Legislator Case Law & Legislation
1809/2023 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on debt succession, ruling prior claims bind successor company.

Case Number 1809/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against a final labor dispute judgment, overturning the lower court's dismissal of pre-transfer claims. The court found that the successor company was bound by the original employer's debts for claims arising before the business transfer, as the employment relationship continued until termination in late 2017. Consequently, the decision was reversed regarding claims up to February 2013, and the case was remitted for retrial on the remaining issues while the losing party was ordered to pay costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 321, 324, 325 of the Code of Civil Procedure; Article 486 of the Civil Code: A successor company is bound by the legal precedent established against the original employer for claims generated prior to the transfer, provided the employment relationship continued until termination.

Keywords

AI generated
legal precedent successor company labor dispute business transfer debt succession Code of Civil Procedure remittal for retrial

Cited Legislation

AI generated
Articles 321, 324, 325 of the Code of Civil Procedure
Article 486 of the Civil Code
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 22/2004
Supreme Court Case 740/2000
Supreme Court Case 470/2016
Supreme Court Case 714/2017

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1809 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1809/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Δούναβη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Κωνσταντίνας Χόρτη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1614/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2424/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-7-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Mε την από 27.7.2020 και αριθ. εκθ. κατάθ. 5876/719/12.8.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, υπ` αριθ. 2424/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564, 566 και 569 ΚΠολΔ και πρέπει κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ίδιου Κώδικα να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

2. Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 324, 325 αριθ. 1 ΚΠολΔ και 486 ΑΚ προκύπτει ότι δεν παράγεται δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση εκδοθείσα μεταξύ άλλων προσώπων, όπως είναι η απόφαση που εκδίδεται σε δίκη μεταξύ του δανειστή και ενός από τους εις ολόκληρον συνοφειλέτες (ΑΠ 22/2004).

Συνεπώς, επί οφειλής εις ολόκληρον υπάρχει παθητική ομοδικία μεταξύ των συνεναγομένων συνοφειλετών και το δεδικασμένο που δημιουργείται για τον ένα από αυτούς δεν ισχύει, κατ` αρχήν, και για τους άλλους (ΑΠ 740/2000). Από το συνδυασμό, όμως, των διατάξεων των άρθρων 225 παρ. 1 και 2 και 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο ειδικός διάδοχος του διαδίκου, είτε με βάση σύμβαση, είτε από το νόμο, είτε με πολιτειακή βούληση, εφόσον η διαδοχή συντελέστηκε μετά την εκκρεμοδικία, δηλαδή μετά την κατάθεση της αγωγής, δεσμεύεται από το δεδικασμένο που παράγεται από την τελεσίδικη απόφαση, που εκδόθηκε στη δίκη με τον αρχικό διάδικο (ΑΠ 470/2016, 714/2013).

Αντιθέτως δε, το δεδικασμένο δεν ισχύει για εκείνους που έγιναν ειδικοί διάδοχοι των διαδίκων πριν την έναρξη της δίκης και εξακολουθούν να είναι δικαιούχοι και κατά τη διάρκειά της (ΑΠ 470/2016, ΑΠ 2009/2013). Από τα παραπάνω προκύπτει ότι εκείνος που κατέστη συνοφειλέτης ως ειδικός διάδοχος αρχικού συνοφειλέτη, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το τέλος της, δεσμεύεται από το δεδικασμένο της τελεσίδικης απόφασης που εκδόθηκε με τον αρχικό συνοφειλέτη, παρά την υφιστάμενη μεταξύ τους παθητική εις ολόκληρον ενοχή.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 919 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, η αναγκαστική εκτέλεση γίνεται, όταν πρόκειται για δικαστικές αποφάσεις, υπέρ και κατά των προσώπων έναντι των οποίων ισχύει δεδικασμένο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των, υπέρ του υπαλλήλου, διατάξεων του παρόντος".

Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του Β.Δ. 16/18-7-1920. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του π.δ/τος 572/1988, με το οποίο εναρμονίσθηκε η ελληνική νομοθεσία προς εκείνη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ειδικότερα προς τις διατάξεις της 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας "τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, που υφίστανται κατά την ημερομηνία της, για οποιονδήποτε λόγο, μεταβίβασης, βαρύνουν, εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής, τον διάδοχο.

Με την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου (η οποία αναφέρεται σε δικαιώματα, από τυχόν υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης), μετά την, για οποιονδήποτε λόγο, μεταβίβαση, ο διάδοχος τηρεί τους όρους εργασίας, που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας".

Η εν λόγω Οδηγία τροποποιήθηκε με την αντίστοιχη 98/50/ΕΚ, με την οποία επιχειρήθηκε, μεταξύ άλλων να διευκρινιστεί με βάση τη νομολογία του ΔΕΚ η νομική έννοια της μεταβίβασης της επιχείρησης, να προβλεφθεί ρητά η εφαρμογή της στις ιδιωτικές και δημόσιες επιχειρήσεις και να προστατευτούν οι εργαζόμενοι από τις αρνητικές συνέπειες της μεταβίβασης της επιχείρησης.

Για την εξασφάλιση της προστασίας, ενδιαφέρει η διατήρηση των θέσεων εργασίας (η "υπόστασή" τους) και το αμετάβλητο των όρων παροχής αυτής (το "περιεχόμενό" τους, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι όροι αμοιβής) υπό το νέο φορέα της οικονομικής δραστηριότητας, που καθίσταται ο νέος εργοδότης. Η ερμηνεία τόσο της προϊσχύσασας Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ όσο και της ήδη ισχύουσας Οδηγίας 98/50/ΕΚ γίνεται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τότε ΔΕΚ) με ευρύ τρόπο.

Με τρόπο, δηλαδή, ο οποίος ευνοεί την κατάφαση "μεταβίβασης" ακόμη και σε περιπτώσεις, στις οποίες αυτή, εκ πρώτης όψεως, θα μπορούσε να αμφισβητηθεί (ενδεικτικά: απόφαση ΔΕΚ της 2-12-1999 υπόθεση C-234/98 [Allen κλπ] Συλλογή 1987 σ. Ι-8643, απόφαση ΔΕΚ της 11-3-1997 υπόθεση C-13/1995 [Suzen] Συλλογή 1997 σ. Ι-1259, απόφαση ΔΕΚ της 19-9-1995 υπόθεση C-48/94 [Rygaard] Συλλογή 1995 σ.

Ι- 2745). Προς προσαρμογή στην εν λόγω Οδηγία εκδόθηκε το π.δ. 178/2002 "Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων...", οι διατάξεις του οποίου, κατά το άρθρο 2 αυτού, εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη.

Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 4 του ανωτέρω π.δ/τος, "δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στον διάδοχο. Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος".

Ως "μεταβιβάζων" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, λόγω μεταβίβασης, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης, ενώ ως "διάδοχος" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, λόγω μεταβίβασης, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης.

Κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, για να υπάρχει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα, επί μέρους, στοιχεία της επιχείρησης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό τον νέο φορέα (εργοδότη), ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό, γεγονός που συμβαίνει, όταν η, κάθε είδους, ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον δεν μεταβάλλει την ταυτότητα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, δηλαδή συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση (ΑΠ 14/2012, 200/2009, 259/2006).

Ο τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ενδιαφέρει. Αρκεί το πραγματικό γεγονός ότι ο παλαιός εργοδότης χάνει την ιδιότητα του φορέα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και ο διάδοχος του αποκτά την ιδιότητα αυτή, έστω και προσωρινά. Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το αν συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης.

Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα κ.λπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών και η αξία τους, 3) η απασχόληση ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση, και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 1148/2017, 1850/2006).

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, πεδίο εφαρμογής του εξεταζόμενου θεσμού υπάρχει μόνον, όταν το στοιχείο που μεταβάλλεται στην εργασιακή σχέση είναι το πρόσωπο του εργοδότη, ενώ παραμένουν αμετάβλητα όλα τα άλλα. Εξ αντιδιαστολής συνάγεται, ότι δεν εφαρμόζεται ο θεσμός αυτός, όταν στη σχέση εργασίας το μεταβαλλόμενο στοιχείο δεν είναι ο εργοδότης.

Τέτοια περίπτωση συντρέχει όταν ο εργοδότης είναι νομικό πρόσωπο και μεταβάλλονται μόνον τα στοιχεία που συνδέονται με την εσωτερική δομή και λειτουργία του χωρίς, όμως, να μεταβάλλεται το νομικό πρόσωπο, όπως συμβαίνει επί κεφαλαιουχικών εταιριών, όταν αλλάζουν τα πρόσωπα των μετόχων, μεταβάλλεται η σύνθεση του Δ.Σ.

κλπ (ΑΠ 647/2003). Σύμφωνα δε με το άρθρο 4 παρ. 1 του π.δ/τος 178/2002, η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, κατά την έννοια που αναφέρθηκε, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το, μετά τη μεταβολή, χρονικό διάστημα.

Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων (ΑΠ 200/2009, 1468/2007, 1551/2006). Ενόψει αυτών, ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των μισθωτών να επηρεάζονται από τη μεταβίβαση, είτε τα δικαιώματα αυτά προέρχονται από Σ.Σ.Ε., από ατομική σύμβαση εργασίας ή από διαιτητική απόφαση, αρκεί η επιχείρηση να συνεχίζεται ως οικονομική μονάδα και να διατηρεί την ταυτότητά της με τον νέο φορέα, επιδιώκοντας τον ίδιο κερδοσκοπικό ή οικονομικό σκοπό (ΑΠ 1148/2017, 14/2012).

Μεταβιβάζεται, δηλαδή, το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ενοχικών και διαπλαστικών, καθώς και των προσδοκιών από τον παλαιό στον νέο εργοδότη (ΑΠ 390/2008), ο οποίος έτσι καθίσταται ειδικός διάδοχος αυτού. Ειδικότερα, ως χρέη της περιουσίας που μεταβιβάστηκε, νοούνται οποιοσδήποτε φύσης, είτε εκ σύμβασης είτε εξ αδικοπραξίας, αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος να υπήρχε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης (ΑΠ 909/2010), με την έννοια δε αυτή περιλαμβάνονται και εκείνα που, κατά το χρόνο της μεταβιβαστικής σύμβασης, τελούν υπό προθεσμία ή αίρεση, θεωρείται δε το χρέος γεννημένο πριν από τη μεταβίβαση, εφόσον τα παραγωγικά του γεγονότα είχαν συντελεστεί κατά τον χρόνο αυτόν, έστω και αν κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό μεταγενέστερα.

Πρέπει δηλαδή να έχουν συντελεστεί τα παραγωγικά της γέννησης του χρέους γεγονότα, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης και να μην γεννήθηκαν μεταγενέστερα, αρκεί να προέρχονται από μεταβολή ή επέκταση της ενοχής, που υπήρχε κατά τη μεταβίβαση, όπως οι τόκοι, ήτοι να υφίσταται πριν από το κρίσιμο αυτό χρόνο της μεταβίβασης, ο νομικός λόγος της γέννησής τους, και αν ακόμα τα λοιπά περιστατικά ανέκυψαν μεταγενέστερα και κατέστη αυτό το χρέος στη συνέχεια ληξιπρόθεσμο και απαιτητό (ΑΠ 1148/2017, 736/2002, 1154/1998), αρκεί να έχει καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό κατά τον χρόνο της πρώτης επ' ακροατηρίω συζήτησης της αγωγής.

Από το όλο πλέγμα των διατάξεων του ως άνω π.δ/τος 178/2002 και του ν. 2112/1920, προκύπτει ότι βασικός σκοπός αυτών είναι η προστασία των εργαζομένων από τις αρνητικές συνέπειες που μπορεί να έχει γι` αυτούς η αναδιάρθρωση, εξυγίανση και εν γένει μεταβίβαση της επιχείρησης. Με τις διατάξεις αυτές, καθιερώνεται, κατά κάποιο τρόπο, "πλάσμα δικαίου", με το οποίο, ουσιαστικά, ο νέος εργοδότης ταυτίζεται με τον προηγούμενο, ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, η δε εργασιακή σύμβαση του μισθωτού, θεωρείται ως μία και αδιαίρετη (ΑΠ 995/2017).

Είναι προφανές ότι η εν λόγω διάταξη διασπά την, κατά το άρθρο 479 ΑΚ, αρχή της περιορισμένης ευθύνης του αποκτώντος την επιχείρηση και καθιερώνει και για αυτόν απεριόριστη ευθύνη έναντι των μεταφερόμενων μισθωτών. Σύμφωνα, όμως, με το ίδιο ως άνω άρθρο 4 παρ. 1 του π.δ/τος 178/2002, ο προηγούμενος εργοδότης, και μετά τη μεταβίβαση, ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με το νέο εργοδότη για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος (ΑΠ 525/2013, 339/2011).

Καθιερώνεται δηλαδή, για τις ανωτέρω υποχρεώσεις, παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ του παλαιού και του νέου εργοδότη (άρθρο 481 ΑΚ), η οποία, όμως, εφόσον η υποχρέωση του νέου εργοδότη επέρχεται λόγω ειδικής διαδοχής στην υφιστάμενη υποχρέωση του παλαιού, δεν αποκλείει εννοιολογικά, ενόψει της διάταξης του άρθρου 486 ΑΚ, την ειδική διαδοχή στην υποχρέωση και, συνακόλουθα, την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 325 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Κατά συνέπεια, σε περίπτωση μεταβολής στο πρόσωπο του εργοδότη, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 325 και 919 ΚΠολΔικ, η εκδοθείσα, σε βάρος του παλαιού, δικαστική απόφαση δημιουργεί δεδικασμένο και μπορεί να εκτελεστεί και κατά του νέου εργοδότη (ΑΠ 959/2022. 575/2019, 116/2021, 1378/2021).

3. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.

ΑΠ 10/2011). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 726/2017, 319/2015, 1060/2014).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημά της (ΟλΑΠ 2/2019).

Το ορισμένο ή αόριστο και το νόμιμο ή μη του δικογράφου της αγωγής, όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται σ` αυτή και αποτελούν την ιστορική της βάση, εκτιμάται μεν κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας, εφόσον το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν ανάγει σε λόγο αναιρέσεως την εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, εάν όμως το δικαστήριο εκείνο έλαβε υπόψη γεγονότα εκτός της αγωγής ή αγνόησε τέτοια περιεχόμενα σ` αυτή, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στη δίκη ως αναγκαία για τη νομιμότητά της, ιδρύεται αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ (ΑΠ 1309/2020, 430/2002).

4. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο του δικογράφου της ένδικης αγωγής, το οποίο εκτιμάται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο, σ' αυτό εκτίθενται ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα προσλήφθηκε στις 22.2.2002 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την πρώτη εναγόμενη και μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." για να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος- ταμίας με τελευταίο συμφωνηθέντα μηνιαίο μισθό 990,07 ευρώ.

Ότι η ως άνω εργοδότριά της έπαυσε από τον μήνα Μάϊο του έτους 2012 να της καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές της και ότι άσκησε από 26.2.2013 το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας της, η οποία κρίθηκε νόμιμη με την 242/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και υποχρεώθηκε η πρώτη εναγόμενη να της καταβάλει ποσό 15.993,93 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και μισθούς υπερημερίας από τον μήνα Απρίλιο του έτους 2012 έως και τον μήνα Ιούνιο του έτους 2013 και επίδομα Πάσχα του έτους 2013.

Ότι, η επίσχεση εργασίας της, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, δεν ήρθη, λόγω δε της εξακολουθητικής άρνησης της πρώτης εναγόμενης εργοδότριάς της να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, με την άσκησή της (ένδικης αγωγής), δήλωσε ότι υπολαμβάνει ότι η τελευταία προέβη σε άτακτη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της και, συνεπώς, η πρώτη εναγόμενη- εργοδότριά της, επιπλέον του ανωτέρω ποσού, που της έχει ήδη επιδικαστεί, της οφείλει για αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 8.085,57 ευρώ, για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1.7.2013 έως 20.11.2017 και επίσης για αποδοχές και επιδόματα άδειας και εορτών των αντίστοιχων ετών το συνολικό ποσό των 63.694,41 ευρώ, από τα οποία αφαιρεί τις μικρότερες αποδοχές, ποσού 24.048,52 ευρώ, που έλαβε από εργασία που αναγκάστηκε να αναλάβει σε άλλον εργοδότη.

Ότι για τις ανωτέρω συνολικές απαιτήσεις της κατά της πρώτης εναγόμενης ευθύνονται, εις ολόκληρον με αυτή, αφενός η δεύτερη εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία ιδρύθηκε στις 6.2.2013 και απέκτησε την επιχείρηση, που μέχρι τότε ασκούσε η πρώτη εναγόμενη, ήτοι δύο καταστήματα σούπερ μάρκετ, αξίας 400.000 ευρώ, τα οποία αποτελούσαν και τα μόνα περιουσιακά στοιχεία της πρώτης εναγόμενης, καθώς άπαντα τα λοιπά καταστήματά της είχαν ήδη μεταβιβαστεί ή κλείσει, η δε δεύτερη εναγόμενη τελούσε σε γνώση ότι η επιχείρηση που αποκτούσε αποτελούσε το σύνολο της περιουσίας της πρώτης εναγόμενης, αφετέρου δε οι τρίτος και τέταρτος των εναγόμενων και μη διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη, μέτοχοι και νόμιμοι εκπρόσωποι της πρώτης εναγόμενης, για τον λόγο ότι καταχρηστικά επικαλούνται την αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της εταιρείας, καθώς παρέλειπαν να τη χρηματοδοτούν επαρκώς και κάλυπταν μέσω της εταιρικής περιουσίας προσωπικά τους έξοδα, συγχέοντας έτσι την προσωπική τους με την εταιρική περιουσία.

Περαιτέρω επικαλούμενη ότι όλες οι ένδικες απαιτήσεις της είχαν γεννηθεί πριν τη σύμβαση μεταβίβασης της επιχείρησης της πρώτης εναγόμενης στη δεύτερη απ' αυτές, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος, να της καταβάλουν το ποσό των 19.212,45 ευρώ, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγόμενων να της καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος το ποσό των 20.433,44 ευρώ, κατά τις στην αγωγή διακρίσεις, και επιπλέον να αναγνωριστεί ότι οι δεύτερη, τρίτος και τέταρτος των εναγόμενων οφείλουν να της καταβάλουν και το ποσό των 16.344,07 ευρώ, που έχει ήδη καταδικαστεί να της καταβάλει η πρώτη εναγόμενη, με το νόμιμο τόκο κάθε επιμέρους ποσό.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, ερήμην της πρώτης εναγόμενης, η υπ' αριθ. 1614/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποίαν, αφού κρίθηκε νόμιμη, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν ως προς τους τρίτο και τέταρτο των εναγόμενων, έγινε δεκτή κατ' ουσίαν ως προς τις πρώτη και δεύτερη των εναγόμενων, οι οποίες :

α) υποχρεώθηκαν να καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, στην ενάγουσα το ποσό των 18.748,67 ευρώ, με το νόμιμο τόκο και β) αναγνωρίστηκε η υποχρέωσή τους να καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, στην ενάγουσα το ποσό των 20.433,44 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, και τέλος αναγνωρίστηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 15.993,44 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε η από 20.9.2019 και αριθ. κατάθ. 80684/6279/23.9.2019 έφεση της δεύτερης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τους αναιρετικούς λόγους έλεγχο μέρος ότι, σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής "....η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι οι αξιώσεις της σε βάρος της πρώτης εναγόμενης εργοδότριας εταιρείας με την επωνυμία "..." για δεδουλευμένες αποδοχές από το μήνα Απρίλιο του έτους 2012 έως και τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2013, αποδοχές υπερημερίας από τον μήνα Μάρτιο του έτους 2013 έως και τον μήνα Ιούνιο του ιδίου έτους και αποδοχές μη ληφθείσας άδειας για το έτος 2012, επίδομα εορτών Πάσχα του έτους 2013, για τις οποίες εκδόθηκε η υπ' αριθ. 242/2015 καταστάσα τελεσίδικη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ασκήθηκαν δια της, από 1.7.2013 και αριθ.

κατ. 92489/3153/3.7.2013, αγωγής.

Συνεπώς, οι αξιώσεις της αυτές κατέστησαν εκκρεμείς στη σχετική ανοιγείσα δίκη από τις 3.7.2013, με δεδομένο ότι εχώρησε και αντίστοιχη επίδοση της ως άνω αγωγής προς ολοκλήρωση της ασκήσεώς της κατ' άρθρο 215 παρ. 1 ΚΠολΔ. Παράλληλα εκτίθενται ότι η πρώτη εργοδότρια εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία "..." από τις αρχές Φεβρουαρίου του έτους 2013 είχε παύσει να λειτουργεί (είχε αδρανοποιηθεί) και είχε μεταβιβάσει την επιχείρησή της "ως σύνολο" στην τότε ιδρυθείσα και νυν εναγόμενη εκκαλούσα εταιρεία και δη από 6.2.2013, οπότε αυτή και ιδρύθηκε με το, υπ' αριθ. ..., συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πειραιά Γεωργίου Ελευθ. Τριανταφυλλάκη. Επομένως, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας η μεταβίβαση της επιχείρησης της πρώτης εναγόμενης εταιρείας στη δεύτερη εναγόμενη εταιρεία έλαβε χώρα σε χρόνο (6.2.2013) πριν καταστούν εκκρεμείς σε σχέση με την δεύτερη εναγόμενη εταιρεία οι ως άνω αξιώσεις της που εξοπλίστηκαν ήδη με τον ως άνω εκτελεστό τίτλο. Ως εκ τούτου, με την ως άνω μεταβίβαση επιχείρησης δεν εχώρησε ταυτόχρονα και διαδοχή των αξιώσεων αυτών της ενάγουσας ως παθητικό της πρώτης εργοδότριας εταιρείας στη δεύτερη και ήδη εκκαλούσα εταιρεία.

Συνεπώς, ως προς τα κεφάλαιά της αυτά η αγωγή, και δη συνολικού ποσού ύψους 15.993,93 ευρώ, είναι μη νόμιμη ως προς τη δεύτερη εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα. Περαιτέρω, ως προς τα κεφάλαια της αγωγής που εμπεριέχουν αξιώσεις της ενάγουσας σε βάρος και της δεύτερης εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας για αποδοχές υπερημερίας από 1.7.2013 έως 30.11.2017, για αποζημίωση απόλυσης, για επιδόματα εορτών Πάσχα των ετών από 2014 έως 2017, για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων των ετών από 2013 έως 2017, για επιδόματα αδείας των ετών από 2014 έως 2017, για τις οποίες δεν εχώρησε δικαστική διάγνωση και ασκήθηκαν το πρώτον δια της ως άνω ένδικης αγωγής, εκκινώντας και πάλι από το γεγονός ότι κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς η μεταβίβαση της επιχείρησης της πρώτης εναγόμενης εταιρείας στη δεύτερη εναγόμενη εταιρεία έλαβε χώρα στις 6.2.2013, άγεται συμπέρασμα μη νομιμότητάς τους.

Και τούτο διότι, οι αξιώσεις της αυτές δεν είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες και απαιτητές κατά τον χρόνο μεταβίβασης της επιχείρησης από την πρώτη εναγόμενη στη δεύτερη εναγόμενη. Ειδικότερα, οι ως άνω αξιώσεις της ενάγουσας κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές σε χρόνο μεταγενέστερο της ως άνω μεταβίβασης επιχείρησης, αφού αυτή έλαβε χώρα κατά τα ως άνω εκτιθέμενα στις 6.2.2013.

Τούτο δε ως νομικό επακόλουθο διότι η αγωγή ως προς τη δεύτερη εναγόμενη επιστηρίζεται στις διατάξεις περί ευθύνης λόγω (ειδικής) διαδοχής της επιχείρησης της πρώτης εναγόμενης προς τη δεύτερη και όχι και στη μεταβίβαση της εργασιακής σχέσης και των εξ αυτής αξιώσεων στη δεύτερη εναγόμενη περί της οποίας ουδείς λόγος γίνεται σε αυτήν.

Έσφαλε επομένως η εκκαλουμένη, η οποία δέχθηκε τα ως άνω κεφάλαια της αγωγής ως νόμω και ως ουσιαστικώς βάσιμα και επιδίκασε σε βάρος της δεύτερης εναγόμενης- εκκαλούσας τα, στο διατακτικό της, αναφερόμενα ποσά. Γι' αυτό θα πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της δεύτερης εναγόμενης- εκκαλούσας κατά το μέρος αυτό ως βάσιμος και κατ' ουσίαν, να εξαφανισθεί εν μέρει η εκκαλουμένη και αφού κρατηθεί η υπόθεση και εξετασθεί ως προς τα κεφάλαια αυτά η αγωγή, να απορριφθούν ως μη νόμιμα...".

5. Η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση με τις από τους αρ. 1 και 8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις του άρθρου 479 ΑΚ, τις οποίες και δεν εφάρμοσε, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή της κατά τα προαναφερόμενα αιτήματά της, μη λαμβάνοντας υπόψη του τον έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό της ότι οι ένδικες απαιτήσεις της αποτελούν χρέη της μεταβιβασθείσας στην αναιρεσίβλητη- δεύτερη εναγόμενη επιχείρησης από την εργοδότριά της πρώτη εναγόμενη και μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη εταιρεία, για τα οποία αυτή υπέχει έναντι αυτής (αναιρεσείουσας) εις ολόκληρον ευθύνη από τον νόμο.

Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην υπό στοιχείο 2 νομική σκέψη και με βάση τα ιστορούμενα στην ένδικη αγωγή πραγματικά περιστατικά η αναιρεσίβλητη- δεύτερη εναγόμενη ευθύνεται ως διάδοχος κατά το ουσιαστικό δίκαιο και δη με το π.δ. 78/2002 και όχι με το 479 ΑΚ, το οποίο δεν ήταν εφαρμοστέο, πλην όμως συμπίπτει κατ' αποτέλεσμα με την πρόβλεψη του ειδικότερου ως άνω εφαρμοστέου π.δ/τος ως προς την ευθύνη του αποκτώντος για τα υφιστάμενα μέχρι τη μεταβίβαση της επιχείρησης χρέη από εργατικές απαιτήσεις, ωστόσο αυτή (αναιρεσίβλητη- δεύτερη εναγόμενη) δεν κατέστη και ειδικός διάδοχος της πρώτης εναγόμενης κατά το δικονομικό δίκαιο και σύμφωνα με το άρθρο 325 ΚΠολΔ, ώστε να δεσμεύεται από το δεδικασμένο της υπ' αριθ. 242/2015, τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία εργατικών διαφορών) κατά της εργοδότριας- πρώτης εναγόμενης ούτε και με την επέκταση της εκτελεστότητας, σύμφωνα με το άρθρο 919 ΚΠολΔ, της ως άνω απόφασης κατ' εκείνης ως προς τα συγκεκριμένα χρέη, καθότι η μεταβίβαση της επιχείρησης της πρώτης εναγόμενης εταιρείας στην αναιρεσίβλητη- δεύτερη εναγόμενη έλαβε χώρα την 6.2.2013, ήτοι πριν καταστούν εκκρεμείς οι επίδικες ως άνω απαιτήσεις της ενάγουσας- αναιρεσείουσας με την άσκηση της από 1.7.2013 και αριθ.

κατάθ. 92489/3153/3.7.2013, αγωγής της επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω τελεσίδικη απόφαση. Επομένως, η αναιρεσίβλητη- δεύτερη εναγόμενη είναι μεν κατά το ουσιαστικό δίκαιο εις ολόκληρον οφειλέτης μετά του αρχικού εργοδότη, για τις μέχρι τη μεταβίβαση εργατικές απαιτήσεις, πλην όμως κατόπιν έκδοσης και κατ' αυτής δικαστικής απόφασης, η οποία θα αποτελέσει τίτλο εκτελεστό για τις ίδιες απαιτήσεις εις βάρος της.

Εφόσον δε από την επισκόπιση της ένδικης αγωγής, κατά το μέρος που αναφέρεται και κατά της αποκτώσας, παρατίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την ευθύνη του αρχικού εργοδότη μέχρι τη μεταβίβαση της επιχείρησης και απαιτούνται και για τη θεμελίωση των αξιώσεων και κατά του αποκτώντος, η αγωγή είναι νόμιμη με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις του π.δ/τος, κατά της αναιρεσίβλητης- δεύτερης εναγόμενης, για τις απαιτήσεις της ενάγουσας, που, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, αφορούσαν υφιστάμενα κατά το χρόνο της μεταβίβασης, ήτοι μέχρι την 6.2.2013, χρέη της μεταβιβάσασας εταιρείας- πρώτης εναγόμενης "..." προς την αναιρεσίβλητη- δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία "...", ενώ δεν είναι νόμιμη για τις απαιτήσεις της αναιρεσείουσας- ενάγουσας για τις, μετά την 6.2.2013 και μέχρι τον Νοέμβριο του έτους 2017, απαιτήσεις της, που αφορούν μισθούς υπερημερίας λόγω επίσχεσης εργασίας, αποζημίωση απόλυσης, επιδόματα εορτών, επιδόματα αδείας, που κατά τους αγωγικούς και πάλι ισχυρισμούς γεννήθηκαν μετά την 6.2.2013, ήτοι απαιτήσεις, που γεννήθηκαν μετά την επικαλούμενη μεταβίβαση της επιχείρησης της πρώτης εναγόμενης προς την αναιρεσίβλητη- δεύτερη εναγόμενη και όχι απαιτήσεις γεννημένες προ του χρόνου της μεταβίβασης και περαιτέρω χωρίς να εκτίθεται στην ένδικη αγωγή ότι μεταβιβάστηκαν στην τελευταία ως διάδοχο, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που είχε αυτή (αναιρεσείουσα- ενάγουσα) από τη σχέση εργασίας της με την πρώτη εναγόμενη- εργοδότριά της και κατά συνέπεια συντρεχουσών και των προϋποθέσεων των άρθρων 325 και 919 ΚΠολΔ, να μπορεί να γίνει λόγος για δημιουργία δεδικασμένου και δυνατότητα εκτέλεσης της εκδοθείσας σε βάρος του παλαιού εργοδότη δικαστικής απόφασης κατά του νέου, αλλά αντίθετα η ίδια μετά την ως άνω μεταβίβαση, κατά τους αγωγικούς της ισχυρισμούς, εξακολούθησε να προσφέρει την εργασία της στην πρώτη εναγόμενη μέχρι τον Νοέμβριο του έτους 2017, οπότε και θεώρησε ότι της καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας της.

Συνακόλουθα, οι ως άνω λόγοι της αίτησης είναι βάσιμοι για τις, μέχρι τις 6.2.2013, απαιτήσεις της αναιρεσείουσας- ενάγουσας και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Οι αιτιάσεις ότι οι, μετά την 6.2.2013, αξιώσεις της σχετίζονται με μεταβολή ή επέκταση υφισταμένης ενοχής και συνεπώς εντάσσονται στα χρέη της μεταβιβάσασας εταιρείας- πρώτης εναγόμενης είναι αβάσιμες, καθότι οι γενεσιουργοί λόγοι των ένδικων αυτών απαιτήσεων (μισθοί υπερημερίας για ασκηθείσα επίσχεση εργασίας μετά την 6.2.2013, αποζημίωση απόλυσης για την καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας, που πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο του έτους 2017, καθώς και επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2013- 2017) γεννήθηκαν μετά την επικαλούμενη μεταβίβαση επιχείρησης και δεν αποτελούν μεταβολή ή επέκταση προηγούμενης οφειλής, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην πιο πάνω υπό στοιχείο 2 νομική σκέψη, λαμβανομένων υπόψη και των αγωγικών και προαναφερόμενων ως άνω ισχυρισμών και δη ότι η εργασιακή σχέση της αναιρεσείουσας- ενάγουσας συνεχίστηκε μεταξύ αυτής και της πρώτης εναγόμενης και μετά την ιστορούμενη μεταβίβαση της επιχείρησης.

Κατ` ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της, που αφορά τις απαιτήσεις της αναιρεσείουσας μέχρι την 6.2.2013 και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, που πρέπει να συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την, υπ` αριθ. 2424/2020, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση κατά το, στο σκεπτικό, αναφερόμενο μέρος προς νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία

η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και

ήδη Αντιπρόεδρος, Δήμητρα Ζώη

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ