Supreme Court dismisses hospital's appeal on procedural grounds due to unrepresented party and statute of limitations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Public Hospital's appeal against the Athens Court of Appeal's decision, ruling the request inadmissible. The court found that one of the appellants, a close relative, failed to appear or be represented by a lawyer during the hearing, triggering a mandatory separation of proceedings under Article 576 of the Code of Civil Procedure. Furthermore, the court held that the five-year statute of limitations for claims against public entities applies automatically in execution proceedings, preventing the hospital from raising it as a defense.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 para. 3 lit. b C.Pol.D.; Art. 52 para. 3 of Law 496/1974: In cases of simple unanimity, proceedings separate if a party lacks legal representation, and the five-year statute of limitations for public entities applies automatically in execution proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1809 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1809/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 'ΛΑΪΚΟ'", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καλούδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Γ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., 3) Κ. Δ. του Δ., κατοίκου ..., 4) Σ. Η. του Π., κατοίκου ..., 5) Λ. Μ. του Λ., κατοίκου ..., για τον εαυτό της και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου της Θ. Κ. του Ι., ως εγγυτέρων συγγενών και μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος στην Αθήνα την 1-4-2002 συζύγου και πατέρα τους Ι. Κ. του Θ. και 6) Φ. Κ. - Κ. του Κ., κατοίκου ... . Οι 1ος, 2η, 3η, 5η και 6η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ζωή Τσιλιούκα - Μούσμουλα, ενώ ο 4ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-2007 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2403/2008 του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλη για την εκδίκαση της υπόθεσης και την παρέπεμψε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, 422/2011 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 1423/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-6-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός διάβασε την από 27-3-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 30-6-2012 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1423/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 576 παρ. 3 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, και ισχύει από την 20-3-2013, "σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς". Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την συζήτηση της υποθέσεως, που έγινε με εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου, κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου (8-4-2013) δεν εμφανίστηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., ο τέταρτος των αναιρεσιβλήτων Σ. Η.. Από τα έγγραφα του φακέλλου της δικογραφίας δεν προκύπτει κλήτευση αυτού, ούτε άλλωστε και επικαλείται τοιαύτη το επισπεύδον τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείον. Ενόψει τούτου και της προπαρατεθείσης διατάξεως, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως να χωρήσει μεν ως προς τους νομίμως παρισταμένους αναιρεσιβλήτους, να κηρυχθεί δε απαράδεκτη ως προς τον απολειπόμενο και μη κλητευθέντα, ως άνω, αναιρεσίβλητο.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος με αυτή λόγος αναιρέσεως αναφέρεται σε δικονομικές ακυρότητες, δηλαδή σε εκείνες που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικώς, με τον προβλεπόμενο από τον εκ της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
λόγο αναιρέσεως (Ολ.Α.Π. 12/2000, 1/1999, Α.Π. 2001/2009, 1735/2008, 862/2011). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974 "περί λογιστικού των ΝΠΔΔ", ο χρόνος παραγραφής των κατά του ν.π.δ.δ. αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου μετ' αυτού συνδεομένων, εκ καθυστερουμένων αποδοχών ή άλλων πάσης φύσεως απολαυών ή αποζημιώσεων εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι δύο ετών.
Εξάλλου, κατά την παράγραφο 6 του αυτού ως άνω άρθρου "χρηματική αξίωσις κατά του ν.π. βεβαιωθείσα δια τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως ή δια την οποίαν εξεδόθη τίτλος πληρωμής, υπόκειται εις παραγραφήν πέντε ετών, αρχομένην από της τελεσιδικίας ή εκδόσεως του τίτλου πληρωμής αντιστοίχως, ενώ, κατά το άρθρο 52 εδ.
γ' του ιδίου ως άνω ν.δ/τος "η παραγραφή λαμβάνεται υπ' όψιν αυτεπαγγέλτως υπό των δικαστηρίων". Τέλος κατά το άρθρο 585 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρεται στα άρθρα 118 έως 120, και τους λόγους της. Νέοι λόγοι μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο τριάντα (30) ή, όταν πρόκειται για ειδικές διαδικασίες, οκτώ (8) τουλάχιστον οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση".
Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες έχουν εφαρμογή και επί ανακοπής κατά πράξεως εκτελέσεως του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ., αφού αυτή συνιστά ειδικότερη εκδήλωση της ανακοπής των άρθρων 583 επ. του ιδίου ως άνω Κωδικός, προκύπτει ότι νέοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής, λόγοι δεν είναι επιτρεπτό να προταθούν για πρώτη φορά με τρόπο διαφορετικό εκείνου που ορίζεται στο άρθρο 585 παρ. 2 εδ.
β του Κ.Πολ.Δ., όπως με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος στην πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια δίκη, ή με το δικόγραφο εφέσεώς του ή πρόσθετων λόγων εφέσεως εναντίον αποφάσεως απορριπτικής της ανακοπής καθόσον η διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 εδ. β', ως ειδική, κατισχύει των γενικών διατάξεων των άρθρων 269 και 527 Κ.Πολ.Δ..
Συνέπεια των ανωτέρω είναι ότι αποκλείονται, ως απαράδεκτοι, νέοι λόγοι προτεινόμενοι δια των προτάσεων στη συζήτηση της ανακοπής, ακόμη και όταν αυτοί αποτελούν ένσταση του ανακόπτοντος που ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, όπως είναι η ένσταση παραγραφής των αξιώσεων κατά του Δημοσίου ή των Ν.Π.Δ.Δ., αφού στην αυτεπάγγελτη αυτή έρευνα προχωρεί το δικαστήριο μόνο στην περίπτωση που στη δίκη κατάγεται προς διάγνωση η απαίτηση που αποκρούεται με την ένσταση παραγραφής, και όχι σε δίκη ανακοπής κατά της εκτελέσεως των άρθρων 933 επ.
Κ.Πολ.Δ., στην οποίαν δεν επανεκδικάζεται η υπόθεση στο σύνολό της, αλλά στο μέτρο των υποβαλλομένων λόγων κατά των πράξεων της εκτελέσεως, οι οποίοι σε συνδυασμό με το αίτημα της ανακοπής, προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας που επέρχεται με την άσκηση της ανακοπής και οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης.
Συνεπώς η περί παραγραφής ως άνω ένσταση των ν.π.δ.δ. πρέπει να προβληθεί με λόγο (κύριο ή πρόσθετο) ανακοπής άλλως τυγχάνει απαράδεκτη (Ολ.Α.Π. 10/1997, Α.Π. 725/200, 490/2004, 563/2003, 571/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' αριθμ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθμ. 4011/29-11-1995 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε, κατά την εργατική διαδικασία, ανεγνωρίσθη η υποχρέωση του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ - ΛΑΪΚΟ", να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους και λοιπούς ενάγοντες (είκοσι επτά τον αριθμό), ειδικευομένους ιατρούς, απασχολουμένους με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, τα αναλυτικώς για τον καθένα αναφερόμενα σ' αυτήν χρηματικά ποσά ως διαφορές εφημεριών τους, κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-1991 έως 31-12-1994.
Ειδικότερα ανεγνωρίσθη ότι το αναιρεσείον έχει υποχρέωση να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους τα χρηματικά ποσά των δραχμών: 2.053.620 στον πρώτο εξ αυτών, 1.552.900 στη δευτέρα, 1.112.240 στην τρίτη, 952.000 στον τέταρτο, 1.873.380 στον ήδη αποβιώσαντα και κληρονομηθέντα εξ αδιαθέτου από την σύζυγο και το ανήλικο τέκνο του, Ι.
Κ. και 1.873.380 στην έκτη. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως δεν ασκήθηκαν ένδικα μέσα και έτσι αυτή κατέστη τελεσίδικη, την 30.11.1998, δια της παρελεύσεως τριετίας από της εκδόσεώς της. Ακολούθως δυνάμει της τελεσιδίκου, ως άνω, αναγνωριστικής αποφάσεως, εξεδόθη, κατόπιν αιτήσεως των εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων, η υπ' αριθμ.51213/30-11-2006 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον να καταβάλει σ' αυτούς τα χρηματικά ποσά των (5.882.06), (4.413,50), (3.120,29), (2.650,04), (5.354,01) και (5.354,01) ευρώ αντιστοίχως.
Αντίγραφο πρώτου εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω διαταγής, με την κάτωθι αυτού από 18-12-1998 επιταγή προς πληρωμή των ως άνω χρηματικών ποσών στους αναιρεσιβλήτους επεδόθη απ' αυτούς στο αναιρεσείον την 20-12-2006. Το τελευταίο άσκησε κατά της επισπευδομένης εναντίον του εκτελέσεως την από 5-1-2007 ανακοπή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, αιτούμενο την ακύρωση, για τους αναφερομένους σ' αυτήν λόγους, της επιδοθείσης σ' αυτό επιταγής προς εκτέλεση.
Το Ειρηνοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 2403/2008 απόφασή του κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλη για την εκδίκαση της ανακοπής και παρέπεμψε αυτήν στο αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπον Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Το Δικαστήριο αυτό εξέδωσε την υπ' αριθμ. 422/2011 απόφαση του, με την οποία δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την προσβληθείσα από 18-12-2006 επιταγή προς πληρωμή κάτω από το αντίγραφο απογράφου πρώτου εκτελεστού της υπ' αριθμ. 51213/2006 διαταγής πληρωμής, για το λόγο ότι οι υπό εκτέλεση απαιτήσεις των επισπευδόντων την εκτέλεση και καθ' ων η ανακοπή, είχαν, πριν από την έκδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής, υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 6 του ν.δ. 496/1974 που ελέγχεται και αυτεπαγγέλτως κατά το άρθρο 52 του ίδιου ν.δ/τος, αφού από της 30-11-1998, που κατέστη τελεσίδικη η υπ' αριθμ. 4011/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία ανεγνώρισε τις απαιτήσεις των καθ' ων, μέχρι την 30-11-2006, που εξεδόθη, με βάση την απόφαση αυτή, η συνιστώσα τον εκτελεστό τίτλο της επισπευδομένης αναγκαστικής εκτελέσεως διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκου Αθηνών παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας.
Κατόπιν εφέσεως των καθ' ων η ανακοπή κατά της ανωτέρω αποφάσεως, εξεδόθη η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η οποία, κατά παραδοχήν του σχετικού λόγου εφέσεως, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 585 παρ.2 εδ. β Κ.Πολ.Δ. ήχθη στην παραδοχή της ενστάσεως περί παραγραφής, καθόσον αυτή δεν περιλαμβανόταν στους λόγους της ασκηθείσης ανακοπής, αλλά προεβλήθη το πρώτον κατά τη συζήτηση της ανακοπής από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ανακόπτοντος, με προφορική δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, περιελήφθη δ' επί πλέον και στις κατατεθείσες επί της έδρας από 12-10-2010 έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος.
Συνεπώς, η ένσταση παραγραφής έπρεπε, κατά την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, να απορριφθεί προεχόντως ως απαραδέκτως προβληθείσα, ενόψει δε και του ότι αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής δεν ήταν οι εκτελεστέες απαιτήσεις των καθ' ων, αλλά η ακυρότητα πράξεως εκτελέσεως (δηλαδή της από 18.12.2006 επιταγής προς πληρωμή) για τους λόγους που αναφέρονται στην ανακοπή, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να τη λάβει αυτεπαγγέλτως υπόψη. Ακολούθως το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας επί της ανακοπής εχώρησε στην έρευνα των μη εξετασθέντων πρωτοδίκως λόγων αυτής, τους οποίους και απέρριψε με εξαίρεση ένα μόνο εξ αυτών, που αφορούσε τα έξοδα για την σύνταξη της ανακοπτομένης επιταγής προς πληρωμήν, τον οποίο δέχθηκε εν μέρει.
Έτσι κρίνοντας, το Εφετείο δεν υπέπεσε, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, στην αποδιδομένη σ' αυτό με τον μοναδικό λόγο της κρινομένης αιτήσεως, αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου της ενστάσεως του αναιρεσείοντος περί παραγραφής των υπό εκτέλεση αξιώσεων, λόγω παρελεύσεως πενταετίας από την τελεσίδικη αναγνώριση τούτων, μέχρι την έκδοση της υπό εκτέλεση διαταγής πληρωμής. Τούτο δε διότι ναι μεν η ένσταση αυτή λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 52 του ν.δ. 496/1974, αυτό όμως συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία η σχετική δίκη έχει ως αντικείμενο την διάγνωση της απαιτήσεως που αποκρούεται με την εν λόγω ένσταση όχι όμως την ανακοπή του άρθρου 933του Κ.Πολ.Δ., οι λόγοι της οποίας προσδιορίζουν, ως προελέχθη, την έκταση της επερχομένης με την άσκησή της εκκρεμοδικίας και οριοθετούν το αντικείμενο της σχετικής δίκης, ώστε νέοι λόγοι προτεινόμενοι το πρώτο ενώπιον του δικαστηρίου να είναι απαράδεκτοι ακόμη και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 269 και 527 του Κ.Πολ.Δ.
Κατά την γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου, του Αρεοπαγίτου Γεωργίου Κοντού, το Εφετείο, απορρίπτοντας ως απαράδεκτη την ένσταση της παραγραφής, υπέπεσε στην αποδιδομένη σ' αυτό δια της υπό κρίση αιτήσεως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ. , καθόσον η δικονομικής φύσεως, ιδιαιτέρα ως άνω διάταξη του άρθρου 52 εδ.
γ' του ν.δ. 496/1974, περί αυτεπαγγέλτου ερεύνης της παραγραφής, δεν εντάσσεται στο σύστημα των δικονομικών κανόνων που προβλέπουν τις περιπτώσεις της εν γένει υποχρεώσεως των δικαστηρίων της ουσίας για αυτεπάγγελτο έλεγχο και συνεπώς οι γενικοί αυτοί δικονομικοί κανόνες δεν έχουν εφαρμογή στην συγκεκριμένη περίπτωση (ΣτΕ 1574/2012, 2350/2012, 2758/2012).
Ενόψει δε τούτου, αλλά και της γενικότητος στη διατύπωσή της και κυρίως του δημοσίου συμφέροντος το οποίο εξυπηρετεί, συνισταμένου στην προστασία της περιουσίας των ν.π.δ.δ., στην οποία συμβάλλουν και οι έλληνες πολίτες με την καταβολή των φόρων, η ως είρηται διάταξη εφαρμόζεται όχι μόνο κατά το στάδιο της δικαστικής διαγνώσεως της κατά του δημοσίου και των ν.π.δ.δ.
αξιώσεως, η οποία αποκρούεται με την ένσταση της παραγραφής, αλλά σε κάθε περίπτωση που υφίσταται νομίμως ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας συνεστημένη δίκη, στα πλαίσια της οποίας υπάρχει δυνατότητα εξετάσεως, ενόψει προβαλλομένων αντιρρήσεων, και της αξιώσεως, όπως είναι η δίκη περί την εκτέλεση (άρθρ. 933 επ.
Κ.Πολ.Δ.). Και είναι μεν αληθές ότι η ανακοπή του άρθρου 933 του Κ.Πολ.Δ. , ως ειδικότερα μορφή της ανακοπής του άρθρου 583 επ. του Κ.Πολ.Δ., προσδιορίζει δια των λόγων της την έκταση της εκκρεμοδικίας, που επέρχεται ώστε νέοι λόγοι προτεινόμενοι το πρώτο ενώπιον του δικαστηρίου να είναι απαράδεκτοι ακόμη και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 269 και 527 του Κ.Πολ.Δ..
Όμως στην απαγόρευση αυτή δεν πρέπει, να θεωρηθεί ότι εμπίπτει και η περί ης ο λόγος διάταξη του άρθρου 52 εδ. γ' του ν.δ. 496/1974, λόγω της ειδικότητος και της ιδιαιτερότητος αυτής, αφού και στην δια της ως άνω ανακοπής ανοιγομένη δίκη είναι επιτρεπτή η προβολή ισχυρισμών που αφορούν την απόσβεση της απαιτήσεως για την οποία επισπεύδεται η εκτέλεση, και δια παραγραφής αυτής, η οποία προκειμένου περί δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως.
Σε αντίθετη περίπτωση, επί της πενταετούς παραγραφής χρηματικής αξιώσεως κατά του ν.π.δ.δ., η οποία, κατ' άρθρον 48 παρ. 6 του ν.δ. 496/1974, ισχύει μετά την δια τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως αναγνώριση της εν λόγω αξιώσεως, θα καθίστατο ανενεργής η υπό έρευνα διάταξη του άρθρου 52 εδ. γ' του αυτού ν. δ/τος, δεδομένου ότι έκτοτε δεν υφίσταται στάδιο κατ' ουσίαν ερεύνης της τελεσιδίκως αναγνωρισθείσης αξιώσεως, ώστε να καθίσταται παραδεκτή (υπό την αντίθετο εκδοχή) η αυτεπάγγελτη παρά του δικαστηρίου λήψη υπόψη της πενταετούς παραγραφής, γεγονός που δεν εναρμονίζεται προς την βούληση του νομοθέτου του ν.δ. 496/1974 και ιδιαιτέρως της επίμαχης διατάξεως του άρθρου 52 εδ.
γ' αυτού, ενόψει του προειρημένου σκοπού που υπαγόρευσε την θέσπισή της.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθεί δε το αναιρεσείον, ως ηττώμενο (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη της συζήτηση της κρινομένης αιτήσεως ως προς τον τέταρτο των αναιρεσιβλήτων Σ. Η..
Απορρίπτει την αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ - ΛΑΪΚΟ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1423/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Επιβάλλει στο αναιρεσείον, τα εκ δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 19 Ιουλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ