Supreme Court partially allows appeal against state's refusal to declare lawsuit inadmissible and excessive court costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the State's appeal against the Court of Appeals' judgment. The State argued the lower court erred in refusing to declare the lawsuit inadmissible due to vagueness and failed to reduce court costs as required by law. The court found the lawsuit sufficiently detailed regarding the five-year detention and the defendant's inability to support his family, while the State violated statutory cost reduction rules.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 580 of the Code of Civil Procedure; Article 22 of Law 3693/1957: The Supreme Court may partially allow an appeal when the Court of Appeals fails to apply mandatory cost reduction rules for state defendants or incorrectly rejects a claim for vagueness despite sufficient factual details in the complaint.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1808 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1808/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Γρυλωνάκη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Μηχαηλίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-5-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2139/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 3643/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-10-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 21-3-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και να γίνει δεκτός ο δεύτερος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή για το παραδεκτό της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως προσκομίζεται η 87/2007 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 2298/1995, όπως οι παρ. 1 και 2 αντικαταστάθηκαν αντίστοιχα με τα άρθρα 28 παρ. 3 του ν. 2579/1998 (η παρ 1) και 42 του ν. 2721/1999 (η παρ.2). Επειδή, κατά μεν το άρθρο 553 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν την όλη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή.
Εξάλλου, από το άρθρο 674 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν ερημοδικεί ο εκκαλών στις υποθέσεις που δικάζονται κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, η έφεση απορρίπτεται. Η απόρριψη της εφέσεως, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσία και όχι κατά τύπους, διότι, παρότι στην πραγματικότητα οι λόγοι εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό αυτών και τη βασιμότητα τους, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί παραδοχής τους.
Επομένως, εάν η ασκηθείσα κατά της πρωτόδικης αποφάσεως έφεση απορριφθεί λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι μόνο η μη υποκείμενη σε ανακοπή ερημοδικίας απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι τα τυχόν σφάλματα της αποφάσεως του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας αποφάσεως, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλόμενους (Ολ.ΑΠ 16/1990).
Στην προκείμενη περίπτωση παραδεκτώς φέρεται προς συζήτηση η κρινόμενη αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3643/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη απόφαση, μετά την πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της ερήμην αυτού εκδοθείσας εφετειακής απόφασης.
Επειδή, με τις διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 1, 535, 536, 539 και 540 του Κ.Ποιν.Δ. οι οποίες εφαρμόζονται και επί αλλοδαπών κατ' άρθρο 543 του ίδιου κώδικα, ορίζονται τα εξής: "Έχουν δικαίωμα να ζητήσουν από το Δημόσιο αποζημίωση: α) οι προσωρινά κρατηθέντες που αθωώθηκαν αμετάκλητα με βούλευμα ή απόφαση δικαστηρίου, β) οι κρατηθέντες με καταδικαστική απόφαση η οποία μετέπειτα εξαφανίστηκε αμετάκλητα συνεπεία ενδίκου μέσου....
Σχετικά με την υποχρέωση του δημοσίου για αποζημίωση αποφαίνεται το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση για την υπόθεση, με ιδιαίτερη ταυτόχρονη απόφαση, ύστερα από προφορική ή γραπτή αίτηση εκείνου που αθωώθηκε και αφού προηγουμένως ο αιτών και ο εισαγγελέας ακουστούν. Σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αίτηση εκείνου που αθωώθηκε, του επιδικάζεται κατ' αποκοπή ημερήσια αποζημίωση συνολικά για τεκμαρτή περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη, η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη των 3000 δρχ.
ή 8, 804 ευρώ, ούτε ανώτερη από 10.000 δρχ. ή 29,347 ευρώ την ημέρα και της οποίας το ύψος προσδιορίζεται, αφού ληφθεί υπόψη και η οικονομική και οικογενειακή κατάσταση του δικαιούχου. Το κατώτερο και ανώτερο ύψος της αποζημίωσης μπορεί να αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
Αν αναγνωριστεί από το ποινικό δικαστήριο μόνο υποχρέωση για αποζημίωση από το Δημόσιο, χωρίς να επιδικαστεί αποζημίωση, ή αν η επιδικασθείσα αποζημίωση κρίνεται από τον δικαιούχο ανεπαρκής για να καλύψει το σύνολο της ζημίας του ή από το Δημόσιο κρίνεται υπερβολική, οι διάδικοι μπορούν να εγείρουν αγωγή στα πολιτικά δικαστήρια, κατά τη διαδικασία των άρθρων 663 επ.
Κ.Πολ.Δ., που δεν μπορούν να εξετάσουν πάλι την ύπαρξη αυτής της υποχρέωσης για τον ακριβή προσδιορισμό του ποσού της αποζημίωσης. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί το δικαστήριο να υπερβεί το ανώτατο όριο της παραγράφου 2 του άρθρου 536 του Κ.Ποιν.Δ. Αντικείμενο της αξίωσης για αποζημίωση στα πολιτικά δικαστήρια είναι κάθε είδους ζημία που προκλήθηκε από την ολική ή μερική εκτέλεση της ποινής ή της προσωρινής κράτησης στην περιουσιακή κατάσταση εκείνου που ζημιώθηκε και η ηθική βλάβη που υπέστη".
Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι για το ορισμένο, σύμφωνα με το άρθρο 216 του Κ.Πολ.Δ., της αγωγής που ασκείται στα πολιτικά δικαστήρια από τον αδίκως προφυλακισθέντα, με την οποία ζητεί να του επιδικαστεί το ανώτερο ποσό των 29 ευρώ της οριζόμενης από το άρθρο 536 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. κατ' αποκοπή ημερήσιας αποζημίωσης για τεκμαρτή περιουσιακή ζημία και για ηθική βλάβη, δεν είναι απαραίτητο να εκτίθεται σ' αυτή επακριβώς η ζημία που υπέστη στην περιουσιακή του κατάσταση από την άδικη κράτηση του καθώς και την ηθική βλάβη που υπέστη εξαιτίας αυτής, αφού τα κρίσιμα στοιχεία για τον υπολογισμό του ύψους της αποζημίωσης κατά τη διάταξη του πιο πάνω άρθρου είναι μόνο η οικονομική και οικογενειακή κατάσταση του δικαιούχου.
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση υπό του Αρείου Πάγου κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. του προσκομιζομένου δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι αυτή περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία για το ορισμένο αυτής, ήτοι ότι κρατήθηκε αδίκως επί πέντε έτη εννέα μήνες και είκοσι ημέρες, καθώς και ότι το ποσό των δέκα ευρώ που επιδίκασε σ' αυτόν το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δεν καλύπτει το σύνολο της τεκμαρτής ζημίας που κατά το νόμο δικαιούται ενόψει της οικογενειακής και οικονομικής κατάστασης του, δεδομένου ότι τα χρόνια της κρατήσεως του ήταν τα πιο ουσιώδη για την επαγγελματική κοινωνική και οικογενειακή του ζωή, αφού η κράτηση του διήρκεσε από τα είκοσι ως τα είκοσι-έξι του χρόνια, με αποτέλεσμα όχι μόνο να μην μπορέσει κατά το χρόνο αυτό να βοηθήσει οικονομικά την πολυμελή οικογένεια του, που ήταν ο λόγος για τον οποίο είχε έλθει στην Ελλάδα, αλλά αντίθετα αναγκάστηκαν εκείνοι να τον συντηρούν οικονομικά.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, επί δικών του Δημοσίου η περιλαμβανόμενη στις αποδοτέες προς τον νικήσαντα διάδικο δαπάνες, αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του μειώνεται μέχρι του ημίσεως του ελαχίστου ορίου διατιμήσεως εκάστης ενέργειας, μη δυναμένη πάντως να υπερβεί για όλες τις εις έκαστο βαθμό δικαιοδοσίας πράξεις τις 100.000 δρχ. (ΥΑ 134423/1993).
Επομένως, το Εφετείο που επιδίκασε εις βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου δικαστικά έξοδα, χωρίς να μειώσει αυτά κατά τη δικηγορική αμοιβή, απέρριψε δε κατ' ουσίαν το λόγο εφέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων προσέβαλε τη σχετική διάταξη της πρωτοβάθμιας απόφασης για τον ίδιο λόγο, παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και πρέπει ο δεύτερος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, λόγος αναιρέσεως, καθόσον αφορά την δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών, να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα πιο πάνω κεφάλαια της, ήτοι κατά το μέρος που αφορά την επιβληθείσα εις βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου δικαστική δαπάνη, τόσο με την πρωτόδικη απόφαση, όσο και με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 3643/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια αυτής.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση κατά τα ως άνω κεφάλαια στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ