Legislator Case Law & Legislation
1808/2011 AI generated

1808/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1808/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Legislator headnote

AI generated

1808/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Keywords

AI generated
risk of overstaying unreasonableness of expulsion entry permit package travel contract special scheme for travel agents posted workers detachment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1808 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Κοινοπραξία ΚΤΕΛ, απασχολούμενοι σε εκδοτήριο εισιτηρίων με σύμβαση εργασίας και όχι έργου. Κριτήρια ορθού νομικού χαρακτηρισμού της σύμβασης. Αβάσιμος λόγος για μη λήψη υπ’ όψη αποδεικτικών εγγράφων. Αόριστοι οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως. Απορρίπτει την αίτηση των ΚΤΕΛ.

Αριθμός 1808/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 11η Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΩΝ: 1) Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και δεν παραστάθηκε, 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ Ν. ΚΙΛΚΙΣ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Κιλκίς και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Μωϋσίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, 3) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ Ν. ΣΕΡΡΩΝ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στις Σέρρες και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Τσερκέζη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και 4) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ Ν. ΚΑΒΑΛΑΣ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Καβάλα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Μωϋσίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Β. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Ε. Ν. του Χ. - Χ., κατοίκου ..., 3) Μ. Ν. του Χ. - Χ., κατοίκου ... και 4) Σ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αναστασίου Πετρόπουλου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-6-2006 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 15738/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2419/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 12-4-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι διάδικοι, όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 29-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την 7895γ'/ 5-7-2011 έκθεση επιδόσεως του Α. Τ., δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση των αναιρεσιβλήτων προς την πρώτη από τις αναιρεσείουσες για να παρασταθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς αυτήν. Η εν λόγω αναιρεσείουσα, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της ως άνω δικασίμου ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή. Επομένως, παρά τη δικονομική απουσία της πρώτης από τις αναιρεσείουσες, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν και αυτή να ήταν παρούσα (ΚΠολΔ 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2).

2. Στο άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ ορίζεται ότι, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και "αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση όσων από αυτά έχουν ιδιαίτερη σημασία δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Στην υπόθεση που κρίνεται, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, από την 14298/12-9-2008 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, που λήφθηκε ύστερα από νομότυπη κλήτευση των εναγομένων και από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Αξιολογώντας τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι η πρώτη εναγομένη κοινοπραξία (ήδη πρώτη από τις αναιρεσείουσες), της οποίας μέλη είναι οι λοιπές εναγόμενες (ήδη δεύτερη, τρίτη και τέταρτη από τις αναιρεσείουσες) συστήθηκε με σκοπό την εκμετάλλευση της λεωφορειακής γραμμής Αθηνών - Θεσσαλονίκης, για την μεταφορά επιβατών και δεμάτων από Θεσσαλονίκη προς Αθήνα και αντίστροφα.

Ότι με τα από 20-11-2002 τέσσερα, πανομοιότυπα, ιδιωτικά συμφωνητικά υπό τον τίτλο "ΕΡΓΟΛΑΒΙΚΟ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ", η πρώτη εναγομένη ανέθεσε δια των εκπροσώπων της σε κάθε μία από τις ενάγουσες (ήδη αναιρεσίβλητες) τη διεκπεραίωση όλης της διαδικασίας έκδοσης εισιτηρίων για επιβάτες που ταξιδεύουν από Αθήνα προς Θεσσαλονίκη και διακίνησης αποσκευών από το πρακτορείο (εκδοτήριο εισιτηρίων), που βρίσκεται στην Αθήνα, στον κεντρικό σταθμό υπεραστικών λεωφορείων του Κηφισού και λειτουργεί επ' ονόματί της.

Ότι ειδικά στη δεύτερη από τις ενάγουσες ανέθεσε και τα καθήκοντα της προϊσταμένης κινήσεως στο εν λόγω πρακτορείο. Ότι η διάρκεια των συμβάσεων ήταν 12μηνη, αρχομένη την 1-12-2002 και λήγουσα την 30-11-2003. Ότι σύμφωνα με τους όρους των συμβάσεων, οι ενάγουσες ήσαν υπεύθυνες, μεταξύ άλλων, για την έκδοση εισιτηρίων, την είσπραξη του αντιτίμου, την άμεση εξυπηρέτηση των επιβατών, την ευταξία και καθαριότητα του εκδοτηρίου και την παροχή των αναγκαίων πληροφοριών προς τους ενδιαφερόμενους.

Ότι οι ενάγουσες είχαν την υποχρέωση να εξυπηρετούν πάντοτε τους επιβάτες με περισσή ευγένεια και να συνδράμουν στην επίλυση οποιουδήποτε προβλήματος ανακύπτει στο εκδοτήριο. Ότι το ωράριο λειτουργίας του εκδοτηρίου είχε καθοριστεί από την πρώτη εναγομένη από ώρα 06.00 έως ώρα 24.00 και ήταν κατανεμημένο σε δύο βάρδιες, η πρώτη από ώρα 06.00 έως ώρα 15.00 και η δεύτερη από ώρα 15.00 έως ώρα 24.00, τις οποίες μοιράζονταν ανά δύο οι ενάγουσες.

Ότι το ωράριο αυτό ήταν υποχρεωτικό για τις ενάγουσες, οι οποίες δεν είχαν την ευχέρεια να το αλλάζουν χωρίς τη συγκατάθεση της πρώτης εναγομένης, από την οποία ελέγχονταν ως προς την τήρησή του. Ότι ως αμοιβή, οι ενάγουσες δικαιούνταν ποσοστό 1% επί των εισπράξεων από τα εισιτήρια και από τα δέματα ή τις αποσκευές, το οποίο αυξομειωνόταν ανάλογα με τις εισπράξεις, ώστε το ποσό που λάμβανε μηνιαίως κάθε μία από αυτές να μην ξεπερνά ούτε να είναι κατώτερο των 850 ευρώ, ενώ, σε περίπτωση τζίρου μεγαλύτερου των 70.000 ευρώ από τα εκδοτήρια και την αποθήκη στον Κηφισό, θα μοιράζονταν με άλλα πρόσωπα, που είχαν αναλάβει εργολαβικά την έκδοση εισιτηρίων, ποσοστό 8% επί του συνολικού τζίρου.

Ότι οι ενάγουσες ήσαν υποχρεωμένες να ασφαλιστούν στο ΤΕΒΕ και να εκδίδουν κάθε μήνα τιμολόγιο για την αμοιβή τους, μετά του σχετικού ΦΠΑ που βάρυνε την κοινοπραξία. Ότι η πρώτη εναγομένη δικαιούταν να ζητεί καθημερινά αναλυτικό λογαριασμό των εισπράξεων και οι ενάγουσες υποχρεούνταν να αποδίδουν το λογαριασμό αυτό.

Ότι η πρώτη εναγομένη είχε αναλάβει αποκλειστικά το σύνολο των δαπανών λειτουργίας του πρακτορείου Αθηνών, εκτός από τη δαπάνη των υλικών καθαρισμού, που επιβάρυνε τις ενάγουσες, γιατί αυτές επιμελούνταν την καθαριότητα. Ότι παρόμοια συμφωνητικά υπογράφηκαν μεταξύ των εναγουσών και των εκπροσώπων της πρώτης εναγομένης την 1-12-2003 και την 3-12-2004 με οριζόμενη διάρκεια των συμβάσεων, αντίστοιχα, έως την 30-11-2004 και την 31-5-2005.

Ότι σε εκτέλεση των συμβάσεων αυτών οι ενάγουσες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στην πρώτη εναγομένη, απασχολούμενες πάντοτε στο πρακτορείο του Κηφισού, με τα καθήκοντα που αναφέρθηκαν, από την 1-12-2002 έως και την 31-3-2005, οπότε λύθηκε πρόωρα η τελευταία σύμβασή τους. Και τέλος, ότι οι ενάγουσες υπέγραψαν τα από 30-3-2005 τέσσερα, παρόμοια, ιδιωτικά συμφωνητικά, στα οποία αναφέρεται ότι εκάστη έλαβε το ποσό των 1.700 ευρώ, ως αποζημίωση λόγω της πρόωρης λύσεως της συμβάσεώς της και από τα οποία δεν αποδεικνύεται ότι παραιτήθηκαν από τις ένδικες αξιώσεις τους.

Με βάση τα περιστατικά αυτά, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητες τελούσαν σε σχέση εξάρτησης προς την πρώτη από τις αναιρεσείουσες, υποχρεούμενες να συμμορφώνονται με τις δεσμευτικές εντολές και οδηγίες αυτής ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας τους, χωρίς να έχουν οποιαδήποτε πρωτοβουλία ή ανεξαρτησία κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους.

Και ότι οι συμβάσεις τους, ανεξάρτητα προς την ονομασία που έλαβαν από τους ενδιαφερόμενους, έφεραν το χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας και όχι ανεξαρτήτων υπηρεσιών, όπως αβάσιμα είχαν ισχυρισθεί οι αναιρεσείουσες. Ακόμη, το Εφετείο δέχθηκε ότι η ως άνω κρίση για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των ενδίκων συμβάσεων αφ' ενός ενισχύεται από το γεγονός ότι οι αποδοχές των αναιρεσίβλητων ήσαν ίδιες κάθε μήνα για μεγάλα χρονικά διαστήματα, πράγμα που προσιδιάζει στην παροχή εργασίας και όχι στην εκτέλεση έργου και αφ' ετέρου δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι οι ενάγουσες δεν ήταν ασφαλισμένες στο ΙΚΑ, αλλά στο ΤΕΒΕ και εξέδιδαν τιμολόγια παροχής υπηρεσιών.

Από όλα τα παραπάνω, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος τόσο τα έγγραφα που κατάρτισαν οι διάδικοι κατά την έναρξη και τη λήξη της συνεργασίας τους όσο και αυτά που συνδέονται με την ασφάλισή τους στο ΤΕΒΕ και την έκδοση τιμολογίων παροχής υπηρεσιών.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση το ότι δεν έλαβε υπ' όψη τα εν λόγω έγγραφα, που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει οι αναιρεσείουσες και προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

3. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στο έγγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η συγκεκριμένη αιτίαση.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να προσδιορίζεται συγκεκριμένα τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε όσο και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή αυτής.

Αν το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση και κατ' ουσίαν, πρέπει στην αίτηση, επί πλέον, να εκτίθενται οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 778/2009). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως, παραπονούνται για την εκ μέρους του Εφετείου απόρριψη του λόγου της εφέσεώς τους κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, που αναφερόταν στην απόρριψη ως μη νομίμου του ισχυρισμού τους περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσίβλητων να ζητήσουν τις διαφορές αποδοχών που προσδιορίζονται στην ένδικη, από 16-6-2006 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή αυτών και προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ.

Ενώ, όμως, κατά την κατάστρωση του εξεταζόμενου λόγου αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες προβαίνουν σε διεξοδική ανάπτυξη της επιχειρηματολογίας τους ως προς την καθ' υπέρβαση των ορίων της ΑΚ 281 άσκηση της αγωγής, δεν διαλαμβάνουν ουδεμία παραδοχή του Εφετείου, πλην του ότι αυτό δέχθηκε ότι η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου δεν καθιστά άνευ ετέρου καταχρηστική την εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος.

Με το περιεχόμενο αυτό, όμως, ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζει κάποιο σφάλμα του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Περαιτέρω, όλοι οι υπόλοιποι λόγοι της αιτήσεως (τρίτος έως και έκτος), διατυπώνονται χωρίς επισήμανση κάποιας από τις περιπτώσεις του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επαναλαμβάνουν την ανάπτυξη των αμυντικών ισχυρισμών των αναιρεσειουσών ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας και δεν περιέχουν ουδεμία παράθεση των παραδοχών του τελευταίου ούτε και την επισήμανση κάποιου σφάλματος αυτού, το οποίο θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει λόγο αναιρέσεως, πέραν της γενικής αμφισβητήσεως της ουσιαστικής του κρίσεως, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς (ΚΠολΔ 561 παρ.1).

Επομένως, και οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-4-2010 αίτηση περί αναιρέσεως της 2419/ 2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. -Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή χιλίων εκατό (1.100) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 8η Νοεμβρίου 2011. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 13η Δεκεμβρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ