Legislator Case Law & Legislation
1809/2018 AI generated

1809/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1809/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1809/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1809 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 1809/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Κ. Π. του Ν., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Τάρτη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ.2297/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαρτίου 2018 αίτησή του αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 485/2018.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη υπ' αριθμ. 1/30.3.2018 έκθεση - δήλωση του Κ. Π., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2297/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, (η οποία - κατ' έφεση δικάζοντας - κήρυξε τον ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για το αδίκημα της οπλοχρησίας και των ασκόπων πυροβολισμών και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, ασκήθηκε παραδεκτώς και εμπροθέσμως κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ (καταχώρηση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο την 20.3.2018).

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2168/1993, όπλα θεωρούνται και τα αντικείμενα που είναι πρόσφορα για επίθεση ή άμυνα και ιδιαίτερα τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή, μεταξύ των οποίων και κάθε πυροβόλο όπλο (παρ. Ια). Κατά δε το άρθρο 12 παρ. 1 και 2 περίπτ. α του ίδιου νόμου απαγορεύονται οι άσκοποι πυροβολισμοί και οι παραβάτες τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου περιέχει τα πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.

Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.

Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.

Περίπτωση εξ άλλου εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.ε' ΚΠοινΔ υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2297/2017 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ' είδος προσδιορίζει (καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, αναφερόμενα έγγραφα που νομίμως αναγνώσθηκαν, απολογία του κατηγορουμένου) αποδείχθηκαν - κατά το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο - τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά - κατά πιστή μεταφορά - "Στο ...

στις 20-5-2012 και περί ώρα 6:00 μμ ο κατηγορούμενος μαζί με τον αδερφό του Α. Π. και με άλλο άγνωστης ταυτότητας πρόσωπο βρίσκονταν στον προαύλιο χώρο μίας εγκαταλελειμμένης μονοκατοικίας παρακείμενης της πατρικής οικίας του κατηγορουμένου, αλλά και της οικοδομής, στην οποία βρίσκεται η κατοικία των τριών μαρτύρων κατηγορίας.

Οι μάρτυρες άκουσαν πυροβολισμούς και ο πρώτος μάρτυρας μαζί με την τρίτη μάρτυρα και σύζυγό του βγήκαν στο μπαλκόνι του τρίτου ορόφου για να διαμαρτυρηθούν για τους άσκοπους πυροβολισμούς. Ακολούθησε λεκτική αντιπαράθεση του κατηγορούμενου με τους πρώτο και τρίτη των μαρτύρων (μάλιστα αποκάλεσε "γίδα" την τρίτη εξ αυτών) και στη συνέχεια ο κατηγορούμενος πήρε από τα χέρια του άγνωστου προσώπου, που τον συνόδευε, το περίστροφο, που αυτό κρατούσε, και πυροβόλησε με αυτό στον αέρα, επιδεικτικά και άσκοπα, 7-8 φορές.

Συνεπώς, αποδεικνύεται ότι στον ανωτέρω τόπο και χρόνο ο κατηγορούμενος με μία πράξη τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και συγκεκριμένα α) με πρόθεση προέβη σε άσκοπους πυροβολισμούς αν και αυτό απαγορεύεται και ειδικότερα προέβη στη ρίψη 4 έως 5 βολών με αγνώστου ταυτότητας περίστροφο αν και αυτό απαγορεύεται και β) με πρόθεση με χρήση όπλου ήτοι αντικειμένου που είναι πρόσφορο για επίθεση ή άμυνα διέπραξε πλημμέλημα από δόλο και ειδικότερα με αγνώστου ταυτότητας περίστροφο διέπραξε το αδίκημα των άσκοπων πυροβολισμών.

Τα ανωτέρω αποδείχθηκαν από τις πειστικές καταθέσεις των τριών πρώτων μαρτύρων, εκ των οποίων οι πρώτος και τρίτη ήταν αυτόπτες μάρτυρες, ενώ ο δεύτερος (αδερφός της τρίτης) αυτήκοος μάρτυς, αφού βγήκε και αυτός στο μπαλκόνι της κείμενης στο δεύτερο όροφο της οικοδομής οικίας του, άκουσε τι διημείφθη αλλά λόγω της ύπαρξης κάποιων δέντρων δεν είχε οπτική επαφή με τον κατηγορούμενο.

Τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν αναιρούνται από την κατάθεση της μάρτυρος υπεράσπισης, η οποία κατά το χρόνο αυτό βρισκόταν εντός της πατρικής οικίας του κατηγορουμένου, σε χώρο όπου δεν είχε οπτική επαφή με τον κατηγορούμενο, ούτε μπορούσε να ακούσει τι ειπώθηκε, και άρα γνωρίζει όσα της μετέφερε ο ίδιος ο κατηγορούμενος.

Επίσης δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι δε βρέθηκαν κάλυκες στο χώρο κατά την αυτοψία, που διενεργήθηκε αρκετές ώρες αργότερα, αφού αφενός τα περίστροφα δεν αποβάλλουν κάλυκες, αφετέρου σε κάθε περίπτωση ο κατηγορούμενος είχε όλο το χρόνο να τους μαζέψει. Απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η καταγγελία, στην οποία προέβη ο πρώτος κατηγορούμενος αρκετές ώρες μετά το συμβάν, έγινε για λόγους εκδίκησης λόγω των κακών σχέσεων των οικογενειών τους και της αντιδικίας που υπήρχε μεταξύ μελών των δύο οικογενειών αφού αποδείχθηκε ότι οι λόγοι που οδήγησαν τον πρώτο των μαρτύρων να καταγγείλει το ως άνω περιστατικό στην αστυνομία ήταν η προστασία τους από την επανάληψη παρόμοιων περιστατικών αν λάβει κανείς υπόψη τον κίνδυνο που διατρέχουν από τους άσκοπους πυροβολισμούς στον αέρα σε συνδυασμό με τη θέση του διαμερίσματός τους στον τρίτο όροφο της παρακείμενης οικοδομής και του γεγονότος ότι έχουν μικρό παιδί, η δε καθυστέρηση μεταξύ του χρόνου που έλαβε χώρα το ως άνω περιστατικό και του χρόνου της καταγγελίας οφείλεται στις μεταξύ τους, αλλά και με τον αδερφό της τρίτης εξ αυτών, συζητήσεις για το αν πρέπει να προβούν σε καταγγελία ή όχι αναλογιζόμενοι προφανώς και τις προβληματικές σχέσεις μεταξύ των δύο οικογενειών λόγω μίας παλαιάς αντιδικίας.

Τελικά προέκριναν ότι η ασφάλεια των ίδιων και του παιδιού τους είναι πιο σημαντική και προσήλθε ο πρώτος εξ αυτών στο AT περί τις 8.30 μμ της ιδίας, για να καταγγείλει το περιστατικό, και έδωσε πολύ αργότερα κατάθεση, λόγω αναμονής όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι δεν ήταν λόγοι εκδίκησης που οδήγησαν τον πρώτο μάρτυρα να καταγγείλει τις άδικες πράξεις του κατηγορούμενου, αφού η παλαιά αντιδικία μεταξύ του Α. (πατέρα της τρίτης μάρτυρος και πεθερού του πρώτου) και του πατέρα του κατηγορουμένου είχε λήξει από το έτος 2007, με αθώωση μάλιστα του Α., και στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα ο πρώτος μάρτυρας ή η τρίτη και σύζυγός του δεν προέκυψε ότι προέβησαν σε καταγγελία οιουδήποτε περιεχομένου στρεφόμενοι κατά μέλους της οικογένειας του κατηγορουμένου.

Άλλωστε το ότι το μόνο κίνητρο για την καταγγελία του περιστατικού στις αρχές ήταν ο φόβος του πρώτου μάρτυρα και της συζύγου του από τους κινδύνους που ενέχει η πράξη των άσκοπων πυροβολισμών στον αέρα και μάλιστα σε σχέση με τη θέση του διαμερίσματός τους και όχι λόγοι εκδίκησης ή αντιζηλίας αποδεικνύει και το γεγονός ότι παρ ότι όπως κατέθεσαν και οι τρεις μάρτυρες κατηγορίας ο κατηγορούμενος αποκάλεσε την τρίτη εκ αυτών "γίδα", αυτή δε ζήτησε την ποινική του δίωξη για την πράξη της εξύβρισης, πράξη στην οποία θα προέβαινε αν σκοπός της ήταν απλώς η εκδίκηση του κατηγορουμένου.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις πράξεις που του αποδίδονται και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσης".

Ακολούθως κήρυξε τον κατηγορούμενο ήδη αναιρεσείοντα ένοχο του ότι: "στο ... στις 20-5-2012, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και συγκεκριμένα:

1)Με πρόθεση προέβη σε άσκοπους πυροβολισμούς αν και αυτό απαγορεύεται και ειδικότερα προέβη στη ρίψη 7 έως 8 βολών άσκοπα στον αέρα με αγνώστου ταυτότητας περίστροφο αν και αυτό απαγορεύεται και, 2) Με πρόθεση με χρήση όπλου ήτοι αντικειμένου που είναι πρόσφορο για επίθεση ή άμυνα διέπραξε πλημμέλημα από δόλο και ειδικότερα με αγνώστου ταυτότητας περίστροφο διέπραξε το περιγραφόμενο στην υπό στοιχείο (1) κατηγορία πλημμέλημα από δόλο".

Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων της οπλοκατοχής και της ρίψεως άσκοπων πυροβολισμών, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ α, 27 παρ. 1, 51, 53, 79 και 94 Π.

Κ. και τις οικείες διατάξεις του Ν. 2168/1993, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως η εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα το Δικαστήριο εκθέτει στην προσβαλλομένη απόφαση με πληρότητα και χωρίς ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του ν. 2168/1993 και από τα οποία (περιστατικά), κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήδη αναιρεσείων προέβη στη ρίψη άσκοπων πυροβολισμών δια της χρήσεως του ως άνω όπλου.

Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχεία Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι της ενδίκου αναιρέσεως για έλλειψη εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με την επίκληση της κατ' επίφαση ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως λόγου αναιρέσεως, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικάσαντος Δικαστηρίου, και εκ τούτου, είναι απαράδεκτες και απορριπτέες.

Μετά από αυτά πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρ.476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 1/30.3.2018 έκθεση - δήλωση του Κ. Π. του Ν., κατοίκου ..., περιοχή ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2297/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ