Legislator Case Law & Legislation
1807/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to lack of specific legal error citations and challenge to fact-finding.

Case Number 1807/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's final decision. The appellant argued for procedural errors and factual misinterpretations regarding property boundaries and ownership claims. The court rejected these arguments as inadmissible because the appeal failed to specify the exact legal errors or challenge the court's evaluation of evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 561, 577 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if it does not specify the exact legal error or challenge the court's evaluation of evidence, but rather attacks the factual conclusion without citing specific statutory violations.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissibility specific legal error evaluation of evidence property boundary dispute Code of Civil Procedure factual finding

Cited Legislation

AI generated
Article 522 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1807 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1807/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. Ζ., το γένος Ι. και Ε. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Σδούκο, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Πανούση, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κόνιτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2016 μη οριστική, 7/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 415/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-10-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 8-10-2022 με αρ. καταθ. 163/17-10-2022 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αρ. 415/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων που δίκασε ως εφετείο, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 29-7-2019 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της με αρ. 7/2019 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Κόνιτσας (μετά από διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης, που διατάχθηκε με την με αρ 13/2016 μη οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου), με την οποία είχε γίνει δεκτή ως κατ ουσίαν βάσιμη η από 25-9-2015 διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου.

Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα κι εμπρόθεσμα, εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας, καθόσον αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 16-9-2022, όπως προκύπτει από την σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Κ. Ν. επί του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στην γραμματεία του εκδόσαντος την ανωτέρω απόφαση δικαστηρίου στις 17-10-2022 ενώ η τριακοστή ημέρα (16-10-2022) ήταν Κυριακή και κατά νόμο εξαιρετέα ημέρα (άρθρα 522, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδάφιο α' του ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο α' του ίδιου Κώδικα, αναιρετικό λόγο για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).

Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κ.λπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020), ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 571/2017 ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011).

Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάσει αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 11/2023, ΑΠ 109/2020, ΑΠ.38/2020, ΑΠ 1551/2018).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ 4979/2020, ΑΠ 1103/2011).

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποιές είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 11/2023, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, που αποτελείται από δύο σκέλη, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για τις εκ των αρ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλειες, κατά το πρώτο σκέλος ότι παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1710 παρ.1, 1846, 1193, 1198 και 1199 του ΑΚ και αυτές των άρθρων 975 και 1045 του ΑΚ, με τις παραδοχές της περί έλλειψης κυριότητας της αναιρεσείουσας επί του επιδίκου εδαφικού τμήματος, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατόπιν άτυπης διανομής του μείζονος ακινήτου από τον πατέρα τους το έτος 1984 και κατά το δεύτερο σκέλος για εκ πλαγίου παραβίαση των αυτών ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τον χρόνο διάνοιξης της διόδου, την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί κτήσης κυριότητας από την ίδια του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, την απόκλιση του εμβαδού του επιδίκου στα τοπογραφικά που συνέταξαν ο τοπογράφος που όρισε ο ενάγων και αυτός που διόρισε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως πραγματογνώμονα και την εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων.

Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την εκ του αρ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενη ότι με τις παραδοχές του Εφετείου ότι με την με αρ. 1819/1996 δημόσια διαθήκη, ο κληρονομούμενος πατέρας τους συνέστησε κάθετη ιδιοκτησία ενώ περαιτέρω δέχεται ότι ο ενάγων και ο Β.

Κ. (μη διάδικος αλλά συνιδιοκτήτης) ανέθεσαν σε τοπογράφο μηχανικό την οριοθέτηση των διαιρετών τμημάτων του ενιαίου οικοπέδου, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ν.δ. 1024/1971 και 4 και 13 του ν.δ. 3741/1929, για το λόγο ότι για την οριοθέτηση αυτή δεν υπήρξε κοινή συναίνεση όλων των συνιδιοκτητών και συγκεκριμένα της ίδιας.

Με το τρίτο λόγο, η αναιρεσείουσα πλήττει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για τις εκ των αρ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλειες , της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης του άρθρου 281 ΑΚ, υπό τις αιτιάσεις ότι εσφαλμένα δεν εφήρμοσε την ανωτέρω διάταξη και απέρριψε ως αβάσιμη κατ ουσίαν την ένστασή της περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντα, χωρίς να διαλαμβάνει καθόλου αιτιολογίες, αιτιώμενη περαιτέρω ότι με αντιφατική αιτιολογία δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος προέβη σε ενέργειες προς αποτροπή της κατάληψης του επιδίκου εδαφικού τμήματος, τον Σεπτέμβριο του 2008 διότι δεν κατοικεί στην Δροσοπηγή Κόνιτσας όπου βρίσκεται το ακίνητο ενώ η αλήθεια είναι ότι γνώριζε από το έτος 1987 ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα ανήκε στην δική της ιδιοκτησία.

Οι ανωτέρω πρώτος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του, ο δεύτερος λόγος και ο τρίτος κατά το πρώτο σκέλος του (εκ του αρ. 1 άρθρου 560 ΚΠολΔ), είναι απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με το λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια.

Περαιτέρω οι πρώτος και τρίτος των λόγων της αίτησης αναίρεσης, ως προς το δεύτερο σκέλος εκάστου της εκ του αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλειας, είναι απαράδεκτοι επίσης λόγω αοριστίας διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, σύμφωνα με τα ήδη εκτεθέντα.

Εξάλλου οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι είναι και απαράδεκτοι, διότι, υπό την επίκληση των προαναφερόμενων αναιρετικών πλημμελειών και υπό το πρόσχημα της θεμελίωσής τους στους αριθ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον στην πραγματικότητα μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την κατάληξη του Μονομελούς Πρωτοδικείου σε διαφορετικό πόρισμα από το θεωρούμενο ορθό από την αναιρεσείουσα. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού που υπέβαλε με τις κατατεθείσες προτάσεις του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-10-2022 και με αρ. καταθ. 163/2022 αίτηση για αναίρεση της με αρ. 415/2022 απόφασης του δικάσαντος ως εφετείο Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ