Legislator Case Law & Legislation
1808/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to inadmissibility of vague procedural argument under Article 559(14) of Civil Procedure Code.

Case Number 1808/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a hotel company and heirs against a Thessaloniki Regional Court of First Instance decision. The appellants argued the lower court failed to declare inadmissible a specific claim regarding account movements due to vagueness, but the Supreme Court found this argument inadmissible because it was not properly presented or substantiated with facts. Consequently, the appeal was rejected, costs were awarded to the intervening creditor services company, and the appeal fee was remitted to the public treasury.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(14) and 562(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court declares an appeal inadmissible if the appellant fails to present the substantive argument with necessary factual support or if the argument is vague and lacks the required procedural standing.

Keywords

AI generated
inadmissibility of appeal vague procedural argument Article 559(14) KPolD failure to present facts procedural standing costs allocation appeal fee remission

Cited Legislation

AI generated
Article 576 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 182 § 1, 183 and 191 § 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1808 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1808/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Γ. Ζ. Ξενοδοχειακές και Τουριστικές Επιχειρήσεις ΑΕ" και διακριτικό τίτλο "Ξενοδοχείο Μακεδονία", που εδρεύει στη Βέροια και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Ζ. του Κ., κατοίκου ..., ατομικά και ως καθολικού διαδόχου του Κ. Ζ. του Γ., κατοίκου ... και 3) Γ. Ζ. του Κ., κατοίκου ..., ως καθολικού διαδόχου του Κ. Ζ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Μαρκούλη.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στη Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της αυτοτελώς υπέρ της αναιρεσιβλήτου και κατά των αναιρεσειόντων προσθέτως παρεμβαίνουσας: εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Νακόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...-2013 ανακοπή των ήδη πρώτης και δεύτερου αναιρεσειόντων και του αρχικού διαδίκου Κ. Ζ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2016 του ίδιου Δικαστηρίου και .../2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από ...-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι αναιρεσείοντες και η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της προσθέτως παρεμβαίνουσας την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, "αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί." Στην προκειμένη περίπτωση, από την ...-2023 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Α. Σ. προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 13-11-2023, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Κατά την ανωτέρω δικάσιμο η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων κατ' άρθρο 226 § 4 εδ. δ' ΚΠολΔ. Εφόσον, συνεπώς, η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της.

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 § 1 στοιχ. α' και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατ' άρθρο 573 § 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική διαδικασία, προκύπτει ότι, εφόσον επέλθει διακοπή της δίκης λόγω θανάτου ενός διαδίκου, οι εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του μπορούν να υπεισέλθουν στη θέση του δικαιοπαρόχου τους με την άσκηση των επιτρεπόμενων από το νόμο ένδικων μέσων ή με δήλωση συνέχισης της εκκρεμούς δίκης (Α.Π. 1030/2018, Α.Π. 1338/2015, Α.Π. 1594/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα ...-2018 πρακτικό δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Βέροιας, ...-2021 πιστοποιητικό του Τμήματος Διαθηκών του ανωτέρω Ειρηνοδικείου και ...-2021 πιστοποιητικό περί μη αποποίησης διαθήκης του Γραμματέως του ίδιου ως άνω Ειρηνοδικείου, προκύπτει ότι νομίμως συνεχίζουν τη δίκη με την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, στη θέση του αποβιώσαντος την 6-12-2017 τρίτου ανακόπτοντος και εκκαλούντος Κ. Ζ., οι νομιμοποιούμενοι προς τούτο εκ διαθήκης κληρονόμοι του δεύτερος (ο οποίος ασκεί το ένδικο μέσο και ατομικά ως δεύτερος ανακόπτων και εκκαλών) και τρίτος αναιρεσείοντες.

Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειες της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (Α.Π. 1329/2017, Α.Π. 611/2013, Α.Π. 1171/2012).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά τις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου.

Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 § 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αρ. 2 ΚΠολΔ (Α.Π. 1564/2017, Α.Π. 1731/2011). Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ.

γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", που εφαρμόζεται εν προκειμένω σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 41 § 1 ν. 5072/2023, επειδή η επικαλούμενη σύμβαση διαχείρισης συνήφθη την 6-12-2019, δηλαδή πριν από την 30-12-2023, "τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου.

Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις".

Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του ως άνω ν. 4354/2015, "οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.

του ν. 4307/2014. Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης." Εξάλλου, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και αυτών των άρθρων 62 και 64 § 3 και 286 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη διάρκεια της επιδικίας επέλθει μεταβολή στο πρόσωπο της εταιρίας διαχείρισης, τότε την εταιρία απόκτησης απαιτήσεων εκπροσωπεί η νέα διαχειρίστρια, αντίστοιχα δε παύει χωρίς άλλο και η σχετική προς εκπροσώπηση εξουσία της προηγούμενης διαχειρίστριας, χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή της δίκης, όπως ισχύει και για τα νομικά πρόσωπα, για την ταυτότητα του νομικού λόγου.

Διαδικαστικές πράξεις, που έχουν γίνει από την προηγούμενη διαχειρίστρια, δεν είναι απαράδεκτες, έστω και αν κατά τη προσδιορισθείσα συζήτηση στο ακροατήριο αυτή έχει στο μεταξύ αντικατασταθεί, αφού ουσιαστικός διάδικος είναι η εταιρία απόκτησης και όχι η εταιρία διαχείρισης, η δε συζήτηση χωρεί με τη νέα διαχειρίστρια, η οποία μπορεί να εμφανιστεί κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση της παλαιάς.

Στην προκειμένη περίπτωση, η εταιρία με την επωνυμία "Cepal Hellas Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου την 2-11-2023 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους πρώτη, δεύτερο, τρίτο αναιρεσείοντες και την αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες ..., ...-2023 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Α.

Ζ., ...-2023 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Γ. Κ. και ...-2023 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Ε. Ζ., αντίστοιχα, ασκεί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Ανώνυμη Εταιρία", επικαλούμενη έννομο συμφέρον από το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "Symbol Investment NPLCo Designated Activity Company", ειδικής διαδόχου της παραπάνω τραπεζικής εταιρίας ως προς την επίδικη απαίτηση, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη κατ' άρθρο 325 περ. 2 ΚΠολΔ.

Η επίδοση της παρέμβασης στους αναιρεσείοντες έγινε νομότυπα, με κοινοποίηση σε αυτούς έγχρωμων φωτοτυπικών αντιγράφων της, που επικυρώθηκαν νόμιμα κατ' άρθρο 36 § 2 περ. β' του ν. 4194/2013 (Κώδικα Δικηγόρων) από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της παρεμβαίνουσας Αθανάσιο Κοντόπουλο, όπως προκύπτει από τα επιδοθέντα και προσκομιζόμενα από τους αναιρεσείοντες αντίγραφα, στα οποία η επικύρωση περιλαμβάνεται στην από 7-11-2023 παραγγελία προς επίδοση του ανωτέρω δικηγόρου προς τους προαναφερθέντες δικαστικούς επιμελητές, και είναι αβάσιμος ο αντίθετος ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, που προβάλλεται με τις προτάσεις τους.

Επομένως, η πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατ' άρθρα 80 και 83 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργείται σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναιρέσεως κατ' άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ.

Με την ανακοπή από το άρθρο 632 § 1 ΚΠολΔ ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να επικαλεστεί ως λόγους ακύρωσης της εις βάρος του διαταγής πληρωμής, είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ, για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης, ήτοι τη βασιμότητα ή το ύψος αυτής (Α.Π. 631/2020, Α.Π. 1443/2017).

Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή, καθώς και το ποσόν της, να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο.

Εάν η απαίτηση ή το ποσόν αυτής δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, και εάν παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ.

Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για τον λόγο αυτό απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξάρτητα από την ύπαρξη και τη δυνατότητα απόδειξης της απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα (Ολ.Α.Π. 10/1997, Α.Π. 674/2020, Α.Π. 1166/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 708/2017, Α.Π. 667/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από ...-2021 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η .../2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την .../2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας οι δύο πρώτοι αναιρεσείοντες και ο αποβιώσας Κ.

Ζ. υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρία, η πρώτη αναιρεσείουσα ως πρωτοφειλέτρια και οι δεύτερος αναιρεσείων και Κ. Ζ. ως εγγυητές, το ποσό των 296.910,85 ευρώ για το χρεωστικό υπόλοιπο από σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, και το ποσό των 789.172,80 ευρώ για το υπόλοιπο δανείου, συνολικά 1.086.083,65 ευρώ, νομιμοτόκως.

Κατ' αυτής οι δύο πρώτοι αναιρεσείοντες και ο Κ. Ζ. άσκησαν την από ...-2013 ανακοπή τους, ζητώντας την ακύρωσή της α) λόγω αοριστίας, τόσο αυτής (διαταγής πληρωμής), όσο και της σχετικής αίτησης της αναιρεσίβλητης, στις οποίες δεν αναφέρονται οι μερικότερες χρεοπιστώσεις του ανοικτού λογαριασμού και της κίνησης του δανείου, ούτε το επιτόκιο υπολογισμού των τόκων, και β) λόγω καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης.

Η ανακοπή απορρίφθηκε ως προς αμφότερους τους λόγους της ως μη νόμιμη με την .../2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας και οι ανακόπτοντες άσκησαν έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη .../2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ειδικότερα, με την απόφαση του Εφετείου ο πρώτος λόγος της ανακοπής κρίθηκε απορριπτέος ως μη νόμιμος με την ακόλουθη αιτιολογία: "Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι νόμω αβάσιμος ...

καθώς τα επικαλούμενα από τους ανακόπτοντες ελλείποντα στοιχεία δεν αποτελούν αναγκαίο περιεχόμενο της διαταγής πληρωμής και της σχετικής αίτησης προς έκδοση αυτής, αφού για τον προσδιορισμό, στο δικόγραφο της αίτησης έκδοσης διαταγής πληρωμής, της χρηματικής απαίτησης, για την οποία ζητείται η έκδοσή της, δεν απαιτείται η έκθεση του συνόλου των γενεσιουργών της απαίτησης περιστατικών, αλλά αρκεί η έκθεση των πραγματικών περιστατικών που εξατομικεύουν την απαίτηση από άποψη αντικειμένου, είδους και τρόπου γέννησής της και δικαιολογούν την ύπαρξη αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου, κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση.

Εξάλλου, η έλλειψη κάποιου από τα στοιχεία του άρ. 630 Κ.Πολ.Δ. επάγεται ακυρότητα της διαταγής πληρωμής κατά το άρθρο 159 περ. 3 Κ.Πολ.Δ. μόνο αν επέφερε σε αυτόν που την προτείνει βλάβη που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας ... και οι ανακόπτοντες δεν επικαλούνται τέτοια βλάβη." Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με αντιφατική αιτιολογία δέχτηκε αφενός ότι η συμφωνία περί αναγωγής των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας σε έγγραφο απόδειξης της απαίτησης και του ύψους της είναι αναγκαίο περιεχόμενο της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής, και αφετέρου ότι ο πρώτος λόγος της ανακοπής, με τον οποίο (κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων) προβάλλεται έλλειψη του ανωτέρω στοιχείου, είναι νόμω αβάσιμος, επειδή το στοιχείο αυτό δεν αποτελεί αναγκαίο περιεχόμενο της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής.

Ο λόγος είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι, όπως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, προϋπόθεση για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αποτελεί η εξέταση της υπόθεσης από το δικαστήριο κατ' ουσίαν, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια, αντιφατικότητα ή παντελή έλλειψη των οποίων γεννάται η πλημμέλεια από την ως άνω διάταξη, η οποία επομένως δεν έχει πεδίο εφαρμογής όταν το δικαστήριο δεν ερεύνησε στην ουσία τον κρίσιμο ισχυρισμό, αλλά απέρριψε αυτόν ως μη νόμιμο, όπως εν προκειμένω (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 728/2023, Α.Π. 555/2023, Α.Π. 1935/2017).

Άλλωστε, λόγος ανακοπής με το ανωτέρω περιεχόμενο δεν προβλήθηκε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 § 2 επισκόπηση του δικογράφου αυτής, ούτε απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1001/2020), όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι (που εξομοιώνονται με τους μη προταθέντες, A.Π. 899/2019), αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.Α.Π. 2/1989, Α.Π. 1121/2022, Α.Π. 512/2022), ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 14/2004, Α.Π. 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσης (Α.Π. 862/2020), ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά.

Πράγμα, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (Ολ.Α.Π. 3/2008, Α.Π. 674/2020, Α.Π. 1431/2017). Δεν αποτελούν πράγματα, όμως, υπό την ως άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 3/1997, ΑΠ 189/2023, ΑΠ 2070/2022, Α.Π. 1692/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του ν. 4842/2021 και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων κατ' άρθρο 115 § 2 εδ. β' του ως άνω νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ελέγχεται η νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα (Α.Π. 63/2024, Α.Π. 2/2023, Α.Π. 609/2022, Α.Π. 356/2022, Α.Π. 55/2022). Το γεγονός ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως δεν μπορεί να θεμελιωθεί αναιρετικός λόγος αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ (Α.Π. 73/2016, Α.Π. 168/2015).

Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά στην αναιρετική δίκη, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Α.Π. 168/2015, Α.Π. 1620/2005).

Επομένως ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.Α.Π. 5/2000, Α.Π. 63/2024, Α.Π. 26/2022, Α.Π. 1308/2021).

Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός, που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις, και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ, οπότε αυτό πρέπει να αναφέρεται επίσης στην αίτηση αναίρεσης (Α.Π. 63/2024).

Αν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο αναιρεσείων πρότεινε τον ισχυρισμό που θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο ή ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ, ο λόγος απορρίπτεται ως αόριστος (Α.Π. 911/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και τον δεύτερο λόγους αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα, και συγκεκριμένα α) την κίνηση των λογαριασμών της πιστωτικής και της δανειακής σύμβασης του χρονικού διαστήματος από 1-1-2013, οπότε οι ανακόπτοντες αναγνώρισαν το χρεωστικό υπόλοιπο αυτών, μέχρι την 12-4-2013, οπότε η καθ' ης κατήγγειλε τις συμβάσεις, παρόλο που τα περιστατικά αυτά δεν αναφέρονταν στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, και β) την ύπαρξη δικονομικής σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, κατά την οποία τα εμπορικά βιβλία της καθ' ης-αναιρεσίβλητης αποδεικνύουν την απαίτηση και το ύψος της, περιστατικό που επίσης δεν αναφέρεται στην αίτηση.

Οι λόγοι είναι αόριστοι και συνεπώς απαράδεκτοι, επειδή δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι ισχυρισμοί, στους οποίους στηρίζονται οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι, προτάθηκαν ή επαναφέρθηκαν στο Εφετείο, με παράθεση αυτών όπως ακριβώς προτάθηκαν, ούτε ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις αναφερόμενες στην παράγραφο 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ και ότι υποβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν τους εν λόγω ισχυρισμούς, ή ότι τα περιστατικά αυτά προκύπτουν από την απόφαση, επομένως πρόκειται για ισχυρισμούς που προτείνονται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου χωρίς να συντρέχει νόμιμη περίπτωση παραδεκτού κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σε αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 686/2021) και δεν ιδρύεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνο επικουρικά σε κάποιο μη νόμιμο αποδεικτικό μέσο, το οποίο δεν άσκησε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 911/2021, Α.Π. 1058/2020, Α.Π. 374/2019).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (Α.Π. 686/2021, Α.Π. 218/2020, Α.Π. 374/2019, Α.Π. 315/2008, Α.Π. 1510/2011, Α.Π. 263/1989).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλουν πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν επιτρέπει ο νόμος, και συγκεκριμένα τα αντίγραφα των λογαριασμών της πιστωτικής και της δανειακής σύμβασης, παρόλο που η καθ' ης-αναιρεσίβλητη δεν προέβαλε την ύπαρξη συμφωνίας των μερών σχετικά με την αποδεικτική τους δύναμη.

Ο λόγος στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι το Εφετείο απέρριψε τον πρώτο λόγο της ανακοπής ως μη νόμιμο, χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης και να λάβει υπόψη του αποδεικτικά στοιχεία.

Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λπ.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, Α.Π. 1383/2021).

Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο απαράδεκτο νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 480/2020, Α.Π. 175/2019, Α.Π. 1496/2017).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις επιτευκτικές διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (Α.Π. 927/2019, Α.Π. 357/2018).

Έτσι, με τον ανωτέρω από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο ελέγχονται, μεταξύ άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (Α.Π. 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (Α.Π. 1206/2019, Α.Π. 2081/2018).

Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αίτηση της καθ' ης-αναιρεσίβλητης για έκδοση διαταγής πληρωμής, εφόσον δεν αναφέρεται σε αυτήν η κίνηση των λογαριασμών της πιστωτικής και της δανειακής σύμβασης του χρονικού διαστήματος από την αναγνώριση του υπολοίπου τους από τους ανακόπτοντες μέχρι την καταγγελία τους από την καθ' ης.

Ο λόγος είναι αόριστος και επομένως απαράδεκτος, επειδή οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν ότι προέβαλαν ή επανέφεραν στο Εφετείο τον ανωτέρω ισχυρισμό τους, παραθέτοντας αυτόν όπως ακριβώς προτάθηκε, ούτε ισχυρίζονται ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις αναφερόμενες στην παράγραφο 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ και ότι υποβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν τον ισχυρισμό τους, ή ότι τα περιστατικά αυτά προκύπτουν από την προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού αιτήματός της, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 182 § 1, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ της αναιρεσίβλητης, η οποία ερημοδικάζεται και συνεπώς δεν υποβλήθηκε σε σχετική δαπάνη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από ...-2021 αίτηση των "Κ. Γ. Ζ. Ξενοδοχειακές και Τουριστικές Επιχειρήσεις Α.Ε." κ.λπ. για αναίρεση της .../2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της προσθέτως παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Νοεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ