Legislator Case Law & Legislation
1809/2010 AI generated

1809/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1809/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1809/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η έννοια της συνδρομής μπορεί να συνίσταται και σε ενέργεια βοηθητική προς τον αυτουργό του εγκλήματος κατά την εκτέλεση του αδικήματος. Επίσης απαιτείται και δόλια προαίρεση, δηλαδή ηθελημένη παροχή της συνδρομής αυτής και γνώση ότι αυτή παρέχεται για την εκτέλεση από τον αυτουργό της κυρίας πράξεως.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1809 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1809/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1)Κ. Ζ. του Δ., ... και 2)Ν. Π. του Κ., ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Σπυρίδωνα Μαζαράκη, για αναίρεση της υπ'αριθ.6036/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης υπό την επωνυμία: "ΠΡΟΠΟΡΕΙΑ Ε.Π.Ε.-ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΙΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", νόμιμα εκπροσωπουμένη η οποία δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 7 Σεπτεμβρίου 2010 δύο αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1218/2010.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι ανωτέρω αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι από 07-09-2010 αιτήσεις των Κ. Ζ. του Δ., κατοίκου ... και Ν. Π. του Κ., κατοίκου ..., αντίστοιχα για αναίρεση της 6036/ 2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς.

Κατά το άρθρο 242 παρ. 1 ΠΚ, υπάλληλος που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται........Για την αντικειμενική και υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος τούτου (διανοητικής πλαστογραφίας) απαιτούνται τα εξής:

α) ο δράστης να είναι υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α ή 263 α ΠΚ, αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπο για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα όρια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' ΠΚ και δη δημόσιο, όπως αυτό προσδιορίζεται από το άρθρο 438 ΚΠολ., γ) βεβαίωση στο έγγραφο ψευδών πραγματικών περιστατικών που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες ήτοι που αφορούν τη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια ενός δικαιώματος ή μιας έννομης σχέσης ή κατάστασης και δ) δόλος του δράστη που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση βεβαιώσεως ψευδών εξ αντικειμένου περιστατικών που μπορούν να έχουν έννομες κατά τα ανωτέρω συνέπειες.

Εξάλλου για τη θεμελίωση της κατ' άρθρο 46 παρ. 1 εδ. β' ΠΚ άμεσης συνέργειας απαιτείται ο δράστης να παρέχει άμεση συνδρομή στον αυτουργό κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και η συνδρομή να συνδέεται αμέσως προς την πράξη του αυτουργού και μάλιστα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε χωρίς αυτή τη συνδρομή δε θα ήταν δυνατή μετά βεβαιότητας η τέλεση του εγκλήματος, υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε.

Η έννοια της συνδρομής μπορεί να συνίσταται και σε ενέργεια βοηθητική προς τον αυτουργό του εγκλήματος κατά την εκτέλεση του αδικήματος. Επίσης απαιτείται και δόλια προαίρεση, δηλαδή ηθελημένη παροχή της συνδρομής αυτής και γνώση ότι αυτή παρέχεται για την εκτέλεση από τον αυτουργό της κυρίας πράξεως.

Ο δόλος του άμεσου συνεργού έγκειται στην ηθελημένη παροχή της συνδρομής και στη γνώση ότι την παρέχει για την εκτέλεση άδικης πράξεως. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε.

Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της 6036/ 2010 προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την απόφαση του αυτή, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται δέχτηκε ανελέγκτους ότι "Με αφορμή τροχαίο ατύχημα που έλαβε χώρα στις 31-7-1998 στο 69° χιλιόμετρο της Ε.Ο.

Τρικάλων - Ιωαννίνων, συνεπεία του οποίου τραυματίσθηκε ο Έ. Β., μόνιμος κάτοικος Γερμανίας, ασφαλισμένος στο ασφαλιστικό ταμείο ασθενείας υπό την επωνυμία "ΑLLGEMEINE ORTSKRANKENKASSE AUGSBURG", που επίσης εδρεύει στη Γερμανία, ασκήθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων από το εν λόγω ταμείο η από 29-1-2002 και υπ' αρ. εκθ.

κατ. 11/2002 αγωγή κατά : 1) του Ι. Κ., οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, 2) της εταιρείας με την επωνυμία "RΕΝΤ Α CΑR ΠΡΟΠΟΡΕΙΑ Ε.Π.Ε.", ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου αυτοκινήτου, το οποίο αυτή είχε εκμισθώσει στον Ι. Κ. και 3) της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕRΑΜΕRΙCΑΝ, Ελληνική Εταιρία Ασφαλίσεων Ζημιών Ε.Ε.Α.Ζ.

Α.Ε.". Με την αγωγή αυτή το προαναφερόμενο ταμείο ασθενείας ζητούσε να υποχρεωθούν οι ως άνω εναγόμενοι να του καταβάλουν, ο καθένας εις ολόκληρο, το ποσό των 22.779,31 ΕURO πλέον τόκων, για νοσήλια, επιδόματα ασθενείας, εισφορές και λοιπές δαπάνες, στις οποίες υποβλήθηκε για λογαριασμό του ασφαλισμένου του. Για την επίδοση της εν λόγω αγωγής στην ιδιοκτήτρια εταιρεία "RΕΝΤ Α CΑR ΠΡΟΠΟΡΕΙΑ Ε.Π.Ε.", επιμελήθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος, δικαστικός επιμελητής, Ζ.

Κ., ο οποίος, έχοντας σχετική παραγγελία από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ταμείου Ιωάννη Καραλή

. να μεταβεί στην έδρα της εταιρείας αυτής στη Λ. Συγγρού αρ. 22, μετά από έρευνα που έκανε, στις 11-2-2002, διαπίστωσε ότι η εν λόγω εταιρεία είχε γραφεία επί της Λ. Συγγρού αρ. 40-42, όπου και τελικά έκανε την επίδοση παραδίνοντας το δικόγραφο της παραπάνω αγωγής στον υπάλληλο της εναγομένης εταιρείας Ε. Γ., συντάσσοντας ταυτόχρονα την υπ' αρ. 5175/11-2-2002 έκθεση επιδόσεως του.

Άλλωστε, για την ίδια εταιρεία ενοικιάσεως αυτοκινήτων είχαν επιδοθεί και προηγουμένως στη Λ. Συγγρού αρ. 22 : α) η από 15-7-1999 αγωγή που είχε ασκήσει στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων εναντίον της εταιρείας αυτής ο παθών από το παραπάνω τροχαίο ατύχημα Έ. Β., την επίδοση της οποίας διενήργησε και πάλι ο πρώτος κατηγορούμενος Ζ.

Κ., συντάσσοντας την υπ' αρ. κατ. 2098/21-7-1999 έκθεση επιδόσεως του και β) η υπ' αρ. 132/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων που εκδόθηκε επί της παραπάνω αγωγής, την επίδοση της οποίας διενήργησε ο δικαστικός επιμελητής και συνεργάτης του Ζ. Κ., Ν. Π. (δεύτερος κατηγορούμενος) συντάσσοντας την υπ' αρ. 5689β/2-4-2001 έκθεση επιδόσεως του.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 5-6-2002 συζητήθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων η από 29-1-2002 και υπ' αρ. εκθ. κατ. 11/2002 αγωγή του γερμανικού ασφαλιστικού ταμείου, ερήμην της εναγομένης εταιρείας "RΕΝΤ Α CΑR ΠΡΟΠΟΡΕΙΑ Ε.Π.Ε.". Επί της υποθέσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 402/2002 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως προς την ασφαλιστική εταιρεία και έγινε δεκτή για τους λοιπούς εναγομένους (οδηγό και ιδιοκτήτρια εταιρεία), οι οποίοι υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στο ως άνω ταμείο το ποσό των 22.779,31 ΕURO, πλέον τόκων και εξόδων.

Την επίδοση της εν λόγω αποφάσεως στην ηττηθείσα διάδικο - εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "RΕΝΤ Α CΑR ΠΡΟΠΟΡΕΙΑ Ε.Π.Ε." παράγγειλε ο πληρεξούσιος Δικηγόρος του ενάγοντος γερμανικού ταμείου, Ιωάννης Καραλής, ο οποίος στη σχετική παραγγελία του ανέγραψε ως διεύθυνση της εν λόγω εταιρείας και πάλι τη Λ.

Συγγρού αρ. 22. Ακολούθως, ο πρώτος κατηγορούμενος Κ. Ζ., προκειμένου να επιδώσει την παραπάνω απόφαση στην "RΕΝΤ Α CΑR ΠΡΟΠΟΡΕΙΑ Ε.Π.Ε.", μετέβη στις 30-1-2003 στη Λ. Συγγρού και εισήλθε στο κατάστημα άλλης εταιρείας ενοικιάσεως αυτοκινήτων με την επωνυμία "ΑSΤRΑ S.Α.", που βρίσκεται στον αριθμό 20 της παραπάνω λεωφόρου, ο οποίος (αριθμός) ήταν εμφανής στην πρόσοψη του κτιρίου, όπως προκύπτει από τις φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν.

Εντός του καταστήματος αυτού της Λ. Συγγρού 20 βρήκε τον εκεί υπάλληλο Ν. Ε. ο οποίος, ερωτηθείς από αυτόν, του έδωσε το ονοματεπώνυμο του. Στη συνέχεια όμως ο Ε. Ν. αντελήφθη ότι ο πρώτος κατηγορούμενος δικαστικός επιμελητής επρόκειτο να του δώσει έγγραφο που αφορούσε όχι την εταιρεία στην οποία εργαζόταν ("ΑSΤRΑ S.Α."), αλλά την εταιρεία "RΕΝΤ Α CΑR ΠΡΟΠΟΡΕΙΑ Ε.Π.Ε.", δήλωσε στον παραπάνω δικαστικό επιμελητή ότι δεν παραλαμβάνει το έγγραφο γιατί δεν ήταν εκεί τα γραφεία της εταιρείας που αναζητούσε, και του υπέδειξε για να τη βρεί να πάει πιο κάτω όπου υπήρχαν και άλλες εταιρείες ενοικιάσεως αυτοκινήτων.

Ακολούθως ο πρώτος κατηγορούμενος έφυγε από το παραπάνω κατάστημα χωρίς να θυροκολληθεί στη τζαμαρία του καταστήματος κάποιο έγγραφο. Όμως, ο πρώτος κατηγορούμενος Κ. Ζ., δικαστικός επιμελητής του Πρωτοδικείου Πειραιώς, ο οποίος είναι υπάλληλος ,σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η σύνταξη και η έκδοση δημοσίων εγγράφων και δη εκθέσεων επιδόσεως δικογράφων, παρά το ότι :

α) ο Ε. Ν. του επεσήμανε ότι εκεί που πήγε δεν ήταν τα γραφεία της προς ήν η επίδοση εταιρείας "RΕΝΤ Α CΑR ΠΡΟΠΟΡΕΙΑ Ε.Π.Ε." και ότι ο ίδιος δεν ήταν υπάλληλος της εταιρείας αυτής, β) ο ίδιος, αλλά και ο συνεργάτης του δεύτερος κατηγορούμενος, είχαν επιδώσει προηγουμένως άλλα δικόγραφα στην ίδια εταιρεία, για την οποία είχαν διαπιστώσει από την έρευνα που είχαν κάνει, ότι τα γραφεία της δεν ήσαν πλέον στη Α.

Συγγρού αρ. 22, αλλά στη Λ. Συγγρού αρ. 40-42, συνέταξε την υπ' αρ. 6218/30-1-2003 έκθεση επίδοσης, στην οποία βεβαίωσε ότι για την επίδοση της υπ' αρ. 402/2002 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων στην εναγομένη εταιρεία "RΕΝΤ Α CΑR ΠΡΟΠΟΡΕΙΑ Ε.Π.Ε", μετέβη στις 30-1-2003 στα γραφεία αυτής στη Λεωφόρο Συγγρού αρ. 22, όπου επειδή δεν βρήκε το νόμιμο εκπρόσωπο της, αλλά τον υπάλληλο της Ε.

Ν., ο οποίος αρνήθηκε την παραλαβή, γι' αυτό θυροκόλλησε την ανωτέρω απόφαση παρουσία του μάρτυρα Ν. Π. (δεύτερου κατηγορουμένου). Όμως όσα παραπάνω βεβαίωσε ο πρώτος κατηγορούμενος στην προαναφερόμενη έκθεση επιδόσεως είναι ψευδή και αυτός το γνώριζε, αφού στις 30-1-2003, για την επίδοση της άνω απόφασης, δεν μετέβη στη Λεωφόρο Συγγρού αρ. 22, αλλά στη Λεωφόρο Συγγρού 20,σημειουμένου ότι μεταξύ των κτιρίων 20-22 μεσολαβεί μικρός δρόμος , παρότι γνώριζε ότι τα γραφεία της "RΕΝΤ Α CΑR ΠΡΟΠΟΡΕΙΑ ΕΠΕ" βρίσκονταν στον αριθμό 40-42 της ίδιας λεωφόρου, ο Ε.

Ν. δεν ήταν υπάλληλος της παραπάνω εταιρίας αλλά της ομοειδούς "ΑSΤRΑ S.Α.", που είχε γραφεία στην Λ. Σύγγρου αρ. 20 και, τέλος, ουδέν έγγραφο θυροκολλήθηκε στη Λ.Συγγρού αρ. 22, αλλά ούτε στη Λ. Συγγρού αρ. 20. Η θέληση του πρώτου κατηγορουμένου να βεβαιώσει ψευδή περιστατικά, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων, προέκυψε από τη σαφή και από δική του αντίληψη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Ε.

Ν., ο οποίος κατέθεσε ότι οι αριθμοί των κτιρίων είναι εμφανείς, ότι αρνήθηκε να παραλάβει το έγγραφο διότι δεν αφορούσε την εταιρία ΑSTRΑ στην οποία εργαζόταν, εξήγησε δε τούτο στον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος πήγε μόνος του και προσπάθησε να τον μεταπείσει να υπογράψει, καθώς και ότι δεν έγινε θυροκόλληση.

Η κατάθεση αυτή κρίνεται πειστική ,αφού ο μάρτυρας αυτός είναι τρίτος σε σχέση με τους διαδίκους και σε ουδεμία αντίφαση έχει υποπέσει, καθόσον τα ίδια κατέθεσε και στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Τέλος αποδείχτηκε ότι τα ως άνω ψευδώς βεβαιωθέντα από τον πρώτο κατηγορούμενο στην 6218/30-1-2003 έκθεση επιδόσεως περιστατικά μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες σε βάρος της εταιρείας "RΕΝΤ Α CΑR ΠΡΟΠΟΡΕΙΑ Ε.Π.Ε.", συνιστάμενες στην απώλεια της προθεσμίας που τάσσει ο νόμος για την άσκηση των ενδίκων μέσων κατά της 402/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων και δη της εφέσεως, καθόσον με την παραπάνω έκθεση επιδόσεως αποδεικνυόταν προς τη Δικαστική Αρχή ότι νόμιμα είχε κοινοποιηθεί αντίγραφο της προεκτεθείσας αποφάσεως.

Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι η παραπάνω εταιρεία δια των οργάνων της έλαβε γνώση της υπάρξεως της 6218/3-1-2003 εκθέσεως επιδόσεως του πρώτου κατηγορουμένου όταν, μετά την από 30-3-2005 επίδοση σε αυτήν (στη σωστή διεύθυνση, Λ. Συγγρού αρ. 40-42) αντιγράφου εξ απογράφου της 402/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων μετά επιταγής προς πληρωμή, επιχειρήθηκε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της, οπότε και αναγκάσθηκε να εξοφλήσει ολοσχερώς την απαίτηση.

Στη συνέχεια όμως η εν λόγω εταιρεία προέβη σε δικαστικές ενέργειες, συνεπεία των οποίων, αφ' ενός η επίδικη επίδοση κρίθηκε τελεσίδικα άκυρη με την υπ' αρ. 5249/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών για το λόγο ότι δεν διενεργήθηκε στην επί της Λ. Συγγρού αρ. 40-42 έδρα της "RΕΝΤ Α CΑR ΠΡΟΠΟΡΕΙΑ Ε.Π.Ε.", αφ' ετέρου δικαιώθηκε και επί της ουσίας με την 583/2008 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, που έκανε δεκτή την έφεση της κατά της 402/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων και απέρριψε την από 29-1-2002 και υπ' αρ.

εκθ.κατ. 11/2002 αγωγή του γερμανικού ασφαλιστικού ταμείου, καθόσον κρίθηκε ότι η σχετική απαίτηση του είχε υποπέσει σε παραγραφή. Τα ανωτέρω αποδειχθέντα δεν αναιρούνται από τους ισχυρισμούς, που προέβαλαν οι κατηγορούμενοι απολογούμενοι στο παρόν Δικαστήριο, δηλαδή ότι πήγαν στον αριθμό 20, που βρισκόταν ο Ε.

Ν., από τον οποίο παραπλανήθηκαν, ούτε από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης, καθόσον αυτά δεν κρίνονται πειστικά. Κατόπιν τούτων πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο πρώτος κατηγορούμενος της πράξεως της ψευδούς βεβαιώσεως που του αποδίδει το κατηγορητήριο, αφού στο πρόσωπο του συντρέχουν όλα τα απαιτούμενα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, απορριπτομένων ως αβασίμων των ισχυρισμών του που καταχωρίστηκαν στα πρακτικά.

Ομοίως ένοχος πρέπει να κηρυχθεί και ο δεύτερος κατηγορούμενος Ν. Π. για άμεση συνεργεία στην παραπάνω ψευδή βεβαίωση που τέλεσε ο Κ. Ζ. απορριπτομένων ως αβασίμων των ισχυρισμών του που καταχωρίστηκαν στα πρακτικά καθώς αποδείχθηκε ότι δέχθηκε να υπογράψει ως μάρτυρας στην 6218/30-1 -2003 έκθεση επιδόσεως, ενώπιον του οποίου δήθεν έλαβε χώρα νόμιμη, με θυροκόλληση, επίδοση αντιγράφου της 402/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων στα γραφεία της εταιρείας "RΕΝΤ Α CΑR ΠΡΟΠΟΡΕΙΑ Ε.Π.Ε." επί της Λ.Συγγρού αρ.22, επιβεβαιώνοντας έτσι τα ανωτέρω ψευδή περιστατικά, αν και ο ίδιος γνώριζε ότι αυτά ουδέποτε έλαβαν χώρα, παρέχοντας έτσι σπουδαία συνδρομή κατά τη διάρκεια και την εκτέλεση της παραπάνω πράξεως της ψευδούς βεβαιώσεως, με θέληση παροχής συνδρομής, χωρίς την οποία θα απέβαινε ανέφικτη η εκτέλεση τους ανωτέρω εγκλήματος από τον πρώτο κατηγορούμενο." Ακολούθως κατά πλειοψηφία κήρυξε ένοχο τον πρώτο αναιρεσείοντα της πράξεως της ψευδούς βεβαίωσης και το δεύτερο της πράξεως της άμεσης συνέργιας στην πράξη του πρώτου.

Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων, των προβλεπομένων από την άνω διατάξεις εγκλημάτων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, για τις οποίες αρκεί η αναφορά γενικώς κατά το είδος των αποδεικτικών μέσων χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά και οι νομικές σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχτηκαν στις άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παρεβίασε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν απαραίτητη η ειδικότερη μνεία και ανάλυση των ακολούθων εγγράφων που αναγνώστηκαν και δη της 6960Β/ 14-05-2003 έκθεσης επίδοσης του Ν. Π. και της από 3-2-2005 και με αριθμό κατάθεσης 16106/ 03-02-2005 ανταγωγής της RΕΝΤ Α CΑR ΠΡΟΠΟΡΕΙΑ ΕΠΕ κατά της ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ διότι ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων αρκεί η γενική αναφορά τους κατά το είδος τους χωρίς να απαιτείται εξειδίκευση και ανάλυση του τι προέκυψε από το καθένα, ενώ η αξιολόγηση αυτών ανάγεται στην ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω, η αιτίαση που προέβαλαν οι κατηγορούμενοι με το συνήγορο τους, για έλλειψη δόλου στην πράξη εκατέρου τούτων δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό αλλά αρνητικό της κατηγορίας και έτσι δεν χρειαζόταν ειδική αιτιολογία αφού αυτή εμπεριέχεται στην περί ενοχής τους κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Άλλωστε, η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον ισχυρισμό του αυτό ως αβάσιμο κατ' ουσίαν διαλαμβάνοντας ειδική δι' έκαστον τούτων αιτιολογία. Όθεν οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ μόνοι λόγοι των αναιρέσεων περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμοι. Οι δε λοιπές αιτιάσεις που προβάλλονται κατ' επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και συνεπώς είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.

Όθεν οι αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν και καταδικαστεί έκαστος αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από 07-09-2010 αιτήσεις των Κ. Ζ. του Δ., κατοίκου ... και Ν. Π. του Κ., κατοίκου ... αντίστοιχα, για αναίρεση της 6036/ 2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και

Επιβάλλει σε κάθε αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Οκτωβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ