Supreme Court dismisses appeal on ownership acquisition via usucapion requiring owner intent.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding the acquisition of property ownership through usucapion. The court found that the lower court correctly established that the necessary intent to own (animus domini) was present, as the claimant exercised possession as a principal rather than an assistant. Consequently, the appeal was rejected because the lower court's decision was based on valid facts and did not violate the relevant civil code provisions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 974 and 1045 of the Civil Code; Article 216 § 1a of the Civil Code: For ownership acquired by usucapion, twenty years of possession are required, which includes the essential element of physical control exercised with the intent of the possessor to act as an owner; the claim that possession was held merely as an assistant negates the historical basis of the usucapion claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1808 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1808/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καλλέ.
Των αναιρεσιβλήτων: ...., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λεωνίδα Βασιλάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γυθείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 11/2004 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 24-6-2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης, ανέγνωσε την από 22 Δεκεμβρίου 2005 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Γεωργίου Φώσκολου, με την οποία εισηγήθηκε, την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται εικοσαετής νομή του πράγματος, στην έννοια δε της νομής ως φυσικής εξουσίασης εμπεριέχεται ως αναγκαίο στοιχείο για την ύπαρξή της και το βουλητικό στοιχείο της άσκησης της φυσικής αυτής εξουσίασης με διάνοια κυρίου ήτοι με τη θέληση του νομέα να έχει το πράγμα ως κύριος.
Επομένως, για την πληρότητα αγωγής ή ένστασης περί της ύπαρξης κυριότητας ακινήτου που κτήθηκε με έκτακτη χρησικτησία, αναγκαίο στοιχείο κατά το άρθρο 216 § 1α΄ ΚΠολΔ είναι η επίκληση της νομής στην οποία εμπεριέχεται και το βουλητικό στοιχείο, ενώ ο ισχυρισμός περί έλλειψης αυτού του στοιχείου για το λόγο ότι ο ενάγων ή ο ενιστάμενος κατείχε το πράγμα ως χρησάμεσος δηλαδή ως βοηθός νομής, αποτελεί άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής ή της ένστασης.
Εξάλλου, περί της συνύπαρξης ή όχι των δύο αναγκαίων στοιχείων που απαρτίζουν την έννοια της νομής, δηλαδή του βουλητικού (animus Domini) και του σωματικού (corpus) κρίνει το δικαστήριο κατά την κοινή αντίληψη με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση. Mε την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, δέχθηκε μεταξύ άλλων, κατ'ορθή εκτίμηση, και τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:
Ο πατέρας των αναιρεσίβλητων ....., όντας κύριος ορισμένων και συγκύριος των υπόλοιπων επίδικων ακινήτων, όπως αυτά περιγράφονται, με το 54976/1981 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γρηγορίου Βουτεράκου, νόμιμα μεταγραμμένο, συμφώνησε με τον αναιρεσείοντα - ενάγοντα την πώληση και μεταβίβαση αυτών προς τον τελευταίο.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων περί κτήσης της κυριότητας των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία από τις ίδιες, με συνυπολογισμό του χρόνου νομής της δικαιοπαρόχου μητέρας τους, το Εφετείο δέχθηκε ότι η μητέρα τους .........., μετά την εγκατάλειψη της συζυγικής στέγης από το σύζυγό της ..... (το έτος 1930), εγκαταστάθηκε το έτος 1948 στο χωριό ....., όπου βρίσκονται τα επίδικα ακίνητα.
Έκτοτε, αφού κατέλαβε την επίδικη οικία και τα λοιπά αγροτικά ακίνητα, άρχισε να τα νέμεται, εν γνώσει του συζύγου της, με διάνοια κυρίου, συνεχώς μέχρι το θάνατό της το έτος 1984. Σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα (1948 ως 1984) η μητέρα των εναγομένων κατοικούσε στην επίδικη οικία μαζί με τις ίδιες, οι οποίες διέμεναν εκεί μέχρι την τέλεση του γάμου τους, την επισκεύαζε, φρόντιζε τα αγροτικά κτήματα, συνέλλεγε τους καρπούς και εμπόδιζε βλαπτικές ενέργειες τρίτων, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από τον ενάγοντα ή το δικαιοπάροχό του και σύζυγό της στην άσκηση της νομής της επί των επιδίκων.
Μετά το θάνατο της μητέρας τους οι εναγόμενες κατέλαβαν τα επίδικα ως κληρονόμοι της και συνέχισαν επ'αυτών με διάνοια κυρίου πράξεις νομής όμοιες με εκείνες της μητέρας τους, μέχρι την έγερση της αγωγής, ώστε απέκτησαν την κυριότητα αυτών με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στο χρόνο της δικής τους νομής και εκείνο της δικαιοπαρόχου τους.
Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση των αναιρεσίβλητων και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κάμει δεκτή την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, απέρριψε την αγωγή αυτή ως αβάσιμη, κάνοντας δεκτή την ένσταση των αναιρεσίβλητων (εναγόμενων) περί κτήσης της κυριότητας των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία.
Κοινό στοιχείο όλων των λόγων αναίρεσης είναι η αμφισβήτηση της νόμιμης προβολής στο πρωτόδικο δικαστήριο, από τις εναγόμενες - αναιρεσίβλητες, του ισχυρισμού τους περί κτήσης της κυριότητας των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία και ιδίως της άσκησης νομής επ'αυτών με διάνοια κυρίου, αρχικά από τη δικαιοπάροχο μητέρα τους και στη συνέχεια από τις ίδιες, καθώς και της παραδεκτής επαναφοράς του στο Εφετείο με το δικόγραφο της έφεσής τους.
Στις από 5-6-2001 προτάσεις τους που κατατέθηκαν νόμιμα στο πρωτόδικο δικαστήριο (άρθρ. 237 § 1 ΚΠολΔ όπως ίσχυε κατά το χρόνο της συζήτησης στον πρώτο βαθμό που έγινε στις 19.9.2001), αφού ιστορείται ότι ο πατέρας των αναιρεσίβλητων και αρχικός κύριος των επιδίκων ..... εγκατέλειψε τις ίδιες και τη μητέρα τους πριν το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο χωριό και έφυγε με άλλη γυναίκα οριστικά, αναφέρεται κατά λέξη σε σχέση με την τύχη των επιδίκων: "...
την περιουσία την πήρε η μητέρα μας όλη για να μας αναθρέψει και αυτή επισκεύαζε το σπίτι, διέμενε με εμάς, φρόντιζε τα κτήματα, μάζευε τις ελιές από το έτος 1930 μέχρι και το θάνατό της το έτος 1984 γενόμενη κυρία δια της εκτάκτου χρησικτησίας. Ο πατήρ μας ουδέποτε ενεφανίσθη, ουδέποτε ανεμείχθη... μετά τον θάνατο της μητρός μας συνεχίσαμε εμείς όλες τις πράξεις νομής και διακατοχής γενόμενοι κύριοι δια της τακτικής άλλως της εκτάκτου χρησικτησίας, νόμιμα...
την νομή μας στην νομή των δικαιοπαρόχων μας...". Παρά το αδόκιμο της διατύπωσης και την άστοχη παρεμβολή αποσιωπητικών και παράλειψη κρίσιμων λέξεων, κατ' ορθή εκτίμηση (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ), πρόκειται πράγματι για νόμιμη προβολή ισχυρισμού περί κτήσης της κυριότητας των επιδίκων από τις εναγόμενες με έκτακτη χρησικτησία, με συνυπολογισμό της νομής της δικαιοπαρόχου μητέρας τους, όπως άλλωστε τον εκτίμησε και το πρωτόδικο δικαστήριο που στη συνέχεια τον απέρριψε ως αβάσιμο.
Επίσης στο δικόγραφο της από 26-3-2002 έφεσης των αναιρεσίβλητων κατά της πρωτόδικης απόφασης, αναφέρονται σε σχέση με τον ίδιο ισχυρισμό τα εξής: "... το 1948 ο πατέρας μας μας εγκατέλειψε... και η μητέρα μας αναγκάστηκε να έρθει στο χωριό μας με την πεθερά της και με εμάς και κατέλαβε εξ ανάγκης την οικία και την υπόλοιπη περιουσία για να συντηρήσει εμάς, τον εαυτό της και την πεθερά της νεμόμενη ως αποκλειστική κυρία...
στο σπίτι αυτό έμενε η μητέρα μας με εμάς και τα κτήματα τα καλλιεργούσαμε εμείς... αποκλειστική κυρία των ακινήτων δυνάμει εκτάκτου χρησικτησίας ήτο η μητέρα μας... νεμόμενη ταύτα από το 1948 μέχρι το 1984 που πέθανε γενόμενη κυρία δια της εκτάκτου χρησικτησίας, από το 1984 ως σήμερα νεμόμεθα εμείς ως κληρονόμοι της κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου εκάστη...".
Από την ιστόρηση αυτή, κατ'ορθή εκτίμηση (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ), προκύπτει πράγματι ότι επαναφέρθηκε παραδεκτά στο Εφετείο ή ένσταση περί κτήσης της κυριότητας των επιδίκων από τις αναιρεσίβλητες με έκτακτη χρησικτησία, όπως έκρινε και το δικαστήριο εκείνο και στη συνέχεια την έκαμε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, απορρίπτοντας την αγωγή του αναιρεσείοντος.
Επομένως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, που προβάλλει αιτίαση από τον αριθ. 1 άρθρ. 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση από την προσβαλλόμενη απόφαση της διάταξης του άρθρου 974 ΑΚ (που δίδει την έννοια της νομής και της κατοχής), επικαλούμενος ότι δεν προτάθηκε νόμιμα στον πρώτο βαθμό ούτε επαναφέρθηκε παραδεκτά το Εφετείο η ένσταση περί ιδίας κυριότητας των αναιρεσίβλητων με την επίκληση άσκησης νομής με διάνοια κυρίου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος αφού στην επίκληση περί άσκησης της νομής αρχικά από τη δικαιοπάροχό τους και στη συνέχεια από τις ίδιες εμπεριέχεται, όπως ελέχθη και το βουλητικό στοιχείο (animus Domini).
Επίσης και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος που προβάλλει εκ πλαγίου παραβίαση της ίδιας διάταξης του άρθρ. 974 ΑΚ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα περί βασιμότητας της ένστασης ιδίας κυριότητας των αναιρεσίβλητων και απόρριψης για το λόγο αυτό της αγωγής, ώστε δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που επικαλείται εκ πλαγίου παραβίαση και της περί διοίκησης αλλοτρίων διάταξης του άρθρου 730 ΑΚ, ενώ προηγουμένως κάνει λόγο για σχέση χρησιδανείου μεταξύ αναιρεσείοντος και αναιρεσίβλητων, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζει αν εφαρμόστηκε και παραβιάστηκε η συγκεκριμένη διάταξη από το Εφετείο και ποιο είναι το αποδιδόμενο στο δικαστήριο εκείνο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή της.
Αλλά και ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 8 περ. α άρθρ. 559 ΚΠολΔ που επικαλείται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ίδιο ισχυρισμό αν και δεν προτάθηκε, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, όπως εκτιμήθηκε, νόμιμα προβλήθηκε πρωτόδικα και παραδεκτά επαναφέρθηκε στο δεύτερο βαθμό με λόγο έφεσης ο εν λόγω ισχυρισμός.
Επειδή με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της ίδιας διάταξης του άρθρου 974 ΑΚ (έννοια νομής και κατοχής), αλλά και των άρθρων 1397 και 1399 Α.Κ. που αναφέρονται στην περιουσιακή αυτοτέλεια των συζύγων και στη συμβατική διαχείριση της περιουσίας του ενός συζύγου από τον άλλο, αντίστοιχα. Κατά το λόγο της αναίρεσης η παραβίαση συνίσταται στο ότι ενώ δεν προβλήθηκε νόμιμα πρωτόδικα, ούτε επαναφέρθηκε στο Εφετείο, ισχυρισμός των αναιρεσίβλητων περί άσκησης νομής επί των επιδίκων από τη δικαιοπάροχο μητέρα τους με διάνοια κυρίου, το δικαστήριο εκείνο δέχθηκε άσκηση τέτοιας νομής και κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος εφόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, υπήρξε νόμιμη προβολή πρωτόδικα και επαναφορά της σχετικής ένστασης στο Εφετείο, περί κτήσης της κυριότητας των επιδίκων από τις αναιρεσίβλητες με έκτακτη χρησικτησία, μετά συνυπολογισμό του χρόνου νομής της δικαιοπαρόχου τους επ'αυτών, ώστε δεν υφίστατο έδαφος εφαρμογής των επικαλούμενων διατάξεων των άρθρων 1397 και 1399 ΑΚ, ούτε και τις εφάρμοσε το δικαστήριο εκείνο και άρα δεν τις παραβίασε, αφού δεν ήταν εφαρμοστέες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24.6.2004 αίτηση, για αναίρεση της υπ'αριθ. 11/2004 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Νοεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ