Supreme Court dismisses retrial request where ECHR found excessive length but did not affect conviction outcome.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the prisoner's request for a retrial following a final conviction for drug trafficking. Although the European Court of Human Rights had previously found a violation of Article 6 regarding excessive trial length, the domestic court ruled this procedural defect did not negatively impact the substantive conviction. Consequently, the court held that retrial was not warranted to remedy the identified injustice.
Legislator headnote
AI generatedArticles 525, 527, 528 of the Code of Criminal Procedure; A retrial is only permissible if the ECHR violation regarding excessive length of proceedings negatively affected the conviction outcome and can be remedied by restarting the process.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1808 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1808/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Β. Κ. του Α., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή της Λάρισας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Παπαδάκη για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 3327/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Αυγούστου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 336/2010.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη με αριθμό 150/19-4-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω κατά τα άρθρα 527 παρ.3 εδ. β' και 528 παρ.1 εδ. Α' ΚΠΔ την από 3.8.2009 αίτηση του κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Λάρισας Β. Κ. του Α., κατοίκου Αθηνών, περί επανάληψης προς το συμφέρον αυτού της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθμ.3327/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και εκθέτω τα εξής: 1) Με το ενδέκατο άρθρο του Ν.2865/2000, σε εκπλήρωση της υποχρέωσης που ανέλαβε η Ελλάδα με το άρθρο 46 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) προστέθηκε πέμπτη περίπτωση στην παράγραφο 1 του άρθρου 525 ΚΠΔ, το οποίο προβλέπει την επανάληψη της διαδικασίας σε όφελος του καταδικασμένου.
Έτσι πλέον, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα και αν με απόφαση του Ευρωπαϊκού δικαστηρίου των δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΔΔΑ) διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος που αφορά τον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Όμως, η επανάληψη της διαδικασίας σε αυτήν την περίπτωση, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος επηρέασε και δη αρνητικά την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, η δε επανόρθωση της βλάβης εκείνου (του αιτούντος) μπορεί να επαναληφθεί με την επανάληψη της διαδικασίας.
Εξάλλου, το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ ορίζει ότι " παν πρόσωπο έχει το δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικαστεί δικαίως, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος το οποίο θα αποφασίσει επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσης." 2) Στην υπό κρίση αίτηση επανάληψης διαδικασίας, ο αιτών εκθέτει ότι με την υπ' αριθμ. 3327/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών καταδικάστηκε για αγορά και διαμετακόμιση ναρκωτικών ουσιών καθώς και της οργάνωσης, χρηματοδότησης, κατεύθυνσης και εποπτείας της τέλεσης των παραπάνω πράξεων και της απόπειρας εισαγωγής στην Ελληνική Επικράτεια ναρκωτικών ουσιών, που τελέστηκαν από άτομο που ενεργεί τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και υπό περιστάσεις από τις οποίες μαρτυρείται ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο.
Η παραπάνω απόφαση ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, έγινε αμετάκλητη καθόσον ως προς αυτήν (ενοχή) απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης του αιτούντος δυνάμει της υπ' αριθμ. 375/2010 απόφασης του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Στην συνέχεια, προσέφυγε στο ΕΔΔΑ παραπονούμενος για παραβίαση του δικαιώματός του σε δίκαιη δίκη, κατ' άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ.
Επ' αυτής το δικαστήριο εξέδωσε την από 16 Απριλίου 2009 απόφαση (Κ. κατά Ελλάδος) με την οποία έγινε δεκτή η προσφυγή του, αφού διαπιστώθηκε ότι υπήρξε παραβίαση του ανωτέρω άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ λόγω της υπερβολικής διάρκειας της σε βάρος του ποινικής διαδικασίας. Επομένως, κατά τον αιτούντα συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την επανάληψη υπέρ αυτού της διαδικασίας με προφανή σκοπό την αθώωση αυτού.
Η αίτηση αυτή, που αναφέρεται στην υπερβολική διάρκεια της ποινικής διαδικασίας είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί. Τούτο, διότι ούτε ο αιτών επικαλείται, ούτε και προκύπτει ότι η υπέρβαση της λογικής προθεσμίας εκδίκασης της υπόθεσής του, την οποία δεσμευτικά διαπίστωσε το ΕΔΔΑ, είχε αρνητική επίδραση στην κρίση των ποινικών δικαστών που τον καταδίκασαν για τις παραπάνω κακουργηματικές πράξεις που διέπραξε.
Επιπλέον, η υπέρβαση της λογικής προθεσμίας είναι ήδη γεγονός τετελεσμένο και δε μπορεί να αναιρεθεί αναδρομικά. Άρα, η επανόρθωση της βλάβης του αιτούντος από τη γενόμενη υπέρβαση δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί με την επανάληψη της διαδικασίας (ΑΠ 717/2004, ΑΠ 1638/2002). Περαιτέρω, το αίτημα του αιτούντος για αναστολή εκτέλεσης της παραπάνω απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών πρέπει να απορριφθεί, καθόσον κατά τη διάταξη του άρθρου 471 παρ.2 ΚΠΔ, το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου στερείται αρμοδιότητας για την αιτούμενη αναστολή, αλλά πρέπει ν' απορριφθεί και κατά τη διάταξη του άρθρου 529 ΚΠΔ, καθόσον, ενόψει των ανωτέρω, εκτιμάται ότι δε θα ευδοκιμήσει η παραπάνω αίτηση επανάληψης της διαδικασίας που είναι προϋπόθεση ικανοποίησης του αιτήματος αυτού (ΑΠ 117/2007).
Μετά από όλα αυτά πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση επανάληψης της διαδικασίας ως αβάσιμη και να επιβληθούν στον αιτούντα τα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί η από 3-8-2009 αίτηση του Β. Κ. του Α. περί επαναλήψεως της διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 3327/2008 αμετάκλητη ως προς την ενοχή του απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών 2) Να απορριφθεί το αίτημα του αιτούντος περί αναστολής εκτέλεσης της παραπάνω απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και 3) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον παραπάνω αιτούντα. Αθήνα 12-4-2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης"
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το ενδέκατο άρθρο του Ν. 2865/2000, σε εκπλήρωση της υποχρεώσεως που ανέλαβε η Ελλάδα με το άρθρο 46 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), προστέθηκε πέμπτη περίπτωση στην παράγραφο 1 του άρθρου 525 του ΚΠΔ, το οποίο προβλέπει την επανάληψη της διαδικασίας σε όφελος του καταδικασμένου.
Έτσι πλέον, η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα και αν με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Όμως, η επανάληψη της διαδικασίας σε αυτή την περίπτωση, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος επηρέασε και δη αρνητικά την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, η δε επανόρθωση της βλάβης εκείνου (του αιτούντος) μπορεί να επιτευχθεί με την επανάληψη της διαδικασίας (ΑΠ 415/ 2009, 159/ 2005, 642/ 2004, 1638/ 2002).
Εξάλλου, το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ ορίζει ότι "παν πρόσωπο έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσίς του δικαστεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος το οποίον θα αποφασίσει... επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσης....".
Στην κρινόμενη από 3-8-2009 αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ο αιτών Β. Κ. του Α. εκθέτει ότι με την 3327/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, καταδικάστηκε για αγορά, διαμετακόμιση ναρκωτικών ουσιών, οργάνωση, χρηματοδότηση, κατεύθυνση και εποπτεία της τέλεσης των άνω πράξεων και απόπειρα εισαγωγής στην ελληνική επικράτεια ναρκωτικών ουσιών κατ' επάγγελμα, κατά συνήθεια και υπό περιστάσεις από τις οποίες μαρτυρείται ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος.
Η απόφαση αυτή ως προς την ενοχή του έγινε αμετάκλητη καθόσον ως προς αυτή (ενοχή) απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης του δυνάμει της 375/ 2010 απόφασης του Αρείου Πάγου. Ο αιτών παράλληλα προσέφυγε στο ΕΔΔΑ παραπονούμενος για παραβίαση του δικαιώματος του σε δίκαιη δίκη, κατ' άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και επί της προσφυγής του αυτής εκδόθηκε η 54781/ 16-04-2009 απόφαση (Κ.
κατά Ελλάδος) του ΕΔΔΑ, η οποία διεπίστωσε ότι υπήρξε παραβίαση του άνω άρθρου της ΕΣΔΑ, λόγω της υπερβολικής διάρκειας της σε βάρος του ποινικής διαδικασίας. Η αίτηση του όμως αυτή, που αναφέρεται στην υπερβολική διάρκεια της ποινικής διαδικασίας, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα διότι, ούτε ο αιτών επικαλείται ούτε και προκύπτει ότι η υπέρβαση της λογικής προθεσμίας εκδίκασης της υπόθεσης του, την οποία βεβαίως δεσμευτικά διαπίστωσε το ΕΔΔΑ, είχε αρνητική επίδραση στην κρίση των ποινικών δικαστών, που τον κατεδίκασαν για τις άνω κακουργηματικές πράξεις που αυτός διέπραξε.
Εξάλλου, η υπέρβαση της λογικής προθεσμίας είναι ήδη γεγονός τετελεσμένο και δεν μπορεί να αναιρεθεί αναδρομικά και ως εκ τούτου η επανόρθωση της βλάβης του αιτούντος από τη γενόμενη υπέρβαση δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί με την επανάληψη της διαδικασίας (ΑΠ 415/ 2009, 1628/ 2002). Περαιτέρω, το αίτημα αναστολής εκτελέσεως των ποινών είναι απορριπτέο, καθόσον ο Άρειος Πάγος στερείται κατά το άρθρο 471 παρ. 2 ΚΠΔ τέτοιας αρμοδιότητος.
Άλλωστε, κατά την αίτηση ζητείται η αναστολή εκτελέσως μέχρι τη συζήτηση της από 29-01-2009 αιτήσεως αναιρέσεως του αιτούντος κατά της άνω απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία όμως ήδη και δη την 17-11-2009 συνεζητήθη και επ' αυτής εκδόθηκε η άνω 375/ 2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Το αίτημα αυτό δεν βρίσκει νομικό έρεισμα ούτε στη διάταξη του άρθρου 529 ΚΠΔ αφού, απορριπτόμενης της αιτήσεως αυτής επαναλήψεως της διαδικασίας είναι πλέον άνευ αντικειμένου.
Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αιτούντος (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-8-2009 αίτηση του Β. Κ. του Α., κρατουμένου στη ΔΦ Λάρισας, περί επαναλήψεως της διαδικασίας, που περατώθηκε δια της υπ' αριθ.3327/ 2008 αμετάκλητης ως προς την ενοχή του απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ως και το αίτημα του περί αναστολής της εκτέλεσης των εκτειομένων υπό τούτου ποινών, που του επιβλήθηκαν με την απόφαση αυτή. Και
Επιβάλλει στον αιτούντα τα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Οκτωβρίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ