1808/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/9/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1457/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2216/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 1/3/2012 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1149/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 2216/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Legislator headnote
AI generated1808/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η προσβαλλόμενη αυτή απόφαση εκδόθηκε, αφού είχε προηγηθεί η έκδοση της με αριθμό 1149/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε, κατά παραδοχή λόγου από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ, η με αριθμό 2216/2011 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που κατά παραδοχή της από 21-5-2009 έφεσης, είχε εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση και είχε απορρίψει στην ουσία της την από 10-9-2007 αγωγή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1808 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1808/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "….Α.Ε.", που εδρεύει στο Αιγάλεω Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Θεοδώρου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Θ. Μ. του Σ., κατοίκου ... Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Αντωνοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/9/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1457/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2216/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 1/3/2012 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1149/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 2216/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 2667/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/10/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη, από 31-10-2018, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 2667/2016 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή συνεκδικάστηκαν η από 20-5-2009 έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης - ενάγουσας με την από 21-5-2009 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας - εναγομένης, κατά της με αριθμό 1457/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί στην ουσία της την από 10-09-2007 και με αριθμό κατάθεσης 196249/8540-2007 αγωγή της αναιρεσίβλητης και είχε αναγνωρίσει την υποχρέωση της δεύτερης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας να καταβάλει στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη το ποσό των 50.000 ευρώ, νομιμοτόκως, ως χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ένεκα τελεσθείσας σε βάρος της αδικοπραξίας.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού απέρριψε κατ' ουσίαν την από 20-5-2009 έφεση και έκανε δεκτή την από 21-5-2009 έφεση, εξαφάνισε την με αριθμό 1457/2009 εκκαλουμένη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 10-9-2007 αγωγή και αναγνώρισε ότι η δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 25.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Η προσβαλλόμενη αυτή απόφαση εκδόθηκε, αφού είχε προηγηθεί η έκδοση της με αριθμό 1149/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε, κατά παραδοχή λόγου από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ, η με αριθμό 2216/2011 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που κατά παραδοχή της από 21-5-2009 έφεσης, είχε εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση και είχε απορρίψει στην ουσία της την από 10-9-2007 αγωγή.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ.1, 2 και 4 στοιχείο α', 6 παρ.1, 5 και 6, 7 παρ.1 και 2 του ν. 2251/1994 συνάγεται ότι ο νόμος για την προστασία των καταναλωτών δεν σκοπεί να υποκαταστήσει το πλέγμα των νομικών διατάξεων, το οποίο ρυθμίζει τις συνέπειες από την πώληση ελαττωματικού πράγματος, αλλά θεσμοθετεί την ευθύνη του παραγωγού που διέθεσε στην αγορά προϊόντα μη ασφαλή, από τη χρήση των οποίων προέκυψε ζημία στον καταναλωτή.
Ειδικότερα: 1) κατά το άρθρο 1 παρ.4 στοιχ.α' του ν. 2551/1994 "καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους", 2) κατά την ίδια ως άνω διάταξη του εδ.β', προμηθευτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, κατά τη άσκηση της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του, προμηθεύει προϊόντα ή παρέχει υπηρεσίες στον καταναλωτή και 3) κατά το άρθρο 6 παρ.2 του ίδιου νόμου παραγωγός θεωρείται ο κατασκευαστής τελικού προϊόντος, πρώτης ύλης ή συστατικού, καθώς και κάθε πρόσωπο που εμφανίζεται ως παραγωγός του προϊόντος επιθέτοντας σε αυτό την επωνυμία, το σήμα ή άλλο διακριτικό του γνώρισμα.
Προϊόντα με την έννοια αυτού του άρθρου θεωρούνται και τα κινητά πράγματα που ενσωματώθηκαν ως συστατικά σε άλλα πράγματα κινητά ή ακίνητα. Προϊόντα θεωρούνται επίσης οι φυσικές δυνάμεις, ιδίως το ηλεκτρικό ρεύμα και η θερμότητα, εφόσον υπόκεινται σε εξουσίαση, όταν περιορίζονται σε ορισμένο χώρο. Κατά δε την παρ.4 του ίδιου άρθρου, όταν η ταυτότητα του παραγωγού είναι άγνωστη, κάθε προμηθευτής του προϊόντος θεωρείται για την εφαρμογή του νόμου αυτού παραγωγός, εκτός αν μέσα σε εύλογο χρόνο ενημερώσει τον καταναλωτή για την ταυτότητα του παραγωγού ή εκείνου που του προμήθευσε το προϊόν.
Το ίδιο ισχύει και για τον προμηθευτή προϊόντων εισαγωγής, όταν η ταυτότητα του εισαγωγέα είναι άγνωστη, έστω και αν η ταυτότητα του παραγωγού είναι γνωστή. Περαιτέρω, η ευθύνη του παραγωγού ελαττωματικών προϊόντων ρυθμίζεται από την ως άνω διάταξη του άρθρου 6 του ν.2251/1994, που έχει ενσωματώσει την υπ' αριθμ. 85/374/25.7.1985 Οδηγία της ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών - μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων.
Η ρύθμιση αποτελεί στην ουσία ειδική ρύθμιση της αδικοπρακτικής ευθύνης του παραγωγού ελαττωματικών προϊόντων, ενώ οι κοινές διατάξεις εφαρμόζονται μόνο αν στη συγκεκριμένη περίπτωση παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στον καταναλωτή (άρθρ. 14 παρ.5 ν. 2251/1994) ή πρόκειται για θέματα τα οποία δεν καλύπτονται από την ειδική ρύθμιση.
Στο πλαίσιο της ειδικής αυτής ρύθμισης του άρθρ. 6 του ν. 2251/1994, ο παραγωγός ευθύνεται για κάθε ζημία, στην οποία περιλαμβάνεται η βλάβη ή καταστροφή, εξαιτίας του ελαττωματικού προϊόντος, κάθε περιουσιακού στοιχείου του καταναλωτή καθώς και η ζημία λόγω θανάτου ή σωματικής βλάβης (παρ.6), που οφείλεται σε ελάττωμα του προϊόντος του (παρ.1).
Η ικανοποίηση όμως της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, πριν τις 10-7-2007, δεν καλυπτόταν από τις διατάξεις του νόμου αυτού, αλλά από τις κοινές διατάξεις των άρθρων 914, 932 ΑΚ, οι οποίες ρυθμίζουν και την ευθύνη του προμηθευτή ελαττωματικού προϊόντος (άρθρ.1 παρ.4 εδάφιο β' του ν. 2251/1994), όταν αυτός δεν εξομοιώνεται με τον παραγωγό.
Ήδη όμως με το ν. 3587/2007 και ειδικότερα το άρθρο 7 αυτού αντικαταστάθηκε η παρ.7 του άρθρου 6 του προηγούμενου νομοθετήματος και ορίζεται πλέον ότι χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης οφείλεται και σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του παρόντος άρθρου. Η διάταξη αυτή ισχύει από 10-7-2007 (ΦΕΚ Α' 152/10-7-2007) και εφαρμόζεται σε περιπτώσεις ελαττωματικών προϊόντων που έλαβαν χώρα μετά ταύτα.
Η ειδική, ως άνω, ρύθμιση της ευθύνης του παραγωγού αποσκοπεί στη διαφύλαξη της σωματικής και περιουσιακής ακεραιτότητας των καταναλωτών (διαφέρον ακεραιτότητας) από προσβολές εξαιτίας ελαττωματικών προϊόντων. Αντίστοιχα προς το σκοπό αυτό ορίζεται με το άρθρ. 6 παρ.5 εδ.α' του ν.2251/1994 ως ελαττωματικό το προϊόν εκείνο που δεν παρέχει την εύλογα αναμενόμενη ασφάλεια, ενόψει όλων των ειδικών συνθηκών και ιδίως της εξωτερικής εμφάνισής του, της εύλογα αναμενόμενης χρησιμοποίησής του και του χρόνου, κατά τον οποίο τέθηκε σε κυκλοφορία.
Ελαττωματικό, συνεπώς, είναι το επικίνδυνο προϊόν, που αντιδιαστέλλεται από το ασφαλές και με την έννοια αυτή η ελαττωματικότητα του προϊόντος συνδέεται κατά τρόπο άμεσο με τη θεμελίωση της ειδικής αδικοπρακτικής ευθύνης του παραγωγού. Περαιτέρω, για τη θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης του κατά τις κοινές διατάξεις απαιτείται παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του, με την οποία να συνδέεται η (αντικειμενική) βλαπτική ελαττωματικότητα του προϊόντος.
Η συμπεριφορά είναι παράνομη, όχι μόνο όταν προσκρούει σε συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, αλλά και όταν εξέρχεται από τα όρια των χρηστών συναλλακτικών ηθών, όπως τα όρια αυτά προκύπτουν από τα άρθρα 5 του Συντάγματος 1975, 200, 281 και 288 ΑΚ. Σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και τη γενική επιταγή δημιουργείται για τους μετερχόμενους επικίνδυνες δραστηριότητες, γενική υποχρέωση πρόνοιας, δηλαδή λήψης όλων των κατάλληλων μέτρων για την προστασία των έννομων αγαθών των τρίτων, που εύλογα εμπιστεύονται την άσκηση της δραστηριότητος (αρχή της εμπιστοσύνης).
Τα κατάλληλα μέτρα μπορεί να προκύπτουν άμεσα από διάταξη ουσιαστικού νόμου, διαφορετικά προσδιορίζονται με βάση τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων. Διαμορφώνονται έτσι οι ειδικότερες συναλλακτικές υποχρεώσεις, που συνδέονται με τη συγκεκριμένη δραστηριότητα και καθορίζουν το αναγκαίο επίπεδο ασφάλειάς της.
Δραστηριότητα, που εγκυμονεί κινδύνους για αόριστο αριθμό ατόμων, αποτελεί και εκείνη του παραγωγού (ή ανάλογα του προμηθευτή) προϊόντων, ο οποίος με τη διαφήμιση και την προβολή των προϊόντων του εμπεδώνει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών και δημιουργεί δεσμό πίστης, από τον οποίο απορρέουν αντίστοιχες συναλλακτικές υποχρέωσεις του.
Κοινή συνισταμένη των υποχρεώσεων του παραγωγού είναι η οργάνωση της παραγωγής με τρόπο που να εξυπηρετείται η γενική υποχρέωση πρόνοιας, μέσω κυρίως του ελέγχου του προϊόντος και της πληροφόρησης του καταναλωτικού κοινού. Η παράβαση με οποιοδήποτε τρόπο της υποχρέωσης αυτής, που έχει ως συνέπεια την παραγωγή και διάθεση ελαττωματικών προϊόντων, δηλαδή προϊόντων που θέτουν σε κίνδυνο έννομα αγαθά απροσδιόριστου αριθμού καταναλωτών, αποτελεί συμπεριφορά που εξέρχεται από τα όρια της θεμιτής δράσης του παραγωγού και διαψεύδει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών, ως προς το προσδοκώμενο όριο ασφαλείας του προϊόντος.
Αναμφίβολα αποτελεί παράνομη και κατ' αρχήν και υπαίτια (άρθρ. 330 εδ.β' ΑΚ) συμπεριφορά που δικαιολογεί, με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης, αποζημίωση για υλικές ζημιές και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ψυχικής οδύνης. Με την παράγραφο 1 του άρθρ. 7 του ν. 2251/1994, που ενσωμάτωσε την υπ' αριθμό 92/59 Οδηγία της ΕΟΚ για την ασφάλεια των προϊόντων, ορίζεται ότι οι προμηθευτές (άρθρ.1 παρ.4 εδ.β' ν. 2251/1994) υποχρεούνται να διαθέτουν στην αγορά μόνο ασφαλή προϊόντα, ενώ με τις παρ.παρ.2 και 4 του ίδιου νόμου ορίζεται πότε ένα προϊόν είναι ασφαλές και πότε οι προμηθευτές θεωρούνται ότι συμμορφώθηκαν με την υποχρέωση διάθεσης ασφαλών προϊόντων.
Συνάγεται έτσι άμεσα από το νόμο συγκεκριμένη εναλλακτική υποχρέωση, η παράβαση της οποίας αποτελεί παράβαση επιτακτικού κανόνα δικαίου, που επισύρει αυτόνομα την αδικοπρακτική ευθύνη των προμηθευτών. Ενόψει όλων αυτών, το ελάττωμα και η ταυτότητα του προϊόντος, η ζημία από τη συνηθισμένη (την κατά προορισμό) χρήση του και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ελαττώματος και ζημίας είναι στοιχείο που έχει το βάρος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο ενάγων καταναλωτής (ή ο ζημιούμενος τρίτος) για να θεμελιώσει και κατά τις κοινές διατάξεις αδικοπρακτική ευθύνη του παραγωγού ή ανάλογα των προμηθευτών του (άρθρ. 338 παρ.1 Κ.Πολ.Δ).
Το αίτιο όμως της βλαπτικής ελαττωματικότητας του προϊόντος με τη μορφή της υπαίτιας παράβασης συγκεκριμένης συναλλακτικής υποχρέωσης του παραγωγού ή των προμηθευτών του προϊόντος, ο καταναλωτής βρίσκεται σε αντικειμενική αδυναμία να το προσδιορίσει και να το αποδείξει, αφού αυτός είναι ξένος προς τη διαδικασία παραγωγής και διάθεσης του προϊόντος, δηλαδή προς τη σφαίρα επιρροής άλλων προσώπων και συνεπώς δεν μπορεί να γνωρίζει τις πράξεις ή παραλείψεις καθώς και ποίου προσώπου από εκείνα που αναμείχθηκαν στη διαδικασία διάθεσης, οδήγησαν στην κυκλοφορία ελαττωματικού προϊόντος.
Γίνεται έτσι δεκτό, με ανάλογη εφαρμογήτου άρθρου 925 ΑΚ, που απηχεί τη λεγόμενη θεωρία των σφαιρών επιρροής ή προέλευσης των κινδύνων, ότι ο καταναλωτής απαλλάσσεται από το σχετικό βάρος και αντίθετα έχει το βάρος ο παραγωγός ή ο προμηθευτής του προϊόντος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι κατά το χρόνο που το προϊόν ήταν στη σφαίρα επιρροής του, δεν υπήρξε πλημμέλεια στην παραγωγή η ανάλογα στη συντήρηση και διάθεση του προϊόντος ή ότι η τυχόν πλημμέλεια δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του ή σε υπαιτιότητα προσώπων για τα οποία ευθύνεται.
Έτσι με αντιστροφή του βάρους απόδειξης, η αδικοπρακτική ευθύνη των προσώπων αυτών διαμορφώνεται, κατά τις κοινές διατάξεις σε νόθο αντικειμενική (ΑΠ 1254/2021, ΑΠ 1305/2018, ΑΠ 1149/2014, ΑΠ 891/2013, ΑΠ 1375/2010). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (Ολ.
ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 25/2004, ΑΠ 275/2018). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο διέλαβε στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασής του τις ακόλουθες πραγματικές παραδοχές: " Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν νόμιμα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασής του, τις υπ' αρ. 2956/17-12-2008 και 2957/17-12-2008 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγελίας Λιάκου, ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας κατ' άρθρον 270 παρ.2 εδ.γ Κ.Πολ.Δ (βλ.
την από 11-12-2008 κλήση με την υπ' αριθμ. 123δ/12-12-2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Θεόδωρου Δημητρακόπουλου Ιωάννη), την υπ' αριθμ. 4487/21-09-2016 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου που λήφθηκε ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εφεσίβλητης - ενάγουσας (βλ.
την υπ' αριθμ. 2485ε/16-9-2016 έκθεση επίδοσης του ως άνω δικαστικού επιμελητή), την οποίαν προσκομίζει και επικαλείται η εκκαλούσα της από 21-5-2009 έφεσης νόμιμα και παραδεκτά κατά το άρθρο 529 παρ.1 Κ.Πολ.Δ ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Η δεύτερη εναγόμενη εταιρεία δραστηριοποιείται από το έτος 1963 στην παραγωγή και εμπορία μπύρας και είναι μέλος του ομίλου "….". Στις 7 Φεβρουαρίου 2005 και περί ώρα 12.00 η ενάγουσα μετέβη στο κατάστημα εμπορίας τροφίμων της πρώτης εναγομένης, μη διαδίκου εδώ, που διατηρεί επί της οδού ... στον Άλιμο Αττικής.
Εκεί αγόρασε διάφορα είδη, μεταξύ των οποίων και μικρό αριθμό από φιάλες μπύρας τύπου "…..", παραγωγής της δεύτερης εναγομένης η οποία και έχει επιθέσει σε αυτές το σήμα και την επωνυμία της. Μόλις έφτασε στο ταμείο και ενώ επιχείρησε να τοποθετήσει τις φιάλες σε πλαστική σακούλα, μια από αυτές εξερράγη και θρυμματίστηκε σε πολλά κομμάτια, τα οποία είχαν παραμείνει στο ταμείο.
Από την παραπάνω έκρηξη εκσφενδονίστηκε με ορμή προς το πρόσωπό της ένα κομμάτι υάλου, το οποίο την έπληξε στον αριστερό οφθαλμό, προκαλώντας της τραυματική ρήξη βολβού και διαμπερές τραύμα κερατοειδούς, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να υποβληθεί αυθημερόν (7-2-2005) και υπό γενική αναισθησία σε συρραφή του τραύματός της στο νοσοκομείο "Γεώργιος Γεννηματάς" και να τεθεί σε κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή.
Εξήλθε στις 11-2-2005 και ο αριστερός της οφθαλμός παρουσιάζει λόγω του ανωτέρω συμβάντος εγκλεισμό του τμήματος της ίριδας κατά την περιοχή της 4ης ώρας και μειωμένη οπτική οξύτητα ποσοστού 8-9/10. Ο ανωτέρω τραυματισμός της ενάγουσας δεν αποδείχθηκε ότι οφείλεται σε κακό ΕΚ μέρους της χειρισμό της ως άνω φιάλης και δεν επισυνέβη βίαιη μεταχείρισή της, όπως εκούσιο χτύπημα αυτής ή πτώση της.
Αντίθετα, αποκλειστική ευθύνη φέρει η δεύτερη εναγομένη εταιρεία που χωρίς επαρκή έλεγχο προμηθεύτηκε ΤΟ ελαττωματικό προϊόν. Ειδικότερα, προμηθεύεται αρχικά τις φιάλες από την εταιρία "…..ΑΕ" και σε αυτές εμφιαλώνει τη μπύρα που η ίδια παρασκευάζει και επιθέτει το σήμα και την επωνυμία της σε αυτές.
Τα όργανα, όμως, αυτής δεν έλεγξαν επαρκώς, ως όφειλαν, στη γραμμή εμφιάλωσης την ανθεκτικότητα της συγκεκριμένης φιάλης με αποτέλεσμα αυτή να εκραγεί υπό συνθήκες κανονικής χρήσης. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από την κατάθεση του μάρτυρα της δεύτερης εναγομένης, υπό την ιδιότητα του ως υπεύθυνου ποιότητας των παραγόμενων προϊόντων της, ο οποίος αναφέρει ότι ο έλεγχος των φιαλών μετά την πωματοποίησή τους είναι καθαρά δειγματοληπτικός και συγκεκριμένα σε μέσο όρο ημερησίας παραγωγής 40.000 φιαλών ελέγχονται κατά μέσο όρο 300, με αποτέλεσμα οι υπόλοιπες να διατίθενται κατευθείαν μετά την εμφιάλωσή τους σε ευρεία κατανάλωση.
Από τον πιο πάνω τραυματισμό της, η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, για την οποία δικαιούται ως χρηματική ικανοποίηση το εύλογο ποσό των 25.000 ευρώ, λαμβανομένων υπόψη του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, την έκταση της βλάβης της (μείωση της οπτικής οξύτητας), του βαθμού υπαιτιότητας της δεύτερης εναγομένης, της κοινωνικής και περιουσιακής κατάστασης των διαδίκων.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς την δεύτερη εναγομένη έσφαλε μόνον ως προς την ορθή εκτίμηση των αποδείξεων όσον αφορά το ύψος της δικαιούμενης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης της ενάγουσας και κατά το σκέλος αυτό πρέπει να γίνει δεκτή η από 21-5-2009 έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα απ' αυτήν με τους λοιπούς λόγους της ως άνω έφεσής της, καθώς και της εκκαλούσας - ενάγουσας της από 20-5-2009 έφεσης είναι ουσία αβάσιμα και απορριπτέα.
Συνακόλουθα, αφού απορριφθεί η από 20-5-2009 έφεση της εκκαλούσας - ενάγουσας, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά παραδοχή του έκτου λόγου της από 21-5-2009 έφεσης και, αφού κρατηθεί και δικαστεί η αγωγή από το Δικαστήριο αυτό (άρθρο 535 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή της ενάγουσας, να αναγνωριστεί ότι η δεύτερη εναγομένη οφείλει να καταβάλει σ' αυτήν ενάγουσα το ποσό των 25.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής".
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1 παρ.4 περ.α', 6 παρ.1 και 7 του ν. 2251/1994, καθώς και των άρθρων 914, 932 και 925 του ΑΚ, ισχυριζόμενη, ειδικότερα, ότι στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασης απουσιάζει πλήρως η περιγραφή των συνθηκών και περιστατικών που αφορούν τον έλεγχο της ανθεκτικότητας της επίδικης φιάλης στη γραμμή παραγωγής από τα όργανα της αναιρεσείουσας εταιρίας, καθόσον δεν αναφέρει η απόφαση αυτή ούτε ένα από τα περιστατικά που να αφορούν τις ενέργειες και διαδικασίες που εφαρμόζει η ως άνω εταιρία, για τον έλεγχο της ανθεκτικότητας των φιαλών που παράγει.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, όμως, ότι η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα αγόρασε από το κατάστημα εμπορίας τροφίμων της πρώτης εναγομένης (μη διαδίκου στη δευτεροβάθμια δίκη), μεταξύ άλλων προϊόντων και μικρό αριθμό από φιάλες μπύρας τύπου "….", παραγωγής της αναιρεσείουσας, ότι μόλις έφθασε στο ταμείο και ενώ επιχείρησε να τοποθετήσει τις φιάλες σε πλαστική σακούλα, μία από αυτές εξερράγη και ένα κομμάτι υάλου εκσφενδονίστηκε με ορμή και έπληξε την αναιρεσίβλητη στον αριστερό οφθαλμό, ότι ο ανωτέρω τραυματισμός αυτής δεν αποδείχθηκε ότι οφείλεται σε κακό εκ μέρους της χειρισμό της ως άνω φιάλης και δεν επισυνέβη βίαιη μεταχείρισή της, όπως εκούσιο κτύπημα αυτής ή πτώση της και ότι αποκλειστική ευθύνη για την έκρηξη της φιάλης φέρει η αναιρεσείουσα εταιρία, η οποία είχε προμηθευτεί τη φιάλη από άλλη εταιρία, πλην όμως τα όργανα της αναιρεσείουσας δεν έλεγξαν επαρκώς, όπως όφειλαν, στη γραμμή εμφιάλωσης την ανθεκτικότητα της συγκεκριμένης φιάλης, με αποτέλεσμα αυτή να εκραγεί υπό συνθήκες κανονικής χρήσης, ορθά εφάρμοσε, με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, τις προπαρατεθείσες ουσιαστικές διατάξεις, δεδομένης και της νόθου αντικειμενικής ευθύνης της αναιρεσείουσας, για την παραγωγή και διάθεση του προϊόντος της επίμαχης φιάλης μπύρας, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στις νομικές σκέψεις της παρούσας απόφασης.
Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ως προς το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος αναιρετικός λόγος, ως προς το δεύτερο, επικουρικό, σκέλος του από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα διατείνεται παραβίαση των αυτών ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, ένεκα στέρησης της προσβαλλόμενης απόφασης από τη νόμιμη βάση της, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών και συγκεκριμένα των ίδιων ελλείψεων στον ελάσσονα συλλογισμό της, που επικαλείται και για την ως άνω θεμελίωση του πρώτου σκέλους του αναιρετικού λόγου, είναι επίσης αβάσιμος, διότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς την έκρηξη της φιάλης μπύρας υπό κανονικές συνθήκες χρήσης και ως προς τον ανεπαρκή έλεγχο της ανθεκτικότητας της φιάλης από τα όργανα της αναιρεσείουσας, στη γραμμή εμφιάλωσης, παραδοχές που δικαιολογούν την εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφάρμοσε, καθιστώντας, έτσι, εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
ΙΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρ. 559 αριθ.11 περ.γ' Κ.Πολ.Δ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 Κ.Πολ.Δ (Ολ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ 23/2019, ΑΠ 38/2019). Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη, να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου του αυτού είδους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 38/2019, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1078/2015).
Απαιτείται, όμως, να μνημονεύονται στην απόφαση ειδικά τα ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, όπως ορίζονται κατά το είδος τους στο άρθρο 339 Κ.Πολ.Δ (Ολ. ΑΠ 8/2005, ΑΠ 197/2013, ΑΠ 1660/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ.11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, αιτιώμενη ότι για το κρίσιμο ζήτημα του ελέγχου της ανθεκτικότητας των φιαλών, που χρησιμοποιούσε για την εμφιάλωση της μπύρας, δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρά της, που εξετάστηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Όπως προκύπτει, όμως, από τις προεκτεθείσες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, πέραν της γενικής αναφοράς του είδους των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη της, για την εξαγωγή του αποδεικτικού πορίσματος, αναφέρεται και ειδικά στο περιεχόμενο της μαρτυρικής κατάθεσης του μάρτυρα της αναιρεσείουσας, ώστε να μην γεννάται η παραμικρή αμφιβολία ότι την έλαβε υπόψη της και την συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το σύνολο της κατάθεσης του μάρτυρά της, είναι αβάσιμος, καθ' όσον, με το πρόσχημα του αναιρετικού ελέγχου η αναιρεσείουσα επιχειρεί να πλήξει την ανέλεγκη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Εφετείου, ως προς την αξιολόγηση του περιεχομένου της μαρτυρικής αυτής κατάθεσης.
IV. Ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ.18 Κ.Πολ.Δ, όπως συνάγεται από το συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ.4 και 581 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε, όσον αφορά το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση, τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο.
Το νομικό ζήτημα μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο. Δεν επιλύεται, όμως, νομικό ζήτημα αν η αναιρετική απόφαση αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρ. 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ) και ειδικότερα για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά απ' αυτήν δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού.
Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά που μπορεί να εκτιμήσει διαφορετικά (ΑΠ 1195/2018, ΑΠ 501/2018, ΑΠ 923/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την αριθ. 1149/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η με αριθμό 2216/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών για έλλειψη νόμιμης βάσης, που καθιστούσαν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ορθής εφαρμογής των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της έλλειψης υπαιτιότητας της τότε αναιρεσίβλητης και των προστηθέντων υπαλλήλων της, για τον τραυματισμό της τότε αναιρεσείουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαιτίας του οποίου η τελευταία ζήτησε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της παραπάνω απόφασης του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ) η απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκε κατά παραδοχή λόγου από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ, διότι δεν αποφάνθηκε με σαφήνεια για το αν επρόκειτο για θραύση ή έκρηξη της φιάλης, συνεπεία της οποίας επήλθε ο τραυματισμός και ακόμα διότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες για το ενδεχόμενο της ελαττωματικότητας του περιεχομένου της φιάλης αυτής, το οποίο επίσης είχε επικαλεσθεί με την αγωγή της η τότε αναιρεσείουσα.
Εφόσον, όμως, η ως άνω προηγούμενη εφετειακή απόφαση αναιρέθηκε για το λόγο αυτό, δεν τίθεται θέμα συμμόρφωσης ή μη της ήδη προσβαλλόμενης απόφασης με την αναιρετική και ο τρίτος, σχετικός, λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ.18 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι απαράδεκτος. V. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας.
Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 88/2019). Κατά δε το άρθρο 932 του ΑΚ "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνοίας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια, με ελεύθερη εκτίμηση, το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτή χρηματικής ικανοποίησης με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων, χωρίς να απαιτείται ειδικότερα αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 525/2021, ΑΠ 29/2021, ΑΠ 1414/2019).
Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ) και συντρέχει, αν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας, αντίστοιχα, ορισμένη ή αόριστη την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στο δικόγραφό της όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά το νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.8 και 14 του Κ.Πολ.Δ.
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη του αναγκαία για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, τα οποία, όμως, δεν εκτίθενται στο δικόγραφό της ή αν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή, παραγνωρίζοντας τα γεγονότα που με επάρκεια εκτίθενται σ' αυτήν για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης, ενώ ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματός τους, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθεται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 585/2019, ΑΠ 1442/2019, ΑΠ 45/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της ένδικης αίτησης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, διατείνεται ότι, ενώ με τις πρωτόδικες προτάσεις της καθώς και με τον πρώτο λόγο της έφεσής της είχε προτείνει τον ισχυρισμό περί ποσοτικής αοριστίας της από 10-9-2007 αγωγής της αναιρεσίβλητης, διότι στο δικόγραφο αυτής δεν γινόταν ουδεμία αναφορά της ηλικίας της ενάγουσας, εάν ασκεί ή όχι κάποιο επάγγελμα και το είδος αυτού, της οικογενειακής της κατάστασης, της οικονομικής και κοινωνικής της θέσης, καθώς και της παρούσας κατάστασης της υγείας της, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη.
Επικουρικά, με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης αποδίδει στην απόφαση του Εφετείου σφάλμα από τον αριθ.8 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ, διότι ως προσδιοριστικό στοιχείο του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης, στο ποσό των 25.000 ευρώ, έλαβε υπόψη της και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση της ενάγουσας, δηλαδή πράγμα που δεν προτάθηκε.
Ο παρών λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του και ως προς την αιτίαση ότι δεν αναφέρεται στην αγωγή η παρούσα κατάσταση της υγείας της ενάγουσας, είναι πρωτίστως αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ επισκόπηση του δικογράφου της από 10-9-2007 αγωγής, σαφώς προκύπτει ότι εκτίθεται σε αυτό σοβαρός τραυματισμός της ενάγουσας, συνιστάμενος σε μόνιμο εγκλεισμό της ίριδας και μόνιμη μείωση της οπτικής οξύτητας του αριστερού οφθαλμού της, που έχουν καταστήσει την ενάγουσα ψυχολογικά ασταθή.
Ως προς τα λοιπά ως άνω στοιχεία της αγωγής, στο δικόγραφο της οποίας η αναιρεσείουσα αποδίδει ποσοτική αοριστία, ο λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται ούτε και ως προς το επικουρικό σκέλος του, διότι τα στοιχεία αυτά είναι ενδεικτικά κριτήρια για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, που προκύπτουν από τις αποδείξεις και δεν είναι αναγκαίο να εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής, δεδομένου και του ότι, όπως προαναφέρθηκε δεν απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου.
Αλλά και με την εκδοχή ότι για το ορισμένο της διώκουσας την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, αγωγής αρκεί, σε σχέση με την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών η μνεία της εν γένει κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, ως κατ' αρχήν εμφανίζεται στον εξωτερικό κόσμο, στον εναγόμενο δε εναπόκειται, να προτείνει κατ' ανεπτυγμένη άρνηση και άλλα περιστατικά, ως προς το στοιχείο τούτο, χρήσιμα για τον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης (ΑΠ 1502/2001), η ενάγουσα στο δικόγραφο της αγωγής αναφέρει γενικά, ως προσδιοριστικό στοιχείο, την κοινωνική και οικονομική θέση των διαδίκων μερών.
Έτσι σε κάθε περίπτωση, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, ως προς το επικαλούμενο στοιχείο αυτό ποσοτικής αοριστίας, είναι και ουσιαστικά αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκησή της (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ) και η αναιρεσείουσα να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-10-2018 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "…..Α.Ε." για αναίρεσή της, με αριθμό 2667/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο που καταβλήθηκε για την άσκηση της αναίρεσης. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2021.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ