1808/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό εμφανίσθηκε ο δικηγόρος Γεώργιος Βικελάτος και δήλωσε ότι παρίσταται δια της ενηλικιωθείσας πλέον αναιρεσείουσας Χ. Μ. του Γ., και κατέθεσε το υπ' αρ. 89859/2012 πιστοποιητικό γέννησης καθώς και προτάσεις
Legislator headnote
AI generated1808/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Full text
Απόφαση 1808 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1808/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. Μ. του Δ. και 2. Α. Κ. του Ε., συζ. Γ. Μ., κατοίκων ..., ως ασκούντων την γονική μέριμνα της ανηλίκου θυγατέρας τους Χ. Μ. του Γ., κατοίκου ... .
Στο σημείο αυτό εμφανίσθηκε ο δικηγόρος Γεώργιος Βικελάτος και δήλωσε ότι παρίσταται δια της ενηλικιωθείσας πλέον αναιρεσείουσας Χ. Μ. του Γ., και κατέθεσε το υπ' αρ. 89859/2012 πιστοποιητικό γέννησης καθώς και προτάσεις
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ε. Κ. του Α., 2. Χ. Κ. του Ν., κατοίκων ... και 3. Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, όλοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Καραγκούνη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις η τρίτη των αναιρεσιβλήτων.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 138/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 71/2010 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσας με την από 14-9-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 13-11-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την έναρξη της συζήτησης στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, η μέχρι τούδε αντιπροσωπευόμενη στη δίκη ανήλικη ενάγουσα, εκπροσωπούμενη, από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο της, γνωστοποίησε με προφορική δήλωση που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με τη παρούσα πρακτικά, οτι ενηλικιώθηκε στις 10-3-2012 ως γεννηθείσα στις 10-3-1994 (βλ.το προσκομισθέν υπ' αριθ. 89859/2012 πιστοποιητικό γέννησης του Δήμου Ιωαννίνων), και ότι συνεχίζει ως ικανός πλέον διάδικος ατομικά παριστάμενος την προκειμένη δίκη. Η δήλωση αυτή για διακοπή και ταυτόχρονη εκούσια επανάληψη της δίκης, από την προς τούτο νομιμοποιούμενη ενάγουσα, έχει ως αποτέλεσμα ότι έκτοτε και αμέσω χωρεί η επανάληψη της δίκης ατομικά πλέον στο πρόσωπο της ενάγουσας, υπέρ της οποίας επήλθε το διακοπτικό της δίκης γεγονός (αρθρ.286 περ.α, 287 και 290 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 71/2010 απόφαση του Εφετείο Ιωαννίνων έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: Στην Ανατολή Ιωαννίνων, στις 19-3-2007 και ώρα 20.40' περίπου, η εκκαλούσα, ηλικίας 13 τότε ετών, επιχείρησε, να διασχίσει με τα πόδια, εκτός διάβασης πεζών, κάθετα και από τα δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία προς Κατσικά, το οδόστρωμα της οδού Γ' Σεπτεμβρίου, στο σημείο συμβολής της με τις οδούς Γ.
Ζαγκλή αριστερά και Σαμψούντος και Σαφραμπόλεως δεξιά σε σχέση με την ανωτέρω κατεύθυνση. Αφού διήνυσε το τμήμα του οδοστρώματος της οδού, το οποίο προοριζόταν για την κυκλοφορία προς Κατσικά, φθάνοντας στην κατά μήκος διαγράμμιση από δυο συνεχείς γραμμές, η οποία υπήρχε στο μέσον του οδοστρώματος, επιχείρησε, να διασχίσει τρέχοντας και το τμήμα του οδοστρώματος που προοριζόταν για την κυκλοφορία προς τα Ιωάννινα, χωρίς, όμως να κοιτάξει προηγουμένως και να βεβαιωθεί, όπως ήταν υποχρεωμένη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 4δ κ'ε του ΚΟΚ, ότι δεν κινούνται οχήματα στο τμήμα αυτό ή ότι κινούνται μεν, πλην, όμως, ενόψει της ταχύτητάς τους και της απόστασής τους απ' αυτή, σε συνδυασμό και με την ταχύτητα της ίδιας, πρόφταινε να πραγματοποιήσει με ασφάλεια την παραπάνω κίνησή της και ότι δεν θα παρεμπόδιζε την κυκλοφορία των οχημάτων.
Αποτέλεσμα της συμπεριφοράς της αυτής, ήταν να παρεμβληθεί και να αποκλείσει την πορεία των οχημάτων τα οποία κινούνταν στο προς Ιωάννινα ρεύμα πορείας της παραπάνω οδού, όπως το ... ΕΙΧ αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε η πρώτη εφεσίβλητη. Όταν η εκκαλούσα άρχισε να εισέρχεται, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, στο ρεύμα πορείας προς Ιωάννινα, το αυτοκίνητο της εφεσίβλητης δεν απείχε απ' αυτή περισσότερο από 15 μέτρα, σύμφωνα με όσα εκτίθενται ειδικότερα παρακάτω και η ταχύτητα του δεν ξεπερνούσε το όριο των 50 χιλιομέτρων την ώρα που ίσχυε στο παραπάνω σημείο.
Η εφεσίβλητη, βλέποντας την ανωτέρω κίνηση της εκκαλούσης, προκειμένου να αποφύγει την πτώση του οχήματος της σ' αυτή, επιχείρησε ελιγμούς πέδησης του αυτοκινήτου της, χωρίς, όμως, τούτο να αφήσει ίχνη στο οδόστρωμα και αλλαγής κατεύθυνσής του προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία της, με αποτέλεσμα να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας.
Αμέσως, όμως, επανέφερε το όχημά της στο δικό της ρεύμα κυκλοφορίας και παρά τους ελιγμούς της αυτούς, το αυτοκίνητό της έπεσε στο μέσον περίπου του ρεύματος κυκλοφορίας προς τα Ιωάννινα, με το εμπρόσθιο πλάγιο δεξιό τμήμα του, στο αριστερό πόδι της εκκαλούσης, με αποτέλεσμα να της προξενήσει εκδορές στο σημείο αυτό του σώματός της.
Εξαιτίας του γεγονότος αυτού, η εκκαλούσα έπεσε με το πρόσωπο στο οδόστρωμα, με αποτέλεσμα να χτυπήσει και να υποστεί βλάβες στα δόντια της. Στο σημείο του ατυχήματος δεν υπήρχαν φωτεινοί σηματοδότες. Στο σημείο αυτό, η ανωτέρω οδός ήταν ευθεία σε μήκος τουλάχιστον 500 μέτρων, το οδόστρωμά της, το οποίο ήταν ολισθηρό, λόγω ψιλής βροχής, είχε συνολικό πλάτος 10,70 μέτρα, ήταν διπλής, όπως προαναφέρθηκε, κατεύθυνσης, με μία κατά κατεύθυνση λωρίδα κυκλοφορίας, εκατέρωθεν αυτού υπήρχε πεζοδρόμιο πλάτους 2,60 μέτρων του ρεύματος πορείας προς Ιωάννινα και 1,40 μέτρων του ρεύματος πορείας προς Κατσικά, ενώ, λόγω τεχνικού φωτισμού, δεν περιοριζόταν η ορατότητα.
Κατά τη στιγμή εισόδου της εφεσίβλητης στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, στο ρεύμα αυτό κινούταν το ... ΕΔΧ αυτοκίνητο ταξί του Χ. Ι.. Μετά το ατύχημα, η εφεσίβλητη σταμάτησε αμέσως το αυτοκίνητό της και αφού το ακινητοποίησε σε ασφαλές σημείο, βοήθησε την εκκαλούσα, η οποία καθόταν πάνω στο οδόστρωμα με τα γόνατά της, να σηκωθεί και την μετέφερε, με την βοήθεια του ανωτέρω Χ.
Ι., στο πεζοδρόμιο προς το οποίο κατευθυνόταν, σε παγκάκι που υπήρχε εκεί. Η κρίση για το ότι αποδείχτηκαν τα πραγματικά αυτά περιστατικά στηρίζεται σ' όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα, η κρίση για την ανωτέρω ταχύτητα της εφεσίβλητης και για το ότι το ατύχημα συνέβη στο μέσον περίπου του ανωτέρω ρεύματος κυκλοφορίας, στηρίζεται, πρωτίστως, στην από 19-3-2007 προανακριτική κατάθεση του ανωτέρω μοναδικού αυτόπτη μάρτυρα Χ.
Ι., ο οποίος αναφέρει σχετικά, ότι είδε το αυτοκίνητο της εφεσίβλητης να κάνει ελιγμό προς τη δική του λωρίδα κυκλοφορίας και αμέσως να το επαναφέρει στο δικό της ρεύμα κυκλοφορίας και, συνεπώς, αν το όχημα της εφεσίβλητης δεν είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, δεν θα έκανε λόγο ο μάρτυρας αυτός για επαναφορά του στο αρχικό (δικό του) ρεύμα κυκλοφορίας, ότι, μετά το ατύχημα, η εκκαλούσα καθόταν πάνω στο οδόστρωμα σε στάση καθιστή με τα γόνατά της, ότι μαζί με την εφεσίβλητη μετέφερε την εκκαλούσα στο πεζοδρόμιο και ότι η εφεσίβλητη δεν έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα.
Από την κατάθεση αυτή αναιρούνται τα όσα αναφέρει η εκκαλούσα, ότι δηλαδή το αυτοκίνητο έπεσε επάνω της ενώ ήδη ετοιμαζόταν να ανέβει στο πεζοδρόμιο, όπως ισχυρίζεται με την αγωγή της (σελ. 2, στοίχοι 9 και 10) και ότι ήδη είχε ανεβάσει το ένα της πόδι στο πεζοδρόμιο, όπως ισχυρίζεται με την από 21-11-2008 προσθήκη της στις από 18-11-2008 προτάσεις της στον πρώτο βαθμό (σελ. 3, στοίχοι 17 και 18), αφού, αν έτσι είχαν τα πράγματα, ο ανωτέρω μάρτυρας δεν θα την έβλεπε να κάθεται πάνω στο οδόστρωμα με τα γόνατά της, ούτε θα την μετέφερε στο πεζοδρόμιο.
Περαιτέρω, η κρίση για την ανωτέρω ταχύτητα της εφεσίβλητης και την παραπάνω απόσταση από την οποία η εκκαλούσα παρεμβλήθηκε στην πορεία της, στηρίζεται, πλην της ανωτέρω μαρτυρικής κατάθεσης και στο ότι: α) στην αντίθετη περίπτωση, οι σωματικές κακώσεις της εκκαλούσης από την πτώση του αυτοκινήτου σ' αυτή δεν θα περιορίζονταν σε εκδορές και, μάλιστα, στο ένα της πόδι, αλλά θα ήταν πολύ μεγαλύτερες και πολύ σοβαρότερες, β) Επίσης, στην περίπτωση αυτή, η εφεσίβλητη δεν θα μπορούσε να σταματήσει το όχημά της, όπως, σύμφωνα με τα παραπάνω, έπραξε, αλλά τούτο θα συνέχιζε την πορεία του, είτε στο αντίθετο ρεύμα, στο οποίο είχε εισέλθει αρχικά, είτε στο δικό της ρεύμα κυκλοφορίας, στο οποίο, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, επανήλθε.
γ) Εξάλλου, στην ίδια περίπτωση, η εκκαλούσα, ενόψει, μάλιστα, της μικρής σωματικής της διάπλασης, θα εκτινασσόταν σε απόσταση από το σημείο πτώσης του οχήματος σ' αυτή, πράγμα, όμως, το οποίο, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν συνέβη, αλλά, αντίθετα, αυτή βρέθηκε γονατιστή στο οδόστρωμα στο σημείο του ατυχήματος.
Επίσης, η κρίση για τους ανωτέρω ελιγμούς πέδησης και αλλαγής κατεύθυνσης της εφεσίβλητης, στηρίζεται και στην από 1-4-2007 προανακριτική κατάθεση της ίδιας της εκκαλούσης, με την οποία αυτή πιστοποιεί τα ανωτέρω γεγονότα. Από την ίδια κατάθεση ενισχύονται, επίσης, τα όσα παραπάνω κρίθηκε, ότι αποδείχτηκαν, καθόσον η εκκαλούσα αναφέρει σχετικά σ' αυτή, ότι "...
και μετά επανέφερε (η εφεσίβλητη) την πορεία του (αυτοκινήτου της) προς το μέρος μου και με χτύπησε με το δεξιό φανάρι ή προφυλακτήρα δεξιό μέρος στο πόδι μου. Αποτέλεσμα ήταν να πέσω κάτω στην άσφαλτο και να χτυπήσω στα μπροστινά πάνω δόντια μου και να γρατσουνιστώ ελαφρά στο πόδι. Η οδηγός του αυτοκινήτου σταμάτησε λίγα μέτρα πιο πέρα το όχημα και ήρθε κοντά μου ...".
Συνεπώς, σύμφωνα με την κατάθεση αυτή, αν η εκκαλούσα είχε χτυπηθεί, όχι στο παραπάνω σημείο του οδοστρώματος, αλλά ενώ είχε τοποθετήσει ήδη το ένα της πόδι στο πεζοδρόμιο, δεν θα είχε πέσει κάτω στην άσφαλτο, όπως αναφέρει. Επίσης, αν η ταχύτητα της εφεσίβλητης δεν ήταν η ανωτέρω και η εκκαλούσα δεν είχε παρεμβληθεί στην πορεία της από την απόσταση που προαναφέρθηκε, τότε ούτε κάτω στην άσφαλτο θα έπεφτε αυτή, αλλά θα εκτινασσόταν, ούτε θα γρατσουνιζόταν ελαφρά στο πόδι της, αλλά θα είχε υποστεί περισσότερες και βαρύτερες σωματικές κακώσεις, ούτε η εφεσίβλητη θα μπορούσε, να σταματήσει το όχημά της λίγα μέτρα πιο πέρα, αλλά τούτο θα συνέχιζε την πορεία του, με απρόβλεπτη κατάληξη.
Περαιτέρω, η ανωτέρω κρίση δεν αναιρείται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο. Ειδικότερα, δεν αναιρείται από την κατάθεση της παραπάνω μάρτυρος, διότι, η εν λόγω μάρτυρας, όπως δέχεται και η ίδια, δεν ήταν αυτόπτης του ατυχήματος και, συνεπώς, δεν γνωρίζει τα αίτια και τις συνθήκες τούτου, αλλά τα όσα καταθέτει σχετικά τα έχει πληροφορηθεί από την ίδια την εκκαλούσα, τις απόψεις της οποίας, επομένως, μεταφέρει στο Δικαστήριο.
Οι απόψεις, όμως, αυτές, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, αφενός μεν δεν επιβεβαιώνονται από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και αφετέρου αναιρούνται, τουλάχιστον κατά ένα μέρος, από την παραπάνω προανακριτική κατάθεση της ίδιας της εκκαλούσης. Εξάλλου, αναφορικά με το αίμα που ισχυρίζεται η μάρτυς αυτή, ότι είδε την επόμενη του ατυχήματος μόνο στο πεζοδρόμιο της ανωτέρω οδού, τούτο δεν επιβεβαιώνεται από την έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα, για τα οποία γίνεται λόγος παρακάτω και στα οποία, αν έτσι είχαν τα πράγματα, πρωτίστως, θα αναφερόταν, δεδομένου, μάλιστα, ότι ο συντάκτης των εγγράφων αυτών αφενός μεν μετέβη αμέσως και όχι την επόμενη στον τόπο του ατυχήματος και αφετέρου πρωταρχικό μέλημά του ήταν να ανεύρει και στη συνέχεια να αναφέρει στα παραπάνω έγγραφά του οποιοδήποτε πειστήριο που θα είχε σχέση με το ατύχημα, όπως κατά πρώτο και κύριο λόγο το αίμα όσων τραυματίστηκαν εξαιτίας του ατυχήματος.
Ένα στοιχείο που θα πρέπει, επίσης, να ληφθεί υπόψη σχετικά με τη στάθμιση της παραπάνω μαρτυρικής κατάθεσης, είναι και τα όσα αναφέρει η εν λόγω μάρτυρας στο τέλος της κατάθεσής της, ότι η εκκαλούσα "... αυτή τη στιγμή έχει κάποιο μικρό πρόβλημα με την καρδιά της που προέρχεται από το ατύχημα ...". Καταθέτει, δηλαδή, η μάρτυρας αυτή, ότι η εκκαλούσα, εξαιτίας της γρατσουνιάς της, για την οποία έγινε λόγος παραπάνω και του κατάγματος άνω τομέων του στοματοφάρυγγος και, συγκεκριμένα, της επανεμφύτευσης του 21 και της απώλειας του 11 δοντιών της, τις οποίες υπέστη από το επίδικο τροχαίο ατύχημα, σύμφωνα με τα οικεία ιατρικά πιστοποιητικά (8713/12-4-2007 πιστοποιητικό νοσηλείας του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ιωαννίνων, από 19-3-2007 έγγραφο του ειδικ.
ιατρού του ίδιου Νοσοκομείου Κ. Π., 6380/26-3-2007 πιστοποιητικό του Νοσοκομείου Ιωαννίνων "Γ. Χατζηκώστα"), αλλά και τους αγωγικούς ισχυρισμούς, παρουσιάζει η εκκαλούσα και μικρό πρόβλημα στην καρδιά της, κάτι το οποίο ούτε η ίδια η εκκαλούσα ισχυρίζεται, αλλά αναφέρει σχετικά στην αγωγή της, ότι "πρέπει επίσης να τονισθεί το γεγονός ότι κάθε βλάβη στη στοματική κοιλότητα και δη στα δόντια έχει αντίκτυπο σε όλο το ανθρώπινο σώμα...και επηρεάζονται δυσμενώς η κατάσταση και η λειτουργία των κάτωθι σημείων και οργάνων του σώματος ...
ειδικότερα ... ε) όσον αφορά σε όργανα: το δεξί μέρος της καρδιάς ...",όχι, όμως, ότι έχει και πρόβλημα, έστω μικρό, στην καρδιά της, πέραν του ότι, αν τούτο συνέβαινε, αφενός μεν η εκκαλούσα θα είχε μεριμνήσει να εφοδιαστεί με τα οικεία ιατρικά πιστοποιητικά και αφετέρου δεν θα ισχυριζόταν τα ανωτέρω, αλλά θα παρουσίαζε το πρόβλημα αυτό ως την κυριότερη σωματική της κάκωση από το επίδικο τροχαίο ατύχημα, αφού το πρόβλημα στην καρδιά, όσο μικρό και αν είναι, δεν παύει να είναι πρόβλημα του πλέον ζωτικού οργάνου του ανθρωπίνου οργανισμού.
Επίσης, η ανωτέρω κρίση δεν αναιρείται από την από 19-3-2007 έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα με την ίδια ημεροχρονολογία που συνέταξε για το επίδικο τροχαίο ατύχημα ο ανθ/νόμος του Α.Τ. Κατσικά Ε. Π., αφού στα εν λόγω έγγραφα δεν περιέχεται, ούτε συνάγεται κάτι αντίθετο με όσα παραπάνω κρίθηκε, ότι αποδείχτηκαν, καθόσον στην ανωτέρω έκθεση αναφέρεται, ότι στον τόπο του ατυχήματος δεν βρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης, αλλά ούτε και άλλα ίχνη ή πειστήρια και ότι τα έγγραφα αυτά συντάχτηκαν "καθ' υπόδειξη της οδηγού και των μαρτύρων παθούσης".
Τέλος, η ανωτέρω κρίση δεν αναιρείται από τις προανακριτικές καταθέσεις των γονέων της εκκαλούσης, διότι ούτε αυτοί ήταν αυτόπτες του ατυχήματος και, συνεπώς, ισχύουν και γι' αυτούς όσα παραπάνω ειπώθηκαν για την κατάθεση της ανωτέρω μάρτυρος. Με βάση τα παραπάνω, το ανωτέρω ατύχημα και τα αποτελέσματά του οφείλονται αποκλειστικά σε αμέλεια της εκκαλούσης.
Και τούτο, διότι αυτή, κατά παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ που προαναφέρθηκαν, επιχείρησε να διασχίσει, για το λόγο που προεκτέθηκε, το οδόστρωμα της ανωτέρω οδού, χωρίς προηγουμένως να κοιτάξει και, συνεπώς, να βεβαιωθεί, ότι δεν κινούνται οχήματα σ' αυτό ή ότι κινούνται μεν, πλην, όμως, ενόψει της ταχύτητάς τους και της απόστασής τους απ' αυτή, σε συνδυασμό και με την ταχύτητα της ίδιας, πρόφταινε να πραγματοποιήσει με ασφάλεια την παραπάνω κίνησή της.
Αποτέλεσμα τούτου ήταν να μη αντιληφθεί ότι σε απόσταση 15 περίπου μέτρων από την ίδια κινούταν το παραπάνω αυτοκίνητο της εφεσίβλητης, να παρεμβληθεί και να αποκλείσει την πορεία του εν λόγω οχήματος, με περαιτέρω συνέπεια το όχημα τούτο να πέσει πάνω της, με τα αποτελέσματα που προεκτέθηκαν. Αντίθετα, αν η εκκαλούσα είχε κοιτάξει, πριν πραγματοποιήσει την παραπάνω κίνησή της, αν κινούνται οχήματα στο οδόστρωμα της οδού που σκόπευε να διασχίσει, οπωσδήποτε θα έβλεπε, ότι το αυτοκίνητο της εφεσίβλητης βρισκόταν στην παραπάνω απόσταση από την ίδια και, ότι, ενόψει της ταχύτητάς του και της απόστασής του απ' αυτή, δεν πρόφταινε να πραγματοποιήσει με ασφάλεια την ανωτέρω κίνησή της, έστω και αν έτρεχε και, συνεπώς, ότι θα έπρεπε να αναμείνει τη διέλευση του εν λόγω αυτοκινήτου και στη συνέχεια να πραγματοποιήσει την ανωτέρω κίνησή της, οπότε το επίδικο ατύχημα θα είχε αποτραπεί.
Εξάλλου, δεν βαρύνει κάποια υπαιτιότητα την εφεσίβλητη σχετικά με την πρόκληση του εν λόγω ατυχήματος. Και τούτο, διότι δεν προέκυψε, ότι αυτή δεν οδηγούσε το όχημά της με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή της, ώστε να μην αντιληφθεί από ικανή απόσταση την εκκαλούσα, όταν άρχιζε την παραπάνω κίνησή της, ενώ η ταχύτητά της ήταν εντός των νομίμων ορίων του σημείου του ατυχήματος και δεν υπερέβαινε το ανάλογο με τις κυκλοφοριακές συνθήκες της οδού μέτρο, το οποίο μέτρο δεν ήταν μικρότερο του ανωτέρω νομίμου ορίου.
Αντίθετα, η εκκαλούσα, με τον τρόπο, με τον οποίο παρεμβλήθηκε στην πορεία της και από την απόσταση του οχήματος απ' αυτή, όταν άρχισε να πραγματοποιεί την ανωτέρω κίνησή της, όπως τα στοιχεία αυτά εκτέθηκαν ειδικότερα παραπάνω, της στέρησε τη δυνατότητα οποιουδήποτε αποτελεσματικού αποφευκτικού του ατυχήματος ελιγμού, ενώ οι παραπάνω ελιγμοί της, αν και ορθοί, δεν απέτρεψαν το ατύχημα, εξαιτίας της ανωτέρω απόστασης από την οποία η εκκαλούσα παρεμβλήθηκε στην πορεία της.
Συνεπώς, οποιαδήποτε προσοχή και επιμέλεια και αν κατέβαλε η εφεσίβλητη κατά την οδήγηση του παραπάνω αυτοκινήτου, δεν ήταν δυνατόν να προβλέψει το επίδικο τροχαίο ατύχημα και, επομένως, ούτε να λάβει μέτρα αποτροπής του, αφού η είσοδος νεαρού ατόμου τρέχοντας στο ρεύμα πορείας οχήματος από απόσταση 15 περίπου μέτρων πριν από αυτό, όπως συνέβη εν προκειμένω, είναι μη αναμενόμενη ενέργεια, η οποία, για το λόγο τούτο, δεν είναι και προνοητή για κάθε οδηγό και, επομένως, οι συνέπειές της δεν μπορούν να αποτραπούν με όποια μέτρα προσοχής και επιμέλειας και αν λάβει αυτός. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε αποκλειστικά υπαίτια του ανωτέρω ατυχήματος την εκκαλούσα και στη συνέχεια απέρριψε την παραπάνω αγωγή της, με την οποία ζητά για αποζημίωσή της από το ατύχημα αυτό το ποσό των 86.090 ευρώ, σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε. Γι' αυτό οι λόγοι έφεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφτούν ως αβάσιμοι".
Με τις πιο πάνω παραδοχές του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασής του το Εφετείο, με τις οποίες απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, όπως αυτή τότε παρίστατο, κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της κατά των αναιρεσιβλήτων παραβίασε εκ πλαγίου τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 του Α.Κ.
Ειδικότερα, οι αιτιολογίες αυτές είναι ελλιπείς και ανεπαρκείς, με βάση όσα εκτίθενται κατωτέρω, αφ' ετέρου δε δεν καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από το Δικαστήριο τούτο ως προς το εάν εφαρμόστηκαν ορθά οι πιο πάνω διατάξεις κατά την έννοια που προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Ειδικότερα: 1) Ενώ το Εφετείο δέχεται ότι το ένδικο ατύχημα έλαβε χώρα, σε ώρα νυκτερινή (20.40 μ.μ.
της 19-3-2007) πλησίον ισόπεδου κόμβου, σε χρόνο που το οδόστρωμα ήταν ολισθηρό λόγω ψιλής βροχής, δηλαδή δέχεται τη συνδρομή ειδικών περιστάσεων, που κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.2 του ΚΟΚ επέβαλλε στην πρώτη αναιρεσίβλητη οδηγό να ρυθμίσει την ταχύτητα του οχήματός της, ακόμα και κάτω του επιτρεπόμενου ορίου του άρθρου 20 παρ.1 του ΚΟΚ για την κατοικημένη περιοχή των 50 χιλιομ.
την ώρα, εν τούτοις δέχεται (το Εφετείο) ότι η ταχύτητα του ίδιου αυτοκινήτου δεν υπερέβαινε το προαναφερθέν όριο των 50 χιλιομέτρων του άρθρου 20 του ΚΟΚ, παραβλέποντας και μη αιτιολογώντας τις προαναφερθείσες ειδικές συνθήκες σε σχέση με την κανονικότητα ή όχι της ταχύτητας. 2) Δεν διευκρινίζει το Εφετείο εάν η τότε ανήλικη παθούσα πριν επιχειρήσει να διασχίσει κάθετα το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος της οδού όπου συνέβη το ατύχημα, παρέμεινε στο πεζοδρόμιο πριν κατέλθει στο οδόστρωμα, και εάν, με την παραδοχή του Εφετείου ότι η οδός που συνέβη το ατύχημα στο σημείο του ατυχήματος είναι ευθεία σε μήκος 500 τουλάχιστον μέτρων και υπήρχε τεχνικός φωτισμός, θα μπορούσε η πρώτη αναιρεσίβλητη οδηγός ν' αντιληφθεί την ανήλικη παθούσα να στέκεται στο πεζοδρόμιο πριν να κατέλθει στο οδόστρωμα. 3) Ενώ δέχεται το Εφετείο ότι η ανήλικη παθούσα από το χρόνο που βρέθηκε στο μέσον του οδοστρώματος επιχείρησε τρέχοντας να διασχίσει το ρεύμα πορείας του οδοστρώματος που έβαινε η πρώτη αναιρεσίβλητη οδηγός, δεν διευκρινίζει εάν η ανήλικη παθούσα από την κάθοδό της στο οδόστρωμα του αντίθετου ρεύματος, από εκείνο που εκινείτο το όχημα της πρώτης αναιρεσίβλητης, εκινείτο βαδίζοντας ή τρέχοντας, για να διανύσει την απόσταση των 5,35 μ.
από την κάθοδό της στο οδόστρωμα μέχρι την προσωρινή στάση της στο διαχωριστικό όριο των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας. 4) Με την παραδοχή του Εφετείου για το ευθύγραμμο της οδού και τις συνθήκες πλήρους φωτισμού, δεν διευκρινίζει το Εφετείο γιατί η πρώτη αναιρεσίβλητη αντιλήφθηκε την ανήλικη παθούσα για πρώτη φορά, όταν αυτή εκινείτο στο δικό της ρεύμα πορείας, και δεν την αντιλήφθηκε από την εκκίνησή της από το απέναντι πεζοδρόμιο και κατά την πορεία της επί απόστασης 5,35 μ.
μέχρι την άφιξή της στο διαχωριστικό όριο των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας, αλλά και κατά την προσωρινή διακοπή της πορείας της στο διαχωριστικό όριο των δύο ρευμάτων πορείας. Επομένως, τα όσα επικαλείται η αναιρεσείουσα με τον πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αρ. 1 (αλυσσιτελώς) και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
κρίνονται βάσιμα.
Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 71/2010 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ