάκωση στις 23-7-2013 που τον έχει αφήσει με εξοντωτικά νευρολογικά, νευρογνωστικά και νευροψυχολογικά ελλείμματα, όπως περιγράφηκαν παραπάνω. Υποβλήθηκε σε μακρά και δύσκολη εντατική και κατόπιν κανονική νοσοκομειακή θεραπεία, ως επίσης και σε εκτεταμένη αποκατάσταση.
Είναι τυφλός στον αριστερό οφθαλμό και έχει περιορισμένη όραση στον δεξιό οφθαλμό με ένα πλήρες έλλειμμα κροταφικού οπτικού πεδίου στο δεξιό οφθαλμό. Βρίσκεται σε υψηλό κίνδυνο ολικής τύφλωσης εάν υποστεί ακόμη και ελαφρύ τραυματισμό στον υπόλοιπο οφθαλμό. Δεν έχει καμία αίσθηση της όσφρησης. Όλες αυτές οι φυσικές ανικανότητες είναι αδιάστρεπτες και μόνιμες.
Τα νευρογνωστικά και νευροψυχολογικά ελλείμματα του είναι έντονα και περιλαμβάνουν σημαντικά και σοβαρά ελλείμματα στην εκτελεστική λειτουργία λόγω των τραυματισμών και στους δύο μετωπιαίους λοβούς του εγκεφάλου, γνωστική επιβράδυνση και αργό ρυθμό επεξεργασίας πληροφοριών, έλλειψη προσοχής και μνήμης εργασίας, δυσκολία στην έκφραση πολύπλοκων σκέψεων και στην έκφραση των θελήσεων του γραπτώς και παρορμητική συμπεριφορά με έλλειψη της ικανότητας να ελέγχει τη συμπεριφορά του.
Όλα αυτά τα ελλείμματα εκτίθενται λεπτομερώς παραπάνω. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι αυτές οι νευρογνωστικές και νευροσυμπεριφορικές αλλαγές είναι μόνιμες και δεν αναμένεται να υπάρξει σημαντική βελτίωση στην κατάσταση του τώρα, μια τριετία μετά τον τραυματισμό του. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι συλλογικά όλα τα νευρολογικά εμπόδια επιδρούν σοβαρά στην καθημερινή λειτουργία του και έχουν επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τις δυνατότητες του να συμβάλει και να λειτουργεί στην κοινωνία.
Η κοινωνική και πνευματική ανάπτυξη έχει μεταβληθεί δραστικά από τους τραυματισμούς που υπέστη στις 23-7-2013. Οι δυνατότητές του για καριέρα και κερδοφορία έχουν πλήρως μεταβληθεί κατά εξαιρετικά αρνητικό τρόπο. Έχει πάντως ιδιαίτερα κίνητρα και με μια εξαιρετικά υποστηρικτική οικογένεια και ως εκ τούτου ήταν σε θέση να κάνει μεγάλα βήματα στην προσπάθεια του να ξεπεράσει τους τραυματισμούς του.
Παρόλα αυτά, η έκταση της μόνιμης σωματικής και νευρολογικής ανικανότητας που είναι άμεσο αποτέλεσμα του τραυματισμού του επιδρά έντονα".[...] Στην εξεταζόμενη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων από το ατύχημα υπέστη μόνιμη βλάβη στην όραση, με ολική απώλεια αυτής στον αριστερό οφθαλμό και απώλεια κροταφικού πεδίου στο δεξιό οφθαλμό.
Ο ενάγων βρίσκεται σε κίνδυνο ολικής απώλειας της όρασης ακόμη και με ελαφρύ τραυματισμό, ενώ επήλθε και πλήρης απώλεια της όσφρησής του, γεγονός που διαταράσσει την ολική αίσθηση της γεύσης και της απόλαυσης από τη λήψη τροφής. Τα ανωτέρω είναι μόνιμα και μη αναστρέψιμα. Ακόμη, επήλθαν σ' αυτόν νευρογνωστικά και νευροψυχολογικά ελλείμματα, με ενδείξεις τον αργό ρυθμό στην επεξεργασία πληροφοριών, την έλλειψη προσοχής, τη δυσκολία στην έκφραση πολύπλοκων σκέψεων, τα οποία δεν αναμένεται να βελτιωθούν.
Οι καταστάσεις αυτές έχουν επιδράσει στην ικανότητά του για εργασία, αφού δεν θα μπορέσει να υπηρετήσει στο στρατό, παρά μόνο εντάχθηκε εθελοντικά σε ειδικό πρόγραμμα με νέους για σωματικές και διανοητικές αναπηρίες και έχουν μεταβληθεί οι δυνατότητες για καριέρα και κερδοφορία με εξαιρετικά αρνητικό τρόπο.
Συνεπώς, οι παραπάνω αναπηρίες, οι οποίες είναι μόνιμες, θα επηρεάσουν δυσμενώς τον ενάγοντα στο μέλλον του, ήτοι την επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική του εξέλιξη. Με τα δεδομένα αυτά, είναι βέβαιο ότι οι παραπάνω αναπηρίες του, λαμβανομένων υπόψη και των συντρεχουσών περιστάσεων, όπως την πολύ νεαρή ηλικία του, οπωσδήποτε θα έχουν δυσμενή επίδραση, όχι μόνο στην μελλοντική επαγγελματική του απασχόληση, αλλά και στην προσωπική, κοινωνική και οικονομική του εξέλιξη.
Θα έχουν επίσης αντίκτυπο στην καθημερινή του ζωή και σε προσωπικό επίπεδο, αφού πλέον θα πρέπει να περιορίσει τις συνήθεις απασχολήσεις των ατόμων της ηλικίας του, όπως η άθληση, ενόψει του μεγάλου περιορισμού της όρασης και του κινδύνου για ολική τύφλωση σε περίπτωση τραυματισμού, αλλά και ψυχολογικές επιπτώσεις λόγω της αδυναμίας στην όραση, την έλλειψη της όσφρησης και συνακόλουθα της .
μειωμένης αισθητικότητας, δηλαδή υπάρχουν επιπτώσεις στον τρόπο ζωής του και στις καθημερινές ενασχολήσεις και εκδηλώσεις (κοινωνικές - συναναστροφές κ.λπ.), αφού τον καθιστούν γενικά άτομο που μειονεκτεί έναντι των άλλων ατόμων της ηλικίας του. Για όλους τους ανωτέρω λόγους, ήτοι, της προπεριγραφείσας μόνιμης αναπηρίας του ενάγοντος και της δυσμενούς επιδράσεώς της, στο παρόν και στο μέλλον, στην προσωπική, κοινωνική, επαγγελματική και οικονομική πλευρά της ζωής του, το παρόν Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις πιο πάνω συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, προσωπικές ιδιότητες, κοινωνική και οικονομική κατάσταση του ενάγοντος, τη φύση και την έκταση της αναπηρίας του και τις επιπτώσεις της στη ζωή του, την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητάς του στην επέλευση του ενδίκου τροχαίου συμβάντος και του εξ αυτού τραυματισμού του), κρίνει ότι, σύμφωνα με όσα εκτενώς αναπτύσσονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δικαιούται, ως πρόσθετη αυτοτελή χρηματική παροχή, κατ' άρθρο 931 ΑΚ, όπως η εν λόγω διάταξη ερμηνεύεται και αναλύεται πιο πάνω, το εύλογο χρηματικό ποσό των εβδομήντα (70.000) ευρώ.
Πρέπει να λεχθεί ότι η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη ως προς το κονδύλιο πρόσθετης αποζημίωσης κατ' άρθρο 931 ΑΚ, διότι στο δικόγραφο της αναφέρονται όλα τα αναγκαία για τη νομική θεμελίωσή του στην προρρηθείσα διάταξη προσδιοριστικά στοιχεία, δηλαδή το είδος, η έκταση, ο βαθμός και οι συνέπειες της αναπηρίας στο μέλλον του παθόντος ενάγοντος^ καθώς και η ηλικία αυτού.
Επομένως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο σχετικός (τέταρτος κατά το πρώτο σκέλος του) λόγος έφεσης της εναγομένης, κατά τον οποίο δεν γίνεται επίκληση από τον ενάγοντα ειδικών περιστατικών, πέρα από εκείνα που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση αξιώσεων με βάση τα άρθρα 929 και 932 ΑΚ, τα οποία συνθέτουν την έννοια της αναπηρίας, δηλαδή τέτοια ιδιάζοντα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι, εξαιτίας των οποίων γεννώνται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική και κοινωνική ζωή του, προκειμένου να επιδικαστεί η χρηματική παροχή του άρθρου 931 ΑΚ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε, όμως, ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το βάσιμο συναφή λόγο της από 7-10-2018 έφεσης του ενάγοντος, που έκρινε ότι αυτός δικαιούται ως εύλογη πρόσθετη χρηματική παροχή του άρθρου 931 ΑΚ το ποσό των 65.000 ευρώ, αντί του (μεγαλύτερου) ποσού των 70.000 ευρώ, που πράγματι, δικαιούται για την εν λόγω αιτία, απορριπτομένου ως ουσία αβάσιμου του σχετικού (τέταρτου κατά το δεύτερο σκέλος του) λόγου έφεσης της εναγομένης, με τον οποία ισχυρίζεται ότι το προαναφερόμενο κονδύλιο της αγωγής έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο.
Τέλος, ο ενάγων, αφενός από τις ειδικές συνθήκες του αιφνίδιου, απρόσμενου και αναίτιου για τον ίδιο επιδίκου τροχαίου ατυχήματος, την ταλαιπωρία που υπέστη κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, λόγω του προρρηθέντος τραυματισμού του και των δυσμενών συνεπειών του στην εν γένει κατάσταση της υγείας του και τη σωματική του ευεξία, όπως και στην προσωπική, οικογενειακή και κοινωνική ζωή του, καθώς και από το ψυχικό και σωματικό άλγος που δοκίμασε, συνεπεία της φύσης, του είδους και της έκτασης των βαρύτατων πιο πάνω κακώσεών του, υπέστη ηθική βλάβη, για την οποία δικαιούται να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση.
Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη, με αξιολόγηση και στάθμιση όλων των διαμορφωτικών συνθηκών κατά τον κρίσιμο χρόνο του προσδιορισμού της, μεταξύ των άλλων, την ηλικία και τις λοιπές προσωπικές ιδιότητες του ενάγοντος - παθόντος (σχεδόν 18 ετών κατά τον χρόνο του ατυχήματος), τις συνθήκες και περιστάσεις της επίδικης αδικοπραξίας, όπως περιγράφονται αναλυτικά πιο πάνω, το είδος της προσβολής που δέχθηκε (ο ενάγων), τη φύση, το είδος και την έκταση του τραυματισμού του, καθώς και την έλλειψη οποιαδήποτε υπαιτιότητάς του στην πρόκληση του ατυχήματος και του εξ αυτού τραυματισμού του, όπως και τις συνέπειές του στην καθημερινότητά του, τη διάρκεια και την ένταση του πόνου και της ταλαιπωρίας που δοκίμασε απ' αυτόν και συνεχίζει να δοκιμάζει, τη διάρκεια του χρόνου της αναγκαίας τακτικής ιατρικής παρακολούθησής του και της αγωγής που ακολούθησε και θα συνεχίσει επί μακρόν να ακολουθεί, χωρίς να είναι πιθανή η αποθεραπεία του, την κοινωνική θέση και την οικονομική κατάσταση του ενάγοντος (δεδομένου ότι η ευθύνη της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας είναι εγγυητική), κρίνει ότι πρέπει να του επιδικασθεί για την ανωτέρω αιτία το ποσό των εβδομήντα χιλιάδων (70.000) ευρώ για την εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη, εξαιτίας του προρρηθέντος τραυματισμού του.
Το εν λόγω ποσό είναι δίκαιο και εύλογο, δηλαδή, ανάλογο, με τις συγκεκριμένες περιστάσεις της προκειμένης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρα 25 παρ.1 του Συντάγματος και 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, βλ. σχετ. και ΟλΑΠ 10/2017, 9/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση επιδίκασε στον ενάγοντα το ίδιο ποσό για την ως άνω αιτία, σε ορθή κρίση κατέληξε και οι αντίστοιχοι λόγοι έφεσης, τόσο του ενάγοντος, με τον οποίο ζητείται η επιδίκαση μεγαλύτερου ποσού, όσο και της εναγομένης, με τον οποίο ζητείται η κατ'ουσίαν απόρριψή του, άλλως η επιδίκαση μικρότερου ποσού, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι...".
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να επιδικάσει στον αναιρεσείοντα ως εύλογη χρηματική παροχή, για την ,συνεπεία του ένδικου ατυχήματος ,αναπηρία του, το ως άνω ποσό, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν είναι κατώτερο και μάλιστα καταφανώς εκείνου που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις επιδίκασης χρηματικής παροχής του άρθρου 931 ΑΚ ,με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτού και, συνακόλουθα ,ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. (και αληθώς μόνο από τον αριθμό 1), είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Όμως, το Εφετείο, κατά τον καθορισμό του ύψους της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του αναιρεσείοντα, για τον συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος τραυματισμό του, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, είναι κατώτερο και μάλιστα καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος), με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτών.
Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, (και αληθώς μόνο από τον αριθμό 1), με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, κατά την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 932 του ΑΚ, καθώς και εκείνης του άρθρου 25 του Συντάγματος, επιδίκασε σ' αυτόν, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης το ως άνω ποσό , το οποίο δεν τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας με την ηθική βλάβη που έγινε ανελέγκτως δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι έχει υποστεί από το ένδικο ατύχημα αυτός (αναιρεσείων), λαμβανομένου μάλιστα υπόψη και της ηλικίας του (18 ετών), κατά τον χρόνο του ατυχήματος , είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως γίνει εν μέρει δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμου του παραπάνω λόγου της, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ανωτέρω αναιρούμενο κεφάλαιό της, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), ενώ πρέπει περαιτέρω να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, σ' αυτόν (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα).
Τέλος, πρέπει, να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο της, την υπ' αριθμ. 113/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, κατά το κεφάλαιό της αυτό, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Νοεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ