Legislator Case Law & Legislation
1808/2019 AI generated

Appeal allowed due to insufficient evidence listing and failure to identify specific legal entity responsible for social security contributions.

Case Number 1808/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against a second-instance conviction for failing to pay social security contributions. The defendant argued that the lower court's reasoning was incomplete because it failed to list the specific evidence examined and did not clearly identify the legal entity and the defendant's specific role within it. The court agreed that these defects created ambiguity regarding the defendant's liability under the relevant criminal law provisions.

Legislator headnote

AI generated

Articles 473, 474, 510, 519 of the Code of Criminal Procedure; The appeal must be accepted if the judgment fails to list the evidence examined or fails to clearly identify the specific legal entity and the defendant's role, creating ambiguity regarding criminal liability.

Keywords

AI generated
social security contributions insufficient evidence listing criminal liability identification legal entity responsibility appeal admissibility Code of Criminal Procedure retrial procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 473, 474 of the Code of Criminal Procedure
Article 1 of Law 86/1967
Article 510 of the Code of Criminal Procedure
Article 519 of the Code of Criminal Procedure

Cited Case Law

AI generated
Monomelous Court of Athens, No. 20458/2017

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1808 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1808/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 194/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού - Εισηγήτρια και Σταματική Μιχαλέτου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του την 1η Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεράκη, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. - Π. Μ. του Α., κατοίκου ... που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Γαλετζά, για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΔΤ117/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 3473/18.3.2019 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 550/2019.

Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 18-3-2019 δήλωση (αίτηση) αναίρεσης του κατηγορούμενου Ν. - Π. Μ. του Α. η οποία επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την ίδια ημερομηνία για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΔΤ 117/2019 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ (18) ετών και χρηματική ποινή δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ με αναστολή ως προς την πρώτη, για τις πράξεις της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών ΙΚΑ, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και είναι συνεπώς, παραδεκτή και πρέπει, να εξετασθεί περαιτέρω ( άρθρα 473 παρ. 1,3 και 474 παρ.2,3 του Κ.Π.Δ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ΑΝ 86/1967, τιμωρείται με τις αναφερόμενες στη διάταξη αυτή ποινές όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας πάσης φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφάλισης ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου και νόμου τιμωρείται για υπεξαίρεση με τις αναφερόμενες στην εν λόγω διάταξη ποινές όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν (εργατικές) με σκοπό απόδοσής τους στους κατά την παράγραφο 1 οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές στους οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές.

Τα εγκλήματα αυτά συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα που παρασχέθηκε η εργασία. Με το άρθρο 30 ν.3904/2010 ορίστηκε ότι για την εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 1 α.ν. 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών) να υπερβαίνει τις 20.000 ευρώ και για την εφαρμογή της παραγράφου 2 του ιδίου άρθρου ως άνω α.ν.86/1967 το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τους εργαζόμενους και παρακρατούνται από τον εργοδότη να υπερβαίνει τις 10.000 ευρώ.

Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 του ως άνω α.ν.86/1967, όπως αριθμήθηκε και προστέθηκε εκ νέου ως άρθρο 2 με το άρθρο 20 ν.2721/1999, το αξιόποινο της πράξης εξαλείφεται αν ο υπαίτιος εξόφλησε πλήρως τις βαρύνουσες αυτόν ασφαλιστικές εισφορές σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης. Το όριο που διαμορφώθηκε σε 20.000 ευρώ για τις εργοδοτικές και σε 10.000 ευρώ για τις εργατικές εισφορές αναφέρεται στο συνολικό ποσό των κατά περίπτωση εισφορών, δηλαδή εργοδοτικών ή εργατικών, αφού πρόκειται για δύο αυτοτελή εγκλήματα, η αντικειμενική υπόσταση των οποίων συγκροτείται από διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, επομένως αν το συνολικό οφειλόμενο ποσό των ασφαλιστικών εισφορών είναι μικρότερο των ανωτέρω ορίων που διαφοροποιούνται για τις εργοδοτικές και τις εργατικές με τη διάταξη του άρθρου 30 ν.3904/2010, δεν θεμελιώνεται αξιόποινη πράξη μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών ή παρακρατήσεως εργατικών εισφορών.

Περαιτέρω από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 5 του α.ν. 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται κατά την πληρωμή των μισθών να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών που βαρύνουν τους ασφαλισμένους.

Ως εργοδότης κατά τις ως άνω διατάξεις και το άρθρο 8 παρ. 5 του ίδιου α.ν. 1846/1951 νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα για λογαριασμό των οποίων προσφέρουν την εργασία τους τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, με τη δε παράγραφο 4 του άρθρου 4 του Ν. 2556/1997, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 69 παρ. 2 Ν. 2676/1999, οι διατάξεις του άρθρου 115 του Ν. 2238/1994, όπως ισχύουν κάθε φορά, που αναφέρονται στην ευθύνη των διοικούντων νομικά πρόσωπα για την καταβολή των φόρων που οφείλουν στο Δημόσιο τα πρόσωπα αυτά, εφαρμόζονται κατ' αναλογίαν και για την καταβολή των οφειλόμενων στο Ι.Κ.Α ασφαλιστικών εισφορών.

Κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ, κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951 ο υπόχρεος πρέπει, να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο που έχει ορισθεί.

Με τη ρύθμιση των παραγράφων 7, 8 και 9 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967, όπως οι παράγραφοι αυτές προστέθηκαν με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 4075/2012 (ΦΕΚ Α 89/11-4- 2012), ορίζονται οι αυτουργοί των αδικημάτων του άρθρου 1 του α.ν.86/1967 (της μη απόδοσης ασφαλιστικών εισφορών) στα νομικά πρόσωπα ως εξής : "7. Για εργοδότες μη φυσικά πρόσωπα....θεωρούνται α) στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες, οι πρόεδροι των Δ.Σ., οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές ή διευθυντές και γενικά κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από τον νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών.

Αν λείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των Δ. Σ. των εταιρειών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται παραπάνω, β) στις ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες εταιρείες οι ομόρρυθμοι εταίροι, γ) στις περιορισμένης ευθύνης εταιρείες, οι διαχειριστές αυτών και όταν ελλείπουν ή απουσιάζουν αυτοί, ο κάθε εταίρος, δ)...ε)...στ)...ζ)...η)..θ)...ι)

8. Στις κοινοπραξίες, κοινωνίες, αστικές, συμμετοχικές ή αφανείς εταιρείες και στις ενώσεις προσώπων που δεν αποτελούν σωματείο, ως αυτουργοί των αδικημάτων του άρθρου 1 α.ν.86/1967 θεωρούνται οι εκπρόσωποι τους και αν ελλείπουν αυτοί, τα μέλη τους. Όταν στα μέλη αυτών περιλαμβάνονται και νομικά πρόσωπα ή αλλοδαπές επιχειρήσεις ή αλλοδαποί οργανισμοί, ως αυτουργοί θεωρούνται οι κατά νόμο υπεύθυνοι των συμπραττόντων μελών - νομικών προσώπων. 9.

Οι αυτουργοί των παρ.7 και 8 τιμωρούνται εφόσον κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος είχαν την ιδιότητα αυτή." Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για ασφαλιστικές εισφορές που οφείλουν ανώνυμες εταιρείες, εταιρείες ομόρρυθμες, ετερόρρυθμες και περιορισμένης ευθύνης, υπόχρεοι για την καταβολή τους είναι οι παραπάνω αναφερόμενοι νόμιμοι εκπρόσωποι τους, ενώ τα μέλη των Δ.

Σ. έχουν επικουρική ευθύνη και αν πράγματι ασκούν τα καθήκοντα των κυρίως υπόχρεων διαρκώς ή προσωρινά. Σημειώνεται ότι μόνη η ικανότητα του προέδρου ή μέλους Δ. Σ. για εκπροσώπηση της Α. Ε. δεν του προσδίδει και την ιδιότητα του ποινικού υπευθύνου για τη μη έγκαιρη καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών που οφείλει η Α.Ε.

στο ΙΚΑ. Στις κοινοπραξίες, αστικές εταιρείες ή ενώσεις προσώπων που δεν αποτελούν σωματείο και οι ασφαλιστικές απαιτήσεις έχουν γεννηθεί μετά την 11-4-2012, υπόχρεος για την καταβολή τους είναι ο κατά νόμο ορισθείς εκπρόσωπος τους. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Ως προς τις αποδείξεις αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Είναι όμως απαραίτητο να προκύπτει κατά τρόπο αναμφισβήτητο ότι λήφθηκαν υπόψη, αξιολογήθηκαν και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους.

Σε συνάρτηση προς τα παραπάνω, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής για παράβαση του άρθρου 1 του α.ν. 36/1967 απόφασης, πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν τα κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, που είναι: α) η απασχόληση με σχέση εξαρτημένης εργασίας σε συγκεκριμένο χρόνο του ασφαλισμένου προσωπικού στους παραπάνω οργανισμούς, β) τα χρηματικά ποσά που με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον ασφαλιστικό οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε και γ) επί φυσικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη λόγω της άσκησης της επιχείρησης, αναφορά των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η θέση αυτού στην επιχείρηση αυτή, καθώς και αν πρόκειται για προσωπική ή εταιρική επιχείρηση και ποια η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορουμένου σ' αυτήν, ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού του ως απλού εργοδότη ή νόμιμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης.

Δεν αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των ως άνω εγκλημάτων, ο αριθμός των απασχοληθέντων μισθωτών, ποιοι ήταν αυτοί και πόσο χρόνο εργάστηκε έκαστος αυτών στον υπόχρεο, ούτε οι τακτικές αποδοχές ενός εκάστου.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που δίκασε ερήμην ( σαν να ήταν παρών) τον κατηγορούμενο ήδη αναιρεσείοντα ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επέβαλε κατά του τελευταίου ποινή φυλάκισης 1 έτους και χρηματική ποινή 1.500 ευρώ για κάθε πράξη μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών ΙΚΑ και συνολικώς, ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία και χρηματική ποινή δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο της ουσίας για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση αναφέρει ως αιτιολογία τα εξής: "Από την με αρ.ΔΤ2933/2018 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει, ότι ο πρώτος εκκαλών - κατηγορούμενος κλητεύθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως για να παρουσιαστεί σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και να υποστηρίξει την έφεση που άσκησε κατά της με αρ.20458/20-2-2017 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία έχει γίνει τυπικά δεκτή με την ανωτέρω αναβλητική απόφαση και πρέπει, να δικαστεί σαν να είναι παρών.

Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από την κατάθεση της μάρτυρα που εξετάσθηκε νομότυπα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την απολογία του παρόντος κατηγορουμένου και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος στην .....

την 1-11-2012 τυγχάνοντας εργοδότης υπό την ιδιότητα του Προέδρου της επιχείρησης με την επωνυμία ... κατ. Α Μ Ε. ...466, ΥΠΟΚ/ΜΑ ΙΚΑ ..., είδος επιχείρησης Δραστηριότητες κοινωνικής μέριμνας με παροχή καταλύματος και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 1-7-2012 έως 30-9-2012 στην επιχείρησή του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές ποσού 293.097,09 ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία.

Για την μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό ...427/2012 ΠΕΕ συνολικού ποσού εισφορών 293.097,09 ευρώ. 1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών, ποσού 195.398,06 ευρώ , δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. 2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή του (ΕΡΓΑΤΙΚΕ!) ποσού 97.699,03 ευρώ με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, κατέστη γΓ αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση.....".

Μετά από αυτά, το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο του ότι: "Στην .... την 1-11-2012 τυγχάνοντας εργοδότης υπό την ιδιότητα του Προέδρου της επιχείρησης με την επωνυμία ... κατ. A.M.Ε. ...466, ΥΠΟΚ/ΜΑ ΙΚΑ ..., είδος Επιχείρησης Δραστηριότητες κοινωνικής μέριμνας με παροχή καταλύματος και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 1-7-2012 έως 30-9-2012 στην επιχείρησή του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές, ποσού 293.097,09 ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία.

Για την μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό ...427/2012 ΠΕΕ συνολικού ποσού εισφορών 293.097,09 ευρώ. 1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών, ποσού 195.398,06 ευρώ , δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. 2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 97.699,03 ευρώ με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση".

Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, δεν διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του την κατά τις άνω διατάξεις απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, επί τη βάσει τον οποίων στηρίχθηκε η δικαστική κρίση.

Ειδικότερα, δεν αναφέρονται στο αιτιολογικό τα αποδεικτικά μέσα στα οποία θεμελιώνονται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία (περιστατικά) στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των υπόψη εγκλημάτων.

Η αναφορά στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης στα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη από το Δικαστήριο, είναι ελλιπής διότι από την επισκόπηση του περιεχομένου των πρακτικών πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δίκης αποδεικνύεται ότι η παραπομπή στην ανάγνωση των εγγράφων της πρωτοβαθμίου δίκης δεν προσδιορίζει τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη πραγματικά από το δικαστήριο κατά την αποδεικτική διαδικασία, δεδομένου ότι τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν πρωτοδίκως δεν μνημονεύονται ούτε στο προοίμιο του σκεπτικού της πρωτόδικης απόφασης (βλ.υπ'αρ.20458/2017 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών), ούτε κατονομάζονται και περιλαμβάνονται στα πρακτικά του πρωτόδικου δικαστηρίου.

Κατόπιν αυτών, δεν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο αναμφισβήτητο ότι λήφθηκαν υπόψη, αξιολογήθηκαν και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους, όπως απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας, κατά τα προεκτεθέντα. Επιπλέον, στην προσβαλλόμενη απόφαση, τόσον στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό της, εκτίθεται ότι ο κατηγορούμενος ως εργοδότης υπό την ιδιότητα του προέδρου της επιχείρησης με την επωνυμία "..." και αντικείμενο επιχείρησης δραστηριότητες κοινωνικής μέριμνας όφειλε να καταβάλει στο ΙΚΑ εισφορές συνολικού ποσού 293.097,09 ευρώ, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητα του εν λόγω νομικού προσώπου (ούτε από την ανάγνωση της επωνυμίας αυτού διαπιστώνεται τούτο) και τα εκ της ταυτότητας αυτής ευθυνόμενα πρόσωπα, ώστε η ιδιότητα του προέδρου στην αναφερόμενη επιχείρηση να ανταποκρίνεται στην νομική υποχρέωση καταβολής ή μη απόδοσης των εν λόγω ασφαλιστικών εισφορών.

Όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, το είδος και η μορφή της επιχείρησης και αν πρόκειται για εταιρική επιχείρηση καθορίζει τα ποινικά υπεύθυνα πρόσωπα, όπως αυτά ορίζονται στις παρ.7 και 8 του άρθρου 1 α.ν. 86/1967 για την μη καταβολή και παρακράτηση ή μη απόδοση των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών. Εξάλλου, αν πρόκειται για αστική εταιρεία, κοινωνία ή ένωση προσώπων απαιτείται, αφενός να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη νομική μορφή και αφετέρου να αναφέρεται η ιδιότητα και η θέση του κατηγορουμένου στο νομικό πρόσωπο, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού του ως εργοδότη και προέδρου της επιχείρησης, καθόσον έτσι δημιουργείται ασάφεια ως προς τη νομική υποχρέωση του κατηγορουμένου για καταβολή των εισφορών, ιδρυομένου του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' Κ.Π.Δ.

λόγου αναίρεσης .

Συνεπώς, κατά παραδοχή του σχετικού με τις άνω πλημμέλειες από το ανωτέρω άρθρο Κ.Π.Δ. βάσιμου λόγου αναίρεσης (και αφού παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης), πρέπει, να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. ΔΤ 117/2019 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ