1808/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚοινοποίηση: Ι. Σ. του Π., κάτοικος ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/6/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, την από 29/7/2004 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 9/10/2004 πρόσθετη παρέμβαση του Ι. Σ., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου και συνεκδικάστηκαν.
Legislator headnote
AI generated1808/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκδόθηκε η 57/2015 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26/10/2015 αίτησή του.
Full text
Απόφαση 1808 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1808/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κατηφόρη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Η. Σ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ζαφείρη και κατέθεσε προτάσεις.
Κοινοποίηση: Ι. Σ. του Π., κάτοικος ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/6/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, την από 29/7/2004 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 9/10/2004 πρόσθετη παρέμβαση του Ι. Σ., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 71/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 101/2008 του Εφετείου Πατρών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ως άνω ήδη αναιρεσίβλητος με την από 10/10/2008 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1735/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 101/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 57/2015 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26/10/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μπαλιτσάρης ανέγνωσε την από 21/4/2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Πηνελόπης Ζωντανού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει, ότι η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως είναι η ακόλουθη: Με την ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου από 24-6-2004 αγωγή του κατά του αναιρεσείοντος (Χ. Τ.), ο αναιρεσίβλητος (Η. Σ.) ισχυρίσθηκε, ότι ο τελευταίος τέλεσε σε βάρος του αδικοπραξία, πείθοντάς τον με απάτη στην κατάρτιση συμβάσεως πωλήσεως ακινήτου (διαμερίσματος) και ζήτησε, να υποχρεωθεί να του καταβάλει αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη.
Στο πλαίσια της δίκης, που ανοίχθηκε με αυτήν την αγωγή, ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, με το από 29-7-2004 ίδιο δικόγραφο, ανακοίνωσε την δίκη στον Ι. Σ., τον προσεπικάλεσε να παρέμβη υπέρ του, ένωσε δε και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως κατ’ αυτού, ισχυριζόμενος ότι ο τελευταίος είναι αποκλειστικά υπόχρεως στην καταβολή της αιτούμενης από τον κυρίως ενάγοντα αποζημιώσεως.
Ο τελευταίος (προς ον η ανακοίνωση και προσεπικληθείς), με το από 9-10-2004 ίδιο δικόγραφο παρενέβη προσθέτως υπέρ του κυρίως εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και, χωρίς να αναλάβει την δίκη, ζήτησε την απόρριψη της αγωγής του κυρίως ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου. Επί των ανωτέρω αιτήσεων παροχής έννομης προστασίας το παραπάνω πρωτόδικο δικαστήριο, αφού τις συνεκδίκασε, εξέδωσε την 71/2005 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε:
α) ως νόμω αβάσιμη την προσεπίκληση και την ενούμενη με αυτή αγωγή αποζημιώσεως, λόγω του με αυτήν προβαλλομένου ισχυρισμού του προσεπικαλούντος - παρεμπιπτόντως ενάγοντος, ότι αποκλειστικός υπόχρεως σε αποζημίωση του κυρίως ενάγοντος είναι ο προσεπικαλούμενος - παρεμπιπτόντως εναγόμενος, β) ως απαράδεκτη την πρόσθετη παρέμβαση, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του προσθέτως παρεμβάντος, με την αιτιολογία, ότι τούτο δεν θεμελιώνεται σε δυσμενείς σε βάρος του συνέπειες από την απόφαση επί της κυρίας αγωγής, και γ) ως αβάσιμη κατ’ ουσία την αγωγή.
Κατά της αποφάσεως αυτής οι διάδικοι της κυρίας αγωγής άσκησαν τις από 18-8-2005 και 12-1-2007 εφέσεις τους, επί των οποίων εκδόθηκε η 101/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση του κυρίως ενάγοντος καθ’ ο μέρος στρεφόταν κατά ανωτέρω Ι. Σ., κατά τα λοιπά δε έγιναν δεκτές κατά τους τύπους και κατ’ ουσία, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, και απορρίφθηκαν, ως μη νόμιμη η κυρία αγωγή και ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη η έφεση του παρεμπιπτόντως ενάγοντος (Χ.
Τ.). Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως, ο ανωτέρω κυρίως ενάγων άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου την από 10-10-2008 αίτηση για αναίρεσή της, επ’ αυτής δε εκδόθηκε η 1735/2013 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού (Α2 Πολιτικού Τμήματος), με την οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση εν μέρει, και δη κατά την περί αδικοπραξίας βάση της αγωγής και μόνον ως προς την με αυτή αιτηθείσα καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο (συντιθέμενο από άλλους δικαστές, από εκείνους, που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση).
Μετά τούτο, με την από 20-3-2014 κλήση του, ο κυρίως ενάγων επανέφερε προς συζήτηση την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος της στο προαναφερόμενο δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο εξέδωσε την 57/2015 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία, απέρριψε ως απαράδεκτη την κλήση κατά το μέρος της, με το οποίο επαναφερόταν προς περαιτέρω συζήτηση η προαναφερόμενη έφεση του κυρίως ενάγοντος καθ’ ο μέρος στρεφόταν κατά του εφεσιβλήτου Ι.
Σ. (προσεπικληθέντος - παρεμπιπτόντως εναγομένου και προσθέτως παρεμβάντος υπέρ του κυρίως εναγομένου), ακολούθως εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση (στο σύνολό της για το ενιαίο του τίτλου εκτελέσεως) και αφού κράτησε και την δίκασε, δέχθηκε την ανωτέρω κύρια αγωγή και κατ’ ουσία, υποχρεώνοντας τον κυρίως εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, για χρηματική ικανοποίησή του λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, το ποσό των 6.000 ευρώ, νομιμοτόκως από της υπερημερίας του.
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως ο κυρίως εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτησή του, με την οποία ζητεί την αναίρεσή της, ενώ δεν προβάλλει λόγο αναιρέσεως, που να αφορά την ουσία της υποθέσεως επί της πρόσθετου υπέρ αυτού παρεμβάσεως του προσεπικληθέντος, υπό του ιδίου, Ι. Σ.. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Σημειωτέον ότι, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη ...31-12-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αγρινίου Γ. Χ. Π., ο Ι. Σ. του Π., ο οποίος πρωτοδίκως άσκησε με ίδιο δικόγραφο πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, χωρίς έκτοτε να αναλάβει τη δίκη, κλητεύθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, να παραστεί κατά τη συζήτηση της αιτήσεως στην αρχική δικάσιμο της 9-5-2016, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία και εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ’ άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008).
Εξάλλου, ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 614/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφαση έγιναν δεκτά ως αποδειχθέντα τα εξής: "Δυνάμει του με αριθμ. ...27.6.1997 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αγρίνιου Σ. Γ., νόμιμα μεταγραφέντος ..., περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα του ενάγοντος (ήδη αναιρεσιβλήτου), αντί τιμήματος 25.000.000 δραχμών ή 73.368 €, η υπό στ.
Γ- 4 οριζόντια ιδιοκτησία του τρίτου πάνω από την πυλωτή ορόφου της πτέρυγας II, εμβαδού 118,14 μ2 με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 47/1000 εξ αδιαιρέτου, η οποία βρίσκεται στην επί της δημοτικής οδού ... πολυώροφη οικοδομή. Η εν λόγω οριζόντια ιδιοκτησία είχε περιέλθει δυνάμει του με αριθμ. .../1994 εργολαβικού του συμβολαιογράφου Αγρίνιου Χ.
Δ., όπως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια από την υπ’ αριθμό .../1994 πράξη του αυτού Συμβολαιογράφου, στον εναγόμενο Χ. Τ. (ήδη αναιρεσείοντα), εργολάβο - κατασκευαστή με το σύστημα της αντιπαροχής, από κοινού με τα αδέλφια του Θ., Β. και Ε. Τ., ως εργολαβικό ... αντάλλαγμα από τους οικοπεδούχους Χ. και Π. Σ.. Η μελέτη και εκπόνηση των σχεδίων της μέλλουσας να ανεγερθεί οικοδομής, η οποία θα αποτελούνταν από δύο πτέρυγες (ΠΤΕΡΥΓΑ I - ΠΤΕΡΥΓΑ II) και από τέσσερις πάνω από την πυλωτή ορόφους εκάστη εξ αυτών, καθώς και από επιμέρους οριζόντιες ιδιοκτησίες, μετά των παραρτημάτων και συστατικών αυτών, κατά την έννοια των διατάξεων του Ν. 3741/29 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ, ανατέθηκε στον Ι.
Σ., ο οποίος, αφού εκπόνησε την αρχιτεκτονική και στατική μελέτη, την υπέβαλε αρμοδίως στην οικεία πολεοδομική αρχή, συνοδευόμενη από τη σχετική αίτηση των οικοπεδούχων και των εργοληπτών, και εκδόθηκε νομίμως η υπ’ αριθμ. ...10.10.1994 οικοδομική άδεια. Με βάση την τελευταία ανέγειραν οι εργολάβοι, μεταξύ αυτών και ο εναγόμενος την επίδικη πολυκατοικία, οι οριζόντιες ιδιοκτησίες της οποίας παραδόθηκαν προς χρήστη περί το έτος 1997.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι λόγω του κεκλιμένου χαρακτήρα ταυ εδάφους και των έντονων κλίσεων που παρουσίαζε το ακίνητο της επίδικης οικοδομής, μετά την κατασκευή της τελευταίας προέκυψε ότι κατά παράβαση των κείμενων πολεοδομικών διατάξεων, το ύψος της υπερέβαινε το μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος της περιοχής.
Ειδικότερα, με την υπ’ αριθμό ...10.10.1994 οικοδομική άδεια επετράπη η ανέγερση της ως άνω οικοδομής σε ύψος 16,30 μέτρα καθ’ υπέρβαση του επιτρεπόμενου ύψους κατά 1,30 μ. Σημειωτέον ότι το νόμιμο ύψος στην περιοχή με βάση την από 29.1.1991 απόφαση του Πολεοδομικού Γραφείου Αγρίνιου σε συνδυασμό με την 73/20.2.1991 απόφαση του τότε κοινοτικού Συμβουλίου Αγίου Κωνσταντίνου, οριοθετούνταν στα 15 μέτρα.
Η ως άνω οικοδομική άδεια εκδόθηκε, αφού διέλαθε της προσοχής της πολεοδομικής αρχής, κατά τον έλεγχο της τελευταίας, το γεγονός ότι με αυτή χορηγούνταν η δυνατότητα δόμησης, πάνω από το μέγιστο επιτρεπόμενο για την περιοχή ύψος. Έτσι, μετά από επανέλεγχο της Π.Ε. Αγρίνιου και διαπίστωση υπέρβασης του μέγιστου επιτρεπόμενου ύψους της οικοδομής ως προς τον 4° όροφο της πτέρυγας II, ανακλήθηκε η ...1994 άδεια οικοδομής κατά το τμήμα του 4ου ορόφου της πτέρυγας I, επιφάνειας 181,06 μ2 και ύψους 1,30 μέτρων και κατά το τμήμα του 4ου ορόφου της πτέρυγας II, εμβαδού 27,52 μ2 και ύψους 3,00 μέτρων ....
Ωστόσο λόγω ακριβώς του πλημμελούς ελέγχου χορηγήθηκε αρχικά, ως προς το αυθαίρετο τμήμα αυτής, το οποίο αφορούσε τον Δ’ όροφο της πτέρυγας II, με την υπ’ αριθμό πρωτοκ. ...29.3.2000 εισηγητική έκθεση της Π.Ε Αγρίνιου, εξαίρεση, από την προβλεπόμενη στο νόμο κατεδάφιση, ενώ ως προς την πτέρυγα. I, που δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω, εκδόθηκε η με αριθμ.
πρωτ. ...21.2.2002 με όμοιο περιεχόμενο εισηγητική έκθεση της ίδιας Π.Ε. Τελικά, η ίδια επιτροπή με την με αριθμ. πρωτ. ...12.11.2001 εισήγησή της προς το συμβούλιο Χ.Ο.Π Νομού Αιτωλοακαρνανίας εισηγήθηκε την εξαίρεση από την κατεδάφιση της επίδικης οικοδομής: α) ενός τμήματος του 4ου ορόφου της πτέρυγας I, εμβαδού 239,47 μ2, και β) ενός τμήματος του 4ου ορόφου της πτέρυγας II, εμβαδού 25,21 μ2.
Η άνω εισήγηση έγινε δεκτή οπό το Νομάρχη Αιτ/νίας και με την με αριθμ. πρωτ. .../9.12-2002 απόφασή του, εξαιρέθηκαν της κατεδάφισης τα προαναφερόμενα καθ’ υπέρβαση της οικοδομικής άδειας τμήματα, ενώ η κατ’ αυτής από 16.1.2003 προσφυγή του ενάγοντος απορρίφθηκε σιωπηρά, λόγω μη έκδοσης απόφασης εντός 60 ημερών, δεν προκύπτει δε ότι έλαβε προσφυγή εναντίον αυτής στα αρμόδια Διοικητικά Δικαστήρια.
Ακολούθως και μετά από αίτηση του εναγομένου Χ. Τ. (αναιρεσείοντος) και του εκ των οικοπεδούχων Χ. Σ. προς την Πολεοδομία Αγρίνιου ζητήθηκε η αναθεώρηση της ...1994 οικοδομικής άδειας και η νομιμοποίηση των άνω αυθαίρετων κατασκευών. Όλως παρανόμως και πάλι από το πολεοδομικό γραφείο Αγρίνιου, μετά τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου της οικοδομής, δυνατότητα που παρασχέθηκε με την 129/2001 απόφαση του Μ.
Πρ. Αγρίνιου, εκδόθηκε η ....4.2003 άδεια αναθεώρησης της πιο πάνω άδειας και νομιμοποίησης των αυθαίρετων κτισμάτων, καθώς δεν προβλέπεται σε καμία διάταξη νόμου νομιμοποίηση αυθαίρετων κατασκευών, που ήδη έχουν εξαιρεθεί από την κατεδάφιση ... Έτσι, η πολεοδομία Αγρίνιου, με το υπ’ αριθμ πρωτ. .../3.1.2001 έγγραφό της αποφάνθηκε ότι ο τρίτος όροφος της πτέρυγας II, ο οποίος κατασκευάστηκε σύμφωνα με την υπ’ αριθμό ...94 οικοδομική άδεια δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα αυθαίρετης δόμησης ...
Παρά ταύτα όμως από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο τρίτος όροφος της πτέρυγας II της ως άνω οικοδομής, όπου και η οριζόντια ιδιοκτησία ταυ ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου), κείται εντός του ανωτάτου επιτρεπομένου ύψους της περιοχής, ώστε να συνέχεται η νομιμοποίηση της οριζόντιας ιδιοκτησίας του ενάγοντος με την εξάλειψη της υψομετρικής υπέρβασης, στο ως άνω τμήμα της πολυκατοικίας, όπως τούτο συνάγεται από την από 18.7.2000 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των ορισθέντων από το Πταισματοδικείο Πατρών πραγματογνωμόνων Β.
Τ. και Σ. Κ., σύμφωνα με την οποία "το κτίριο στη ΝΔ πλευρά έχει ύψος 18,80 μέτρων, πάνω από τη στάθμη του εδάφους, δηλαδή 3,80 μέτρων υπέρβαση του μέγιστου ύψους και κατ’ επέκταση εκτιμάται ότι μεγάλο μέρος του 4ου ορόφου αλλά και τμήμα του 3ου ορόφου έχουν κατασκευασθεί καθ’ υπέρβαση του μέγιστου ύψους της περιοχής".
Τα ίδια περίπου εκθέτει και ο τεχνικός σύμβουλος των αγοραστών οριζόντιων ιδιοκτησιών Β. Α. στην από 3.1.2000 τεχνική του έκθεση. Οι εκ των υστέρων ενέργειες του εναγομένου για νομιμοποίηση των κατασκευαστικών αυθαιρεσιών της επίδικης οικοδομής, δεν αίρουν την ευθύνη του γι’ αυτές, καθώς η ανωτέρω υπέρβαση του ύψους, υπήρξε απότοκη συνέπεια της μη επιχωμάτωσης των προβλεπομένων στην μελέτη υπογείων χώρων, στην οποία ευθύς εξ αρχής απέβλεπε ο εναγόμενος.
Ούτε αίρει την ευθύνη του, η από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1 και 10 του ν. 1337/1983 και 15 του ίδιου νόμου, όπως το β’ εδάφιό του αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 6 του Ν. 1512/1985, μη επέκταση της απαγόρευσης διάθεσης ή συστάσεως εμπραγμάτων δικαιωμάτων και στα οικοδομήματα εκείνα, τα οποία έχουν εξαιρεθεί νομίμως από την κατεδάφιση ...
και η εντεύθεν συναγόμενη ανυπαρξία περιουσιακής ζημίας στον ενάγοντα. Τούτο δε, καθόσον ο εναγόμενος γνώριζε εξ αρχής ότι οι κατασκευαστικές πλημμέλειες της οικοδομής θα καθιστούσαν τον 4° όροφο αυτής και μεγάλο μέρος του 3ου ορόφου αυθαίρετο, κατά δε το χρόνο σύνταξης του ως άνω μεταβιβαστικού της κυριότητας του επίδικου διαμερίσματος στον ενάγοντα συμβολαίου, εμφανίστηκε ο εναγόμενος (αναιρεσείων) και παρέστησε ψευδώς στον ενάγοντα (αναιρεσίβλητο) ότι πρόκειται, τουλάχιστο ως προς την επίδικη οριζόντιο ιδιοκτησία για νόμιμη κατασκευή, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης, της τεχνικής και τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις.
Με τον τρόπο αυτό έπεισε τον ενάγοντα να προβεί στην αγορά της εν μέρει αυθαίρετης οριζοντίου ιδιοκτησίας, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, παρασύροντάς τον σε δήλωση βούλησης με απατηλά μέσα, τα οποία αν κατά το χρόνο εκείνο γνώριζε ο ενάγων, δεν θα προέβαινε στην αγορά της εν λόγω οριζόντιας ιδιοκτησίας, δεκτού όντος ότι η αποκάλυψη στον ενάγοντα - συμβαλλόμενο που αγνοούσε τα ειδικότερα στοιχεία της απατηλής συμπεριφοράς ήταν επιβεβλημένη από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη ή από την υπάρχουσα ιδιαίτερη μεταξύ τους σχέση που ενυπάρχει και κατά την κατάρτιση συμβάσεως, κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων.
Επομένως, συντρέχουν στο πρόσωπο του εναγόμενου οι όροι τέλεσης σε βάρος του ενάγοντος αστικής απάτης, με την μορφή του δόλου (γνώσης) των κατασκευαστικών πλημμελειών της επίδικης οικοδομής ως εκ της εμπειρίας του επί 20ετία στον τομέα των οικοδομικών κατασκευών και αποσιώπησης αυτών έναντι του ενάγοντος.
Σημειωτέον, ότι για την πράξη της απάτης που τέλεσε ο εναγόμενος σε βάρος του ενάγοντος αλλά και άλλων αγοραστών οριζόντιων ιδιοκτησιών της επίδικης οικοδομής καταδικάστηκε από το Πενταμελές Εφετείο Πατρών σε φυλάκιση δύο ετών. Επομένως, ο ενάγων από την δόλια συναλλακτική συμπεριφορά του εναγόμενου υπέστη ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση.
Λαμβανομένων δε υπόψη των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, το βαθμό υπαιτιότητας του εναγόμενου, τη ζημία που προκλήθηκε στον ενάγοντα, η οποία, κατά τα ανωτέρω, μπορεί να μην είναι άμεσα περιουσιακή, καθώς η εξαίρεση από την κατεδάφιση δεν επάγεται την απαγόρευση περαιτέρω διάθεσης της οριζόντιας ιδιοκτησίας ή την σύσταση εμπράγματων δικαιωμάτων επ’ αυτής, πλην όμως εξ αιτίας της συμπεριφοράς του εναγόμενου αποδύθηκε σε 15ετή διοικητικό και δικαστικό αγώνα, υποβλήθηκε σε σωματική και ψυχική ταλαιπωρία προς επίλυση της νομιμότητας της κατοικίας του, της ανυπαρξίας οιασδήποτε υπαιτιότητας του ίδιου και έτι περαιτέρω την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών και τις εν γένει περιστάσεις, κρίνει ότι για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του ενάγοντος, πρέπει να επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση, ποσού 6.000 €, το οποίο το Δικαστήριο κρίνει εύλογο και δίκαιο.
Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απέρριψε ως αβάσιμη την κρινόμενη αγωγή, κατά την εξ αδικοπραξίας βάση της, που, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσας, ενδιαφέρει εν προκειμένω μετά την έκδοση της 1735/2013 αναιρετικής απόφασης, έσφαλε, στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, δεκτού γενομένου ως βάσιμου από ουσιαστική άποψη του 3ου λόγου της εφέσεως.
Ακολούθως, πρέπει η έφεση να γίνει δεκτή κατ’ ουσίαν βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη ... Ακολούθους, πρέπει, αφού διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και ερευνηθεί η από 26.4.2004 αγωγή, να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 6.000,00 €, νομιμοτόκως από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές ή ενδοιαστικές αιτιολογίες σχετικά με την τέλεση εκ μέρους του αναιρεσείοντος και σε βάρος του αναιρεσιβλήτου της υπό κρίση αδικοπραξίας (απάτης) και την πρόκληση στον τελευταίο εξ αιτίας αυτής ηθικής βλάβης, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 147, 149, 914, 932 ΑΚ, που εφαρμόστηκαν.
Όσα, επομένως, αντίθετα διαλαμβάνονται στον δεύτερο λόγο αναίρεσης, εκ του άρθρου 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Οι δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για ενδοιαστική αιτιολογία, από το αναφερόμενο στην απόφαση ότι "τα ίδια περίπου δέχεται και ο τεχνικός σύμβουλος των αγοραστών" με τα εκτεθέντα από τους πραγματογνώμονες Β.
Τ. και Σ. Κ. είναι αβάσιμα, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα είναι σαφές, ενώ τα ως άνω αναφέρονται σε επιχειρηματολογία του δικαστηρίου της ουσίας, που δεν ελέγχεται αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επίσης, ουδεμία αντίφαση υπάρχει σχετικά με το αν η οριζόντια ιδιοκτησία του αναιρεσιβλήτου ανηγέρθη καθ’ υπέρβαση του μεγίστου επιτρεπόμενου στην περιοχή ύψους.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ’ αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιβλαβές για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του.
Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου αλλά, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ’ αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Επίσης, δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμά του σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 128/2013).
Επίσης, για τη θεμελίωση του αμέσως πιο πάνω αναιρετικού λόγου απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο του εγγράφου, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, το περιεχόμενό του ως προς τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας.
Διαφορετικά ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ως αναπόδεικτος (ΑΠ 1414/2010, ΑΠ 533/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησής του, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αιτιάται το Εφετείο ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα της ανέγερσης του τρίτου ορόφου της πτέρυγας II της επίδικης πολυώροφης οικοδομής καθ’ υπέρβαση του ανωτάτου επιτρεπομένου ύψους της περιοχής, αφού παραμόρφωσε το περιεχόμενο των παρακάτω εγγράφων, ήτοι:
α) του .../3-1-2001 εγγράφου της Πολεοδομίας, β) του .../23-11-2004 εγγράφου της Π.Ε. Αγρίνιου, γ) της από 18-72000 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων Β. Τ. και Σ. Κ. και δ) της από 3-1-2000 τεχνικής έκθεσης του τεχνικού συμβούλου του αντιδίκου, από τα οποία προκύπτει ότι ο τρίτος όροφος της πτέρυγας I και ο τρίτος όροφος της πτέρυγας II, όπου βρίσκεται και η οριζόντια ιδιοκτησία του ήδη αναιρεσιβλήτου ήταν εξαρχής εντός του επιτρεπόμενου στην περιοχή μεγίστου ύψους.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι, αβάσιμος, διότι ανεξάρτητα από το ότι αναφέρεται στην αξιολόγηση των επίμαχων εγγράφων από το Εφετείο και την εξ αυτής εξενεχθείσα κρίση του, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα βασιζόμενο και σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία (καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων, προσκομισθέντα έγγραφα) και όχι αποκλειστικά στα έγγραφα αυτά, τα οποία απλώς συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα.
Τέλος, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλε ο αναιρεσείων, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί ο τελευταίος (αναιρεσείων) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Οκτωβρίου 2015 αίτηση Χ. Τ. του Κ., για αναίρεση της 57/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, 15 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ