1809/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-3-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2711/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 621/2009 του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί τo αναιρεσείον με την από 28-12-2009 αίτησή του. Εκδόθηκε η 28/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε την συζήτηση απαράδεκτη και την επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσίβλητος με την από 7/3/2012 κλήση του.
Legislator headnote
AI generated1809/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ισχύς της ως άνω ρύθμισης αρχίζει από τη δημοσίευση του ν. 2648/1998 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως που έγινε την 22-10-1998. Η νέα ρύθμιση, με την οποία οι μισθώσεις για στέγαση δημοσίων υπηρεσιών υπάγονται στο καθεστώς των εμπορικών μισθώσεων του π.δ. 34/95, αφορά σε μισθώσεις, που συνάπτονται μετά την ισχύ του ν. 2648/98.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1809 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1809/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου Παρέδρου του ΝΣΚ, Μιχαήλ Αλεξανδρίδη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων του Παρασκευής Μάγκα και Αναστάσιου Ρήγα και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-3-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2711/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 621/2009 του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί τo αναιρεσείον με την από 28-12-2009 αίτησή του. Εκδόθηκε η 28/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε την συζήτηση απαράδεκτη και την επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσίβλητος με την από 7/3/2012 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιλτιάδης Σπυρόπουλος, ανέγνωσε την από 14-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 (όπως τούτο συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 του α.ν. 1120/1938 και έλαβε τον αριθμό αυτό με το άρθρο 25 του α.ν. 1540/1938), 29 (όπως αντικαταστάθηκε και έλαβε τον αριθμό αυτό με το άρθρο 25 του α.ν. 1540/1938) και 30 του π.δ. 19/19-11-1932 "περί στεγάσεως δημοσίων υπηρεσιών", που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 34 του εισ.ν.Α.Κ., προκύπτει ότι σε μισθώσεις για στέγαση δημοσίων υπηρεσιών αποκλείεται η σιωπηρή αναμίσθωση με την έννοια της σιωπηρής παράτασης της μίσθωσης με τους ίδιους όρους για αόριστο χρόνο.
Η παράταση αυτή της σύμβασης είναι δυνατή, για ορισμένο και πάλι χρόνο, με την τήρηση όμως των διατυπώσεων και τη συνδρομή των προϋποθέσεων, τις οποίες τάσσει η διάταξη του άρθρου 29 του άνω Π.δ/τος, Ειδικότερα απαιτείται: α) δήλωση του Υπουργού Οικονομικών (ήδη Νομάρχη), που να έχει κοινοποιηθεί στον εκμισθωτή δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την λήξη της μίσθωσης, β) πρόταση της Επιτροπής Στεγάσεως, και γ) διενέργεια δύο τουλάχιστον δημοπρασιών για τη μίσθωση άλλου ακινήτου, οι οποίες να απέβησαν άγονες ή το αποτέλεσμά τους να κρίθηκε ασύμφορο.
Η χρησιμοποίηση του μισθίου ακινήτου από το Ελληνικό Δημόσιο μετά τη λήξη της σύμβασης μίσθωσης κατά νομικό πλάσμα θεωρείται σιωπηρή παράταση για το χρονικό διάστημα της χρησιμοποίησης και το Δημόσιο υποχρεούται σε καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος, μόνον εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 611 Α.Κ., δηλαδή εφόσον ο εκμισθωτής, παρόλο ότι γνωρίζει ότι το Ελληνικά Δημόσιο συνεχίζει να χρησιμοποιεί το μίσθιο ακίνητο δεν εναντιώνεται.
Ως εναντίωση κατά την έννοια του νόμου αυτού, νοείται η μονομερής δήλωση του εκμισθωτή ότι δεν στέργει στη συνέχιση της μίσθωσης είτε γενικώς είτε με τους ίδιους όρους. Η δε εναντίωση αυτή μπορεί να είναι όχι μόνο ρητή, αλλά και σιωπηρή, αρκεί να προκύπτει η βούληση του εκμισθωτή, ότι δεν δέχεται την εξακολούθηση της μίσθωσης είτε γενικώς είτε με τους ίδιους όρους, γίνεται δε σε οποιοδήποτε αρμόδιο για τη λήψη της όργανο του Δημοσίου (ανεξάρτητα από το αν το όργανο αυτό το εκπροσωπεί κατά νόμο), ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνεται ο προϊστάμενος της αρμόδιας ΔΟΥ και η στεγαζόμενη δημόσια υπηρεσία.
Τέτοια σιωπηρή εναντίωση αποτελεί εκτός από την αγωγή απόδοσης του μισθίου και η δήλωση του εκμισθωτή ότι απαιτεί μίσθωμα μεγαλύτερο από εκείνο που καταβάλλεται κατά τη σιωπηρή παράταση της μίσθωσης. Αυτό δε για το λόγο ότι, εφόσον ως σιωπηρή παράταση νοείται η εξακολούθηση με τους όρους της σύμβασης μίσθωσης που έληξε και ουσιώδης όρος κάθε σύμβασης μίσθωσης πράγματος είναι το ύψος του μισθώματος, η αναζήτηση μεγαλύτερου μισθώματος δεν αποτελεί τίποτε άλλο από εναντίωση στη συνέχιση της μίσθωσης.
Αν παρά την εναντίωση του εκμισθωτή το Ελληνικό Δημόσιο αυθαιρέτως παρακρατεί και χρησιμοποιεί το μίσθιο, ευθύνεται κατά το άρθρο 601 Α.Κ. για πλήρη αποζημίωση, (βλ. Α.Π. 524/2007, Α.Π. 32/2002). Το νομικό αυτό καθεστώς ανατράπηκε με το ν. 2648/1998, με το άρθρο 41 παρ. 17 του οποίου ορίσθηκαν τα εξής: α) Η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του π.δ. 10/19-11-1932 αντικαθίσταται ως εξής: "1) Στις μισθώσεις ακινήτου για στέγαση δημοσίων υπηρεσιών ή άλλη δημόσια χρήση εφαρμόζονται, ως προς τη διάρκεια της μισθώσεως, την αναπροσαρμογή του μισθώματος και την καταγγελία της συμβάσεως από τον εκμισθωτή λόγω ιδιόχρησης ή ανοικοδόμησης του ακινήτου, οι διατάξεις του π.δ. 34/1995 όπως ισχύουν", β) Στην παράγραφο 3 του άρθρου 29 του π.δ. 19/19-11-1932 προστίθενται εδάφια που έχουν ως εξής: "Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται παράταση για μία μόνο φορά της μίσθωσης χωρίς τη διεξαγωγή δημοπρασίας, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες κρίνεται τούτο απολύτως αναγκαίο και αιτιολογείται επαρκώς από τη στεγαζόμενη υπηρεσία.
Η παράταση αυτή γίνεται με απλή δήλωση του Υπουργού των Οικονομικών, που κοινοποιείται στον εκμισθωτή τρεις (3) τουλάχιστον μήνες πριν από τη λήξη της ισχύουσας μίσθωσης, το δε μίσθωμα αναπροσαρμόζεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις περί εμπορικών μισθώσεων του π.δ. 34/1995, όπως ισχύουν", γ) Οι διατάξεις της προηγούμενης περίπτωσης β' αυτής της παραγράφου εφαρμόζονται μόνο σε μισθώσεις, που έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου".
Η ισχύς της ως άνω ρύθμισης αρχίζει από τη δημοσίευση του ν. 2648/1998 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως που έγινε την 22-10-1998. Η νέα ρύθμιση, με την οποία οι μισθώσεις για στέγαση δημοσίων υπηρεσιών υπάγονται στο καθεστώς των εμπορικών μισθώσεων του π.δ. 34/95, αφορά σε μισθώσεις, που συνάπτονται μετά την ισχύ του ν. 2648/98.
Τούτο μάλιστα συνάγεται από το συνδυασμό των εδαφίων β' και γ' της νέας ρύθμισης, τα οποία εισάγουν μεταβατική ρύθμιση, που αφορά στις υφιστάμενες μισθώσεις, που έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 2648/98, η θέσπιση των οποίων, σε αντίθετη περίπτωση, δεν θα είχε νόημα, κατά το περί τούτου εξαγόμενο εξ αντιδιαστολής επιχείρημα (Α.Π. 342/2002, 1162/2009, 16/2010).
Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 298 ΑΚ αποκαθίσταται και το διαφυγόν κέρδος του εκμισθωτή, δηλαδή εκείνο που θα αποκόμιζε με πιθανότητα, κατά τη συνήθη (κανονική) πορεία των πραγμάτων, αν ο μισθωτής απέδιδε το μίσθιο αμέσως μετά τη λήξη της μίσθωσης. Τέτοιο δε διαφυγόν κέρδος αποτελεί και το υψηλότερο από το καταβαλλόμενο ως "αποζημίωση χρήσης" μίσθωμα, που αποδεδειγμένα θα λάμβανε ο εκμισθωτής, εκμισθώνοντας σε άλλον το μίσθιο (ΑΠ 261/1997, 1512/2000, 1221/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη 621/2009 απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως, ύστερα από αξιολόγηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με βάση το από 8-3-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιώς, ως εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, ο ενάγων εκμίσθωσε στο εναγόμενο ένα ακίνητο, εμβαδού 350 τ.μ., κείμενο στον πρώτο όροφο οικοδομής ευρισκομένης στο Πέραμα και επί της Λεωφόρου Δημοκρατίας αρ. 473, προκείμενου να στεγασθεί σ' αυτό η Ζ' Δ/νση Χημικών Υπηρεσιών.
Η διάρκεια της μίσθωσης ορίσθηκε τριετής (από 11-3-1996 μέχρι 10-3-1999) αντί μηνιαίου μισθώματος εκ δρχ. 410.000 δρχ. Μετά την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου διαρκείας της μίσθωσης, ο ενάγων εναντιώθηκε στη συνέχιση αυτής με τους αυτούς όρους, αρχικά προφορικά, στη συνεχεία εγγράφως, ζητώντας αυξημένο μίσθωμα 700.000 δρχ.
για νέα μίσθωση (βλ. από 21-7-1999 προσφορά αυτού), ενώ τελικά άσκησε την από 29-10-1999 υπ' αρ. εκθ. καταθέσεως 11339/1999 αγωγή αποδόσεως μισθίου. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την υπ' αρ. 1054/2000 απόφασή του έκανε δεκτή την αγωγή αποδόσεως μισθίου του ενάγοντος, ενώ το Εφ. Πειραιώς, με την υπ'αρ.1073/2000 απόφασή του απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της ως άνω πρωτόδικης αποφάσεως.
Με την υπ' αριθ. 342/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε αναίρεση του Δημοσίου κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Επομένως ο ισχυρισμός του εναγομένου περί μη εναντιώσεως του ενάγοντος στην παράταση της μισθώσεως (με τους ίδιους όρους), ο οποίος ενυπάρχει στην προβαλλόμενη ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, που επανυποβάλλεται νομίμως, είναι εντελώς αβάσιμος.
Η εν λόγω απόφαση του Α.Π. επιδόθηκε στο εναγόμενο την 4-9-2002 και την 11-9-2002 διαβιβάστηκε με σχετικό έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας στη Γ' Δ/νση Χημικών Υπηρεσιών, στην οποία πρωτοκολλήθηκε την 25-9-2002. Μετά την έκδοση της αποφάσεως αυτής του Αρείου Πάγου συνεδρίασε την 9-5-2002 η Επιτροπή Στέγασης Δημοσίων Υπηρεσιών, η οποία γνωμοδότησε περί της ανάγκης να εξασφαλισθεί πίστωση, ώστε να καθορισθεί το ανώτατο μηνιαίο μίσθωμα του νέου χώρου, που θα αναζητηθεί με μειοδοτική δημοπρασία για τη στέγαση της Γ' Δ/νσης Χημικών Υπηρεσιών, στο ποσό των 2.650 Ευρώ.
Την 16-5-2002 εκδόθηκε η υπ' αρ. πρωτ. 329/16-5-2002 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών με την οποία εγκρίθηκε η αύξηση του μηνιαίου μισθώματος της Γ' Χ.Υ. από 1.203 Ευρώ (410.000 δρχ.) σε 2,650 Ευρώ κατ' ανώτατο όριο, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως κατά το ποσοστό του τιμαρίθμου του τελευταίου δωδεκαμήνου, αυξημένου κατά μία μονάδα, σύμφωνα με το από 9-5-2002 πρακτικό της Επιτροπής Στεγάσεως Δημοσίων Υπηρεσιών.
Στη συνέχεια, την 18-7-2002 το Δημόσιο επικοινώνησε με τον ΟΛΠ σχετικά με πρόταση που είχε καταθέσει για στέγαση της Γ' Δ.Χ.Υ., την δε 28-8-2002 ο ΟΛΠ απαντά στην Γ' Δ.Χ.Υ., αντιπροτείνοντας να παραχωρήσει υπαίθριο χώρο προκειμένου να τοποθετηθεί λυομένη κατασκευή για τη στέγαση της εν λόγω υπηρεσίας. Στις 27-9-2002, μετά την επίδοση της προαναφερθείσας υπ' αρ. 342/2002 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η αναίρεση του Δημοσίου, η Γ' Δ.Χ.Υ.
γνωστοποίησε στον ενάγοντα μέσω τηλεομοιοτύπου την απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών (329/16-5-2002), στην οποία γίνεται λόγος περί εγκρίσεως της αυξήσεως μηνιαίου μισθώματος σε 2.650 Ευρώ, κατ' ανώτατο όριο, χωρίς το σχετικό πρακτικό της Επιτροπής Στέγασης Δημοσίων Υπηρεσιών. Ακολούθως, σε τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχε ο ενάγων με αρμόδιους υπαλλήλους της ως άνω Υπηρεσίας λάμβανε διαβεβαιώσεις ότι η Υπηρεσία θ' αποχωρήσει σύντομα από το ακίνητο του, αφού πρόκειται να στεγασθεί σε χώρο του Ο.Λ.Π., και ότι μέχρι να αποχωρήσει θα του καταβάλλει το αυξημένο μίσθωμα που είχε ήδη εγκριθεί από τον Υφυπουργό Οικονομικών, του ζητήθηκε δε, ενόψει των ανωτέρω, να μην προβεί στην εκτέλεση της εξωστικής αποφάσεως.
Τούτο επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο του υπ'αρ. 3000875/521/15-1-2003 έγγραφο της ως άνω Υπηρεσίας προς όλους τους αρμόδιους φορείς (Υπουργείο Οικονομικών, Γεν. Δ/νση Δημόσιας Περιουσίας και Εθνικών Κληροδοτημάτων, Δ/νση Κτηματ. Υπηρ. Πειραιώς, Τμήμα Στεγάσεων), με το οποίο η εν λόγω Υπηρεσία γνωστοποιεί στους ανωτέρω ότι "...
ο ιδιοκτήτης του παραπάνω ακινήτου προφορικά μας ενημέρωσε ότι δεν επιμένει στην έξωση μέχρι η Υπηρεσία μας να μεταφερθεί στη λυόμενη κατασκευή. Ύστερα από τα παραπάνω (εννοεί και την παραχώρηση του υπαίθριου χώρου) παρακαλούμε να μη συνεχίσετε τη διαδικασία δημοπρασίας για την εύρεση ακινήτου για τη στέγαση της Γ' Χημ.
Υπηρεσίας Πειραιά". Ο ενάγων τελικά στηριζόμενος, καλόπιστα, στις διαβεβαιώσεις που έλαβε, συμφώνησε να μην εκτελέσει την εξωστική απόφαση, προκειμένου να δώσει στη στεγασμένη Υπηρεσία τον απαιτούμενο χρόνο για να προετοιμάσει την αποχώρησή της από το μίσθιο, όταν θα ήταν έτοιμη η νέα στέγη της. Σε μεταγενέστερες επικοινωνίες του με την Γ' Δ.Χ.Υ.
ο ενάγων λάμβανε αντιφατικές απαντήσεις. Οι αρμόδιοι υπάλληλοι, άλλοτε τον διαβεβαίωναν ότι η Υπηρεσία πρόκειται να αποχωρήσει σύντομα από το μίσθιο, διότι είχε παραχωρηθεί χώρος από τον Ο.Λ.Π., άλλοτε ότι τελικά η Υπηρεσία δεν θα αποχωρούσε και ότι επρόκειτο να καταρτισθεί νέα σύμβαση μεταξύ αυτού και του Δημοσίου, και άλλες φορές ότι απομένει να γνωμοδοτήσει η αρμόδια Επιτροπή για το ύψος του μισθώματος.
Μετά από επικοινωνία, κατά την οποία έγινε λόγος για παραμονή του Δημοσίου στο μίσθιο, ο ενάγων κατέθεσε την από 20-11-2006 αίτησή του, με την οποία ζητούσε να καθορισθεί μηνιαίο μίσθωμα 3.750 Ευρώ. Ακολούθησαν και άλλες αντιφατικές διαβεβαιώσεις των υπαλλήλων της Γ' Δ.Χ.Υ., ενώ είναι αξιοσημείωτο ότι την 2-2-2007 η αρμόδια Επιτροπή Στέγασης ανέβαλε να γνωμοδοτήσει για τους χώρους που είναι απαραίτητοι να μισθωθούν και το πιθανό ανώτατο όριο του μισθώματος που θα απαιτηθεί για τη στέγαση της Γ' Δ.Χ.Υ. - Πειραιώς, προκειμένου να διερευνηθεί από την προς στέγαση Υπηρεσία αν υπάρχει πρόθεση για τοποθέτηση λυομένου ή κατασκευή κτίσματος στον παραχωρούμενο χώρο (ο οποίος δεν προσδιορίζεται στο σχετικό πρακτικό).
Τελικώς, μέχρι και το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής το Ελληνικό Δημόσιο συνέχισε να καταβάλλει το ίδιο (αρχικό) μίσθωμα των 1.203 Ευρώ μηνιαίως.
Υπό τα ως άνω δεδομένα είναι προφανές ότι ο ενάγων, ο οποίος ενεργούσε καλοπροαίρετα, (διευκολύνοντας αρχικά το Δημόσιο), επέδειξε ευπιστία στις διαβεβαιώσεις που λάμβανε και προτίμησε μία συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς από την εκτέλεση της εξωστικής αποφάσεως, σε κανένα χρονικό σημείο δεν παραιτήθηκε από το δικαίωμα του να αξιώσει αποζημίωση, σύμφωνα με τη μισθωτική αξία του ακινήτου του, για το χρόνο μετά τη λήξη της μισθώσεως ο δε σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου περί παραιτήσεως αυτού είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, δεν μπορεί καν να γίνει λόγος περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος, αλλά, αντιθέτως, περί παρελκυστικής συμπεριφοράς των υπαλλήλων-προστηθέντων και των εκπροσώπων του Δημοσίου. Όμως η προβληθείσα στο πρωτόδικο Δικαστήριο και νομίμως επαναφερομένη στην κατ' έφεση δίκη από το εναγόμενο ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος είναι απορριπτέα, προεχόντως, ως μη νόμιμη.
Και τούτο διότι, κατά τους διαλαμβανόμενους στις προτάσεις του εναγομένου (και αποδειχθέντες αβάσιμους) ισχυρισμούς του τελευταίου, ο ενάγων φέρεται να μην εναντιώθηκε στην παράταση της μισθώσεως με το αυτό μίσθωμα (άρθ. 611 Α.Κ.), οπότε, εάν ήταν αληθή τα ανωτέρω δεν θα υφίστατο δικαίωμα αποζημιώσεως κατ' άρθρο 601 Α.Κ., προϋπόθεση απαραίτητη για να είναι δυνατή η καταχρηστική άσκηση αυτού.
Τέλος το Δημόσιο ισχυρίζεται ότι η αξίωση του ενάγοντος, όσον αφορά στο διάστημα από 8-3-99 έως 31-12-02 έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή, σύμφωνα με τα άρθρα 250, 251, 253 Α.Κ., 90 και 91 ν. 2362/1995 και 48 παρ. 1 και 6 ν.δ. 496/74. Η ένσταση αυτή είναι μη νόμιμη διότι η αποζημίωση χρήσης δεν αποτελεί μίσθωμα και υπόκειται στην 20ετή παραγραφή του άρθρου 249 Α.Κ (Α.Π. 335/67).
Ο ενάγων για το χρόνο μετά τη λήξη της μισθώσεως, που το εναγόμενο παρακρατεί και χρησιμοποιεί το μίσθιο, δικαιούται να λάβει ως αποζημίωση το μίσθωμα που θα εξασφάλιζε υπό συνθήκες ελεύθερης διαπραγμάτευσης. Το ελάχιστο μηνιαίο μίσθωμα που θα εισέπραττε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα από 11-3-1999 μέχρι 10-3-2000 θα ήταν 2.351,35 Ευρώ, για το διάστημα από 11-3-2000 μέχρι 10-3-2001 θα ανερχόταν σε 2.436 Ευρώ, για το διάστημα από 11-3-2001 μέχρι 10-3-2002 σε 2.538,31 Ευρώ, για το διάστημα από 11-3-2002 έως 10-3-2003 στο ποσό των 2.650 Ευρώ (όπως εγκρίθηκε με την προαναφερθείσα απόφαση του Υπουργού Οικονομικών), για το χρονικό διάστημα από 11-3-2003 μέχρι 10-3-2004 στο ποσό των 2.771,90 Ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 11-3-2004 μέχρι 10-3-2005 στο ποσό των 2.896,64 Ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 11-3-2005 μέχρι 10-3-2006 στο ποσό των 3.009,61 Ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 11-3-2006 μέχρι 10-3-2007 στο ποσό των 3.145,04 Ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 11-3-2007 μέχρι 10-3-2008 στο ποσό των 3.277,13 Ευρώ.
Πρέπει να τονισθεί ότι τα ανωτέρω μισθώματα, τα οποία ζητεί ο ενάγων τα υπολογίζει, με βάση το μίσθωμα που ενέκρινε ο Υφυπουργός Οικονομικών για το 2002, σε συνδυασμό με τη διακύμανση του τιμαρίθμου κατά τα προηγούμενα και τα επόμενα έτη, σύμφωνα με τον όρο της ως άνω αποφάσεως περί αυξήσεως του μισθώματος κατ' έτος κατά το ποσοστό του τιμαρίθμου αυξημένο κατά μία μονάδα, ενώ αυτά υπολείπονται σημαντικά των προσφερομένων στον ενάγοντα μισθωμάτων από τρίτους (βλ.
προσφορά κτηματομεσίτη Γ. Ρ. για λογαριασμό ναυτιλιακής εταιρείας, ποσού 4.600 Ευρώ την 8-5-2008 και την από 2-10-2008 προσφορά της εταιρείας SHIPTECO SHIPPING AND TRADING S.A., ποσού 4.700 Ευρώ). Επομένως, ο ενάγων δικαιούται να λάβει τη διαφορά μεταξύ των ως άνω μισθωμάτων και του καταβληθέντος. Ειδικότερα δε δικαιούται τα εξής ποσά: 1) Για την περίοδο από 11-3-1999 έως 10-3-2000 το ποσό των 13.780,20 Ευρώ.
Ήτοι 1.148,35 (2.351,35 - 1.203) Χ 12 μήνες. 2. Για την περίοδο από 11-3-2000 έως 10-3-2001 το ποσό των 14.796 Ευρώ. Ήτοι 1.233 (2.436 - 1.203) Χ 12. 3. Για την περίοδο από 11-3-2001 έως 10-3-2002 το ποσό των 16.023,72 Ευρώ. Ήτοι 1.335,31 (2.538,31 - 1.203) Χ 12. 4. Για την περίοδο από 11-3-2002 μέχρι 10-3-2003 το ποσό των 17.364 Ευρώ. Ήτοι 1.447 (2.650 - 1.203) Χ 12. 5. Για την περίοδο από 11-3-2003 μέχρι 10-3-2004 το ποσό των 18.826.80 Ευρώ.
Ήτοι 1.568,90 (2.771,90 - 1.203) Χ 12. 6. Για την περίοδο από 11-3-2004 μέχρι 10-3-2005 το ποσό των 20.323,68 Ευρώ. Ήτοι 1.693,64 (2.896,64 - 1.203) Χ 12. 7. Για την περίοδο από 11-3-2005 μέχρι 10-3-2006 το ποσό των 21.679,32 Ευρώ. Ήτοι 1.806,61 (3.009,61 - 1.203) Χ 12. 8. Για το χρονικό διάστημα από 11-3-2006 μέχρι 10-3-2007 το ποσό των 23.304,48 Ευρώ. Ήτοι 1.942,04 (3.145,04 - 1.203) Χ 12. 9. Για το χρονικό διάστημα από 11-3-2007 μέχρι 10-3-2008 το ποσό των 24.889,56 Ευρώ.
Ήτοι 2.074,13 (3.277,13 -1.203) Χ 12. Ακολούθως το Εφετείο, μετά από εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης, κράτησε την υπόθεση και δέχθηκε την αγωγή, κατά την επικουρική βάση της περί καταβολής αποζημιώσεως χρήσεως και υποχρέωσε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 170.987,76 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993), Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984).
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997 ΕλλΔνη 1997 σελ. 1573). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 43/1990, ΑΠ 2105/2009).
Υπό τις προεκτεθείσες όμως παραδοχές, οι πέντε (5) αλληλοκαλυπτόμενοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι, διότι το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τους αναφερόμενους στη μείζονα σκέψη κανόνες ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν, διέλαβε δε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή κενά αιτιολογίες, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, τόσον ως προς τη νομιμότητα, όσον και την ουσιαστική βασιμότητα της επικουρικής βάσης της αγωγής και ορθώς απέρριψε τις ενστάσεις της αοριστίας, της πενταετούς παραγραφής, της καταχρηστικής άσκησης του με την ένδικη αγωγή αξιουμένου δικαιώματος, της παραίτησης του ενάγοντος από το δικαίωμα αναπροσαρμογής του μισθώματος και από την αξίωση καταβολής αποζημίωσης χρήσης (διαφυγόντος κέρδους), το οποίο με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα απεκέρδαινε ο ενάγων κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, διότι προκειμένου περί διαφυγόντος κέρδους επιτρέπεται στο δικαστήριο να αρκεσθεί στην πιθανότητα, που υφίσταται όταν υπάρχουν ικανοί λόγοι, συνηγορούντες υπέρ της αληθείας και δεν προσήχθησαν αντίθετα στοιχεία εκ μέρους του εναγομένου, ως προς το ύψος του τιμαρίθμου (Ολ.ΑΠ 79/1966).
Τέλος, οι λοιποί λόγοι αναίρεσης, επικουρικώς προβαλλόμενοι, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός των άλλων και από τους αριθμούς 8, 11, 12 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα: α )για μη λήψη υπόψη "πραγμάτων" που προτάθηκαν (ως προς την παλαιότητα του μισθίου ακινήτου), β) για λήψη υπόψη αποδεικτικών εγγράφων που συντάχθηκαν μετά την άσκηση της υπό κρίση αγωγής (14-3-2008), ήτοι της από 8-5-2008 προσφοράς του κτηματομεσίτη Ι.
Ρ. και της από 2-10-2008 προσφοράς της εταιρείας SHIPTECO SHIPPING AND TRADING S.A., γ) για εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αναφερομένων αμέσως προηγουμένως δύο αποδεικτικών μέσων και δ) για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ήτοι της 329/16-5-2002 απόφασης του Υφυπουργού Οικονομικών, είναι αβάσιμοι, διότι:
αα) Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως, στην προκειμένη περίπτωση, η παλαιότητα του μισθίου ακινήτου (ΑΠ 367/2011).
ββ) Ο από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν λήφθηκαν υπόψη αποδεικτικά έγγραφα που συντάχθηκαν μετά την άσκηση της αγωγής, διότι τούτο δεν απαγορεύεται από το νόμο, στην ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρο 650 παρ.1α' ΚΠολΔ). γγ) Ο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν συνεκτιμήθηκαν ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1396/1996, ΑΠ 31/1999, ΑΠ 329/2007, ΑΠ 371/2011) και δδ) Ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν από ορθή ανάγνωση του εγγράφου, το δικαστήριο προβαίνει σε εκτίμηση του περιεχομένου του, διαφορετική από εκείνη του αναιρεσείοντος ή συνεκτιμά αυτό με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό προς σχηματισμό της κρίσης του (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1054/2010, ΑΠ 828/2010, ΑΠ 371/2011).
Τέλος, οι ως άνω λόγοι αναίρεσης, κατά τις αιτιάσεις εκείνες (κατά τα οικεία μέρη), υπό την επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττουν την ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον (Ελληνικό Δημόσιο) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, μειουμένων κατά το άρθρο 22 παρ.1 του Ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-12-2009 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 621/2009 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ