1809/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο - Εισηγητή, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1809/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η άποψη αυτή συμπορεύεται και με τη διάταξη του όρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, με την οποία καθιερώνεται "το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη", όχι με την έννοια της ορθότητας της αποφάσεως, αλλά της έγκαιρης, ουσιαστικής και αδιάβλητης υπό διαδικαστικές (δικονομικές) εγγυήσεις, διεξαγωγής της δίκης, ώστε να είναι δυνατή η αντικειμενική αναζήτηση της αλήθειας και η έγκαιρη και αποτελεσματική προστασία του διαδίκου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1809 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1809/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο - Εισηγητή, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Θ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Χρονόπουλο, για αναίρεση της υπ’ αριθ. Α1315/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 24 Φεβρουαρίου 2016 αίτησή του αναιρέσεως η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2016.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 23 και 171 παρ. 1 στοιχ. α’ του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της επ’ ακροατηρίου διαδικασίας, λόγω κακής συνθέσεως του Δικαστηρίου, που ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ίδιου Κώδικος λόγο αναιρέσεως, όταν ο δικαστικός λειτουργός, του οποίου έγινε δεκτή δήλωση αποχής από την άσκηση των καθηκόντων του σε συγκεκριμένη υπόθεση, μετέσχε στη συνέχεια στη σύνθεση του Δικαστηρίου που εκδίκασε την υπόθεση αυτή Ειδικότερα δε, με το άρθρο 23 παρ.3 του ΚΠοινΔ, εκτός των στο άρθρο 14 του ιδίου Κώδικος αναγραφομένων λόγων αποκλεισμού, με τη συνδρομή κάποιου των οποίων, τα δικαστικά πρόσωπα που αναφέρονται σε αυτό δεν δύνανται να ασκήσουν τα καθήκοντά τους ως και του στο επόμενο όρθρο 15 εδ.1 λόγου εξαιρέσεως, που επιβάλλει επίσης την αποχή αυτών από την ενάσκηση των καθηκόντων του σε ορισμένη υπόθεση, περίπτωση τέτοιας αποχής εμφανίζεται επίσης και όταν σοβαροί λόγοι ευπρέπειας επιβάλλουν αυτή.
Ο όρος "ευπρέπεια" περιέχει κρίση αντικειμενική, ενώ η "ευθιξία" είναι ιδιότητα του ατόμου. Η εξαντλητική απαρίθμηση των σοβαρών λόγων ευπρεπείας είναι αδύνατη, διότι αυτό είναι ζήτημα πραγματικό, για το οποίο θα κρίνει κάθε φορά το αρμόδιο Δικαστήριο ή Συμβούλιο, που επιλαμβάνεται του θέματος, κατά τις κρατούσες δεοντολογικές αντιλήψεις.
Γενικώς, τέτοιοι λόγοι ευπρεπείας συντρέχουν, όταν η συμμετοχή του δικαστικού λειτουργού στην εκδίκαση συγκεκριμένης υποθέσεως μπορεί να δώσει αφορμή σε δυσμενές για αυτόν σχόλιο για την αντικειμενική και ανεπηρέαστη διερεύνησή της, σε τρόπο ώστε να τίθεται σε αμφιβολία η ελεύθερη και μη προκατειλημμένη κρίση του.
Η άποψη αυτή συμπορεύεται και με τη διάταξη του όρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, με την οποία καθιερώνεται "το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη", όχι με την έννοια της ορθότητας της αποφάσεως, αλλά της έγκαιρης, ουσιαστικής και αδιάβλητης υπό διαδικαστικές (δικονομικές) εγγυήσεις, διεξαγωγής της δίκης, ώστε να είναι δυνατή η αντικειμενική αναζήτηση της αλήθειας και η έγκαιρη και αποτελεσματική προστασία του διαδίκου.
Μία από τις εγγυήσεις αυτές είναι η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, το οποίο λειτουργεί σύμφωνα με τον εθνικό νόμο και αποφαίνεται επί της βασιμότητας της ποινικής κατηγορίας αν πρόκειται για ποινική υπόθεση.
Στη προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της, με αριθμό 1315/2015 προσβαλλόμενης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών προκύπτουν τα εξής: στη σελίδα 6 αναγράφεται ότι: Στο σημείο αυτό ο συνήγορος του κατηγορουμένου, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε: Το Δικαστήριο δεν με προστάτεψε από τα λεγόμενα του μάρτυρα που διαρκώς προσβάλλει την υπόληψη μου. Στη συνέχεια η Πρόεδρος του Δικαστηρίου δήλωσε: Υποβάλλω την αυτοεξαίρεσή μου επειδή υποβάλατε μομφή στο Δικαστήριο. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε: Δεν υπέβαλα μομφή στο Δικαστήριο. Στη συνέχεια η Πρόεδρος του Δικαστηρίου δήλωσε: Θα υποβάλω αίτηση εξαίρεσής μου. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε: Από την πλευρά μου δεν απεύθυνα μομφή στο Δικαστήριο. Προσπάθησα να υπερασπιστώ τον εαυτό μου από άσχημους χαρακτηρισμούς στο πρόσωπο μου. Στη συνέχεια η Πρόεδρος του Δικαστηρίου δήλωσε ότι διακόπτεται η συνεδρίαση του Δικαστηρίου για διάστημα μισής ώρας και το Δικαστήριο αποσύρθηκε. Κατόπιν, αφού παρήλθε το διάστημα της μισής ώρας και περί ώρα 12.30’ , το Δικαστήριο επανήλθε στην έδρα του και η Πρόεδρος αφού βεβαιώθηκε για την παρουσία των παραγόντων της δίκης ανακοίνωσε τη συνέχιση της διαδικασίας.
Από τα ως άνω συνάγεται ότι η Προεδρεύουσα δεν προέβαλε ρητή δήλωση αυτοεξαιρέσεώς της, καλυφθείσα προφανώς από την δήλωση του συνηγόρου του κατηγορουμένου ότι ‘ ‘ δεν απηύθηνα μομφή κατά του Δικαστηρίου’ ‘ .Κατά συνέπεια, ορθώς, μετά την διακοπή της συνεδριάσεως, συνεχίσθηκε η δίκη και ως εκ τούτου δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Κατ’ ακολουθίαν, ο περί του αντιθέτου σχετικός λόγος της αιτήσεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 358 του ΚΠοινΔ ‘ ‘ μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να αναφέρουν εναντίον του ή εναντίον της μαρτυρίας του οτιδήποτε δύναται να καθορίσει ακριβέστερα την αξιοπιστία του και που συντείνει στην αποκάλυψη της αλήθειας, μπορούν να προβαίνουν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν ή τα αποδεικτικά μέσα που εξετάσθηκαν. Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 333 παρ.3, 366 και 368 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι από τον διευθύνοντα τη συζήτηση δίδεται, μετά από την εξέταση κάθε μάρτυρος προς τον οποίο υποβλήθηκαν ερωτήσεις, ο λόγος και στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του, προκειμένου να υποβάλουν και αυτοί ερωτήσεις, μόνον όμως, εφόσον το ζητήσουν. Αν δε, ζητήσουν τον λόγο και δεν τους δοθεί (μετά από προσφυγή τους στο δικαστήριο), δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα εκ του άρθρου 171 παρ.1 περ. δ’ του ΚΠοινΔ, ιδρύουσα λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικος. Αν όμως δεν ζητήσουν αυτοί τον λόγο ουδεμία ακυρότητα δημιουργείται.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της ως άνω προσβαλλόμενης αποφάσεως και ειδικότερα στις σελίδες 9, 11, 14, 15, 17 προκύπτει ότι η Προεδρεύουσα, μετά την εξέταση κάθε μάρτυρος, έδινε τον λόγο σε όλους τους παράγοντες της δίκης, [μεταξύ αυτών και στον συνήγορο του κατηγορουμένου] για να ασκήσουν τα νόμιμα δικαιώματά τους.
Συνεπώς, ο περί απολύτου ακυρότητος της διαδικασίας προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα λόγος, διότι δεν του δόθηκε ο λόγος, ώστε να ασκήσει τα κατ’ άρθρα 333 και 358 ΚΠοινΔ δικαιώματα του, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος Κατ’ άρθρο 137 Α’ παρ.1 και 3 ΠΚ ορίζονται "1] υπάλληλος ή στρατιωτικός [υπό την έννοια του άρθρου 13α ΠΚ] στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η δίωξη ή η ανάκριση ή η εξέταση αξιόποινων πράξεων ή πειθαρχικών παραπτωμάτων ή η εκτέλεση ποινών ή η φύλαξη ή επιμέλεια κρατουμένων, τιμωρείται με κάθειρξη, εάν υποβάλλει σε βασανιστήρια, κατά την εκτέλεση αυτών των καθηκόντων, πρόσωπο που βρίσκεται στην εξουσία του, με σκοπό α] να αποσπάσει από αυτό ή τρίτο πρόσωπο ομολογία, κατάθεση, πληροφορία ή δήλωση, ιδίως αποκήρυξης ή αποδοχής πολιτικής ή άλλης ιδεολογίας, β] να το τιμωρήσει, γ] να εκφοβίσει αυτό ή τρίτα πρόσωπα... 3] σωματική κάκωση, βλάβη της υγείας, άσκηση παράνομης σωματικής ή ψυχολογικής βίας και κάθε άλλη σοβαρή προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας που τελείται από τα πρόσωπα, υπό τις περιστάσεις και για τους σκοπούς που προβλέπει η παρ. 1, εφ’ όσον δεν υπάγεται στην έννοια [των βασανιστηρίων της παρ.2, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον 3 ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη..." Ειδικότερα, καθόσον αφορά την ως άνω παράγραφο 3, απαιτούνται για την πλήρωση α] της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, η, σε βαθμό πλημμελήματος, πρόκληση σωματικής κακώσεως, βλάβης της υγείας, άσκηση παράνομης σωματικής ή ψυχολογικής βίας και κάθε άλλη σοβαρή προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, που είναι τιμωρητές, υπό τις προϋποθέσεις να μην τιμωρούνται βαρύτερα από άλλη ποινική διάταξη και να έχουν διαπραχθεί από υπάλληλο ή στρατιωτικό, [κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, υπό τις περιστάσεις και για τους σκοπούς που αναφέρονται στη παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου (επί προσώπου που βρίσκεται υπό την εξουσία του υπαλλήλου), β] της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, άμεσος δόλος του δράστη και σκοπός αυτού να αποσπάσει από τον παθόντα ομολογία, κατάθεση, πληροφορία κλπ.
Ο σκοπός συνάγεται από τις συνθήκες τελέσεως της πράξεως. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ του ιδίου Κώδικος λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου.
Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικος, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ’ αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ.
αμέσου, οπότε απαιτείται αιτιολόγηση του. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας:
Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από την επισκοπούμενη παραδεκτώς ως άνω προσβαλλομένη απόφαση, το Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ’ είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά:
Ο κατηγορούμενος Θ. Τ. του Κ. στην …, στις 10-03-2008, έχοντας την ιδιότητα του υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρ. 13 α ΠΚ, κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών του καθηκόντων στα οποία αναγόταν η δίωξη, ανάκριση ή η εξέταση αξιοποίνων πράξεων προκάλεσε σοβαρή προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας με σκοπό να τιμωρήσει και να εκφοβίσει πρόσωπο που ευρίσκετο στην εξουσία του.
Ειδικότερα, με την ιδιότητα του αστυνομικού που υπηρετούσε στην Άμεση Δράση … αφού απομόνωσε σε ιδιαίτερο δωμάτιο του κτιρίου της Ασφάλειας ... τον συλληφθέντα απ’ αυτόν για συμμετοχή στα επεισόδια και τελούντα υπό κράτηση Π. Κ. Α. τον χτύπησε με τα χέρια, τα πόδια και με τη χρήση αστυνομικής ράβδου στο κεφάλι και στο σώμα προκαλώντας του εκχυμώσεις στο ανώτερο τμήμα του πτερυγίου του αριστερού αυτιού και στην οπισθοωτιαία περιοχή, εκχυμωτικό μώλωπα μετά συνοδού εκδοράς στην αριστερή βρεγματική περιοχή, γραμμοειδή εκδορά στην ινιακή περιοχή και πολλαπλές διάσπαρτες γραμμοειδείς εκδορές στην οπίσθια τραχηλική περιοχή, καθολική εκχύμωση πτερυγίου δεξιού αυτιού, διπλή εκχύμωση αρχόμενη από την περιοχή αυτή με προέκταση προς την σύστοιχη προωτιαία περιοχή, οίδημα στη δεξιά παρειά, εκχυμώσεις αριστερού οφθαλμού και μώλωπες τριχωτού κεφαλής, εκχύμωση ραχιαίας επιφάνειας μύτης μετά οιδήματος, εκχύμωση ασαφών ορίων στην αριστερή ζυγωματική περιοχή, εκδορές στο αριστερό αντιβράχιο και μικροαποσπάσεις της επιδερμίδας στη ραχιαία επιφάνεια των δακτύλων του αριστερού του χεριού, εκχυμώσεις σε αμφότερα τα αντιβράχια και εκδορά στην πρόσθια επιφάνεια του αριστερού γόνατος, με περαιτέρω συνέπειες την πρόκληση ζάλης, κεφαλαλγίας, άλγους στις πηχεοκαρπικές διορθώσεις άμφω, έντονο άλγος στο δεξί αυτί, δυσχέρεια στη διάνοιξη του στόματος και στην έκταση των δακτύλων του αριστερού χεριού.
Ειδικότερα, όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ο Δ. Α. - Ζ. "...Αντιστάθηκε στις χειροπέδες που ήθελε να του βάλουν. Άρχισε να τον χτυπάνε. Τον χτυπούσαν στο κεφάλι, στα πόδια, στα χέρια, παντού. Προσπαθούσαν να τον γονατίσουν. Μετά του βάλανε χειροπέδες και τον βάλανε στο περιπολικό.
Στο περιπολικό είμασταν μαζί. Στο τμήμα είμασταν στο ίδιο δωμάτιο, δεν είχε τα χτυπήματα που είχε μετά, όταν έφυγε από το δωμάτιο που τον πήγαν. Μετά όταν τον φέρανε από το δωμάτιο ήταν αίματα στο πρόσωπο. Ήταν πρησμένο το πρόσωπο του...Στο τμήμα πήγαμε τρία παιδιά. Στο τμήμα ο κατηγορούμενος ήρθε και τον πήρε στο δωμάτιο.
Από το δωμάτιο ακουγόντουσταν φωνές και χτυπήματα. Τους έλεγε "παρακαλώ μην με χτυπάτε". Αυτό δεν ξέρω πόσο κράτησε. Όταν βγήκε δυσκολευόταν να σταθεί. Τον βοήθησαν για να κάτσει στην καρέκλα. Το πρόσωπο ήταν ματωμένο, πρησμένο. Είχε αίματα στα χείλη, στη μύτη. Δυσκολευόταν να μιλήσει. Ήταν αγνώριστο το πρόσωπο.
Ήταν φοβισμένος στο να μιλήσει. Τα χτυπήματα που φαίνονται στο πρόσωπο του στις φωτογραφίες είναι από το περιστατικό. Εκείνη την ώρα δεν μας περιέγραψε τις συνθήκες. Δυσκολευόταν να μιλήσει προφανώς από τα χτυπήματα. Όταν συνήλθε μας είπε θα το συζητήσουμε αργότερα. Μετά μας είπε ότι ο Τ. άρχισε να τον χτυπά με τον γκλοπ παντού.
Όλοι ή μάλλον πολλοί μας βρίζανε. Το έχω λίγο συγκεχυμένο. Του έλεγε ο αστυνομικός "κωλόπαιδο, ήρθες στην πατρίδα να μας γαμήσεις, θα σε γαμήσουμε εμείς"... Οι σοβαρές κακώσεις χωρίς αμφιβολία προκλήθηκαν στο διπλανό δωμάτιο". Εξάλλου, ο μάρτυρας Α. - Α. Λ., κατέθεσε στο ακροατήριο ότι: "...Δεν θυμάμαι ποιος ή ποιοι πήραν τον Π.
στο διπλανό δωμάτιο. Άκουγαν να παρακαλάει ο φίλος μου και εγώ να κλαίω. Όταν πήγαμε στο τμήμα τις έφαγε. Μετά όταν βγήκε από το δωμάτιο "έγινε μπαούλο". Μπήκε ταλαιπωρημένος και βγήκε αιμόφυρτος. Ήταν πρησμένος είχε παντού μελανιές... Μας είπε ότι ήταν με τις χειροπέδες πίσω στα γόνατα και τις έτρωγε. Δεν θυμάμαι αν τον πήγαν και τον έφεραν στο δωμάτιο με χειροπέδες.
Δεν έχω εικόνα για το αν τον πήρε ο κατηγορούμενος τον Π.. Ο Π. είπε ότι τον χτύπαγε σίγουρα ο κατηγορούμενος". Ενώ ο μάρτυρας Χ. Λ. του Α., αδελφός του προηγούμενου μάρτυρα, κατέθεσε στο ακροατήριο ότι: "Ήμουν στην παρέα στην πλατεία. Στο τμήμα πήγα μόνος μου. Το ότι είπα ότι ήταν χτυπημένος ο Α., εγώ δεν μπορούσα να δω ξεκάθαρα στην πλατεία το πρόσωπο, μετά τον είδα με φρέσκα αιματώματα.
Ο Α. Κ. μου είπε ότι ο κατηγορούμενος τον χτύπησε. Πήγα στο τμήμα αλλά έμεινα έξω. Κατά την ώρα της δέσμευσης με χειροπέδες ήταν τρία άτομα. Δεν προσπαθούσαν απλά να τον ακινητοποιήσουν. Αυτοί όταν αρνήθηκε να του βάλουν χειροπέδες άρχισαν να τον χτυπούν. Όταν τον ξαναείδα μετά όταν βγήκε από το τμήμα τον είδα με φρέσκα χτυπήματα.
Αυτό που είπα στην κατάθεση είναι μία συνολική εικόνα. Στην πλατεία δεν μπορούσα να έχω μία ξεκάθαρη εικόνα. Αυτό που είπα ότι "ο φίλος ήταν ματωμένος" στην προηγούμενη απόφαση εννοούσα μία συνολική εικόνα. Όλο το πρόσωπο ήταν μαυρισμένο. Δεν είπαμε ιδιαίτερα πράγματα, απλά ότι ο κατηγορούμενος τον χτύπησε".
Με την προαναφερθείσα άσκηση παράνομης σωματικής και ψυχολογικής βίας που δεν έφθασε στα όρια πρόκλησης βασανιστηρίων επεδίωκε ο κατηγορούμενος να τιμωρήσει και να εκφοβίσει τον παθόντα Π. Κ. Α..
Συνεπώς ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης του άρθρου 137 Α παρ. 3-1 ΠΚ σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας.
Ακολούθως, κηρύξει τον κατηγορούμενο ΕΝΟΧΟ του ότι: Στην Πάτρα, στις 10-03-2008, έχοντας την ιδιότητα του υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρ. 13 α ΠΚ, κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών του καθηκόντων στα οποία αναγόταν η δίωξη, ανάκριση ή η εξέταση αξιοποίνων πράξεων προκάλεσε σοβαρή προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας με σκοπό να τιμωρήσει και να εκφοβίσει πρόσωπο που βρισκόταν στην εξουσία του.
Ειδικότερα, όντας αστυνομικός υπηρετών στην Άμεση Δράση ... αφού απομόνωσε σε ιδιαίτερο δωμάτιο του κτιρίου της Ασφάλειας ... τον συλληφθέντα απ’ αυτόν για συμμετοχή σε επεισόδια και τελούντα υπό κράτηση εγκαλούντα Π. Κ. Α. τον χτύπησε με τα χέρια, τα πόδια και με τη χρήση αστυνομικής ράβδου στο κεφάλι και στο σώμα προκαλώντας του εκχυμώσεις στο ανώτερο τμήμα του πτερυγίου του αριστερού αυτιού και στην οπισθοωτιαία περιοχή, εκχυμωτικό μώλωπα μετά συνοδού εκδοράς στην αριστερή βρεγματική περιοχή, γραμμοειδή εκδορά στην ινιακή περιοχή και πολλαπλές διάσπαρτες γραμμοειδείς εκδορές στην οπίσθια τραχηλική περιοχή, καθολική εκχύμωση πτερυγίου δεξιού αυτιού, διπλή εκχύμωση αρχόμενη από την περιοχή αυτή με προέκταση προς την σύστοιχη προωτιαία περιοχή, οίδημα στη δεξιά παρειά, εκχυμώσεις αριστερού οφθαλμού και μώλωπες τριχωτού κεφαλής, εκχύμωση ραχιαίας επιφανείας μύτης μετά οιδήματος, εκχύμωση ασαφών ορίων στην αριστερή ζυγωματική περιοχή, εκδορές στο αριστερό αντιβράχιο και μικροαποσπάσεις της επιδερμίδας στη ραχιαία επιφάνεια των δακτύλων του αριστερού χεριού, εκχυμώσεις σε αμφότερα τα αντιβράχια και εκδορά στην πρόσθια επιφάνεια του αριστερού γόνατος, με περαιτέρω συνέπειες την πρόκληση ζάλης, κεφαλαλγίας, άλγους στις πηχεοκαρπικές διαρθώσεις άμφω, έντοκο άλγος στο δεξί αυτί, δυσχέρεια στη διάνοιξη του στόματος και στην έκταση των δακτύλων του αριστερού χεριού.
Με την προαναφερθείσα άσκηση παράνομης σωματικής και ψυχολογικής βίας που δεν έφθασε στα όρια πρόκλησης βασανιστηρίων επεδίωκε ο κατηγορούμενος να τιμωρήσει και να εκφοβίσει τον εγκαλούντα.
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο ήδη αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13α, 14, 16-18, 26 παρ.1α,27 παρ.1, 51, 53, 57,83,84 παρ.1α,137Α’ παρ.1,3 ΠΚ, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικό κενά.
Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και περιέχουν επαρκή πραγματικά περιστατικά. Ειδικότερα, αναφέρονται στην απόφαση 1] η ιδιότητα του ήδη αναρεσείοντος ως υπαλλήλου [αστυνομικού της Αμέσου Δράσεως ...]αρμόδιου με την φύλαξη κρατουμένων2] ότι η εκ μέρους του κατηγορουμένου πρόκληση σωματικών κακώσεων στο παθόντα Π.
Κ. Α. έλαβε χώρα εντός του κτηρίου της Ασφάλειας ... και ενώ ο πρώτος ασκούσε καθήκοντα φυλάξεως, έχοντας υπό την εξουσία του τον παθόντα, 3] ο άμεσος δόλος του κατηγορουμένου, με τα κτυπήματα που επέφερε στον παθόντα,4] ο σκοπός του κατηγορουμένου να τιμωρήσει και να εκφοβίσει τον παθόντα. Η αιτίαση ότι το δικαστήριο σιωπηρώς απέρριψε αυτοτελείς ισχυρισμούς του που υπέβαλε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, είναι απορριπτέα, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο κατηγορούμενος υπέβαλε στο ακροατήριο τους εξής αυτοτελείς ισχυρισμούς: "ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΠΛΗΜ/ΤΩΝ ΠΑΤΡΩΝ Ισχυρισμοί κατηγορουμένου Θ.
Τ.. Πέραν της γενικής άρνησης της κατηγορίας, προβάλλω και τους ακόλουθους ισχυρισμούς: Ι. Οι σωματικές βλάβες που φέρεται ότι υπέστη ο μηνυτής προξενήθηκαν σ’ αυτόν στην πλατεία ..., την 10/3/2008 και περί ώρα 05.30 κατά την σθεναρή και βιαία αντίστασή του στην επιχειρούμενη από εμένα και τους συναδέλφους μου Α.
Κ. και Δ. Μ., με την χρήση της ενδεδειγμένης για τις περιστάσεις βίας, προσπάθεια να τον δεσμεύσουμε με χειροπέδες και να τον προσαγάγουμε στο αρμόδιο Αστυνομικό Τμήμα - καθώς και κατά την απόπειρά του επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε βάρος μας, πράξη για την οποία καταδικάσθηκε αμετακλήτως με την 903/2014 απόφαση του ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ ΠΛΗΜ/ΚΕΙΟΥ ΠΑΤΡΩΝ.
Ουδεμία σωματική ή ψυχολογική βία ασκήθηκε σε βάρος του, και ουδεμία σωματική βλάβη προξενήθηκε σ’ αυτόν εντός του Β’ Α.Τ. ... όπου προσήχθη νομίμως και κρατείτο, μέχρι την προσαγωγή του ενώπιον του κ. Εισαγγελέα. Τούτο βεβαιώνεται ιδίως από τα ακόλουθα: 1.- Το γεγονός ότι ούτε ο ίδιος, ούτε οι επίσης συλληφθέντες - προσαχθέντες συγκατηγορούμενοί του Α.
– Α. Λ. και Δ. Α. ανέφεραν το παραμικρό για την σε βάρος μου κατηγορία στις απολογίες τους ενώπιον των προανακριτών του Β’ Α.Τ. Ανθυπαστυνόμου Μ. Π. και Αρχιφύλακα Λ. Δ., που λήφθηκαν μετά από 3-4 ώρες, καίτοι τις υπέγραψαν ανεπιφύλακτα. 2.- Το γεγονός ότι ουδέν περί της σε βάρος μου κατηγορίας ανέφεραν στους ως άνω προανακριτικούς υπαλλήλους, στον Διοικητή του Β’ Α.Τ.
Αστυνομικό Υποδ/ντη κ. Δ. είτε σε οποιονδήποτε βαθμοφόρο του Τμήματος. 3.- Το γεγονός ότι ΟΥΔΕΝ περί της σε βάρος μου κατηγορίας ανέφεραν στον Αντεισαγγελέα Πλημ/κων ... κ. Α. Τ., ενώπιον του οποίου προσήχθησαν αυθημερόν (10/3/2008) και τους ασκήθηκε ποινική δίωξη - στον μηνυτή μάλιστα για απόπειρα σωματικής βλάβης, εξύβριση κατά συρροή, μη κακόβουλη βλασφημία, απειλή κατά συρροή και απείθεια.
Αλλ’ ΟΥΤΕ και ενώπιον του ΑΥΤΟΦΩΡΟΥ ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ ΠΛΗΜ/ΚΕΙΟΥ ΠΑΤΡΩΝ όπου παραπέμφθηκαν αυθημερόν και ζήτησαν και έλαβαν αναβολή κατ’ άρθρ. 423 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. 4.- Το γεγονός ότι ΔΕΝ προσκομίσθηκε το βίντεο από το κινητό τηλέφωνο του συγκατηγορούμενού του (και αμετακλήτως καταδικασθέντος με την ίδια ως άνω 903/2014 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κειου ...) Δ.
Α. - Ζ., που θα επιβεβαίωνε τους ισχυρισμούς μου. 5.- Την κατάθεση του Χ. Λ., αδελφού του συγκατηγορουμένου του, πρωτοδίκως (σελ. 14 εκκαλουμένης) στην οποία βεβαιώνει ότι στην πλατεία ... τον είδε με τις σωματικές βλάβες που περιγράφονται στο κατηγορητήριο. 6.- Τις καταθέσεις του Διοικητή του Β’ Α.Τ. ... Αστυνομικού Υποδιευθυντή κ.
Δ. Δ., από 23/6/2008 στην διενεργηθείσα ΕΔΕ και από 9/7/2009 προανακριτικά, όπου βεβαιώνει πως ούτε ο μηνυτής ούτε οι συγκατηγορούμενοί του ούτε οι οικείοι τους (μεταξύ των οποίων η μητέρα του μηνυτή) του κατήγγειλαν οτιδήποτε. 7.- Τις καταθέσεις του Αρχιφύλακα Β’ Α.Τ. ... Δ. Λ. προανακριτικά (14/3/2008 και 8/7/2009) και την ΕΔΕ, όπου βεβαιώνει ότι αυτός είχε αναλάβει την φρούρηση των κρατουμένων από 06.00 έως την προσαγωγή τους στον κ.
Εισαγγελέα - και ΟΥΔΕΝ συνέβη 8.- Την από 13/3/2008 προκαταρκτική κατάθεση του ειδικού φρουρού - σκοπού του Β’ Α.Τ. ... κ. Π. Σ. όπου βεβαιώνει ότι ΟΥΔΕΝ συνέβη στο Τμήμα κατά την επίμαχη ημέρα. 9.- Τις καταθέσεις προανακριτικά (12/3/2008) και στην ΕΔΕ του Ανθυπαστυνόμου Π. Μ., Αξιωματικού Υπηρεσίας του Β’ Α.Τ. ... την επίμαχη ημέρα - όπου βεβαιώνει ότι ΟΥΔΕΝ συνέβη. 10.- Τις καταθέσεις (προανακριτικά και στην ΕΔΕ) του ...
Σ., Υπαστυνόμου του Β’ Α.Τ., που έλαβε τις απολογίες του μηνυτή και των συγκατηγορουμένων του, καθώς και την μήνυσή του εναντίον μου και άλλων Αστυνομικών. 11.- Την από 28/5/2008 κατάθεση του Χ. Μ. στην ΕΔΕ όπου δηλώνει πως ρώτησε τον μηνυτή μήπως οι βλάβες του προξενήθηκαν στην πλατεία .... 12.- Την από 21/6/2008 κατάθεσή του (υπό του μηνυτή προταθέντος) μάρτυρα Α.
Δ. στην ΕΔΕ, όπου βεβαιώνει ότι μετά από μία εβδομάδα από την σύλληψή του ο μηνυτής του είπε ότι τον χτύπησαν αστυνομικοί και τον συνέλαβαν στην πλατεία .... 13.- Τις καταθέσεις προανακριτικά, στην ΕΔΕ και στα πρακτικά της 903/2014 αμετάκλητης απόφασης του ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ ΠΛΗΜ/ΚΕΙΟΥ ΠΑΤΡΩΝ του αθωωθέντος συγκατηγορουμένου μου Α.
Κ.. 14.- Τις καταθέσεις προανακριτικά, στην ΕΔΕ και στα πρακτικά της 903/2014 αμετάκλητης απόφασης του ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ ΠΛΗΜ/ΚΕΙΟΥ ΠΑΤΡΩΝ του αθωωθέντος συγκατηγορουμένου μου Δ. Μ.. 15.- Την διενεργηθείσα και σε βάρος μου ΕΔΕ και το από 27/1/2009 ΠΟΡΙΣΜΑ της, που κρίνει πως δεν τελέσθηκε από μέρους (ούτε από τους άλλους συγκατηγορούμενούς μου συναδέλφους) πειθαρχικό αδίκημα και η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο.
Όλως επικουρικώς, υπό την αδόκητη περίπτωση απόρριψης του βασικού ισχυρισμού μου - και μόνον για την δικονομική πληρότητα των ισχυρισμών μου, προβάλλω:
ΙΙ. Αυτοτελής ισχυρισμός: Ακόμη κι αν ήθελε θεωρηθεί ότι προξένησα σωματικές βλάβες στον μηνυτή, όπως παραθέτει το σε βάρος μου κατηγορητήριο, προβάλλω τον ισχυρισμό πως δεν στοιχειοθετείται ούτε αντικειμενικά ούτε υποκειμενικά το αδίκημα του άρθρ. 137Α παρ. 3 ΠΚ, αλλά το αδίκημα της απλής σωματικής βλάβης (άρθρ. 308 ΠΚ) Και τούτο διότι:
Η πρόβλεψη του νόμου: Στοιχεία του εγκλήματος του άρθρ. 137Α παρ. 3 ΠΚ είναι μεταξύ άλλων: Πρώτον: Παθητικό υποκείμενο είναι πρόσωπο που βρίσκεται στην εξουσία του δράστη - στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η δίωξη, η ανάκριση, η εξέταση ή η φύλαξή του κ.λ. Δεύτερον: Υποβολή του προσώπου αυτού σε βασανιστήρια από τον δράστη κατά την εκτέλεση αυτών των καθηκόντων του.
Κατά δε την παρ. 2 του άρθρ. 137Α τα βασανιστήρια πρέπει να σκοπεύουν να κάμψουν την βούληση του θύματος. Τρίτον: Δόλος άμεσος του δράστη (υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση) Βλέπετε αναλυτικότερα: Λ. Μαργαρίτης, ΠΚ 2010, υπ’ άρθρ. 137Α, σελ. 360 έως 363. Στην υπό κρίση περίπτωση: Μου αποδίδεται η κατηγορία ότι: "... κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών του καθηκόντων στα οποία αναγόταν η δίωξη, ανάκριση ή η εξέταση αξιόποινων πράξεων προκάλεσε ....
Ειδικότερα όντας Αστυνομικός υπηρετών στην Άμεση Δράση ... αφού απομόνωσε σε ιδιαίτερο δωμάτιο του κτιρίου της Ασφάλειας ... τον συλληφθέντα απ’ αυτόν για συμμετοχή σε επεισόδια και τελούντα υπό κράτηση εγκαλούντα...." ΟΜΩΣ όπως βεβαιώνεται από την δικογραφία: Πρώτον: Ο μηνυτής (ως φερόμενο "παθητικό υποκείμενο") δεν ευρίσκεται στην εξουσία μου, ούτε πλέον ασκούσα επ’ αυτού καθήκον της Υπηρεσίας μου, αφού:
Η σύλληψή του είχε ολοκληρωθεί περί ώρα 05.30 στην πλατεία ... από κοινού με τους συναδέλφους μου Α. Κ. και Δ. Μ.. Είχε παραδοθεί σε περιπολικό οδηγούμενο από άλλους Αστυνομικούς που τον προσήγαγαν στο αρμόδιο Β’ Α.Τ. ... ενώπιον του Αξιωματικού Υπηρεσίας Ανθυπαστυνόμου Π. Μ.. Από δε τον τελευταίο παραδόθηκε προς φύλαξη ως κρατούμενος στον Αρχιφύλακα Δ.
Λ. (βλέπετε καταθέσεις των ως άνω Αστυνομικών (Μ. και Λ.) αλλά και των Γ. Σ. Υπαστυνόμου Β’ του Β’ Α.Τ., Π. Σ. ειδικού φρουρού σκοπού του Β’ Α.Τ. και του Διοικητή Β’ Α.Τ. κ. Δ. Δ. Αστυνομικού Υποδ/ντη. Δεύτερον: Αν του προξένησα σωματικές βλάβες (όπερ αρνούμαι) τούτο δε εγένετο κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών μου καθηκόντων - αφού, όπως προανέφερα, ΟΥΔΕΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΟ ΚΑΘΗΚΟΝ είχα πλέον από την σύλληψή του και μετά.
Και Τρίτον: Ελλείπει προδήλως ο άμεσος δόλος και μάλιστα υπερχειλής για την τέλεση "βασανιστηρίων" υπό την έννοια του νόμου. Αν λοιπόν τελέσθηκε άδικη πράξη είναι η της απλής σωματικής βλάβης - γεγονός στο οποίο συνηγορεί και η Ιατροδικαστική Έκθεση της κ. Τ..
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Πρέπει να κηρυχθώ αθώος της αποδιδόμενης σε βάρος μου κατηγορίας. Άλλως και όλως επικουρικώς: Να κριθεί ότι τέλεσα το αδίκημα της απλής σωματικής βλάβης - …1/2015, Ο συνήγορος Υπεράσπισης Θ. Χ..
Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί [μεταξύ των οποίων και ο περί μετατροπής της κατηγορίας] συνιστούν άρνηση της κατηγορίας και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να αποφανθεί επ’ αυτών.
Συνεπώς, η σχετική αιτίαση του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Οι λοιπές αιτιάσεις περί εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδεικτικών μέσων, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν ανεπιτρέπτως την ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Δ’ ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-2-2016 αίτηση του Θ. Τ. του Κ., για αναίρεση της με αριθμό 1315/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Νοεμβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ