Legislator Case Law & Legislation
1808/2016 AI generated

1808/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1808/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1808/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω δεν υπάρχει δυνατότητα διακοπής της δίκης ενόψει αδυναμίας συγκρότησης του δικαστηρίου (εκ τακτικών δικαστών και ενόρκων) μετά τη λήξη της συνόδου (μηνιαίας) των είκοσι τεσσάρων ημερών, που ήδη λήγει η σύνοδος του μήνα Μαρτίου 2015 σήμερα ήτοι την 23-3-2015 και εφόσον βέβαια δεν έχει αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης και η συγκρότηση του δικαστηρίου (εκ τακτικών δικαστών και ενόρκων) κατ’ άρθρ. 377 § 2 ΚΠΔ".

Keywords

AI generated
driving whilst disqualified traffic violation driving aptitude test extreme speeding offence driving ban hit-and-run
AI generated
1409/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη - Εισηγητή, Βασιλική Ηλιοπούλου, Μαρία Βασδέκη και Νικόλαο Βεργιτσάκη, Αρεοπαγίτες.
482/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
2171/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου - Εισηγήτρια, Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.
1563/2014
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ.
230/2015
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1808 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1808/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνη Σιταρά, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Β. Σ. του Β. ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές φυλακές Λάρισας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καπελάρη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 101/2015 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.

Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιουλίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2015.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 349 παρ. 1, 2, 3 και 4 του ΚΠοινΔ, όπως ισχύει μετά τις τροποποιήσεις με τα άρθρα 20 παρ. 1 ν. 3904/2010, 33 παρ. 5 ν. 4055/2012 και 93 παρ. 4 ν. 4139/2013, "1. Το δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει μόνο μία φορά την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, μία μόνο φορά, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας. 2.

Η αναβολή που χορηγείται με αίτημα διαδίκου, για λόγο που αφορά αυτόν ή το συνήγορο του, δεν μπορεί να υπερβεί τους τρεις μήνες και διατάσσεται μόνο για σοβαρούς λόγους υγείας, οι οποίοι αποδεικνύονται με έγγραφο νοσηλευτικού ιδρύματος, ή λόγους ανώτερης βίας. Οι λόγοι αυτοί προσδιορίζονται στην απόφαση, η οποία πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. 3.

Το δικαστήριο πριν διατάξει την αναβολή υποχρεούται να ερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης για δεκαπέντε το πολύ ημέρες, αιτιολογώντας συνοπτικά ότι δεν μπορεί ο λόγος αναβολής να αντιμετωπισθεί με διακοπή. 4. Δεύτερη αναβολή μπορεί να δοθεί για τους ίδιους πιο πάνω λόγους και σύμφωνα με τους ως άνω όρους.

Κάθε άλλη αναβολή απαγορεύεται και το δικαστήριο μπορεί μόνο να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης για δεκαπέντε το πολύ ημέρες και μέχρι τρεις φορές. Κατά τη διακοπή της συνεδρίασης ο πρόεδρος κατανέμει τις μη εκδικασθείσες υποθέσεις του πινακίου στις επόμενες μετά τη διακοπή συνεδριάσεις".

Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης, ενώ ως ανυπέρβλητο κώλυμα θεωρείται εκείνο το οποίο οπωσδήποτε δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου και το οποίο δεν μπόρεσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανέναν τρόπο.

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Η εν λόγω αιτιολογία πρέπει να περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Η αιτιολογία αυτή απαιτείται και για την παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, προκειμένου να εμφανιστεί στο δικαστήριο (άρθρο 349 ΚΠοινΔ), υπό την προϋπόθεοη, όμως, ότι το αίτημα αυτό υποβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αλλιώς το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στο αόριστο αυτό αίτημα.

Ειδικότερα, η απαιτούμενη, κατά το άρθρο. 93 παρ. 3 του Συντ. και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει, όπως προαναφέρθηκε, τον από το αρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες, χωρίς εξαίρεση, τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.

Έτσι η απορριπτική της αίτησης του κατηγορουμένου, για αναβολή της δίκης, κατά το άρθρο 349 του ΚΠοινΔ, παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του δικαστηρίου κρίση.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσίβλητος προσβάλει την 101/2015 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, λόγω κωλύματος του συνηγόρου υπερασπίσεως άλλως της διακοπής της δίκης.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικά της προσβαλλομένης προσήλθε στο δικαστήριο και πριν από την συγκρότηση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου, η δικηγόρος Αθηνών Ε. Π. η οποία δήλωσε ότι είναι συνεργάτης του κυρίου Χ. Μ., ο οποίος απουσιάζει για να ασκήσει το λειτούργημά του σε άλλο δικαστήριο ήτοι το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ιωαννίνων και δεν μπορεί να παραστεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού και ζήτησε την διακοπή της δίκης στο πρόσωπό του, προσκόμισε δε και τα κάτωθι έγγραφα που αναγνώσθηκαν: 1) η από 19-3-2015 υπηρεσιακή βεβαίωση της γραμματέως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ιωαννίνων, Ε.

Γ., 2) η από 23-3-2015 επιστολή - αίτημα του δικηγόρου Αθηνών Χ. Μ., προς την Πρόεδρο του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Ακολούθως ο εισαγγελέας πρότεινε να απορριφθεί το αίτημα περί διακοπής - αναβολής, ο δε κατηγορούμενος ζήτησε, όταν ρωτήθηκε σχετικά, τη διακοπή της δίκης για άλλη ημέρα και ότι δεν επιθυμεί να του διοριστεί άλλος δικηγόρος.

Το Δικαστήριο συντιθέμενο εκ των τακτικών δικαστών με την παρεμπίπτουσα απόφαση και με την κάτωθι αιτιολογία απέρριψε το αίτημα. Ειδικότερα διέλαβε ότι "το αίτημα του κατηγορουμένου περί αναβολής - διακοπής της δίκης σε άλλη δικάσιμο για τους επικαλούμενους λόγους ανωτέρας βίας στο πρόσωπο του συνηγόρου του Χ.

Μ. πρέπει να απορριφθεί καθόσον η παρουσία του εν λόγω συνηγόρου κατά την εν λόγω δικάσιμο στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ιωαννίνων κατόπιν διακοπής από τη δικάσιμο της 16-3-2015, δεν αποτελεί κατά την κρίση του δικαστηρίου ανώτερη βία κατά την έννοια του άρθρου 349 ΚΠΔ ενόψει του ότι μάλιστα ήταν γνωστή στον εν λόγω συνήγορο η παρούσα δικάσιμος της 23-3-2015, για τη συζήτηση της ένδικης υπόθεσης από 1-10-2014, όταν αναβλήθηκε αυτή ομοίως στο πρόσωπο του συνηγόρου του κατηγορουμένου Ν.

Μ. (πατέρα του ήδη κωλυομένου συνηγόρου), ενώ ήδη η υπόθεση έχει αναβληθεί τρείς φορές εκ των οποίων η τελευταία για λόγους που αφορούν στο πρόσωπο του συνηγόρου του κατηγορουμένου ως άνω. Εξάλλου υπάρχει κίνδυνος παραγραφής του αποδιδομένου στον κατηγορούμενο εγκλήματος του εμπρησμού από πρόθεση από κοινού που φέρεται ότι τελέστηκε στις 12-3-2008 και φέρει το χαρακτήρα πλημμελήματος.

Περαιτέρω δεν υπάρχει δυνατότητα διακοπής της δίκης ενόψει αδυναμίας συγκρότησης του δικαστηρίου (εκ τακτικών δικαστών και ενόρκων) μετά τη λήξη της συνόδου (μηνιαίας) των είκοσι τεσσάρων ημερών, που ήδη λήγει η σύνοδος του μήνα Μαρτίου 2015 σήμερα ήτοι την 23-3-2015 και εφόσον βέβαια δεν έχει αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης και η συγκρότηση του δικαστηρίου (εκ τακτικών δικαστών και ενόρκων) κατ’ άρθρ. 377 § 2 ΚΠΔ".

Στη συνέχεια το δικαστήριο διόρισε αυτεπάγγελτα συνήγορο για να υπερασπιστεί τον κατηγορούμενο, τη δικηγόρο Αθηνών Μ. - Α. Κ., που της χορηγήθηκε μία ώρα για μελέτη της δικογραφίας, απέρριψε το αίτημα αυτής για διακοπή μίας ημέρας και ακολούθως συνεχίσθηκε η διαδικασία με τον διορισθέντα δικηγόρο του κατηγορουμένου Γ.

Π., που ήτο της απολύτου επιλογής του και τον είχε υπερασπίσει κατά τη διαδικασία της προανάκρισης.

Με βάση της παραδοχές αυτές, οι οποίες είναι σαφείς και πλήρεις, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την κατά την ανωτέρω έννοια απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής - διακοπής της δίκης, αφού εκτίθενται σ’ αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο (κατάθεση δικηγόρου, έγγραφο της γραμματείας του Εφετείου Ιωαννίνων και επιστολή του κωλυομένου δικηγόρου) και με βάση αυτές τις αποδείξεις κατέληξε σε απορριπτική κρίση χωρίς να παραβιασθούν τα δικαιώματα υπεράσπισης του κατηγορουμένου για χρηστή απονομή δικαιοσύνης κατ’ άρθρ.6 § 13 της ΕΣΔΑ και 14 § 3 στοιχ. Δ του Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα. Οι περαιτέρω αιτιάσεις: 1) ότι το αίτημα αποτελούσε ανωτέρω βία 2) ότι οι τρείς αναβολές που είχαν γίνει στην υπόθεση, 3) ότι ο κίνδυνος παραγραφής του πλημ/τος και ότι ενήργησε για παρελκυστικούς λόγους 4) ότι δεν χορηγήθηκε διακοπή μίας ημέρας που ζήτησε η διορισθείσα δικηγόρος, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, αφού το δικαστήριο περιέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για κάθε μία των ανωτέρω αιτιάσεων. Επομένως οι λόγοι της αναιρέσεως που ερείδονται στα άρθρ. 510 § 1 στοιχ. Α και Δ ΚΠοινΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ Δ’ του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω και κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικής αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα.

Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου ξεχωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ Ε’ Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Περαιτέρω σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην διάταξη του άρθρου 299 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη", κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του πιο πάνω άρθρου 299 του ΠΚ, προκύπτει ότι για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο.

Στην πρώτη περίπτωση, κατά την έννοια της διάταξης, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξης, ενώ στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της πράξης γιατί, αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παραγ. 2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή για την επιβολή της πρόσκαιρης αντί της ισόβιας κάθειρξης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 του ίδιου κώδικα "με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και τα αποδέχεται". Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής προς το άνω άρθρο 299 του ΠΚ, προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου, με θετική ενέργεια ή με παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από το νόμο, υποκειμενικώς δε δόλος, άμεσος ή ενδεχόμενος, που συνίσταται, ο μεν άμεσος στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων τα πράξεως, δηλαδή της θανάτωσης του άλλου, ο δε ενδεχόμενος στην αποδοχή του ενδεχομένου αποτελέσματος της θανάτωσης του άλλου.

Ειδικότερα, επί ενδεχομένου δόλου, ο υπαίτιος δεν θέλει μεν ούτε επιδιώκει το εγκληματικό αποτέλεσμα, το προβλέπει, όμως, ως ενδεχόμενη συνέπεια της συνέργειας ή παραλείψεως του και το αποδέχεται. Απαιτείται, δηλαδή, πρόβλεψη του εγκληματικού αποτελέσματος και αποδοχή του. Η αποδοχή, ειδικότερα του εγκληματικού αποτελέσματος αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο της έννοιας του ενδεχόμενου δόλου και εννοιολογικά είναι εντελώς διαφορετική από την πεποίθηση (πίστη) ή την ελπίδα ή την ευχή αποφυγής του (μη επελεύσεώς του), η οποία πεποίθηση, ελπίδα ή ευχή, αποτελεί κατά το άρθρο 28 του ΠΚ, στοιχείο της ευσυνείδητης αμέλειας, αλλά και την ειδοποιό διαφορά μεταξύ ενδεχόμενου δόλου και ενσυνείδητης αμέλειας, αφού η πρόβλεψη του εγκληματικού αποτελέσματος αποτελεί κοινό και των δύο τούτων στοιχείο.

Η αποδοχή του εγκληματικού αποτελέσματος, ανάγεται μεν στον εσωτερικό κόσμο του δράστη, πλην όμως διαπιστώνεται από εξωτερικά στοιχεία της συμπεριφοράς του που βεβαιώνουν τέτοια αποδοχή. Από το συνδυασμό δε της διάταξης του άρθρου 42 § 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "όποιος έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλεια δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη", προς το ανωτέρω άρθρο 299 ΠΚ, προκύπτει ότι το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση βρίσκεται σε απόπειρα, όταν εκείνος που το αποφάσισε επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς του, τέτοια δε θεωρείται κάθε ενέργεια του δράστη ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας αυτού (αρθ. 15 ΠΚ), η οποία, σε περίπτωση επιτυχούς εκ βάσεώς της, οδηγεί στην πραγμάτωση της αντικειμενικής του υποστάσεως, επιφέρει, δηλαδή, τη θανάτωση του παθόντος, καθώς και εκείνη, η οποία τελεί σε τέτοια συνάφεια ή σε τέτοιο οργανικό σύνδεσμο με την ανωτέρω πράξη (ενέργεια ή παράλειψη), ώστε, κατά τη φυσική αντίληψη των πραγμάτων, μπορεί να θεωρηθεί ως αναπόσπαστο τμήμα και συστατικό μέρος αυτής, ενόψει του όλου σχεδίου του δράστη.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 101/2015 απόφαση του Α’ Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και κήρυξε κατά πλειοψηφία ένοχο τον κατηγορούμενο, δεχόμενο το ελαφρυντικό του άρθρου 84 § 2 και του επέβαλε ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών για την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας και φυλάκιση δύο (2) ετών για την πράξη του εμπρησμού από κοινού.

Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το δικάσαν δικαστήριο μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα κάτωθι: "ο κατηγορούμενος Β. Σ. του Β., στις ... Αττικής, στις 12-3-2008 και περί ώρα 20:10, από κοινού ενεργώντας με άλλα δύο άγνωστα άτομα, τα στοιχεία ταυτότητας των οποίων δεν κατέστη δυνατόν να διακριβωθούν, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει το κακούργημα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε βάρος του Ειδικού Φρουρού Ι.

Λ. του Β., ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, επιχείρησε πράξη που συνιστά αρχή εκτέλεσης του εν λόγω αδικήματος, την οποία δεν ολοκλήρωσε όχι από δική του βούληση, αλλά λόγω εξωτερικών αιτίων. Συγκεκριμένα, στις ... Αττικής, επί της οδού ..., έξωθεν του κτιρίου όπου στεγάζεται το Δημαρχείο ... (το οποίο βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από το γήπεδο ...), την 12-3-2008 και περί ώρα 20:10, αφού με τους ως άνω άγνωστους συγκατηγορουμένους του, έσπασαν το πίσω δεξιό τζάμι του με αριθμό κυκλοφορίας ...

περιπολικού αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο ανωτέρω μηνυτής, Ειδικός Φρουρός Ι. Λ. του Β., πέταξαν εντός αυτού μία αναμμένη ναυτική φωτοβολίδα, με αποτέλεσμα το εσωτερικό του εν λόγω περιπολικού αυτοκινήτου να γεμίσει αρχικά καπνούς και μετά να πάρει φωτιά, ενώ παράλληλα έχοντας ανθρωποκτόνο δόλο, κρατούσαν την πόρτα του οδηγού του εν λόγω περιπολικού αυτοκινήτου, ώστε να μην είναι δυνατόν να ανοιχθεί από τον ανωτέρω Ειδικό Φρουρό Ι.

Λ. που βρισκόταν εντός αυτού, έτσι ώστε ο τελευταίος να μην μπορεί να εξέλθει και να καεί ζωντανός. Πλην όμως δεν ολοκλήρωσαν την πράξη τους αυτή όχι από δική τους βούληση, αλλά λόγω του ότι ο ανωτέρω Ειδικός Φρουρός έσπασε το τζάμι της πόρτας του οδηγού του ανωτέρω περιπολικού αυτοκινήτου, με συνέπεια λόγω του ότι τα θραύσματα έπεσαν πάνω τους να ξαφνιαστούν και να απομακρυνθούν αφήνοντας την παραπάνω πόρτα ελεύθερη και έτσι ο Ειδικός Φρουρός Ι.

Λ. του Β. να καταφέρει να εξέλθει του προαναφερόμενου οχήματος. Επίσης περαιτέρω αποδείχθηκε κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας ότι ο κατηγορούμενος Β. Σ. του Β., στις ... Αττικής, στις 12-3-20Ό8 και περί ώρα 20:10, από κοινού ενεργώντας με άλλα δύο άγνωστα άτομα, τα στοιχεία ταυτότητας των οποίων δεν κατέστη δυνατόν να διακριβωθούν, με πρόθεση προξένησαν πυρκαγιά, από την οποία μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα και συγκεκριμένα, γνωρίζοντας ότι ήταν ενδεχόμενο από την πράξη τους να προνοηθεί πυρκαγιά, από την οποία ήταν δυνατό να προκύψει κίνδυνος για ξένα πράγματα, έσπασαν το πίσω δεξιό τζάμι του με αριθμό κυκλοφορίας ...

περιπολικού αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο ανωτέρω Ειδικός Φρουρός Ι. Λ. του Β. και πέταξαν εντός αυτού μία αναμμένη ναυτική φωτοβολίδα, με αποτέλεσμα να προκληθεί φωτιά στο εσωτερικό του εν λόγω περιπολικού αυτοκινήτου Από την πράξη τους δε αυτή ήταν δυνατό να προκληθεί κίνδυνος για ξένα πράγματα, όπως αυτοκίνητα που βρίσκονταν σταθμευμένα πλησίον του ως άνω περιπολικού.

Ό κατηγορούμενος Β. Σ. του Β., αρνήθηκε τη συμμετοχή του στις ανωτέρω πράξεις, και ισχυρίστηκε αρχικά ότι εκείνη την ημέρα δεν πήγε στο γήπεδο και το αυτοκίνητο του κατά τη διάρκεια των επεισοδίων κατ’ εκείνη την ημέρα 5:30 με 9 παρά ήταν απέξω από το σπίτι του και συγκεκριμένα έβαφε το σπίτι της μητέρας του μαζί με τον ελαιοχρωματιστή Ι.

Ν., ο οποίος δεν κατέστη εφικτό να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου, καθόσον έχει ήδη αποβιώσει ενώ ακολούθως διαφοροποιώντας τους ισχυρισμούς του κατέθεσε ότι απλώς πέρασε από το γήπεδο, και ότι ο παθών τον κατηγόρησε λόγω προσωπικής αντιπάθειας. Οι παραπάνω όμως ισχυρισμοί του κατηγορουμένου δεν είναι πειστικοί και ανατρέπονται από το όλο αποδεικτικό υλικό και συγκεκριμένα:

Ο παθών, Ειδικός Φρουρός Ι. Λ. του Β., ευθύς εξ αρχής περιέγραψε τον ένα εκ των δραστών των ανωτέρω πράξεων, τον οποίο είχε εντοπίσει εκ των προτέρων στο γήπεδο, που εκινείτο με το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο μάρκας SMART χρώματος μπλε, το οποίο ανήκει στον ανωτέρω κατηγορούμενο, επίσης και ο μάρτυρας αστυνομικός Ν.

Τ. του Α., εξ αρχής είχε περιγράψει τον ένα εκ των δραστών των ανωτέρω πράξεων, τον οποίο είχε δει προηγουμένως στο γήπεδο που εκινείτο με το προαναφερθέν ΙΧΕ αυτοκίνητο. Ο παθών, Ειδικός Φρουρός Ι. Λ., ενώπιον του Α/βαθμίου Δικαστηρίου κατέθεσε ρητά ότι ο Β. Σ. έριξε την φωτοβολίδα εντός του περιπολικού αυτοκινήτου, αφού προηγουμένως με πέτρες άλλος έσπασε το πίσω τζάμι του περιπολικού και ότι μόλις μπήκε η φωτοβολίδα ο καπνός ήταν έντονος και δεν έβλεπε τίποτα, έκανε να ανοίξει και νόμιζε ότι μπλόκαραν οι ασφάλειες, μάλλον κάποιοι κρατούσαν με τα πόδια την πόρτα του αυτοκινήτου, δεν μπόρεσε όμως.

να δει ποιοι ήταν, ο ίδιος δε έσπασε το τζάμι και πετάχτηκε- έξω , καιγόταν, τον κλωτσούσαν και στα πρώτα δευτερόλεπτα δεν μπορούσε να αναπνεύσει, επίσης ο ανωτέρω μάρτυρας κατέθεσε ότι είχε δει πριν τον κατηγορούμενο στο γήπεδο και στο. αυτοκίνητο του. Περαιτέρω και ο μάρτυρας αστυνομικός Ν. Τ. του Α. ενώπιον του Α/βάθμου Δικαστηρίου κατέθεσε ότι ο Σ.

ήταν στον σύνδεσμο και πέρασε με ένα SMART από το γήπεδο. Ο μάρτυρας αστυνομικός Θ. Μ. κατέθεσε τόσο ενώπιον του Α/βάθμιου Δικαστηρίου όσο και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ότι μέσα στο πλήθος είχε δει και τον κατηγορούμενο όταν ξεκίνησαν τα επεισόδια, όταν άρχισαν να πετούν όμως δεν είδε ποιος έριξε την φωτοβολίδα.

Επίσης και ο μάρτυρας αστυνομικός Μ. Σ. κατέθεσε τόσο ενώπιον του Α/βάθμιου Δικαστηρίου όσο και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ότι είδε και τον κατηγορούμενο να είναι στα 100 άτομα στο Δημαρχείο και ότι δεν είδε να συμμετέχει, ο ίδιος δε ότι ήταν 50 μέτρα δεξιά από το αυτοκίνητο του Λ.. Και ναι μεν ο πιο πάνω παθών ειδικός φρουρός Ι.

Λ. ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ενώ επιβεβαιώνει τα όσα κατέθεσε ως άνω προανακριτικά και ενώπιον του Α/βάθμου Δικαστηρίου ότι είχε τον κατηγορούμενο με το παραπάνω ΙΧΕ αυτοκίνητο στο χώρο του γηπέδου, πλην όμως "αμφιβάλλει" ότι τις άνω πράξεις έκανε ο κατηγορούμενος και ότι "δεν μπορεί να τον φορτώσει στη συνείδησή του".

Όμως δεν δικαιολογεί πειστικά τις αμφιβολίες του, τις οποίες δεν είχε και ενώ τα γεγονότα ήταν πιο πρόσφατα, και "η μνήμη του κοντά στα γεγονότα ήταν σίγουρη, τότε" όπως κατέθεσε. Τα όσα δε περί εγκεφαλικού ισχυρίστηκε για τα όσα κατέθεσε σήμερα είναι αβάσιμα.

Περαιτέρω από το γεγονός ότι όχι μόνο ο άγνωστος δράστης πέταξε αρχικά πέτρα για να σπάσει το τζάμι του ανωτέρω περιπολικού αυτοκινήτου και στη συνέχεια ο κατηγορούμενος Β. Σ. του Β. πέταξε εντός αυτού αναμμένη ναυτική φωτοβολίδα βάζοντας φωτιά στο αυτοκίνητο αυτό που οδηγούσε ο Ειδικός Φρουρός Ι. Λ. αλλά και κρατούσαν την πόρτα για να μην βγει αυτός έξω, ενώ ήδη είχε γεμίσει από καπνούς προκύπτει ότι είχαν άμεσο δόλο για την θανάτωσή του, η οποία όμως απετράπη από αίτια εξωτερικά και χωρίς τη θέληση τους και ειδικότερα λόγω αντίδρασης του ανωτέρω Ι.

Λ., ο οποίος συγκεντρώνοντας ότι δυνάμεις, του είχαν απομείνει από την εισπνοή των καπνών κατάφερε να σπάσει το τζάμι του οδηγού να αιφνιδιάσει προς στιγμή τους δράστες, μεταξύ των οποίων, και τον κατηγορούμενο, και να καταφέρει να ανοίξει την πόρτα και να βγει έξω. Το ανωτέρω δε περιπολικό αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ...

συνεπεία της πυρκαγιάς που προκλήθηκε από την, κατά τα προαναφερθέντα, ρήψη εντός αυτού από τον κατηγορούμενο, μιας αναμμένης ναυτικής φωτοβολίδας, καταστράφηκε. Από την πυρκαγιά δε που προκλήθηκε στο ανωτέρω περιπολικό κατά τα ανωτέρω ήταν δυνατόν, να προκληθεί κίνδυνος για ξένα πράγματα, όπως σε αυτοκίνητα που ήταν σταθμευμένα πλησίον του ως άνω περιπολικού.

Από τα προεκτεθέντα, κατά την επικρατήσασα γνώμη της πλειοψηφίας, προκύπτει ότι στοιχειοθετούνται πλήρως κατά την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση τα ανωτέρω εγκλήματα που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, Β. Σ. τον Β., ήτοι α) της απόπειρας ανθρωποκτονίας από κοινού με πρόθεση και β) του εμπρησμού από κοινή με πρόθεση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα 299 § 1, 42 § 1, 45, 94 § 1 και 264 περ.

α’ ΠΚ και για τα οποία εξετάζεται κατ’ έφεσιν η υπόθεση και πρέπει για τα εγκλήματα αυτά να κηρυχθεί ένοχος".

Ακολούθως δε κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον παραπάνω κατηγορούμενο ένοχο για τις πράξεις: α) της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, από κοινού σε βάρος του Ι. Λ.ύ και β) του εμπρησμού από πρόθεση από κοινού, που τέλεσε στις ... Αττικής στις 12-3-2008 και περί ώρα 20:10’ , κατά πλειοψηφία πέντε μελών του έναντι δύο (μειοψηφούντων των ενόρκων Α. Μ. και Χ. Ζ., οι οποίοι είχαν την γνώμη ότι έπρεπε να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος των παρακάτω πράξεων λόγω αμφιβολιών) και συγκεκριμένα για το ότι:

Α. Ο παραπάνω κατηγορούμενος Β. Σ. στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, από κοινού με άλλα δύο άγνωστα στην ανάκριση πρόσωπα έχοντας αποφασίσει να τελέσει το αδίκημα της ανθρωποκτονίας σε βάρος του Ε.Φ. Ι. Λ. του Β., ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, επιχείρησε πράξη που συνιστά αρχή εκτέλεσης του εν λόγω αδικήματος, την οποία δεν ολοκλήρωσε όχι από δική του βούληση, αλλά λόγω εξωτερικών αίτιων.

Συγκεκριμένα, στις ... Αττικής επί της οδού ..., έξωθεν του κτιρίου όπου στεγάζεται το Δημαρχείο ... (το οποίο βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από το γήπεδο ...), την 12-3-2008 και περί ώρα 20:10’ , αφού με τα ως άνω άγνωστα άτομα, έσπασαν το πίσω δεξιό τζάμι του με αρ. κυκλ. ... περιπολικού αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο παραπάνω μηνυτής, πέταξαν εντός αυτού μια αναμμένη ναυτική φωτοβολίδα, με αποτέλεσμα το εσωτερικό του εν λόγω περιπολικού αυτοκινήτου να γεμίσει αρχικά καπνούς και μετά να πάρει φωτιά, ενώ παράλληλα έχοντας ανθρωποκτόνο δόλο, κρατούσαν την πόρτα του οδηγού του ως άνω περιπολικού αυτοκινήτου, ώστε να μην είναι δυνατό να ανοιχθεί από το μηνυτή που βρισκόταν εντός αυτού, έτσι ώστε ο τελευταίος να μην μπορεί να εξέλθει και να καεί ζωντανός.

Πλην όμως δεν ολοκλήρωσαν την πράξη τους αυτή, όχι από δική τους βούληση, αλλά λόγω του ότι ο μηνυτής έσπασε το τζάμι της πόρτας του οδηγού του ανωτέρω περιπολικού αυτοκινήτου, με συνέπεια λόγω του ότι τα θραύσματα έπεσαν πάνω τους, να ξαφνιαστούν και ν’ απομακρυνθούν αφήνοντας την παραπάνω πόρτα ελεύθερη και έτσι ο μηνυτής να καταφέρει να εξέλθει τον προαναφερομένου οχήματος.

Β. Ο ίδιος παραπάνω κατηγορούμενος Β. Σ. στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, από κοινού με άλλα δύο άγνωστα στην ανάκριση πρόσωπα, με πρόθεση προξένησαν πυρκαγιά, από την οποία μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα. Συγκεκριμένα, γνωρίζοντας ότι ήταν ενδεχόμενο από την πράξη τους να προκληθεί πυρκαγιά από την οποία ήταν δυνατό να προκύψει κίνδυνο για ξένα πράγματα, έσπασαν το πίσω δεξιό τζάμι του με αριθ κυκλοφορίας ... περιπολικού αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Ε.Φ. Ι. Λ. και πέταξαν εντός αυτού μια αναμμένη ναυτική φωτοβολίδα, με αποτέλεσμα να προκληθεί φωτιά στο εσωτερικό του εν λόγω περιπολικού αυτοκινήτου. Από την πράξη τους δε ήταν δυνατόν να προκληθεί κίνδυνος για ξένα πράγματα, όπως αυτοκίνητα που βρίσκονταν σταθμευμένα πλησίον του ως άνω περιπολικού.

Με αυτές τις παραδοχές της απόφασης, σε συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, το δικαστήριο που δίκασε εκθέτει στην προσβαλλόμενη απόφασή του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση τα εγκλήματα τόσο της απόπειρας ανθρωποκτονίας όσο και του εμπρησμού, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 5, 14, 16, 17, 18, 26 § 1α, 27 § 1, 42 § 1, 45, 51, 52, 53, 57, 60, 61, 63, 83, 94 § 1, 299 § 1, 264 περ.

α’ και 84 § 2 εδ. α’ ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Οι λοιπές αιτιάσεις: α) ότι το δικαστήριο εσφαλμένα εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό, β) ότι δεν έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, αλλά κατ’ επιλογή μερικά εξ αυτών γ) ότι έλαβε υπόψη άλλα αποδεικτικά μέσα με αντιφατικές αιτιολογίες (όπως αυτή του κ.

Τ.) δ) ότι δεν έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των άλλων εννέα (9) αστυνομικών ε) ότι δέχθηκε τη ρίψη ναυτικής φωτοβολίδος εντός του περιπολικού, χωρίς να διευκρινίζει την ύπαρξη ή μη μηχανισμού εκτοξεύσεως στ) ότι δέχθηκε ότι κρατούσε την πόρτα του περιπολικού ώστε να μην μπορεί να εξέλθει και συνεπώς αιτιολογείται η ανθρωποκτόνως πρόθεσή του, ενώ ουδείς αναφέρει ότι ενήργησε με ανθρωποκτόνο πρόθεση.

ζ) ότι υπάρχει διαφορά της ώρας στην έκθεση αυτοψίας της πυροσβεστικής με αυτή που αναφέρει ο παθών αστυνομικός, είναι αιτιάσεις που με την επίκληση της έλλειψης ειδική και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του του δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου οι αιτιάσεις αυτές είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.

Επίσης και σύμφωνα με τ’ ανωτέρω εκτιθέμενα δεν ήταν αναγκαία ειδική αξιολόγηση των επί μέρους αποδεικτικών μέσων και συσχετισμός αυτών μεταξύ των, ούτε ειδική αναφορά των περιστατικών που προκύπτουν από καθένα από αυτά.

Ως εκ τούτου οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης και εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των ως άνω παραδοχών του Εφετείου ήτοι ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.

Συνακόλουθα όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση με αριθμό …/2016 κατά της 101/2015 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην δικαστική δαπάνη (αρ. 583 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την με αριθμό …/2015 έκθεση αναίρεσης του αναιρεσείοντα Β. Σ. του Β. και της Ε. για αναίρεση της με αριθμό 101/2015 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών και

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Νοεμβρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ