Appeal dismissed because the defendant failed to appear and the mitigation claim was inadmissible due to lack of specific facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the defendant against a conviction from the Athens Court of Assizes. The defendant, represented by counsel, argued for mitigation based on non-humiliating motives but failed to appear in court, while the prosecutor was properly summoned and absent. The court ruled that since the defendant did not present specific factual circumstances to support the mitigation claim, the trial court was not obligated to provide a specific reason for rejecting it, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 510(1)(b) and (d) of the Code of Criminal Procedure; The court is not obliged to provide specific reasoning for rejecting an inadmissible mitigation claim lacking factual foundation, and failure to appear by the appellant does not cure the lack of admissibility.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1808 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 1808/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Δημήτριο Τζιούβα (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 125/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο και Μαρία Γεωργίου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Δ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δήμο Παπαδήμο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ.442ΣΤ/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και με πολιτικώς ενάγοντα τον Ν. Μ., κάτοικο ..., που δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθμ. πρωτ. 3205/23-3-2018 αίτησή της αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 449/2018.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-181 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 515 παρ. 2 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση εμφανισθεί, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίσθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 26/4/2018 αποδεικτικό επίδοσης της Α. Σ., επιμελήτριας Εισαγγελίας Αρείου Πάγου ο πολιτικός ενάγων της κρινόμενης υπόθεσης Ν. Μ. με αναιρεσείουσα την Δ. Μ. του Α. κλητεύθηκε από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά την διάταξη του άρθρου 155 παρ. 2 εδ.β του ως άνω Κώδικα για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, που είχε οριστεί για να συζητηθεί η από 22/3/2018 με αρ.
γενικού πρωτοκόλλου 3205/23/3/2018 αίτηση της ως άνω αναιρεσείουσας, που υποβλήθηκε με δήλωση προς την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 442/2018 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών η οποία καταχωρήθηκε στο κατά το άρθρο 473 παρ. 3 εδ. α του Κ.Π.Δ. βιβλίο στις 6 Μαρτίου 2018, πλην αυτός δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.
Μετά από αυτά, εφόσον η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης και η έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας των λόγων της παρά την απουσία του σαν να ήταν και αυτός παρών. Από τις διατάξεις του άρθρου 79 του ν.5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 παρ.1 περ.
α του ν.2408/1996, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 40-47 του ν.5960/1933, συνάγεται ότι δικαιούχος προς υποβολή έγκλησης για έκδοση ακάλυπτης επιταγής μπορεί να είναι όχι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όταν εμφανίσθηκε η επιταγή στον πληρωτή, αλλά και οποιοσδήποτε άλλος που έγινε κομιστής της επιταγής εξ αναγωγής, αφού αυτός τελικά υφίσταται τη ζημία από την μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία του είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή (Ολ.
ΑΠ 29/2007, ΑΠ 758/2011, 1437/2016). Ωσαύτως από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό για την στοιχειθέτησή του απαιτείται αντικειμενικά μεν 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2) υπογραφή του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου ή εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρείας, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και 4) έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή, οπωσδήποτε κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξης, δηλαδή της έκδοσης επιταγής που είναι ακάλυπτη.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Όσον αφορά στον δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται κατά το άρθρο 27 παρ. 1 του ΠΚ στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν είναι αναγκαία η παράθεση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή (ΑΠ OΛ. 1/2005, ΑΠ 1061/2013, 66/2016, 662/2015), εκτός εάν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού περαιτέρω (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).
Ειδικότερα ως προς το προαναφερόμενο έγκλημα του άρθρου 79 του ν. 5960/1993 για το στοιχείο της γνώσης περί ανυπαρξίας αντικρύσματος δεν απαιτείται ειδική αιτιολόγηση διότι αυτή ως προς τον εκδότη της επιταγής προκύπτει αφ' εαυτής. Τέτοια στοιχεία δεν αξιώνονται πλέον από το νόμο στην περίπτωση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής (ΑΠ 337/2013).
Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει και στην περίπτωση που το σκεπτικό της απόφασης εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της, το οποίο όμως εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να είναι περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της (ΑΠ 82/2016, 69/2015).
Ωσαύτως κατά την διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε ΚΠΔ λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει, στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως (ΑΠ. 266/2011).
Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Η του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος, δηλαδή ή αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία (θετική υπέρβαση εξουσίας), ή παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του (αρνητική υπέρβαση εξουσίας).
Περίπτωση θετικής υπέρβασης εξουσίας υπάρχει και όταν το Δικαστήριο δέχεται, παρά το νόμο ότι η έγκληση ασκήθηκε παραδεκτά ενώ περίπτωση αρνητικής τοιαύτης υπάρχει όταν το Δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί επί ένστασης αποβολής της πολιτικής αγωγής. Τέλος από τις διατάξεις του άρθρου 502 παρ. 1, 3 και 4 Κ.Π.Δ.
προκύπτει ότι μετά την τυπική παραδοχή της έφεσης, με την οποία προσβλήθηκε στο σύνολο της η πρωτόδικη απόφαση, η υπόθεση επανέρχεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο για κατ' ουσίαν συζήτηση στην πριν από την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης στάση, με την έννοια, ότι το τελευταίο έχει την εξουσία να κρίνει, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού μετά την τυπική παραδοχή της έφεσης η πρωτόδικη απόφαση ατονεί και αυτό επανεξετάζει την υπόθεση, τόσο ως προς τη νομική, όσο και ως προς την ουσιαστική της βάση. 'Ετσι, το Εφετείο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει σε αυτοτελή ισχυρισμό, που υποβλήθηκε στην πρωτοβάθμια δίκη, εφόσον αυτός δεν επαναλήφθηκε στο Εφετείο.
Το ίδιο ισχύει δηλαδή το Εφετείο δεν είναι υποχρεωμένο να εξετάσει αυτεπάγγελτα αυτοτελή ισχυρισμό που πρότεινε (κατηγορούμενος) το πρώτο στην έκθεση έφεσης καθόσον ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δικάσθηκε ερήμην, εάν δεν υποβληθεί ενώπιον του κατά τρόπο παραδεκτό και ορισμένο σύμφωνα με τα προεκτεθέντα (ΑΠ 1417/2017).
Στην προκείμενη υπόθεση από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα:
Ο εγκαλών στην προκείμενη υπόθεση Ν. Μ. του Π., όπως προκύπτει από την από 13-10-2010 μήνυση που υπέβαλε ενώπιον του αρμόδιου Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά της κατηγορούμενης και ήδη αναιρεσείουσας Δ. Μ. αναφέρει σ' αυτήν με σαφήνεια ότι είναι ο τελευταίος κομιστής των περιγραφόμενων καθόλα τα στοιχεία τους σ' αυτήν επιταγών που εξέδωσε η κατηγορούμενη πληρωτέες σε διαταγή του και δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης υπολοίπου όταν εμφανίσθηκαν εμπρόθεσμα προς πληρωμή.
Συγκεκριμένα ο εγκαλών εκθέτει στην ως άνω μήνυση του "ΖΗΤΩ την αυστηρή σύμφωνα με το νόμο τιμωρία της, δηλώνοντας ότι θα παρασταθώ κατά την εκδίκαση της παρούσας ως πολιτικώς ενάγων για αποζημίωση μου λόγω ηθικής βλάβης και για το ποσό των 45 ευρώ. Για απόδειξη της μήνυσης μου προσάγω και επικαλούμαι α) επικυρωμένα φωτοτυπικά αντίγραφα των επίδικων επιταγών...".
Από την επισκόπηση δε των δύο επίδικων επιταγών που φέρουν την βεβαίωση της πληρεξουσίας δικηγόρου του ότι είναι ακριβή φωτοτυπικά αντίγραφα από τα εις χείρας της πρωτότυπα ως εντεύθεν ισοδυναμούν με τα πρωτότυπα αυτών προκύπτει ότι αυτές ήταν πληρωτέες σε διαταγή του (ως άνω εγκαλούντος), ο τελευταίος είναι οπισθογράφος σε εκατέρα τούτων εμφανίσθηκαν προς πληρωμή από τον Ε.
Μ. δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης υπολοίπου και κατ' εφαρμογή του άρθρου 40 περιήλθαν στην κατοχή του εγκαλούντος ως μοναδικού προηγούμενου οπισθογράφου και ο τελευταίος επομένως κατέστη εξ αναγωγής κομιστής αυτών και ως τοιούτος σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην πρώτη από τις προηγηθείσες σκέψεις είχε το δικαίωμα να υποβάλει την ως άνω έγκληση.
Κατόπιν της τελευταίας η υπόθεση εκδικάσθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατά την δικάσιμο της 10/5/2017. Ενώπιον του πρωτοβάθμιου αυτού δικαστηρίου η κατηγορούμενη δεν εμφανίσθηκε, εμφανίσθηκε όμως ο ως άνω εγκαλών μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του, δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων κατά της προαναφερόμενης κατηγορούμενης και ζήτησε να υποχρεωθεί να του καταβάλει 45.00 ευρώ με επιφύλαξη ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που έχει υποστεί λόγω της άδικης πράξης της.
Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ' αρ. 49569/2017 απόφασή του την κήρυξε την κατηγορούμενη ένοχη της αξιόποινης πράξης της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση, τις επέβαλε ποινή φυλάκισης 7 μηνών και χρηματική ποινή 700 ευρώ που ανέστειλε επί τρία έτη και επιδίκασε στον εγκαλούντα την χρηματική ικανοποίηση που ζήτησε.
Κατά της απόφασης αυτής η κατηγορούμενη άσκησε την με αρ. εκθ. 6792/22/5/2017 έφεση στην οποία ανέφερε "η εκκαλουμένη εσφαλμένα έκανε δεκτή τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής του εγκαλούντος Ν. Μ. και του επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης καθόσον η αστική αξίωση που εισήγαγε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικ/ρίου έχει υποκύψει σε παραγραφή.
Η προθεσμία παραγραφής δεν διεκόπη με τη δήλωση που διαλαμβάνεται στην έγκληση, διότι αυτή δεν καθορίζει με σαφήνεια το είδος της ζημίας, κυρίως δε αναφέρει ότι ο εγκαλών "θα παρασταθεί κατά την εκδίκαση ..." και επομένως δεν πρόκειται περί παραδεκτής δηλώσεως παράστασης πολ. αγωγής στην προδικασία αλλά για επιφύλαξη δηλώσεως στο ακροατήριο".
Ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ήτοι του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών η κατηγορούμενη, ήδη αναιρεσείουσα, δεν εμφανίσθηκε αλλά εκπροσωπήθηκε από τη συνήγορό της ο δε εγκαλών εμφανίσθηκε και πάλι μετά της πληρεξουσίας του δικηγόρου "επανέλαβε την παράσταση πολιτικής αγωγής κατά της παραπάνω κατηγορουμένης και ζήτησε να υποχρεωθεί η εν λόγω κατηγορουμένη να του καταβάλει σαράντα πέντε (45) ευρώ € ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που έχει υποστεί λόγω του αδικήματος ...
κατά της παραστάσεως αυτής δεν προβλήθηκαν αντιρρήσεις". Στη συνέχεια όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 442/2018 απόφαση, το ως άνω Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών δέχθηκε ανελέγκτως στο σκεπτικό του, μετά από εκτίμηση των αναφερομένων κατ'είδος αποδεικτικών μέσων (ανωμοτί κατάθεση πολιτικώς ενάγοντος, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης και αναγνωσθέντα έγγραφα), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
Στην … στις 26-08-2010 και 28-08-2010, η κατηγ/νη με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος με πρόθεση εξέδωσε τις υπ' αρ. ...232-5 και ...167-8 επιταγές ποσού 15000 € η πρώτη και 11000 € η δεύτερη για να πληρωθούν από τις τράπεζες ... και …. αντίστοιχα, σε διαταγή του εγκαλούντα Ν. Μ., ο οποίος είναι και νόμιμος κομιστής αυτών.
Κι αφού εμφανίστηκαν στις 26-08-10 και 30-08-2010 προς πληρωμή δεν πληρώθηκαν από τις πληρώτριες τράπεζες γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα". Ακολούθως το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχη του ότι: "Στην …., στις 26-8-2010 και 28-8-2010 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου ......ματος με πρόθεση εξέδωσε επιταγές που δεν πληρώθηκαν στον κομιστή τους γιατί δεν είχαν τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής τους, και ειδικότερα εξέδωσε τις υπ' αρ. ...232-5 και ...167-8 επιταγές, ποσού #15000,00# €υρώ η πρώτη και #11000,00# €υρώ η δεύτερη για να πληρωθούν από τις τράπεζες ...
και …. αντίστοιχα, σε διαταγή του εγκαλούντα Ν. Μ., ο οποίος και είναι ο νόμιμος κομιστής αυτών. Και αφού εμφανίστηκαν στις 26-8-2010 και 30-8-2010 προς πληρωμή, δεν πληρώθηκαν από τις πληρώτριες τράπεζες, γιατί δεν υπήρχε αντίκρυσμα" και την καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών που ανεστάλη επί τρία έτη και σε χρηματική ποινή 700 ευρώ.
Κατ' ακολουθίαν των με λεπτομέρεια προεκτεθέντων σχετικά με την υπό κρίση υπόθεση και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις προηγηθείσες σκέψεις ο εγκαλών είχε δικαίωμα κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 79 παρ. 5 του ν.5960/1933 να υποβάλει την ως άνω έγκληση κατά της κατηγορούμενης για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση αφού αυτός ήταν κομιστής εξ αναγωγής αυτών.
Επομένως το Δικαστήριο της ουσίας κρίνοντας παραδεκτή την έγκληση δεν υπερέβη θετικά την εξουσία του και ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η Κ.Π.Δ. με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια της θετικής υπέρβασης εξουσίας είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Ωσαύτως αφού η κατηγορούμενη ήδη αναιρεσείουσα δεν πρότεινε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου τον αναφερόμενο στην νομιμότητα της παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος και περιλαμβανόμενο στην έφεση της λόγο ουδεμία μάλιστα αντίρρηση πρόβαλε κατά της παράστασης αυτού (πολιτικώς ενάγοντος) ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου το τελευταίο δεν ήταν υποχρεωμένο να αποφανθεί επ' αυτού ούτε να απαντήσει ειδικά.
Κατά συνέπεια ο σχετικός εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας λόγω μη απάντησης στον λόγο έφεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Καθόσον αφορά την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας με αυτά που δέχθηκε το τελευταίο σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που αλληλοσυμπληρώνονται σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ.
απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98 Π.Κ.
και 79 του ν.5260/1933, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε δεν παραβίασε δε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Συγκεκριμένα και με την επισήμανση ότι η συνήγορος υπεράσπισης της κατηγορούμενης ήδη αναιρεσείουσας ουδένα αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό πρόβαλε, εκτίθενται στην απόφαση ότι η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη εξέδωσε στις 26/8/2010 και στις 28/8/2010 τις ειδικότερα αναφερόμενες δύο (2) τυπικά έγκυρες τραπεζικές επιταγές, ότι οι επιταγές αυτές εμφανίσθηκαν εμπρόθεσμα στις 26/8/2010 και στις 30/8/2010 στις πληρώτριες τράπεζες και δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης αντικρύσματος και ότι αυτή ενήργησε με πρόθεση.
Ειδικότερα και αναφορικά με την σχετική αιτίαση της αναιρεσείουσας πράγματι το σκεπτικό της πληττόμενης ταυτίζεται κατά το περιεχόμενο με το διατακτικό, πλην όμως τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό διαλαμβάνονται όλα τα στοιχεία που στοιχειοθετούν το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της απόφασης κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη.
Εξάλλου, για την κατάφαση της ενοχής της κατηγορούμενης και ήδη αναιρεσείουσας για την παραπάνω αξιόποινη πράξη, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα εισφερθέντα αποδεικτικά μέσα, δεν υπήρχε δε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πλέον συγκεκριμένα, από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει αναμφίβολα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα φωτοαντίγραφα των δύο επίδικων επιταγών οι δε λοιπές αιτιάσεις αυτής (αναιρεσείουσας) κατά τις οποίες το δικαστήριο δεν δέχθηκε σχετικά μ' αυτά (φωτοαντίγραφα επιταγών) όσα η ίδια υποστηρίζει πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως, διότι προβάλλονται απαραδέκτως, αφού η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστά λόγο αναίρεσης.
Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του Κ.Π.Δ. λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, (περιλαμβάνονται αμφότεροι στον τρίτο λόγο του δικογράφου αυτής), με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Η επιβαλλόμενη, κατά τα προεκτεθέντα από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου Κώδικα αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για την θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.
Δεν αρκεί όμως απλώς η αναφορά της διάταξης ή η επανάληψη της έκφρασης του νόμου. Διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περίστασης όπως του άρθρου 84 παρ. 2 του Π.Κ.
αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 607/2016, 91/2015, 69/2015, 33/2016). Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, μεταξύ άλλων, η προβλεπόμενη από την παρ.2 του άρθρου 84 Π.Κ. με στοιχ. β' ήτοι "ότι ο υπαίτιος στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης".
Ειδικότερα για να στοιχειοθετηθεί αυτή η ελαφρυντική περίσταση απαιτείται ο υπαίτιος να ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια που ως τοιαύτα νοούνται τα μη αντίθετα προς την κοινή, περί ηθικής ή κοινωνικής τάξεως συνείδηση και τα μη μαρτυρούντα διαστροφή χαρακτήρος και κακοβουλία του δράστη, για δε το ορισμένο που απαιτείται να εκτίθενται και τα αίτια αυτά που ώθησαν τον κατηγορούμενο στην πράξη του (ΑΠ 2365/2008).
Η δε μη ταπεινότητα των αιτίων, από τα οποία ο δράστης ωθήθηκε στην πράξη που του αποδίδεται θα κριθεί όχι υποκειμενικώς δηλαδή κατά την αντίληψη του δράστη, αλλά αντικειμενικώς, δηλαδή κατά την αντίληψη της κοινωνίας (ΑΠ. 295/2015). Καθόσον αφορά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι ορισμένα περιστατικά συνιστούν ή όχι ταπεινά αίτια είναι κρίση ως προς τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 453/2016, ΑΠ 130/2017).
Η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, όπως είναι και ο προαναφερθείς ισχυρισμός περί συνδρομής της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί σε διαφορετική περίπτωση, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. Η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό συνιστά έλλειψη ακρόασης σύμφωνα με το άρθρο 170 παρ. 2 του ΚΠΔ και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.
Β του ίδιου Κώδικα. 'Όταν, όμως όπως προεκτέθηκε ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτώς και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για την θεμελίωσή του το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα να τον απορρίψει με ειδική αιτιολογία, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απάντησης σε απαράδεκτο ισχυρισμό.
Στην προκείμενη περίπτωση από τα παραδεκτά επισκοπούμενα για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η συνήγορος υπεράσπισης της κατηγορούμενης πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας "ζήτησε την αναγνώριση του ελαφρυντικού των μη ταπεινών αιτιών, διαφορετικά την επιείκεια στην επιμέτρηση της ποινής".
Με το περιεχόμενο όμως αυτό ο προταθείς ισχυρισμός για τη χορήγηση ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 β ΠΚ αφού ουδέν εκτίθενται συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό που να τον θεμελιώνουν αλλά αναφέρεται μόνο η έκφραση του νόμου το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση ν' απαντήσει και να διαλάβει ειδική αιτιολογία για την απόρριψη του.
Επομένως οι από την διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Β Κ.Π.Δ. λόγοι αναίρεσης που περιλαμβάνονται στον τέταρτο και τελευταίο τοιούτο με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση διότι χωρίς αιτιολογία και χωρίς σχετική διάταξη (σιωπηρά) απέρριψε τον ισχυρισμό περί ελαφρυντικής περίστασης τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Μετά από αυτά μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναίρεσης η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-3-2018 με αρ. γενικού πρωτ. 3205/23/3/2018 αίτηση της Δ. Μ. του Α. που υποβλήθηκε με δήλωση προς την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 442/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ