1809/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Βασιλείου Λυκούδη), Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη, Στυλιανή Γιαννούκου και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1809/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, την διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1809 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1809/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Βασιλείου Λυκούδη), Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη, Στυλιανή Γιαννούκου και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΛΑΡΙΣΑΙΩΝ", που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδημητρίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ν. Γ. του Η., έως και 63. Κ. Μ. του Σ. - Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Μαουσίδη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) εκ παραδρομής στην αίτηση αναίρεσης από την 40η των αναιρεσιβλήτων η αρίθμηση συνεχίζει στην 42η (έχει παραλειφθεί ο 41ος Σ. Χ. του Γ.) και β) εκ παραδρομής στην αίτηση αναίρεσης αναγράφηκε (58η) "Δ. Φ. του Δ." αντί του ορθού (58ου) "Δ. Φ. του Δ.". Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και του Σ. Χ., που εκ παραδρομής παραλείφθηκε στην αίτηση αναιρέσεως, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 527/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 75/2011 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-6-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 13-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 Α.Κ. προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, μεταξύ των οποίων και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) Α' και Β' βαθμού, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με τα εδάφια α' και γ' της οποίας προβλέπεται ότι νόμος ορίζει τους όρους και την χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 (του άρθρου 103 του Συντάγματος), είτε πρόσκαιρων, είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδάφ.
β' αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις ως άνω διατάξεις του Ν. 2190/1994, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.
Ειδικά, όμως, με το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προστέθηκε ως περίπτωση και στο άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού (απαλειφθείσα ήδη με το άρθρο 1 του Ν. 3812/ 2009 που δεν καταλαμβάνει την επίδικη διαφορά), η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ., ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ., διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, την διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά.
Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, την διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα.
Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του Ο.Α.Ε.Δ. και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και την λήξη τους (άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ.) και η σύναψη αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με την φύση τους (ΑΠ 705/2010).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 652 Α.Κ. και 6 του Α.Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/46 ΠΥΣ, προκύπτει ότι, για τον χαρακτηρισμό της εργασίας ως εξαρτημένης, απαιτείται όπως αυτός που την παρέχει τελεί κατά την εκτέλεσή της κάτω από τις οδηγίες και τον έλεγχο του εργοδότη, ο οποίος καθορίζει τον τόπο, τον τρόπο, τον χρόνο και την έκταση της παροχής της, μέσα στα συμβατικά ή νόμιμα όρια, κατά τρόπο δεσμευτικό για τον μισθωτό, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να υπακούει και ακολουθεί τις οδηγίες του εργοδότη.
Ο τελευταίος δικαιούται να ασκεί εποπτεία και έλεγχο προς διαπίστωση της συμμορφώσεως του μισθωτού προς τις οδηγίες του και της επιμελούς εκτελέσεως της εργασίας που του ανατέθηκε. Στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας τα μέρη αποβλέπουν στην παροχή της συμπεφωνημένης εργασίας και όχι στην επίτευξη ενός ορισμένου αποτελέσματος, όπως συμβαίνει επί μισθώσεως έργου (άρθρο 681 Α.Κ.), σε περίπτωση δε που ο μισθωτός δεν υποβάλλεται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη κατά την παροχή της εργασίας του, τότε πρόκειται για μίσθωση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, οπότε δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου.
Εξάλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της συμβάσεως μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.
Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του Α.Κ., εφόσον συμβιβάζονται με την φύση και τον σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απολύσεως κ.λπ., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον στοιχείο στη γνήσια σύμβαση μαθητείας.
Στην εν λόγω σύμβαση μπορεί να συμφωνηθεί ότι ο εργοδότης θα καταβάλλει στον μαθητευόμενο μισθό (κατώτερο από τον μισθό του καταρτισμένου μισθωτού) για την ωφέλεια που αντλεί από την εργασία του, καθώς και ότι ο μαθητευόμενος είτε δεν θα λαμβάνει μισθό είτε θα καταβάλλει ορισμένο ποσό στον εργοδότη για την μαθήτευσή του.
Αντίθετα, επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της συμβάσεως και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη και, συνεπώς, επί της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της συμβάσεως αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος, σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της σχέσεως που γεννάται από την παροχή εργασίας αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία, μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, κρίνουν σε τι απέβλεψαν οι συμβαλλόμενοι και ποία νομική σχέση συνδέει τον μισθωτό με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση, από την απαγόρευση δε της μετατροπής από το νόμο των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, που θεσπίζεται με το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος, δεν συνάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, η οποία δεν αποτελεί "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά την δικαστική διαδικασία.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο Λάρισας δέχθηκε, εκτός άλλων και τα ακόλουθα, που ενδιαφέρουν εδώ: Με την υπ' αριθμ. 34100/24-11-1999 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 2131/1999), που εκδόθηκε μετά την υπ' αριθμ. 2701/16-11-1999 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) και κατ' εφαρμογή των προβλεπομένων στο άρθρο 20 (Ρύθμιση θεμάτων Ο.Α.Ε.Δ.) παρ. 1 και 15 του Ν. 2639/1998 "Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 205/2-9-1998), καταρτίσθηκε πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στη φύλαξη σχολείων 2.700 ανέργων, αποφοίτων Λυκείου, ηλικίας από 25 έως 64 ετών, διάρκειας (του προγράμματος) 24 μηνών, διαιρούμενο σε δύο φάσεις.
Την πρώτη φάση, διάρκειας 11 μηνών, με αντικείμενο την θεωρητική και πρακτική ενημέρωση (κατά τον πρώτο μήνα) και την τοποθέτηση σε θέσεις για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (κατά τους υπόλοιπους μήνες). Κατά την φάση αυτή η χρηματοδότηση του προγράμματος θα γινόταν από τον ΟΑΕΔ. Την δεύτερη φάση, διάρκειας 13 μηνών, με αντικείμενο την απασχόληση των καταρτισθέντων στην φύλαξη των σχολικών κτιρίων, κατά την οποία φάση η χρηματοδότηση του προγράμματος θα γινόταν από το Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης.
Δικαιούχοι φορείς του παραπάνω προγράμματος ήταν οι πρωτοβάθμιοι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) των νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης, των πρωτευουσών νομών και των μεγάλων αστικών κέντρων. Στο πλαίσιο της προαναφερθείσας Υπουργικής Απόφασης - δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο - καταρτίσθηκαν οι προβλεπόμενες από αυτή προγραμματικές συμβάσεις και συγκεκριμένα η από 9-12-1999 προγραμματική σύμβαση και ακολούθως η από 5-1-2000 τροποποιητική αυτής, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, του ΟΑΕΔ, της ΚΕΔΚΕ και της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ Α.Ε." (Ε.Ε.Τ.Α.Α.), με τις οποίες συμβάσεις συμφωνήθηκε η υλοποίηση του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας και απασχόλησης συνολικά 3.300 ανέργων για την φύλαξη σχολικών κτιρίων.
Επιπλέον, με τις συμβάσεις αυτές προσδιορίστηκαν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις καθενός των εμπλεκόμενων ως άνω φορέων, οι οποίοι, ακολούθως, εκπόνησαν "κανονιστικό πλαίσιο εφαρμογής του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων στη φύλαξη σχολικών κτιρίων", στο οποίο, μεταξύ άλλων, αναφέρεται:
α) ότι στο πλαίσιο των προγραμματικών συμβάσεων τα συμβαλλόμενα μέρη συγκρότησαν επιτροπή παρακολούθησης του προγράμματος, η οποία αποτελείται από εκπροσώπους των φορέων του εταιρικού σχήματος και έχει την ευθύνη της παρακολούθησης του έργου και της λήψης αποφάσεων, εντός των ορίων που ορίζονται από τις προγραμματικές συμβάσεις, για την εύρυθμη και άρτια υλοποίηση του προγράμματος και την επίλυση τυχόν προβλημάτων που θα ανέκυπταν από την διαδικασία αυτή (άρθρο 31 του κανονιστικού πλαισίου) και β) ότι τα σχολεία που θα επιλέξουν οι δικαιούχοι ΟΤΑ πρέπει να είναι της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και ότι η φύλαξη των σχολείων θα γίνεται σε εικοσιτετράωρη βάση, σε τρεις βάρδιες και Σαββατοκύριακα και αργίες, ορίζοντας ταυτόχρονα ότι η πρώτη βάρδια θα διαρκεί από την 07.00' ώρα έως την 15.00' ώρα, η δεύτερη βάρδια από την 15.00' ώρα έως την 23.00' ώρα και η τρίτη βάρδια από την 23.00' ώρα έως την 07.00' ώρα (της επομένης) και ότι κάθε ασκούμενος είναι υποχρεωμένος σε καθημερινή οκτάωρη παρουσία στο σχολικό κτίριο, στο οποίο έχει τοποθετηθεί, σύμφωνα με το πρόγραμμα που θα του δοθεί από τον οικείο ΟΤΑ.
Παράλληλα προβλέφθηκε, όπως και στην ως άνω Υπουργική Απόφαση, το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης των δικαιούχων ανέργων, που θα συμμετέχουν στο πρόγραμμα, ανερχομένης στο ποσό των 35,22 ευρώ, η οποία θα καταβάλλεται για 22 ημέρες το μήνα. Στη συνέχεια, δέχθηκε το Εφετείο ότι, αφού έγινε η επιλογή των 145 δικαιούχων ΟΤΑ, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο εναγόμενος, ήδη αναιρεσείων, Δήμος Λαρισαίων, καθώς και των δικαιούχων ανέργων, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσίβλητοι, καταρτίσθηκαν, μεταξύ της "ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ Α.Ε." (Ε.Ε.Τ.Α.Α.) και του Δήμου Λαρισαίων αφενός και των εναγόντων αφετέρου, οι από 5-2-2001 συμβάσεις συνεργασίας, ισχύουσες για 11 μήνες, δυνάμει των οποίων ανέλαβαν οι ενάγοντες τα καθήκοντά τους στις 5-2-2001, πλην των 10ης, 14ης, 24ου, 26ου, 27ης, 36ης, 41ου, 42ης, 49ου, 59ης και 63ης, από τους ενάγοντες, οι οποίοι ανέλαβαν τα καθήκοντά τους στις 5-1-2002.
Με τις συμβάσεις αυτές οι ενάγοντες ανέλαβαν την υποχρέωση να παρακολουθήσουν μία επιμορφωτική συνάντηση για θέματα φύλαξης σχολικών κτιρίων και στη συνέχεια να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία, απασχολούμενοι ως φύλακες σε βάρδιες, οκτώ (8) ώρες την ημέρα, αργίες και Σαββατοκύριακα, και για είκοσι δύο (22) ημέρες το μήνα.
Με τις ίδιες συμβάσεις - δέχθηκε επίσης το Εφετείο - ο εναγόμενος (αναιρεσείων) Δήμος Λαρισαίων ανέλαβε την υποχρέωση να εκπληρώσει τις περιεχόμενες στο ως άνω πρόγραμμα προβλέψεις και ειδικότερα: 1) να προβεί στην επιλογή των σχολικών κτιρίων και να κατανείμει τους ασκούμενους φύλακες σ' αυτά, 2) να προμηθευθεί τον απαραίτητο εξοπλισμό και να τον διαθέσει στους ασκούμενους φύλακες, 3) να διενεργεί τακτικούς ελέγχους προς διαπίστωση της παρουσίας των ασκουμένων κατά τις ημέρες και ώρες της βάρδιας, 4) να ορίσει ένα μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου και ένα στέλεχος αυτού, που θα έχουν την ευθύνη παρακολούθησης της εφαρμογής του προγράμματος, ειδικότερα δε το στέλεχος του Δήμου, προκειμένου να συντονίζει και να οργανώνει τις προγραμματισμένες ενημερωτικές συναντήσεις, να αποστείλει στην Ε.Ε.Τ.Α.Α.
αρχικά πίνακα με τα στοιχεία των ασκουμένων φυλάκων και στη συνέχεια να αποστέλλει ανά δίμηνο πρόγραμμα σχετικά με τις βάρδιες που θα ακολουθούνται σε κάθε σχολικό κτίριο, στο οποίο πρόγραμμα θα αναγράφονται το ονοματεπώνυμο των φυλάκων και οι αντίστοιχες βάρδιες αυτών, να συντάσσει καθημερινά τα "ημερήσια δελτία παρουσιών", που θα συμπληρώνουν οι ασκούμενοι, καθώς και το μηνιαίο δελτίο παρουσίας ασκουμένων, το οποίο θα αποστέλλει εντός πέντε ημερών από την λήξη κάθε διμήνου στην Ε.Ε.Τ.Α.Α.
και να έχει τακτική επικοινωνία με τους διευθυντές των σχολείων για την ορθή εφαρμογή του προγράμματος και συνεχή συνεργασία με τους ασκούμενους φύλακες για την επίλυση τυχόν προβλημάτων και 5) να αναπτύξει και να εφαρμόσει (ο εναγόμενος Δήμος Λαρισαίων) ενέργειες ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης των εμπλεκομένων φορέων και κοινωνικών ομάδων, που ωφελούνται από το πρόγραμμα.
Οι παραπάνω συμβάσεις, μετά την λήξη τους, ανανεώθηκαν με τα από 5-1-2002, 1-7-2002, 5-2-2003, 1-1-2004, 1-7-2004, 1-1-2005, 1-4-2005, 1-6-2005 και 1-9-2005 συμφωνητικά συνεργασίας ορισμένου χρόνου, δυνάμει των οποίων οι ενάγοντες απασχολήθηκαν ως φύλακες σε σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του Δήμου Λαρισαίων έως τις 31-12-2005 (πλην της 30ης που απασχολήθηκε έως 31-1-2004).
Με βάση αυτές τις παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, ότι φορέας της εργασιακής σχέσης, με τον οποίο συνδέονταν οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι) στο πλαίσιο εφαρμογής του ειρημένου προγράμματος, είναι ο εναγόμενος (αναιρεσείων) Δήμος Λαρισαίων, ο οποίος και αποτελεί τον αντισυμβαλλόμενο καθενός συγκεκριμένου φύλακα σχολικών κτιρίων, τόσο κατά την σύσταση όσο και καθεαυτή την λειτουργία των συμβάσεων εργασίας τους.
Επομένως, κατέληξε το Εφετείο, ο εναγόμενος Δήμος Λαρισαίων είναι ο εργοδότης των εναγόντων κατά την έννοια του νόμου, αφού σ' αυτόν οι ενάγοντες προσέφεραν πραγματικά τις υπηρεσίες τους καθ' όλο το χρονικό διάστημα της απασχολήσεώς τους ως φυλάκων στα σχολικά κτίρια της πόλης της Λάρισας, στα οποία τοποθετήθηκαν από τον ίδιο τον εναγόμενο Δήμο, απασχολούμενοι σ' αυτά επί οκτώ (8) ώρες σε μία από τις τρείς βάρδιες κάθε ημέρα, υπό τις εντολές και την εποπτεία των ορισθέντων από το Δήμο οργάνων για τον συντονισμό και την παρακολούθηση της εργασίας τους, στα οποία (όργανα) αναφέρονταν για οποιοδήποτε πρόβλημα ανέκυπτε, τελούντες έτσι υπό την άμεση εξάρτηση και εποπτεία του εναγόμενου Δήμου και ότι ο τελευταίος οφείλει στους ενάγοντες τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ποσά, για επιδόματα (δώρα) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές αδείας μετά του οικείου επιδόματος και για προσαύξηση λόγω απασχολήσεώς τους κατά τις Κυριακές και κατά τη νύκτα, του επίδικου χρονικού διαστήματος από 1-12-2003 έως 31-12-2005, πλην της 30ης ενάγουσας, η οποία εργάσθηκε έως 31-1-2004, ενώ, για το προηγούμενο επίδικο χρονικό διάστημα, κατά τις παραδοχές πάντοτε του Εφετείου, οι ως άνω αξιώσεις των εναγόντων έχουν υποκύψει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 διετή παραγραφή.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά ως άνω περιστατικά, μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκαν εξαρχής μη απαγορευόμενες, αλλά επιτρεπόμενες από το νόμο συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (κατ' επιταγή των διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και 21 του Ν. 2190/1994), παραταθείσες με παρόμοιες συμβάσεις, όπως ορθά χαρακτηρίσθηκαν και με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, και όχι συμβάσεις μαθητείας και μάλιστα γνήσιες (συμβάσεις μαθητείας), όπως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων Δήμος, παραβλέποντας το γεγονός ότι προέχων σκοπός των επίδικων συμβάσεων ήταν η παροχή εργασίας από τους ενάγοντες και στο σκοπό αυτό απέβλεψαν τα συμβαλλόμενα μέρη, ενόψει και του ότι η απασχόληση με την φύλαξη σχολικών κτιρίων, από την φύση της, δεν απαιτεί ούτε απόκτηση ειδικών γνώσεων και ικανοτήτων, ούτε ιδιαίτερη εκπαίδευση, επίσης δε ο αναιρεσείων Δήμος, ως αντισυμβαλλόμενος κάθε φύλακα σχολικών κτιρίων, τόσο κατά την σύσταση όσο και καθεαυτή την λειτουργία των συμβάσεων εργασίας τους, αποτελεί τον φορέα της εργασιακής σχέσης, με τον οποίο συνδέονταν οι ενάγοντες στο πλαίσιο εφαρμογής του παραπάνω προγράμματος, και τον εργοδότη αυτών (ΑΠ 677/ 2012).
Ως εκ περισσού δε και χωρίς ανάγκη στηρίξεως του παραπάνω σαφούς αποδεικτικού πορίσματός του αναφέρθηκε το Εφετείο στις διατάξεις του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, που διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του (19-7-2004) ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον δημόσιο τομέα σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, οι οποίες (διατάξεις) δεν ευρίσκουν πεδίο εφαρμογής στην ένδικη διαφορά, ενόψει και του ότι οι ενάγοντες δεν ζήτησαν με την αγωγή τους να αναγνωρισθεί ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου αυτών έχουν μετατραπεί σε αορίστου χρόνου.
Επομένως, μετά ταύτα, ο πρώτος και ο δεύτερος (κατά το σχετικό μέρος του), από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των προαναφερόμενων διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ενώ ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος του, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004 (άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αλυσιτελής, αφού πλήττει την κρίση του Εφετείου, η οποία, σύμφωνα με τα εκτεθέντα, πλεοναστικώς, χωρίς ανάγκη στηρίξεως του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασής του, περιελήφθη σ' αυτήν.
Όπως προκύπτει από τη παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, περιέχονται σ' αυτήν όλα τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία για το ορισμένο των ενδίκων αξιώσεων των εναγόντων (αναιρεσιβλήτων) και δη εκείνων για αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας και για επιδόματα (δώρα) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, εφόσον αναφέρονται στην αγωγή οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν εγγράφως μεταξύ των διαδίκων, με καθορισμό του χρόνου καταρτίσεως των συμβάσεων αυτών και της διάρκειάς τους, ο συμφωνηθείς μισθός (ημερήσια αμοιβή) των αναιρεσιβλήτων, το είδος της παρασχεθείσας εργασίας και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνάγεται ότι επρόκειτο για παροχή εξαρτημένης εργασίας, υπό την προεκτεθείσα έννοια, καθώς και ο χρόνος για τον οποίο οφείλονται οι παροχές αυτές.
Επομένως, ο τρίτος (τελευταίος) λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, κατά το μέρος του, με το οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για το ορισμένο των ως άνω ενδίκων αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Τέλος, οι ενάγοντες δεν ζητούσαν με την αγωγή να τους καταβληθούν διπλάσιες οι αποδοχές αδείας (κάθε έτους), δηλαδή με προσαύξηση 100% ως αποζημίωση για στέρηση της αδείας τους από υπαιτιότητα του εναγόμενου Δήμου Λαρισαίων, ούτε και η απόφαση ασχολήθηκε με τέτοια προσαύξηση, γι' αυτό και οι αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στον ίδιο (τρίτο) λόγο αναιρέσεως, ότι το Εφετείο παρείδε ότι οι ενάγοντες δεν επικαλούνται ότι η παράλειψη του εναγόμενου Δήμου (εργοδότη) να τους χορηγήσει την άδεια αναψυχής οφειλόταν σε πταίσμα του, στηρίζονται σε ανακριβή προϋπόθεση.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Δήμος Λαρισαίων, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό αίτημα τούτων (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ), μειωμένη, όμως, με βάση το άρθρο 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 3463/2006, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-6-2011 αίτηση του Δήμου Λαρισαίων (Ο.Τ.Α.) για αναίρεση της υπ' αριθμ. 75/2011 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ