Legislator Case Law & Legislation
1809/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court's dismissal of claim due to lack of reasoning on specific facts.

Case Number 1809/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court of Thessaloniki's dismissal of a construction contract claim. The appellate court had rejected the plaintiffs' request for damages but failed to provide specific reasoning regarding the defendants' performance and the construction status at the time of the contract's expiration. Consequently, the court found the appeal admissible because the lower court's decision lacked the necessary legal basis for the second defendant, rendering the appeal review impossible without addressing these omitted facts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 528, 559, 580, 495, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must allow an appeal when the appellate court's decision lacks reasoning on specific facts necessary for the application of substantive law, thereby depriving the decision of its legal basis and making further review impossible.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility lack of reasoning legal basis requirement construction contract dispute damages claim remittal for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 528 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1809 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1809/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κοινοπραξίας με την επωνυμία ... και το διακριτικό τίτλο ... που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Γιαλαμά και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Π. του Α., 2) Μ. Π. του Α., 3) Δ. Π. του Γ., 4) Α. Π. του Γ., κατοίκων Θεσσαλονίκης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη, που ανακάλεσε την από 15/10/2020 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/1/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 934/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 697/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/5/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 697/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η από 10-3-2017 και με αριθμό κατάθεσης 1065/2017 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της με αριθμό 2347/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε απορρίψει την από 10-1-2016 και με αριθμό κατάθεσης 318/2016 αγωγή των αναιρεσειόντων, ένεκα πλασματικής ερημοδικίας τους, συνισταμένη στη μη καταβολή του αναλογούντος τέλους δικαστικού ενσήμου.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατ' άρθρ. 528 Κ.Πολ.Δ, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την παραπάνω αγωγή, με την οποία οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι να καταβάλουν, νομιμοτόκως, το συνολικό ποσό των 81.270 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα και το συνολικό ποσό των 19.336,80 ευρώ στο δεύτερο ενάγοντα, ως αποζημίωσή τους από την αποθετική ζημία που υπέστησαν, καθώς και για δαπάνες που υποβλήθηκαν αχρεωστήτως, με βάση την ενοχή από εργολαβική σύμβαση, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής ως μη νόμιμη, έκρινε νόμιμη την αγωγή κατά την κύρια βάση της, ως στηριζόμενη στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 341, 343 παρ.1, 346, 681, 694 παρ.2 ΑΚ και στη συνέχεια την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 25/2004, ΑΠ 275/2018). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο διέλαβε στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασής του τις ακόλουθες πραγματικές παραδοχές: "Με το υπ' αριθμ. 3685/13-07-2006 εργολαβικό συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Αναστασιάδου, που καταρτίστηκε ανάμεσα στους εναγόμενους, ως οικοπεδούχους, την πρώτη ενάγουσα, ως εργολάβο εταιρία, και το δεύτερον ενάγοντα ως εκ τρίτου συμβαλλόμενο (σύζυγο της νομίμου εκπροσώπου της πρώτης ενάγουσας), συμφωνήθηκε η ανέγερση από την εργολάβο εταιρία επί οικοπέδου, ιδιοκτησίας των οικοπεδούχων, κείμενου στην Πυλαία Θεσσαλονίκης, πολυώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, έναντι εργολαβικού ανταλλάγματος ποσοστού 44,72% εξ αδιαιρέτου, που υποσχέθηκαν οι οικοπεδούχοι να μεταβιβάσουν κατά κυριότητα στην εργολάβο εταιρία ή σε τρίτα υποδεικνυόμενα από αυτήν πρόσωπα.

Η καταβολή της αμοιβής στην εργολάβο εταιρία συμφωνήθηκε να γίνει τμηματικά, δηλαδή: α) ποσοσό 14,72% με την έκδοση της οικοδομικής άδειας, β) ποσοστό 10% με την αποπεράτωση οπλισμένου σκυροδέματος σκελετού και τοιχοποιίας, γ) ποσοστό 10% με την αποπεράτωση των επιχρισμάτων και δ) ποσοστό 10% με την αποπεράτωση των χώρων της αντιπαροχής των οικοπεδούχων, των κοινόχρηστων και κοινόκτητων χώρων και του περιβάλλοντος χώρου, την εξόφληση του ΙΚΑ και των λοιπών ασφαλιστικών φορέων και την κατάθεση δικαιολογητικών στους οργανισμούς κοινής ωφέλειας για τη σύνδεση των χώρων της αντιπαροχής και των κοινόχρηστων χώρων με τη ΔΕΗ και την ΕΥΑΘ.

Ο δεύτερος των εναγόντων, κάτοχος ονομαστικών τίτλων δικαιώματος μεταφοράς συντελεστή δόμησης, υποσχέθηκε να συναινέσει στη μεταφορά στο οικόπεδο των εναγομένων των ανωτέρω τίτλων, ώστε να δομηθούν επιπλέον 263,55 τ.μ. αντί των 395,328 τ.μ. που αρχικά είχαν προβλεφθεί και κατέβαλε το απαιτούμενο για την ολοκλήρωση της διαδικασίας μεταφοράς και αύξησης του συντελεστή δόμησης, επ' ωφελεία των εναγομένων, ποσό των 4.836,80 ευρώ, μολονότι δεν είχε τέτοια οικονομική, υποχρέωση, ενώ εκείνοι ανέλαβαν την υποχρέωση να του μεταβιβάσουν ποσοστό 11,05% εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, που αντιστοιχεί σε διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου, εμβαδού 81,52 τ.μ.

μικτών, αμέσως με την έκδοση της οικοδομικής άδειας με τη μεταφορά του συντελεστή δόμησης. Το υπόλοιπο ποσοστό 44,23% εξ αδιαιρέτου παρακράτησαν για λογαριασμό τους οι εναγόμενοι, το οποίο αντιστοιχούσε στους διαιρεμένους χώρους της κατασκευασθησόμενης οικοδομής. Ότι την 01-08-2008 η πρώτη ενάγουσα κατέβαλε στον πρώτο εναγόμενο ποσό 5.000 ευρώ, προκειμένου ο τελευταίος να αποπληρώσει την εισφορά σε χρήμα προς το Δήμο Πυλαίας, που βάρυνε τους οικοπεδούχους, ώστε να ξεκινήσει η ανοικοδόμηση του οικοπέδου.

Η οικοδομική άδεια εκδόθηκε την 20-02-2008 και η αποπεράτωση του έργου συμφωνήθηκε να γίνει εντός προθεσμίας 26 μηνών από την έκδοση της άδειας αυτής. Με την υπ' αριθμ. 6251/19-06-2009 συμβολαιογραφική πράξη της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου προέβησαν στην τροποποίηση του εργολαβικού προσυμφώνου, λόγω αναθεώρησης της οικοδομικής άδειας με επιπλέον κατασκευή β' υπογείου και στέγης - σοφίτας με χρήση κατοικίας, και ειδικότερα στην τροποποίηση των χώρων της αντιπαροχής των οικοπεδούχων και του εργολαβικού ανταλλάγματος λόγω της κατασκευής των ως άνω πρόσθετων χώρων.

Με το ίδιο συμβόλαιο οι εναγόμενοι παρείχαν εντολή και πληρεξουσιότητα στην πρώτη ενάγουσα να μεταβιβάσει με αυτοσύμβαση στον εαυτό της ποσοστό 34,72% εκ του εργολαβικού της ανταλλάγματος και στο δεύτερο ενάγοντα να μεταβιβάσει με αυτοσύμβαση στον εαυτό του ποσοστό 11,05% εξ αδιαιρέτου ως αντάλλαγμα για τη μεταφορά του συντελεστή δόμησης, την οποία στη συνέχεια ανακάλεσαν με το υπ' αριθ. 6252/19-06-2009 συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου που καταχωρήθηκε νόμιμα στο οικείο Κτηματολογικό Γραφείο προέβησαν σε σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας για τις αντιστοιχούσες στους ίδιους διαιρετές ιδιοκτησίες και στη διανομή των διαιρετών χώρων μεταξύ των συγκυρίων προ πάσης ανεγέρσεως.

Λόγω της οικονομικής κρίσης και της καθυστέρησης των δημόσιων φορέων στην ολοκλήρωση των έργων και των υποδομών τους (ΔΕΗ, φυσικό αέριο, αποχέτευση), προέκυψε αδυναμία της πρώτης ενάγουσας να χρηματοδοτεί το έργο με τους ίδιους ρυθμούς χωρίς καθυστερήσεις, με αποτέλεσμα την 17-12-2012 οι εναγόμενοι, με εξώδικη δήλωση που απέστειλαν στην πρώτη ενάγουσα να την κηρύξουν έκπτωτη και την 31-07-2013 να πραγματοποιηθεί η βίαιη αποβολή της από το έργο σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 2669/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων), που διέταξε, κατόπιν συμφωνίας των μερών, την προσωρινή απόδοση της νομής στους εναγομένους σε περίπτωση μη αποπεράτωσης και παράδοσης του έργου στους εναγομένους μέχρι την 25-07-2013, γεγονός που θα αποδεικνύεται από τη νόμιμη θεώρηση της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής, πράγμα που δεν κατέστη εφικτό.

Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η καθυστέρηση στην παράδοση του έργου δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα της πρώτης εξ αυτών, αλλά στην καθυστέρηση των οικοπεδούχων να ταχτοποιήσουν την εισφορά σε χρήμα του οικοπέδου και την απομάκρυνση καταστήματος ανταλλακτικών που υπήρχε στο οικόπεδο και την συνακόλουθη καθυστέρηση στην έκδοση της οικοδομικής άδειας, στο διπλασιασμό της δομήσιμης επιφάνειας, στη χρήση πολυτελών υλικών, στην καθυστέρηση των δημόσιων φορέων για τη σύνδεση της οικοδομής με κοινωφελή δίκτυα, στην οικονομική κρίση, στις καθυστερήσεις και δυσχέρειες συνεννόησης με τους εναγομένους.

Ότι οι εναγόμενοι δεν προέβησαν, όπως όφειλαν, σε σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας και δεν μεταβίβασαν σε αυτούς τα ποσοστά εξ αδιαιρέτου που τους ανήκουν με βάση το εργολαβικό, σύμφωνα με το οποίο υποχρεούνται οι οικοπεδούχοι: α) σε περίπτωση έκπτωσης της εργολάβου, να της μεταβιβάσουν ποσοστά που αντιστοιχούν μέχρι το στάδιο που θα βρίσκεται η οικοδομή κατά τη στιγμή της έκπτωσης, ακόμη και μετά τη συντέλεση αυτής της έκπτωσης, ήτοι ποσοστό 42,72% εξ αδιαιρέτου (98% στάδιο περάτωσης οικοδομής επί του συνολικού δικαιούμενου ποσοστού 44,72%), άλλως 34,72% εξ αδιαιρέτου λόγω της πλήρους αποπεράτωσης των επιχρισμάτων, που αντιστοιχούν στους χώρους που περιγράφονται στην αγωγή (διαμερίσματα ισογείου Δ1, Δ3, εμβαδού 106 και 54,39 τ.μ.μικτών αντίστοιχα, διαμέρισμα β' ορόφου Δ2-Δ3, εμβαδού 122,61 τ.μ.

μικτών, αποθήκη στο 1ο υπόγειο 2-3, εμβαδού 116,48 τ.μ. μικτών, διαμέρισμα στον γ' όροφο στην ταράτσα, εμβαδού 60 τ.μ. μικτών), β) να μεταβιβάσουν στο δεύτερο εξ αυτών το ποσοστό των 11,05% εξ αδιαιρέτου, που αντιστοιχεί σε διαμέρισμα του β' ορόφου Δ1, εμβαδού 81,52 τ.μ. μικτών, αμέσως μετά την έκδοση της οικοδομικής άδειας με τη μεταφορά συντελεστή δόμησης.

Οι ενάγοντες ισχυρίζονται, περαιτέρω, ότι εξ αιτίας της ανωτέρω συμπεριφοράς των εναγομένων, να μην προβούν στη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας και σε μεταβίβαση των αναλογούντων σε αυτούς ποσοστών εξ αδιαιρέτου, υπέστησαν ζημία, που συνίσταται στην αδυναμία χρήσης και εκμετάλλευσης από την ημέρα της αποβολής τους από το έργο (31-07-2013) και για χρονικό διάστημα 29 μηνών μέχρι την άσκηση της αγωγής (11-01-2016) των ιδιοκτησιών τους, και στην απώλεια μισθωμάτων από τη μίσθωση των ιδιοκτησιών σε τρίτους, συνολικού ποσού 76.270 ευρώ για την πρώτη εξ αυτών και συνολικού ποσού για το δεύτερο εξ αυτών, ζητούν δε, με την αγωγή τους, να τους καταβληθούν τα ποσά αυτά.

Όμως δεν αποδείχθηκε αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγομένων με την κήρυξη των εναγόντων εκπτώσεων της αποπερατώσεως του έργου, λόγω της καθυστέρησης των στην διενέργεια των εργασιών αποπεράτωσης της οικοδομής, όπως είχε συμφωνηθεί με το εργολαβικό συμβόλαιο, ούτε κάποια υπαιτιότητα αυτών, μη εξετασθέντος, προς τούτο, και κάποιου μάρτυρος από τους ενάγοντες.

Δυνάμει του άρθρου 9 της εργολαβικής σύμβασης, το οποίο ουδέποτε τροποποιήθηκε, ρητά συμφωνήθηκε η αποπεράτωση του όλου έργου της ανέγερσης της οικοδομής, μέσα σε προθεσμία είκοσι έξι (26) μηνών από την έκδοση της άδειας ανοικοδόμησης και την παράδοση ελεύθερου του οικοπέδου. Η αποπεράτωση συμφωνήθηκε να περιλαμβάνει και τα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη, πράγματα και εγκαταστάσεις, τα οποία θα έπρεπε να είναι έτοιμα για λειτουργία, ενώ ταυτόχρονα θα έπρεπε να διενεργηθεί και η παράδοση προς τους ενάγοντες των παραπάνω περιγραφομένων οριζόντιων ιδιοκτησιών τους, εντελώς έτοιμων και κατάλληλων προς χρήση και οίκηση, πλην από τη σύνδεση με ΔΕΗ και ΕΥΑΘ των χώρων της αντιπαροχής των εναγομένων και των κοινόχρηστων σύμφωνα με τη συγγραφή υποχρεώσεων.

Δυνάμει του ίδιου ως άνω άρθρου, συμφωνήθηκε ότι, σε περίπτωση καθυστερήσεως της παράδοσης των χώρων της αντιπαροχής, κατά τα συμφωνηθέντα, στους εναγόμενους οικοπεδούχους πέραν της προθεσμίας των είκοσι έξι (26) μηνών από την ημερομηνία χορήγησης της άδειας οικοδόμησης και μετά την παρέλευση απράκτου ετέρας προθεσμίας ενός (1) έτους, αυτοί ως οικοπεδούχοι δικαιούνται πρόσθετα και πέραν των άλλων δικαιωμάτων τους, να κηρύξουνε την εργολάβο έκπτωτη του όλου έργου με απλή εξώδικη δήλωσή τους, εγγράφως, κοινοποιούμενη με δικαστική επιμελητή, αμέσως δε η εργολάβος θα υποχρεούνταν να εγκαταλείψει το έργο και να απομακρυνθεί από τις οικοδομικές εργασίες, ενώ οι εναγόμενοι οικοπεδούχοι θα ηδύναντο να συνεχίσουνε τις οικοδομικές εργασίες μόνοι τους ή με άλλο εργολάβο, σε βάρος της έκπτωτης ενάγουσας εργολάβου, του εργολαβικού συμβολαίου κηρυσσόμενου ως τίτλου εκτελεστού και εκκαθαρισμένου.

Το αυτό δικαίωμα έκπτωσης συμφωνήθηκε και για την περίπτωση που η εργολάβος δεν έκανε έναρξη των οικοδομικών εργασιών σε διάστημα ενός (1) έτους από την παράδοση του οικοπέδου και την έκδοση της άδειας ανοικοδόμησης, επιπλέον δε, εάν η εργολάβος διέκοπτε τις οικοδομικές εργασίες για χρονικό διάστημα πέραν των έξι (6) μηνών, ευθυνόμενη παράλληλα στην αποκατάσταση οποιασδήποτε ζημίας (θετικής ή αποθετικής) η οποία έγινε στους οικοπεδούχους συνεπεία της παραπάνω παραβάσεως.

Η άδεια ανοικοδόμησης χορηγήθηκε από τη Διεύθυνση Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, στις 20-2-2008, ήτοι περί το ενάμισο (1,5) έτος από την υπογραφή του εργολαβικού συμβολαίου, κατά το χρόνο δε αυτό, το επίδικο οικόπεδο είχε ήδη τεθεί στη διάθεση της εργολάβου, ελεύθερο και απαλλαγμένο από κάθε βάρος και η εργολάβος ήταν ήδη ενημερωμένη για κάθε χαρακτηριστικό του οικοπέδου.

Ως εκ τούτου και με δεδομένο ότι οι εναγόμενοι οικοπεδούχοι είχανε ήδη εκπληρώσει πλήρως, σύννομα και προσηκόντως τη δική τους παροχή, καθ' ον τρόπο υποχρεούντο εκ του συνομολογηθέντος προσυμφώνου και εργολαβικού συμβολαίου, ο τελικός χρόνος για την παράδοση της οικοδομής και των οριζόντιων ιδιοκτησιών των οικοπεδούχων υπολογίζεται στις 20-4-2010.

Η πρώτη ενάγουσα εργολάβος, κατά το χρόνο της τροποποίησης του εργολαβικού συμβολαίου, ήτοι την 19-6-2009, συνομολόγησε ότι είχε ήδη εκτελεσθεί το μεγαλύτερο κομμάτι του έργου και, ως εκ τούτου, παρά την πρόβλεψη για τη διενέργεια επιπλέον εργασιών με την προδιαλαμβανόμενη αναθεώρηση, δεν συμφωνήθηκε η παράταση του χρόνου παράδοσης του έργου, την οποία ουδέποτε η εργολάβος αξίωσε από τους οικοπεδούχους.

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι οικοπεδούχοι, σε κανένα από τα στάδια αποπεράτωσης του έργου, προέβησαν σε σχετική έγγραφη υπόδειξη προς την ενάγουσα εργολάβο, προκειμένου να προβεί σε τροποποίηση των εκτελούμενων οικοδομικών εργασιών, ή απαίτησαν τη χρήση πολυτελών υλικών κατά την κατασκευή του έργου, τα οποία υπερέβαιναν τις συμφωνηθείσες υποχρεώσεις της ενάγουσας εργολάβου.

Έτσι, η πρώτη ενάγουσα υποσχέθηκε με την ως άνω εργολαβική σύμβαση την ολοκλήρωση όλων των εργασιών και την παράδοση του επίδικου έργου μέχρι την 20-4-2010, ήτοι εντός προθεσμίας είκοσι έξι (26) μηνών από την έκδοση άδειας ανοικοδομήσεως, που έλαβε χώρα την 20-2-2008. Συνεπεία των ανωτέρω, οι εναγόμενοι ήδη νόμιμα έχουνε κηρύξει έκπτωτη την ενάγουσα εργολάβο με την από 12-12-2012 εξώδικη δήλωσή τους η οποία της κοινοποιήθηκε την 17-12-2012, οι δε έννομες συνέπειες από την έκπτωση της πρώτης ενάγουσας, σύμφωνα με την εργολαβική σύμβαση, έχουν ήδη επέλθει από την 17-12-2012, από την ημέρα δε αυτή, έπαυσε η υποχρέωση των εναγομένων οικοπεδούχων να μεταβιβάσουνε στην εργολάβο ή σε τρίτα πρόσωπα που θα υποδείξει αυτή ποσοστά εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου των, ή να πληρώσουνε εργολαβικό αντάλλαγμα ή άλλη αμοιβή, με τη σημείωση ότι υποχρεούνται να μεταβιβάσουνε στην εργολάβο τα ποσοστά που αντιστοιχούν μέχρι το στάδιο που βρισκόταν η οικοδομή κατά το χρόνο της έκπτωσης (17-12-2012).

Κατόπιν των ανωτέρω, εφόσον νόμιμα και χωρίς δική τους υπαιτιότητα οι εναγόμενοι κήρυξαν την ενάγουσα εργολάβο ως έκπτωτη της εργολαβικής σύμβασης, η αγωγή είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη έφεση πρέπει να γίνει δεκτή από τυπική και ουσιαστική άποψη, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση και να δικασθεί από το παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, πρέπει δε να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη".

Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τους αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., η πρώτη αναιρεσείουσα, κοινοπραξία, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση το σφάλμα της παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 341, 343 παρ.1, 346, 361, 383 επ., 681, 694 παρ.2 ΑΚ, δια των ελλιπών, άλλως ασαφών αιτιολογιών της, σχετικά με το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή, με βάση αποδεικτικό πόρισμα ότι δεν βαρύνει υπαιτιότητα τους αναιρεσίβλητους που την κήρυξαν έκπτωτη από το έργο, ενώ στην ελάσσονα πρόταση της απόφασης αυτής ουδόλως διαλαμβάνονται σαφείς αιτιολογίες για το κρίσιμο ζήτημα της ενδοσυμβατικής ευθύνης των εναγομένων - αναιρεσίβλητων, η οποία αφορά στο μετά τη συντέλεση της έκπτωσης και της αποβολής της αναιρεσείουσας από το έργο, το οποίο ζήτημα ευθύνης αποτελούσε την ιστορική βάση της αγωγής και, έτσι, το αντικείμενο της δίκης.

Κατά τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, αποτελούσε αγωγικό ισχυρισμό, ότι σύμφωνα με το εργολαβικό συμβόλαιο, σε περίπτωση έκπτωσης του εργολάβου οι οικοπεδούχοι υποχρεούνται να της μεταβιβάσουν ποσοστά που αντιστοιχούν μέχρι το στάδιο που θα βρίσκεται η οικοδομή κατά τη στιγμή της έκπτωσης, ακόμη και μετά τη συντέλεση αυτής της έκπτωσης, ενώ στο αποδεικτικό της πόρισμα η προσβαλλόμενη απόφαση καταλήγει ότι οι οικοπεδούχοι υποχρεούνται να μεταβιβάσουν στην εργολάβο τα ποσοστά που αντιστοιχούν μέχρι το στάδιο που βρισκόταν η οικοδομή κατά το χρόνο της έκπτωσης (17-12-2012).

Δεν διέλαβε όμως, αιτιολογίες σε ποιο ακριβώς στάδιο βρισκόταν η οικοδομή κατά το χρόνο αυτό της έκπτωσης, αν και ποια ποσοστά ήταν υποχρεωμένοι να μεταβιβάσουν οι οικοπεδούχοι στην εργολάβο, αν αθέτησαν την υποχρέωσή τους αυτή και αν υπέστησαν ζημία οι αναιρεσείοντες (ο δεύτερος ως εκ τρίτου συμβαλλόμενος).

Έτσι, το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος αν συνέτρεχαν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες το Εφετείο δεν εφάρμοσε. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ.19 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ, κατ' ορθήν εκτίμηση και όχι και από τον αριθ.1 του ίδιου άρθρου, που επίσης ενάριθμα παραθέτει η πρώτη αναιρεσίβλητη, αφού επικαλείται έλλειψη αιτιολογιών και όχι εσφαλμένη ερμηνεία των ουσιαστικών διατάξεων ή υπαγωγικό σφάλμα παραδοχών του Εφετείου στις διατάξεις αυτές, είναι βάσιμος στην ουσία του.

Επειδή η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού καλύπτει ολόκληρη την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα, παρέλκει η εξέταση του πρώτου αναιρετικού λόγου, από τον αριθ.8 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη, ως "πράγμα", την κύρια αγωγική βάση, που οριοθετούσε το αντικείμενο της δίκης.

Επίσης παρέλκει και η έρευνα του τρίτου αναιρετικού λόγου, από τον αριθ.11 περ.γ' του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο η πρώτη αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση το σφάλμα ότι δεν έλαβε υπόψη της την με αριθμό 2410/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε προσκομίσει με επίκληση, με την οποία είχε γίνει μερικά δεκτή αγωγή της για καταδίκη των αναιρεσίβλητων σε δήλωση βούλησης, κατ' άρθρ. 949 Κ.Πολ.Δ, σχετικά με την επίδικη εργολαβική σύμβαση.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.9 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία, όπως ιδίως αυτή της αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής, τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου (Ολ.

ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1431/2019, ΑΠ 1093/2014, ΑΠ 615/2013), όχι όμως και λόγου έφεσης, ή μη λήψη υπόψη του οποίου θεωρείται "πράγμα", όταν εκφέρεται παράπονο σχετικά με αυτοτελή ισχυρισμό και ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ (Ολ. ΑΠ 3/2008, ΑΠ 13/2014, ΑΠ 29/2012). Ο παρών λόγος αναίρεσης, από τον αριθ.9 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται όταν υπάρχει παντελής σιωπή του δικαστηρίου, ως προς αυτοτελή αίτηση των διαδίκων, είτε στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 109/2016, ΑΠ 1175/2015, ΑΠ 652/2014, ΑΠ 326/2014), είτε στο αιτιολογικό της με προσόντα διατακτικού (ΑΠ 42/2007).

Η περίπτωση του αναιρετικού τούτου λόγου διαφέρει της "σιγή απόρριψης" της αίτησης (ΑΠ 143/2017), οπότε δυνατόν να ιδρυθεί ο λόγος του αριθ.19 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ, για έλλειψη "αιτιολογίας. "Σιγή απόρριψη" υπάρχει, όταν από τη μη απάντηση στο αίτημα συνάγεται απόρριψή του. Δεν συνάγεται όμως σιγή απόρριψη, όταν τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό υπάρχει παντελής σιωπή του δικαστηρίου επί του αιτήματος και δεν προκύπτει από την απόφαση κάποια ένδειξη σχετικά με το λόγο για τον οποίο αυτή αντιπαρήλθε με σιγή το αίτημα (ΑΠ 1478/2005, ΑΠ 1559/2004, ΑΠ 1259/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλμα από τον αριθ.9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, διατεινόμενος ότι η απόφαση άφησε την αγωγή, ως προς αυτόν, αδίκαστη. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ), σαφώς προκύπτει ότι γίνεται αναφορά στην ιστορική βάση και του αιτήματος της αγωγής, ως προς τον δεύτερο ενάγοντα - αναιρεσείοντα, ως εκ τρίτου συμβαλλόμενο στην εργολαβική σύμβαση, στον δε ελάσσονα συλλογισμό της διαλαμβάνονται παραδοχές για το περιεχόμενο της συμφωνίας να συναινέσει ο ίδιος ενάγων στη μεταφορά συντελεστή δόμησης, έναντι υποχρέωσης των οικοπεδούχων να του μεταβιβάσουν ποσοστό 11,05% επί του οικοπέδου, που αντιστοιχεί σε διαμέρισμα εμβαδού 81,52 τ.μ., καθώς και για την καταβολή από το δεύτερο ενάγοντα του ποσού των 4.836,80 ευρώ, ως έξοδα μεταφοράς του συντελεστή, που βάρυναν τους εναγομένους.

Τέλος, στο διατακτικό, σε συνάρτηση με το αιτιολογικό, το Εφετείο, απέρριψε σαφώς την αγωγή συνολικά, δηλαδή και ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο.

Συνεπώς, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, είναι αβάσιμος, αφού η αγωγή του δεν αφέθηκε αδίκαστη. IV. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης, από τον αριθ.19 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ, επικουρικό του πρώτου λόγου, ο δεύτερος αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 297, 298, 341, 343 παρ.1, 346, 361, 383 επ.

ΑΚ, αιτιώμενος παντελή έλλειψη άλλως ασάφεια και αντιφατικότητα αιτιολογιών, σχετικά με την απόρριψη της αγωγής ως προς αυτόν. Με όσα διέλαβε το Εφετείο στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασης, που προεκτέθησαν, ειδικά και για τον αμέσως προηγούμενο αναιρετικό λόγο, δεν αιτιολογεί αν ο δεύτερος ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του, ως εκ τρίτου συμβαλλόμενου στην εργολαβική σύμβαση, σε ποιό στάδιο βρισκόταν η οικοδομή κατά το χρόνο έκπτωσης της πρώτης αναιρεσίβλητης, εργολάβου (17-12-2012) και αν είχε κατασκευαστεί το διαμέρισμα δευτέρου ορόφου, εμβαδού 81,52 τ.μ., που είχαν συμφωνήσει οι αναιρεσίβλητοι οικοπεδούχοι να μεταβιβάσουν στον δεύτερο αναιρεσίβλητο.

Έτσι, όμως, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την αγωγή και ως προς τον δεύτερο ενάγοντα, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος αν συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες δεν εφάρμοσε. Άρα, ο παρών λόγος αναίρεσης, είναι βάσιμος.

Επειδή δε η αναιρετική του εμβέλεια καλύπτει ολόκληρη την απόφαση, ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα, παρέλκει η έρευνα του τρίτου και τελευταίου, επικουρικού, λόγου, από τον αριθ.11γ' του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο ο δεύτερος αναιρεσείων επικαλείται το δικονομικό σφάλμα της μη λήψης υπόψη της με αριθμό 8287/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε με επίκληση προσκομίσει, με την οποία έγινε μερικά δεκτή αγωγή του περί καταδίκης των ήδη αναιρεσίβλητων σε δήλωση βούλησης, κατ' άρθρ. 949 Κ.Πολ.Δ, σχετική με την επίδικη εργολαβική σύμβαση.

Μετά από όλα τα παραπάνω, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την κύρια βάση της από 10-01-2016 αγωγής. Στη συνέχεια πρέπει, κατά την παρ.3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από διαφορετικό δικαστή, από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ.3 του άρθρου 495 Κ.Πολ.Δ, η απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που καταβλήθηκε για την άσκηση της αναίρεσης και τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους και κατά παραδοχή των σχετικών αιτημάτων τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 697/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που απέρριψε την κύρια βάση της από 10-01-2016 αγωγής.

Παραπέμπτει την απόφαση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που καταβλήθηκε για την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ