Legislator Case Law & Legislation
1809/2011 AI generated

1809/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1809/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Η υπόθεση φέρεται νομίμως προς συζήτηση με την από 1-12-2010 κλήση της αναιρεσείουσας, ύστερα από ματαίωση της συζήτησης που είχε ορισθεί για τη δικάσιμο της 9-11-2010, λόγω της διεξαγωγής εκλογών για την τοπική αυτοδιοίκηση (ΚΠολΔ 106, 230 παρ.2, 568).

Legislator headnote

AI generated

1809/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η υπόθεση φέρεται νομίμως προς συζήτηση με την από 1-12-2010 κλήση της αναιρεσείουσας, ύστερα από ματαίωση της συζήτησης που είχε ορισθεί για τη δικάσιμο της 9-11-2010, λόγω της διεξαγωγής εκλογών για την τοπική αυτοδιοίκηση (ΚΠολΔ 106, 230 παρ.2, 568).

Keywords

AI generated
action for price reduction pricing policy retail price abnormally low tenders effective price reduced VAT rate
AI generated
17/2014
Το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχό της. Από τη σαφή διαβεβαίωση που περιέχεται στην απόφαση, τη ρητή αναφορά ότι λήφθηκαν υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, καθώς και την έμμεση ομολογία των αναιρεσειόντων, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι έλαβε υπόψη του αυτά και τα συνεκτίμησε. Οι από τους αρ. 20 και 12 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, λόγοι είναι απαράδεκτοι, διότι, 1) το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του, συνεκτιμώντας το περιεχόμενο του συμβολαίου με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από αυτό και 2) το ύψος του τιμήματος δεν περιλαμβάνεται στα στοιχεία εκείνα τα οποία υποπίπτουν στην άμεση αντίληψη του συμβολαιογράφου και συνεπώς το συμβόλαιο δεν παρέχει πλήρη απόδειξη, ως προς αυτό.
1230/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
2008/2014
Κατά τη διάταξη του άρθρου 703 παρ.
1074/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 10η Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1073/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 10η Μαϊου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1809 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Αμοιβή μεσίτη, μείωση αυτής κατ’ εφαρμογή ΑΚ 707 ως προς μόνο τον αγοραστή. Η ΑΚ 707 δεν είναι αντίθετη ούτε στο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ ούτε στο 1 του πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής. Αντιφατικές παραδοχές ως προς τις περιστάσεις που δικαιολογούν τη μείωση της αμοιβής ως προς τον αγοραστή. Αναιρεί για ΚΠολΔ 559 αρ.19.

Αριθμός 1809/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 11η Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. – Σ. ΟΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Μπουμπούρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Ν. Χ. του Π., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2006 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 68/2007 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1340/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-9-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 29-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η υπόθεση φέρεται νομίμως προς συζήτηση με την από 1-12-2010 κλήση της αναιρεσείουσας, ύστερα από ματαίωση της συζήτησης που είχε ορισθεί για τη δικάσιμο της 9-11-2010, λόγω της διεξαγωγής εκλογών για την τοπική αυτοδιοίκηση (ΚΠολΔ 106, 230 παρ.2, 568).

2. Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την 3672β'/ 19-11-2009 έκθεση επιδόσεως του Σ. Χ., δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως είχε επιδοθεί νομίμως στον αναιρεσίβλητο εν όψει της δικασίμου της 9-11-2010, κατά την οποία η συζήτηση αυτής ματαιώθηκε. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την 8204β'/11-1-2011 έκθεση επιδόσεως του ιδίου δικαστικού επιμελητή, ακριβές αντίγραφο της από 1-12-2010 κλήσεως περί ορισμού νέας δικασίμου προς συζήτηση της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως, με την περί τούτου πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου και με πρόσκληση της αναιρεσείουσας, υπογραφόμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο αυτής, προς τον αναιρεσίβλητο για να παρασταθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σ' αυτόν. Ο αναιρεσίβλητος, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή. Επομένως, παρά τη δικονομική απουσία του αναιρεσιβλήτου, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν και αυτός να ήταν παρών (ΚΠολΔ 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2).

3. Στη διάταξη του άρθρου 707 ΑΚ ορίζεται ότι "Αν η συμφωνημένη αμοιβή του μεσίτη είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται από το δικαστήριο, με αίτηση του οφειλέτη, στο μέτρο που αρμόζει". Ο χαρακτηρισμός "δυσανάλογα μεγάλη" αναφέρεται σε αμοιβή, η οποία, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, τις οποίες πρέπει να προσδιορίσει και αποδείξει ο αιτών τη μείωση οφειλέτης, ελέγχεται όχι, απλώς, "μεγάλη", αλλά "υπέρμετρη" (βλ.

και το παράτιτλο της διάταξης). Η συμφωνημένη μεσιτική αμοιβή είναι υπέρμετρη όταν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση διαμορφώνεται αφ' ενός από την πραγματική παροχή του μεσίτη (π.χ. την επιδειχθείσα επιμέλεια, τον απαιτηθέντα χρόνο απασχόλησης, τις εγγενείς δυσχέρειες της υπόθεσης από την υπόδειξη της ευκαιρίας ή τη μεσολάβηση μέχρι την επίτευξη συμφωνίας κλπ) και αφ' ετέρου από την ωφέλεια του μεσιτικού εντολέα ή του υποκειμένου της κυρίας σύμβασης (π.χ.

το επιτευχθέν κέδρος από μια συμφέρουσα δικαιοπραξία, την εντός συντόμου χρόνου ικανοποίηση μιας επιτακτικής, υλικής ή ηθικής ανάγκης κλπ), σε συνδυασμό πάντοτε με την οικονομική κατάσταση των μερών και ιδίως του οφειλέτη κατά το χρόνο γέννησης της αξίωσης για την αμοιβή του μεσίτη και τις επικρατούσες συναλλακτικές συνήθειες στην περιοχή, όπου αναπτύχθηκε η μεσιτική δραστηριότητα (ΑΠ 379/2005).

Όταν η συμφωνηθείσα αμοιβή υπερβαίνει το εν λόγω μέτρο, τότε αυτή, ως αντιπαροχή του μεσιτικού εντολέα, παύει να είναι ανάλογη (= καθίσταται "δυσανάλογη") προς την παροχή του μεσίτη και συντρέχει νόμιμος λόγος για να μειωθεί, ύστερα από δικαστική διάγνωση που παρέχει εγγυήσεις αντικειμενικότητας, στο προσήκον μέτρο.

Και, βέβαια, αντικείμενο της μείωσης δεν είναι η "μεγάλη" αμοιβή, διότι, ούτως ή άλλως, η αμοιβή, που συμφωνείται σε ποσοστό επί του πραγματικού αντικειμένου της κυρίας σύμβασης, θα είναι ευλόγως "μεγάλη", όταν το οικονομικό μέγεθος επί του οποίου υπολογίζεται είναι πολύ υψηλό, αλλά η "δυσανάλογα" μεγάλη, κατ' εφαρμογή του μέτρου που αναφέρθηκε.

Υπό την έννοια αυτή, η ΑΚ 707 αποβλέπει στην αποκατάσταση της δικαιοσύνης στο πλαίσιο λειτουργίας συγκεκριμένης ενοχικής σχέσης (ήτοι, στην περιστολή της επιθυμίας του ενός μέρους για συνομολόγηση υπέρμετρα μεγάλης αμοιβής σε βάρος του άλλου) και αποτελεί μια πρακτική εκδήλωση της αρχής της αναλογικότητας (ανάλογος περιορισμός οικονομικού δικαιώματος του ενός, χάριν της προστασίας δικαιωμάτων του άλλου, άρθρα 5 παρ.1 και 25 παρ.1 εδ.

δ' του Συντάγματος 1975/86/2001). Ως εκ τούτου, η εφαρμογή της ΑΚ 707 δεν καταλύει ούτε το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη (άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ) ούτε το δικαίωμα σεβασμού της ιδιοκτησίας (άρθρο 1 παρ.1 του [πρώτου] Πρόσθετου Πρωτόκολλου αυτής), αφού αποτελεί ανάλογο και, κατά συνέπεια, θεμιτό περιορισμό των δικαιωμάτων αυτών χάριν της προστασίας άλλων δικαιωμάτων μέσα σε μια δημοκρατική κοινωνία, επιβαλλόμενο υπό δικαστικές εγγυήσεις.

Το Εφετείο, που με την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε τα ίδια, εφάρμοσε σωστά τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

4. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Διότι, τότε, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής ουσιώδη: Ότι η ενάγουσα εταιρία (ήδη αναιρεσείουσα) ασκεί νομίμως μεσιτικές εργασίες επί αστικών συμβάσεων.

Ότι στο πλαίσιο των εργασιών της έλαβε από τους πρώτο και δεύτερη από τους εναγομένους (μη μετέχοντες στην αναιρετική δίκη) την από 24-3-2003 κοινή εντολή για την υπόδειξη ευκαιρίας προς πώληση 26 πολυτελών κατοικιών, που κατασκεύαζε η δεύτερη (ως εργολάβος εταιρία, της οποίας ομόρρυθμος εταίρος και νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο πρώτος, που ενεργούσε τόσο με την ιδιότητα αυτή όσο και για τον εαυτό του, ως μεσιτικός εντολέας) στην περιοχή ..., αντί επιθυμητού τιμήματος μεταξύ 1.000.000 και 1.350.000 ευρώ.

Ότι, επίσης, η ενάγουσα έλαβε από τον τρίτο από τους εναγομένους (ήδη αναιρεσίβλητο) την από 17-5-2006 εντολή για την υπόδειξη ευκαιρίας προς αγορά μιας, ανάλογης προς τις ως άνω, κατοικίας στην ίδια περιοχή. Ότι ως μεσιτική αμοιβή συμφωνήθηκε ποσοστό 2% επί του πραγματικού τιμήματος της κυρίας συμβάσεως, πλέον ΦΠΑ, καταβλητέο από την κάθε πλευρά των εντολέων σε περίπτωση καταρτίσεως αυτής.

Ότι σε εκτέλεση των ως άνω εντολών, η ενάγουσα, την 23-5-2006, υπέδειξε στον τρίτο από τους εναγομένους μία από τις κατοικίες, που διέθετε προς πώληση η δεύτερη από τους εναγομένους και, την 26-5-2006, οργάνωσε συνάντηση του υποψήφιου αγοραστή με το νόμιμο εκπρόσωπο της πωλήτριας. Ότι οι ενδιαφερόμενοι κατέληξαν σε συμφωνία την ...

και, τελικώς, η κατοικία πουλήθηκε με το ... οριστικό συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Δρόσου - Κατσουράκη, που μεταγράφηκε νομίμως, αντί πραγματικού τιμήματος 790.000 ευρώ. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ως άνω εντολείς είχαν, κατ' αρχήν, την υποχρέωση να καταβάλουν προς την ενάγουσα τη συμφωνηθείσα μεσιτική αμοιβή.

Στη συνέχεια, το Εφετείο ερεύνησε τη βασιμότητα της ενστάσεως απάντων των εναγομένων περί μειώσεως της συμφωνηθείσας αμοιβής, η οποία κατ' αυτούς ήταν δυσανάλογα μεγάλη, στο προσήκον μέτρο, το οποίο κατά την άποψή τους ήταν 0,5% επί του πραγματικού τιμήματος, για κάθε πλευρά. Επί του ζητήματος αυτού, το Εφετείο, ως προς την πλευρά των πωλητών, δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής ουσιώδη:

Ότι η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) χρειάσθηκε να αναπτύξει μεσιτική δραστηριότητα επί μία τριετία περίπου και να υποδείξει τη συγκεκριμένη κατοικία σε πολλούς άλλους υποψήφιους αγοραστές πριν από τον τρίτο από τους εναγομένους, με την ανάλογη σε χρόνο και κόπο απασχόληση των αρμοδίων υπαλλήλων της.

Ότι σε περιπτώσεις ακινήτων μεγάλης αξίας, όπως εν προκειμένω, "οι υποψήφιοι αγοραστές είναι λίγοι και απαιτητικοί και ο μεσίτης πρέπει να καταβάλει μεγάλη προσπάθεια για την επιτυχή διεκπεραίωση της εντολής". Ότι από τη δραστηριότητα της ενάγουσας, για την ανάπτυξη της οποίας αυτή είναι υποχρεωμένη να διατηρεί οργανωμένο γραφείο με 17 υπαλλήλους και από την κατάρτιση της κυρίας συμβάσεως χάρη στη δραστηριότητα αυτή, η πλευρά των πωλητών αποκόμισε σημαντική οικονομική ρευστότητα και αξιόλογο κέρδος.

Ότι, τέλος, η οικονομική επιφάνεια των εντολέων της πλευράς αυτής, που ασχολούνται με την ανέγερση και πώληση οικοδομών, είναι ιδιαίτερα καλή με αποτέλεσμα, σε συνδυασμό και με το ότι η συνηθισμένη αμοιβή των μεσιτών στην περιοχή της ... είναι, για την πλευρά των πωλητών, 2% επί του πραγματικού τιμήματος, να είναι προσήκουσα η αμοιβή που είχε συμφωνηθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Κατόπιν αυτού, κατά παραδοχή της εφέσεως έναντι των πωλητών, το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς αυτούς, απέρριψε κατ' ουσία την ένστασή τους περί μειώσεως της αμοιβής και, κατά εντελή παραδοχή της αγωγής ως προς τους εν λόγω, επιδίκασε το αιτηθέν ποσό. Περαιτέρω, ως προς την πλευρά του αγοραστή, το Εφετείο δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής ουσιώδη:

Ότι η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) "δεν χρειάσθηκε να καταβάλει ιδιαίτερη προσπάθεια και κόπο", διότι "τα αρμόδια όργανα και η συνεργάτιδά της Μ. Μ. επέδειξαν" το ακίνητο στον τρίτο από τους εναγομένους (ήδη αναιρεσίβλητο), "έφεραν σε επαφή τα ενδιαφερόμενα μέρη και παρέστησαν σε τρεις συναντήσεις τους".

Ότι ο τρίτος από τους εναγομένους "απέκτησε, σε ελάχιστο χρόνο από τότε που έδωσε τη μεσιτική εντολή, ένα σημαντικό περιουσιακό στοιχείο χωρίς να υποβληθεί σε ιδιαίτερη ταλαιπωρία για την εξεύρεσή του". Ότι ο τρίτος από τους εναγομένους "έχει οπωσδήποτε οικονομική επιφάνεια, αφού για την αγορά του ακινήτου διέθεσε το ιδιαίτερα σημαντικό ποσό των 790.000 ευρώ".

Ότι "στην ίδια περιοχή η συνηθισμένη αμοιβή των μεσιτών για εντολές αγοραστών ανέρχεται σε ποσοστό 2% επί του πραγματικού τιμήματος, πλην, όμως, δεν είναι σύνηθες να εισπράττουν οι μεσίτες, ταυτόχρονα, 2% από τον πωλητή και 2% από τον αγοραστή και συνολικά ποσοστό 4% επί του τιμήματος για τη μεσιτική τους δραστηριότητα στο ίδιο ακίνητο".

Ότι, τέλος, "στην τελευταία αυτή περίπτωση η συνηθισμένη μεσιτική αμοιβή δεν υπερβαίνει συνολικά το 3% του τιμήματος, το οποίο συνήθως κατανέμεται μεταξύ των εντολέων (πωλητή και αγοραστή), ανάλογα με τις μεσιτικές εργασίες που έχουν γίνει για λογαριασμό κάθε πλευράς". Κατόπιν αυτών, το Εφετείο δέχθηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατ' ορθή εκτίμηση των αποδείξεων είχε μειώσει στο 1% την εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου οφειλόμενη αμοιβή και απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας ως προς αυτόν.

Με τις παραδοχές αυτές, όμως, το Εφετείο στέρησε από νόμιμη βάση την προσβαλλομένη απόφαση ως προς την απόρριψη της έφεσης της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου, διότι διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες σ' αυτήν, για ζήτημα που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, κατά την παράθεση των περιστατικών, βάσει των οποίων προσπάθησε να εξεύρει το προσήκον μέτρο διαμόρφωσης της μεσιτικής αμοιβής στη συγκεκριμένη περίπτωση, διαπιστώνεται αντίφαση μεταξύ των εξής παραδοχών:

Α) Μεταξύ του ότι η αναιρεσείουσα, για την επιτυχή διεκπεραίωση της δραστηριότητάς της, ήταν υποχρεωμένη να διατηρεί οργανωμένο γραφείο με 17 υπαλλήλους (ήτοι, να διατηρεί υποδομές και να υπόκειται σε σημαντικά λειτουργικά έξοδα), του ότι οι πωλήσεις ακινήτων στην ... εμφανίζουν δυσκολίες, διότι το τίμημα είναι υψηλό και οι αγοραστές απαιτητικοί (ήτοι, και ο αναιρεσίβλητος) και του ότι για την επίτευξη της συμφωνίας μεταξύ των συμβαλλομένων, μετά την πρώτη επαφή, χρειάσθηκε να γίνουν άλλες τρεις συναντήσεις με την παρουσία υπαλλήλου της αναιρεσείουσας (ήτοι, με κατανάλωση αντίστοιχων εργατοωρών), σε αντιδιαστολή προς το ότι η αναιρεσείουσα δεν κατέβαλε ιδιαίτερη προσπάθεια και κόπο υπέρ του αναιρεσιβλήτου.

Β) Μεταξύ του ότι ο αναιρεσίβλητος απέκτησε ένα σημαντικό περιουσιακό στοιχείο χωρίς ιδιαίτερο κόπο (ήτοι, ότι είχε ωφέλεια από την εκτέλεση της μεσιτικής εντολής) και του ότι είναι οικονομικά εύρωστος (ήτοι, ότι δεν έχει δυσκολία να εκπληρώσει την οικονομική υποχρέωση που, ελευθέρως, ανέλαβε έναντι της αναιρεσείουσας), σε αντιδιαστολή προς το ότι η δική του αντιπαροχή είχε ανάγκη μειώσεως, για να καταστεί ανάλογη προς την παροχή της αντιδίκου του.

Και Γ) Μεταξύ του ότι η συνηθισμένη μεσιτική αμοιβή για τους αγοραστές είναι 2% επί του πραγματικού τιμήματος και του ότι η ίδια αμοιβή είναι συνηθισμένη και για τους πωλητές (ήτοι, συνολικά 4%), σε αντιδιαστολή προς το ότι η συνήθης αμοιβή δεν υπερβαίνει συνολικά το 3% (ήτοι, ότι περί του αυτού πράγματος επικρατούν δύο διαφορετικές συνήθειες).

Ως εκ τούτου, ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την εξεύρεση του μέτρου προσδιορισμού της προσήκουσας μεσιτικής αμοιβής στην κρινομένη περίπτωση και την ορθή εφαρμογή της ΑΚ 707 καθίσταται ανέφικτος. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται η ως άνω αντιφατικότητα και η εξ αυτής ασάφεια της αιτιολογίας και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

Κατόπιν αυτού, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση. Μετά ταύτα, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 1340/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.- Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 8η Νοεμβρίου 2011. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 13η Δεκεμβρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ