Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility regarding evidence not listed in Article 560 of Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to retry the case, ruling the appeal inadmissible. The appellant argued that the lower court improperly considered witness testimonies and failed to consider specific evidence, claiming these were procedural errors under Article 560 of the Civil Procedure Code. The court determined that these arguments actually described errors under Article 559, which are not valid grounds for appealing a first-instance judgment made after an appeal from a summary court.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 560 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a first-instance judgment cannot be based on errors described under Article 559, as such errors do not constitute a valid ground for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1807 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1807/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Α. Π. του Ν., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Στεργιόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., 2) Θ. Μ. του Γ., κατοίκου ... και 3) Γ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Δύμης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2019 του ίδιου Δικαστηρίου και .../2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από ...-2021 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. .../2023 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από ...-2021 αίτησης του Α. Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. .../2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με την από ...-2024 κλήση του καλούντος.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη, και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 792/2023, ΑΠ 1182/2021). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 142 παρ. 1 και 4 και 143 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αντίκλητος, το πρόσωπο, δηλαδή, που ορίζει ο διάδικος για την παραλαβή αντ` αυτού δικαστικών ή εξωδίκων εγγράφων, που του απευθύνονται και αφορούν μια ή περισσότερες ή όλες τις υποθέσεις του, μπορεί να διοριστεί α) είτε με δήλωση ενώπιον της γραμματείας του πρωτοδικείου της κατοικίας του δηλούντος, β) είτε με ρήτρα σε σύμβαση, που καλύπτει την επίδοση όλων των διαδικαστικών πράξεων, που έχουν σχέση με τη σύμβαση και γ) είτε με το διορισμό πληρεξουσίου δικηγόρου, κατ` άρθρο 96 ΚΠολΔ, οπότε αυτός είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος του διαδίκου για όλες τις επιδόσεις, που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης (ΑΠ 792/2023, ΑΠ 1287/2022).
Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ` αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού, κατά το άρθρο 96 ΚΠολΔ, ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 ΚΠολΔ (ΑΠ 792/2023, ΑΠ 1287/2022, 1305/2020).
Επομένως, από τις ανωτέρω διατάξεις, σαφώς συνάγεται ότι, η επίδοση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, μπορεί να γίνει και στον παραστάντα στο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, πληρεξούσιο δικηγόρο του απόντος διαδίκου, ο οποίος είναι αντίκλητος αυτού εκ του νόμου (ΑΠ 792/2023, ΑΠ 1287/2022, ΑΠ 474/2022).
Στην συγκεκριμένη περίπτωση, με την από ...-2024 κλήση του αναιρεσείοντος, φέρεται νόμιμα προς συζήτηση η από ...-2021 αίτηση αναίρεσης αυτού, που στρέφεται κατά των καθ'ων η κλήση - αναιρεσιβλήτων και κατά της .../2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, μετά την έκδοση της .../2023 απόφασης του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, λόγω μη εμπρόθεσμης κλήτευσης των απόντων, κατά την συζήτηση της, αναιρεσιβλήτων.
Από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ. αριθ. ...-2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πατρών Αιμιλίας Γιαννοπούλου, αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο τόσο της από ...-2021 ένδικης αίτησης αναίρεσης, όσο και της ανωτέρω κλήσης, με πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος του Αρείου Πάγου περί ορισμού α) δικασίμου της αίτησης αναίρεσης την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης και β) προθεσμίας κοινοποίησης της κλήσης για συζήτηση αυτής 60 ημέρες πριν την δικάσιμο, και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος στον δικηγόρο Πατρών Νικόλαο Κορφιάτη, ο οποίος παραστάθηκε μαζί με τους αναιρεσίβλητους ως πληρεξούσιος δικηγόρος τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, κατά την συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και συνεπώς, όπως προαναφέρθηκε, είναι νόμιμος αντίκλητος των αναιρεσιβλήτων.
Όμως οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν στη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο και γι' αυτό, αφού σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα με την επίδοση σε αυτούς τόσο της αίτησης αναίρεσης, όσο και της κλήσης, θα πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 513 Α.Κ., με την σύμβαση της πωλήσεως ο πωλητής υποχρεούται να μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος ή το δικαίωμα, τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της πωλήσεως και να παραδώσει το πράγμα και ο αγοραστής υποχρεούται να πληρώσει το συμφωνηθέν τίμημα. Από την διάταξη αυτήν προκύπτει, ότι ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως της πωλήσεως είναι α) πράγμα ή δικαίωμα, β) τίμημα και γ) συμφωνία των συμβαλλομένων περί αυτών.
Στα κρίσιμα αυτά σημεία πρέπει να υπάρξει, κατά το άρθρο 195 ΑΚ, συμφωνία των συμβαλλομένων, χωρίς την οποία η σύμβαση δεν είναι συντελεσμένη(ΑΠ 1833/2023, ΑΠ 1834/2013). Η καταβολή του τιμήματος αποτελεί την κύρια υποχρέωση του αγοραστή και όπως σαφώς προκύπτει από την φράση "να πληρώσει", που περιέχεται στο ανωτέρω άρθρο, το τίμημα συνίσταται αποκλειστικά, ή τουλάχιστον κατά κύριο λόγο, σε χρήμα και συνεπώς, αν συμφωνηθεί άλλη, μη χρηματική, παροχή ως τίμημα, τότε δεν πρόκειται για πώληση, αλλά για άλλου είδους σύμβαση(ΑΠ 1833/2023).
Περαιτέρω ,από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως, που θεμελιώνεται επ' αυτών, με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).
Συνεπώς, από τις διατάξεις αυτές συνδυαζόμενες με την διάταξη του άρθρου 513 ΑΚ προκύπτει ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία ο πωλητής ζητεί από τον αγοραστή την καταβολή του τιμήματος της πώλησης, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο αυτής η καταρτισθείσα σύμβαση κατά τα ουσιώδη αυτής στοιχεία, ήτοι το πωληθέν και παραδοθέν στον αγοραστή πράγμα και το συμφωνηθέν τίμημα, αν δε τα πωληθέντα είναι περισσότερα να καθορίζεται το είδος και η ποσότητα ενός εκάστου και το συμφωνηθέν για ένα έκαστο τίμημα(ΑΠ 306/2009).
Εξάλλου, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ή από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, επί αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 5/2020).
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής (ΑΠ 18/2018).
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 2095/2022, ΑΠ 2030/2022, ΑΠ 261/2020, ΑΠ 18/2018).
Τέλος από την διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ συνάγεται ότι οι λόγοι αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθορίζονται περιοριστικά στο άρθρο αυτό(ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 304/2021, ΑΠ 1032/2019) και συνεπώς κατά των ανωτέρω αποφάσεων δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως που προβλέπεται στον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος υπάρχει αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, γιατί τέτοιος λόγος δεν προβλέπεται στο άρθρο 560 ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή τους κατά του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της, οι αναιρεσίβλητοι εκθέτουν τα ακόλουθα ως προς την εξετασθείσα κυρία βάση της αγωγής τους, στην οποία αναφέρεται και ο κρινόμενος λόγος αναίρεσης:
Ότι σε εκτέλεση αντιστοίχων συμβάσεων πωλήσεως, που κατήρτισε προφορικά με τον αναιρεσείοντα στη Δυτική Αχαΐα, κατά τους αναφερόμενους στην αγωγή χρόνους, έκαστος αναιρεσίβλητος αγρότης πώλησε και παρέδωσε τον αναιρεσείοντα την αναφερόμενη στην αγωγή αντίστοιχη ποσότητα ελαιολάδου, αντί του συμφωνηθέντος και πιστωθέντος τιμήματος των 3,85 ευρώ ανά κιλό.
Ότι ο αναιρεσίβλητος έχει προβεί, έναντι της οφειλής του αυτής, στην καταβολή μέρους μόνον του οφειλόμενου σε κάθε αναιρείβλητο ποσού τιμήματος και απομένει οφειλόμενο τίμημα ποσού 3.006 ευρώ, 9.703 ευρώ και 3.139,75 ευρώ αντιστοίχως για έκαστο αναιρεσίβλητο. Τέλος ζητούν να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να καταβάλει νομιμοτόκως τα αντίστοιχα αυτά ποσά σε έκαστο αναιρεσίβλητο.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε μη κατονομαζόμενη διάταξη ουσιαστικού δικαίου, κατ' εκτίμηση δε του λόγου την διάταξη του άρθρου 513 ΑΚ και έτσι εσφαλμένα απέρριψε τον προβληθέντα νομίμως για πρώτη φορά στο ως Εφετείο δικάζον Μονομελές Πρωτοδικείο (αφού πρωτοδίκως δικάσθηκε ερήμην) ισχυρισμό του ότι η αγωγή ήταν αόριστη και έπρεπε να απορριφθεί, γιατί σε αυτήν δεν αναφέρονται α) τα φορολογικά παραστατικά, που εξέδωσαν οι αναιρεσίβλητοι για τις επίδικες συναλλαγές, β) ο αριθμός φορολογικού μητρώου του ιδίου και γ) ολοκληρωμένος ο αριθμός κυκλοφορίας του φορτηγού αυτοκινήτου, που παρέλαβε το πωληθέν ελαιόλαδο.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί ο αναιρεσείων δεν προβάλλει αιτίαση συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 513 ΑΚ, ως προς τα ανωτέρω ουσιώδη στοιχεία των συμβάσεων πωλήσεως, δηλαδή α) πράγμα ή δικαίωμα, β) τίμημα και γ) συμφωνία των συμβαλλομένων περί αυτών, τα οποία σαφώς αναφέρονται στην αγωγή, αλλά ποσοτική αοριστία της αγωγής, που καθιστούν, κατά τον ισχυρισμό του, αόριστη και γι' αυτό απαράδεκτη αυτήν και συνεπώς επικαλείται όχι την από το άρθρο 560 παρ. 1 πλημμέλεια της παραβίασης του ανωτέρου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά την πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαράδεκτης της αγωγής, δηλαδή πλημμέλεια αντίστοιχη αυτής του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, για την οποία όμως, όπως προαναφέρθηκε, δεν υπάρχει σχετικός λόγος αναίρεσης επί αποφάσεων, όπως η επίδικη, που εκδόθηκε από πρωτοδικείο, μετά από έφεση κατά αποφάσεως ειρηνοδικείου.
Η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχει ή όχι η προϋπόθεση αυτή ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ή αντιστοίχως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, επί αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, (ΟλΑΠ 25/2008,ΑΠ 915/2021, ΑΠ 42/2021).
Από τη διάταξη αυτήν του άρθρου 68 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ενεργητικά μεν νομιμοποιείται να ζητήσει έννομη προστασία ο ισχυριζόμενος ότι είναι δικαιούχος του επίδικου δικαιώματος, παθητικά δε εκείνος ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, μετέχει στην επίδικη έννομη σχέση. Δηλαδή για τη νομιμοποίηση αρκεί μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, χωρίς, κατ` αρχήν, να ασκεί έννομη επιρροή αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθής.
Η έλλειψη νομιμοποίησης εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο και έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης. Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμό αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρέωσης Ενόψει της ανωτέρω φύσεως της νομιμοποίησης, η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο των επικαλούμενων από τον ενάγοντα θεμελιωτικών της νομιμοποίησης περιστατικών συνιστά, όχι ένσταση ελλείψεως νομιμοποιήσεως, αλλά άρνηση της βάσεως της αγωγής του ενάγοντος, ο οποίος φέρει προς τούτο το σχετικό βάρος αποδείξεως(ΑΠ 915/2021, ΑΠ 42/2021 ΑΠ 46/2020).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση επίσης την από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε μη κατονομαζόμενη διάταξη ουσιαστικού δικαίου, κατ' εκτίμηση δε του λόγου την διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ και έτσι εσφαλμένα απέρριψε τον προβληθέντα νομίμως για πρώτη φορά στο ως Εφετείο δικάζον Μονομελές Πρωτοδικείο ισχυρισμό του ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά, γιατί αυτός δεν προέβη σε ουδεμία συναλλαγή για αγορά ελαιολάδου από τους αναιρεσιβλήτους.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί, όπως προαναφέρθηκε, κατά τους περιεχομένους στην αγωγή ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων, αυτοί σύναψαν τις επίδικες συμβάσεις πωλήσεως με τον αναιρεσείοντα και συνεπώς αυτός, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, νομιμοποιείται παθητικά ως εναγόμενος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 6 ΚΠολΔ, η οποία είναι αντίστοιχη της διάταξης του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ,είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.
Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά ,που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων ,που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού είχε κάνει δεκτή, κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ, την έφεση του ερημοδικασθέντος πρωτοδίκως αναιρεσείοντος και είχε εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση του Ειρηνοδικείου Δύμης, κατά το προσβληθέν με την έφεση μέρος της, δικάζοντας την κυρία βάση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Οι δραστηριοποιούμενοι στην παραγωγή ελαιολάδου τρεις ενάγοντες αγρότες(ήδη αναιρεσίβλητοι) πώλησαν προφορικώς, κατά την 20-2-2017, την 20-2-2017 και κατά τον Ιανουάριο του 2017 αντιστοίχως, στο Ελαιοχώρι, στα Λουσικά και στο Ελαιοχώρι αντιστοίχως του Δήμου Δυτικής Αχαΐας, προς τον εναγόμενο(ήδη αναιρεσείοντα), αγοραστή με σκοπό τη μεταπώληση, και παρέδωσαν εκεί σ' αυτόν, κατά την 23-2-2017, την 23-2-2017 και τον Ιανουάριο του 2017 αντιστοίχως, ποσότητα ελαιολάδου παραγωγής τους, ήτοι 1.360 κιλών, 2.780 κιλών και 1.335 κιλών αντιστοίχως, αντί του, συμφωνηθέντος και πιστωθέντος μεταξύ των συμβαλλομένων των προδιαληφθεισών τριών αντίστοιχων συμβάσεων πωλήσεως, τιμήματος των 3,85 ευρώ ανά κιλό, δηλαδή του συνολικού των 5.236 (1.360 κιλά ελαιολάδου X 3,85 € ανά κιλό) ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα πωλητή, των 10.703 (2.780 κιλά ελαιολάδου X 3,85 € ανά κιλό) ευρώ ως προς το δεύτερο των εναγόντων πωλητή και των 5.139,75 (1.335 κιλά ελαιολάδου X 3,85 € ανά κιλό) ευρώ για τον τρίτο ενάγοντα πωλητή, με συνέπεια να απορρίπτονται κατ' ουσίαν ο αφορών την ουσία της υπό κρίση διαφοράς (αρνητικός) ισχυρισμός του εναγομένου περί της ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεώς του και άρα το παραδεκτώς υποβληθέν απ' αυτόν, με τις προτάσεις του, αίτημα να εξετασθεί ως μάρτυρας στο ακροατήριο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο προτεινόμενος από τον εναγόμενο Γ.
Κ. του Σ. και της Μ., η εξέταση του οποίου δεν κρίνεται, επί τη βάσει των προπαρατεθέντων, αναγκαία εν προκειμένω...Μολονότι λοιπόν ο εναγόμενος παρέλαβε τότε ανεπιφύλακτα τις προαναφερθείσες παραδοθείσες ποσότητες ελαιόλαδου, αποκτώντας κατά παράγωγο τρόπο την πλήρη και αποκλειστική κυριότητα αυτών, έχει προβεί, έναντι των προμνημονευθεισών οφειλών του, στην καταβολή μόνον του ποσού των 2.230 ευρώ κατά την 28-2-2017 προς τον πρώτο των εναγόντων, εκείνου των 1.000 ευρώ κατά την 28-2-2017 στο δεύτερο ενάγοντα και αυτών των 1.000 ευρώ κατά το Μάρτιο του 2017 και των 1.000 ευρώ κατά τον Απρίλιο του ίδιου έτους προς τον τρίτο των εναγόντων, υποσχεθείς να καταβάλει τα υπόλοιπα οφειλόμενα, ληξιπρόθεσμα και απαιτητά, τιμήματα των 3.006 ευρώ, των 9.703 ευρώ και των 3.139,75 ευρώ αντιστοίχως κατά τη 10-3-2017, τη 10-3-2017 και την 30-4-2017 αντιστοίχως, τα οποία δεν έχει ακόμη εξοφλήσει, με αποτέλεσμα να έχει έκτοτε περιέλθει ως προς αυτά σε υπερημερία οφειλέτη έναντι των εναγόντων δανειστών του.
Οι τρεις ενάγοντες δικαιούνται συνεπώς να αξιώσουν από τον εναγόμενο να καταβάλει σ' αυτούς τα προειρημένα ποσά των 3.006 ευρώ, 9.703 ευρώ και 3.139,75 ευρώ αντιστοίχως, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επέχουσας και θέση οχλήσεως από 2-11-2017 επιδόσεως της ένδικης αγωγής από τους ενάγοντες προς τον εναγόμενο, ήτοι με αφετηρία την 3-11-2017".
Ακολούθως με τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο έκανε δεκτή την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει νομιμοτόκως το ανωτέρω αναφερόμενο ποσό σε κάθε αναιρεσίβλητο. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον παρατίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανταποκρίνονται στο πραγματικό της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 513 ΑΚ, που εφάρμοσε και θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές:
α) Ότι σε εκτέλεση αντιστοίχων συμβάσεων πωλήσεως, που κατήρτισε προφορικά με τον αναιρεσείοντα στη Δυτική Αχαΐα, στις 20-2-2017, στις 20-2-2017 και τον μήνα Ιανουάριο του 2017 αντιστοίχως, έκαστος αναιρεσίβλητος αγρότης πώλησε και παρέδωσε στον αναιρεσείοντα ποσότητα ελαιολάδου 1.360, 2.780 και 1.335 κιλών αντιστοίχως αντί του συμφωνηθέντος και πιστωθέντος τιμήματος των 3,85 ευρώ ανά κιλό και β)ότι ο αναιρεσίβλητος έχει προβεί, έναντι της οφειλής του αυτής στην καταβολή μέρους μόνον του οφειλόμενου σε κάθε αναιρεσίβλητο ποσού τιμήματος και απομένει οφειλόμενο τίμημα ποσού 3.006 ευρώ, 9.703 ευρώ και 3.139,75 ευρώ αντιστοίχως για έκαστο αναιρεσίβλητο.
Επομένως, ο τρίτος κατά το δεύτερο σκέλος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του λόγου, την ανωτέρω από τον αριθμό 6 (και όχι 5) του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παράβασης της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α` και γ' Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει...ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Αντίστοιχη διάταξη δεν περιλαμβάνεται στο άρθρο 560 ΚΠολΔ στην περιοριστική, όπως προαναφέρθηκε, απαρίθμηση των λόγων αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, και συνεπώς αν σε αίτηση αναίρεσης κατά τέτοιας απόφασης προβληθεί αντίστοιχος λόγος, αυτός είναι απαράδεκτος.
Με τον τρίτο κατά τα πρώτο και τρίτο σκέλη λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση επίσης την, από μη κατονομαζόμενο αριθμό του άρθρου 560 ΚΠολΔ , πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο α) έλαβε υπόψη τις 7,8 και 9/2018 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Δύμης, τις οποίες προσκόμισαν με επίκληση τους οι αναιρεσίβλητοι, γιατί αυτές δεν λήφθηκαν σύννομα, δεδομένου ότι κατά την λήψη τους παρέστησαν αυτοπροσώπως οι αναιρεσίβλητοι, χωρίς να εκπροσωπηθούν από δικηγόρο και β) δεν έλαβε υπόψη την 218/2017 ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων Γ.
Κ. και Α. Ν., την οποία προσκόμισε με επίκλησή της ο ίδιος. Ο λόγος αυτός, όπως προαναφέρθηκε, είναι απαράδεκτος γιατί ο αναιρεσείων με αυτόν ουσιαστικά προβάλλει πλημμέλειες αντίστοιχες αυτών του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α` και γ' Κ.Πολ.Δ., οι οποίες όμως δεν ιδρύουν λόγο αναίρεσης κατά της επίδικης απόφασης, που αφορά σε απόφαση πρωτοδικείου, που εκδόθηκε σε έφεση κατά αποφάσεως ειρηνοδικείου.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Διάταξη για τα δικαστικά έξοδα δεν θα περιληφθεί στην απόφαση, γιατί οι αναιρεσίβλητοι, που νικούν, δεν παραστάθηκαν και συνεπώς δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Απορρίπτει την από ...-2021 αίτηση του Α. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. .../2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Και
-Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Νοεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ