Supreme Court dismisses appeal as ruling is sufficiently supported by primary reasoning on agency status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the bank's appeal against the First Instance Court's ruling that the two construction companies were the sole owners of the shares held by the bank. The bank argued it acquired the shares through a valid assignment of pre-emptive rights, but the lower court found the bank acted as an agent for the companies and deemed any prior assignment agreement void under the Capital Companies Law. The Court rejected the appeal because the contested judgment was sufficiently substantiated by its primary reasoning regarding agency, rendering the appeal argument inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1) of the Code of Civil Procedure; Art. 211, 216 of the Capital Companies Law; The appeal must be rejected if the contested judgment is sufficiently supported by its primary reasoning, making the appeal argument inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1808 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1808/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται όπως ορίζει ο νόμος, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γεωργόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων : 1)Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εταιρεία Δομικών Κατασκευών, Εμπορικών-Βιομηχανικών και Ναυτιλιακών Επιχειρήσεων ΕΔΟΚ Α.Ε." (ΕΔΟΚ Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα, τελεί υπό την ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46 του νόμου 1892/1990 και εκπροσωπείται όπως ορίζει ο νόμος και 2)Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εταιρεία Εμπορικών-Τεχνικών, Βιομηχανικών και Ναυτιλιακών Εργασιών-ΕΤΕΡ Α.Ε." (ΕΤΕΡ Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα, τελεί υπό την ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46 του νόμου 1892/1990 και εκπροσωπείται όπως ορίζει ο νόμος, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεμιστοκλή Σκούρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 8377/2000 μη οριστική, 3377/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3403/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 1η Μαρτίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικό ή διεθνούς δικαίου. Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, η οποία (τελευταία) υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου, ενώ δεν υφίστανται οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή αντιστρόφως, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου, ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. (ΟλΑΠ 12-13/96).
Για να έχει εφαρμογή ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως πρέπει να υπάρχει ρητή παράβαση στο διατακτικό και όχι μόνο στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ειδικότερα, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, κύρια και επικουρική, με την αναίρεση δεν πλήσσεται μόνο η επικουρική αιτιολογία, ο λόγος αναιρέσεως που την προσβάλλει απορρίπτεται ως αλυσιτελής, αφού το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται και στην κύρια αιτιολογία που δεν προσβάλλεται με αναίρεση.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής περιστατικά: Μεταξύ των εναγουσών αναιρεσιβλήτων, που είχαν συστήσει κοινοπραξία, με την επωνυμία "ΕΔΟΚ - ΕΤΕΡ" για την εκτέλεση τεχνικών έργων, και της εναγομένης αναιρεσειούσης, καταρτίσθηκε η με αριθμό 456/1969 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό.
Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής και μετά από αυξητικές πρόσθετες συμβάσεις, που επακολούθησαν, χορηγήθηκε στις αναιρεσίβλητες πίστωση εξ 140.000.000 δραχμών, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκαν υπέρ της κοινοπραξίας εγγυητικές επιστολές από την αναιρεσείουσα προς τρίτους. Για την εξασφάλιση των απαιτήσεων της τελευταίας, καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων τέσσερις συμβάσεις ενεχύρου επί χρεωγράφων, υπό τους όρους του Ν.Δ. 17.7.1923 "περί ειδικών διατάξεων ανωνύμων εταιριών" με όμοιο περιεχόμενο, από δύο συμβάσεις για κάθε ενάγουσα και συγκεκριμένα δύο στις 7.11.1983 και δύο στις 29.11.1983.
Με τις συμβάσεις αυτές, συστήθηκε ενέχυρο επί 42.060 ανωνύμων και ονομαστικών μετοχών της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΙΜΑΣ ΑΕ", αντίστοιχες του 23,21% του μετοχικού κεφαλαίου της. Οι μετοχές αυτές ανήκουν, κατά κυριότητα στις αναιρεσίβλητες κατά 70% στην πρώτη (27.510) και κατά 30% στη δεύτερη (11.790), ενώ 2.760 ήταν ονομαστικές.
Με τους αριθμούς 5, 6 και 7 όρους των συμβάσεων ενεχύρου συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι: α) το ενέχυρον επί των μετοχών αυτών θα επεκτείνεται, αυτοδικαίως, επί των νέων μετοχών που θα εκδοθούν και θα διανεμηθούν από την εταιρεία "ΙΜΑΣ ΑΕ", με οποιοδήποτε τρόπο, είτε συνεπεία κεφαλοποιήσεως των αποθεματικών της ή υπεραξίας των παγίων στοιχείων του ενεργητικού της, είτε λόγω αυξήσεως του μετοχικού της κεφαλαίου, καθώς και σε εκείνες που θα διανέμονται αντί του πρώτου ή πρόσθετου μερίσματος, οι οποίες θα αναλογούν στις ενεχυραζόμενες μετοχές β) η ενεχυρούχος δανείστρια δικαιούται να παραλαμβάνει μόνη τις νέες μετοχές από την εκδότρια εταιρεία και να τις τηρεί υπό το εμπράγματο βάρος του ενεχύρου, γ) το δικαίωμα ψήφου που απορρέει από τις μετοχές θα ανήκει και θα ασκείται από τη δανείστρια και ότι αυτή θα λαμβάνει το μέρισμα των μετοχών και θα μπορεί να το συμψηφίσει με τις απαιτήσεις της, από προμήθειες και λοιπά έξοδα, δ) σε περίπτωση αυξήσεως του εταιρικού κεφαλαίου της εκδότριας των μετοχών εταιρείας αν οι κυρίες των ενεχυρασμένων μετοχών δεν ήθελαν να ασκήσουν το παρεχόμενο σ' αυτές δικαίωμα προτιμήσεως σε ολόκληρο το νέο κεφάλαιο αυτής, παρέχουν στην αναιρεσείουσα δανείστρια το δικαίωμα να το ασκήσει αυτή, ως ενεχυρούχος μετά προηγούμενη έγγραφη ειδοποίησή τους, κατ' ελεύθερη κρίση της, είτε με χρέωση των αναιρεσιβλήτων, είτε για δικό της λογαριασμό.
Δέχεται περαιτέρω το Εφετείο ότι με απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της άνω ανωνύμου εταιρείας "ΙΜΑΣ Α.Ε.", που εξέδωσε τις μετοχές, οι οποίες κατέστησαν το αντικείμενο του συσταθέντος άνω τραπεζικού ενεχύρου, έγινε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας αυτής με έκδοση νέων μετοχών δια καταβολής μετρητών.
Στα πλαίσια της εν λόγω αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου η αναιρεσείουσα, κατ' εφαρμογή των προαναφερθέντων συμβατικών όρων και προκειμένου να προστατεύσει την αξία του ενεχύρου της επί του 23,21% του μετοχικού κεφαλαίου της "ΙΜΑΣ Α.Ε.", μετά από προηγούμενη έγγραφη ειδοποίηση των αναιρεσιβλήτων, έλαβε υπό την κατοχή της 88.757 μετοχές ονομαστικής αξίας 1000 δραχμών, κατ' ενάσκηση του προτιμησιακού δικαιώματος προς απόκτηση νέων μετοχών από την αύξηση, δια καταβολής μετρητών, του μετοχικού κεφαλαίου.
Δέχεται περαιτέρω το Εφετείο ότι η κτήση των νέων μετοχών από την αναιρεσείουσα έγινε υπό την ιδιότητά της ως αμέσου αντιπροσώπου των αναιρεσιβλήτων κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 211 ΑΚ, στα πλαίσια λειτουργίας της ενεχυρακής συμβάσεως και ότι επομένως κύριες των άνω μετοχών είναι οι αναιρεσίβλητες, σύμφωνα με το άρθρο 216 ΑΚ.
Τέλος, δέχεται το Εφετείο, με επάλληλη σκέψη, ότι η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα σύμβαση εκχωρήσεως του προτιμησιακού δικαιώματος πριν από την απόφαση της άνω γενικής συνελεύσεως προς αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, βάσει της οποίας, (εκχωρήσεως) κατά τον υπ' αυτής προταθέντα ισχυρισμό, απέκτησε τις επίδικες μετοχές ενεργούσα για δικό της όνομα και λογαριασμό δεν αποδείχθηκε και σε κάθε περίπτωση μια τέτοια σύμβαση που φέρεται να καταρτίσθηκε πριν από την λήψη της αποφάσεως για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου είναι άκυρη, ως αντιβαίνουσα στην απαγορευτική διάταξη του άρθρου 13 παρ.5 του ν.2190/1920.
Ακολούθως το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση έκρινε ότι κύριοι των επιδίκων μετοχών που βρίσκονται υπό την κατοχή της αναιρεσειούσης είναι οι αναιρεσίβλητοι. Όπως προκύπτει από τις άνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο εστήριξε το διατακτικό της αφενός μεν στην κύρια αιτιολογία ότι η αναιρεσειούσα εναγομένη τράπεζα απέκτησε τις νέες επίδικες μετοχές, από την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ανωνύμου εταιρείας που αναφέρεται στην ένδικη αγωγή, ενεργούσα, κατά την κτήση των μετοχών αυτών, ως άμεσος αντιπρόσωπος των αναιρεσιβλήτων εναγουσών στα πλαίσια λειτουργίας της ενεχυρικής συμβάσεως και όχι για δικό της όνομα και λογαριασμό με βάση σύμβαση εκχωρήσεως του προτιμησιακού δικαιώματος επί των νέων μετοχών που προέκυψαν από την αύξηση του κεφαλαίου της ανωνύμου εταιρείας που αναφέρεται στην ένδικη αγωγή.
Με επάλληλη δε αιτιολογία έκρινε ότι μία τέτοια σύμβαση εκχωρήσεως είναι άκυρη ως αντίθετη στο άρθρο 13 του Ν.2190/1920. Με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. πλήσσεται η προσβαλλομένη απόφαση μόνο ως προς την επάλληλη αιτιολογία. Σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη της παρούσης εκτέθηκαν ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, διότι το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως επαρκώς στηρίζεται στην κύρια αιτιολογία, που δεν θίγεται με τον αναιρετικό λόγο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμ. καταθέσεως 1241/15.09.2006 αίτηση για αναίρεση της απόφασης 3403/2006 του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουλίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 24 Ιουλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ