Supreme Court dismisses appeal on seizure claim but allows partial annulment regarding rent arrears recognition.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the company's appeal against the state's seizure claim while partially allowing the appeal regarding the recognition of rent arrears. The state argued the seizure was lawful, whereas the company contended the rent calculation was inaccurate. The court ruled that the seizure claim stood but the specific finding on rent arrears was flawed and required re-examination by a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 580, 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially annul a final judgment and remand the case to a different judge for the annulled portion when the original decision contains errors in specific factual findings or legal assessments.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1807 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1807/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και δ.τ. "..." ή "...", που εδρεύει στο Αγρίνιο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Χατζητζανή. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της Επιχειρησιακής Μονάδας Είσπραξης της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικών Ελέγχων και Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων και ήδη Προϊστάμενο της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Βέργου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 29-11-2022 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση στην: Ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ" και δ.τ. "...", που εδρεύει στο ... Αλμυρού Μαγνησίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε. Β. Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και ήδη από τον Προϊστάμενο της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Βέργου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 29-11-2022 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "..." και δ.τ. "..." ή "...", που εδρεύει στο Αγρίνιο και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και δ.τ. "...", που εδρεύει στο ... Αλμυρού Μαγνησίας και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Χατζητζανή, ενώ η 2η δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-5-2014 ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 20-4-2015 πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ".
Εκδόθηκε η 1945/2016 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση για εκδίκαση στο καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Ακολούθως εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13733/ 2017 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 812/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχ. Α αναιρεσείουσα με την από 26-3-2022 αίτησή της και το υπό στοιχ. Β αναιρεσείον με την από 15-11-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αντίστοιχης αίτησης αναίρεσής του ο καθένας, την απόρριψη της αντίθετης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του Κ.Πολ.Δ., η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (Α.Π. 3/2022, Α.Π. 205/2020, Α.Π. 19/2020, Α.Π. 1388/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδικάσεως: α) της από 15-11-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 3278/311/1-12-2021) αιτήσεως αναιρέσεως του ανακόπτοντος (ήδη αναιρεσείοντος) Ελληνικού Δημοσίου κατά 1) της καθ' ης η ανακοπή-τρίτης ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "..." (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης) και 2) της προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ της καθ'ης η ανακοπή-τρίτης ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "...
Α.Ε." (ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης) και β) της από 26-3-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1082/131/5-4-2022) αιτήσεως αναιρέσεως της καθ' ης η ανακοπή-τρίτης (ήδη αναιρεσείουσας) ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "..." κατά του ανακόπτοντος Ελληνικού Δημοσίου (ήδη αναιρεσιβλήτου), με τις οποίες προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 812/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, διότι είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια, επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246, 573 παρ. 1 και 569 ΚΠολΔ).Η προσβαλλομένη απόφαση (812/2021) εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 έως 620 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4.335/2015), επί αντιθέτων εφέσεων:
α) του ανακόπτοντος Ελληνικού Δημοσίου και β) της καθ' ης η ανακοπή-τρίτης, κατά της υπ' αριθμ. 13733/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Οι αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτές (άρθρο 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 81 παρ. 3 και 558 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, αφού δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε τον δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αναιρέσεως, άλλως αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπ' όψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (Α.Π. 4/2020, Α.Π. 569/2013, Α.Π. 1049/2010). Πάντως, αν η αναίρεση του καθ' ου η παρέμβαση απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβάντος δεν ιδρύει απαράδεκτο (Α.Π. 4/2020, Α.Π. 569/2013, Α.Π. 880/2003) και εκτιμάται ως κλήση κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως (Α.Π. 1295/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση η από 15-11-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 3278/311/1-12-2021) αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου απευθύνεται και κατά της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "... Α.Ε." (ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης), η οποία είχε ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου υπέρ της καθ'ης η ανακοπή-τρίτης ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "..." (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης).
Όμως, εφόσον πρόκειται περί απλής και όχι αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως και οι λόγοι της αναιρέσεως δεν αφορούν την πρόσθετη παρέμβαση, η απευθυνομένη κατά της ανωτέρω δεύτερης αναιρεσίβλητης αναίρεση, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, δεν θα απορριφθεί ως απαράδεκτη, αλλά θα εκτιμηθεί ως κλήση κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., προκειμένου αυτή να ενημερωθεί για την εξέλιξη της δίκης.
Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 2-12-2022) και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκε η δεύτερη αναιρεσίβλητη, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Όπως προκύπτει, από την υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Λάρισας, με έδρα το Πρωτοδικείο Βόλου, Ι. Β., την οποία προσκομίζει και επικαλείται νομίμως το επισπεύδον τη συζήτηση αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, αυτή έχει κλητευθεί, νομίμως και εμπροθέσμως για την άνω δικάσιμο.
Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία της, σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρα 568 παρ. 4, 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.). Περαιτέρω, από την υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας, με έδρα το Πρωτοδικείο Βόλου, Βασιλείου Αναγνωστόπουλου, προκύπτει ότι, επίσημο αντίγραφο της από 26-3-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1082/131/5-4-2022) αιτήσεως αναιρέσεως της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "..." κοινοποιήθηκε με επιμέλειά της στην εταιρεία, με την επωνυμία "...
Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "..." (που είχε ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου υπέρ της καθ'ης η ανακοπή-τρίτης).
Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 812/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Το Ελληνικό Δημόσιο (ήδη αναιρεσείον- αναιρεσίβλητο) με την από 22-5-2014 (με αρ.
εκθ. κατ. 10740/22-5-20214) ανακοπή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ισχυρίστηκε τα εξής: α) ότι κατά της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "... Α.Ε." (ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης στην από 15-11-2021 αίτηση αναιρέσεως), έχει ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις, συνολικού ποσού 1.854.574,81€, επιμεριζόμενες σε οφειλές α) προς τη Δ.Ο.Υ.
Φ.Α.Ε. Θεσσαλονίκης, ύψους 1.813.577,75€, προερχόμενες από πρόστιμα ΚΒΣ και β) προς τη Δ.Ο.Υ. Βόλου, ύψους 40.997,06€, προερχόμενες από Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. οικονομικών ετών 2011 και 2012, εισφορά και τέλος επιτηδεύματος οικονομικού έτους 2012 κ.λπ., ποσά τα οποία είχαν βεβαιωθεί ταμειακά από τις ως άνω Δ.Ο.Υ. και είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμα, με την παρέλευση των προθεσμιών του άρθρου 5 του ν.δ. 356/1974, β) ότι με το υπ' αριθμ.
πρωτ. ΕΜ.ΕΙΣ. ... κατασχετήριο έγγραφο του Προϊσταμένου της Επιχειρησιακής Μονάδας Είσπραξης της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικών Ελέγχων και Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών, που επιδόθηκε, στις 9-4-2014, στην καθ' ης η ανακοπή ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "..." (ήδη αναιρεσείουσα στην από 26-3-2022 αίτηση αναιρέσεως και πρώτη αναιρεσίβλητη στην από 15-11-2021 αίτηση αναιρέσεως), επέβαλε, κατ' άρθρο 30 του ΚΕΔΕ, κατάσχεση κατ' αυτής, ως τρίτης, μέχρι του ποσού των 1.854.574,81€, για ληξιπρόθεσμες και μέλλουσες απαιτήσεις της ανωτέρω οφειλέτιδάς του ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "...
Α.Ε." έναντι της καθ' ης η ανακοπή, προερχόμενες από οφειλόμενα μισθώματα, συμβάσεως μισθώσεως καταρτισθείσης δυνάμει του από 31-12-2013 ιδιωτικού συμφωνητικού, γ) ότι η καθ' ης η ανακοπή προέβη στην υπ' αριθμ. ... αρνητική δήλωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αγρινίου, ισχυριζόμενη ότι ουδέν μίσθωμα οφείλει, διότι τα μισθώματα έως και την 30-6-2018 είχαν προεξοφληθεί και δ) ότι η πιο πάνω δήλωση της καθ' ης η ανακοπή είναι ανειλικρινής, διότι, αν και συνομολόγησε τη μισθωτική σύμβαση με την προαναφερόμενη οφειλέτιδά του ανώνυμη εταιρεία, δεν ανέφερε αν πράγματι οφείλει ή όχι το σύνολο ή μέρος των κατασχεθέντων.
Με βάση το ιστορικό αυτό, το ανακόπτον ζήτησε να ακυρωθεί η ανωτέρω δήλωση ως ανακριβής και ανειλικρινής και να αναγνωρισθεί ότι η καθ' ης η ανακοπή του οφείλει: α) το ποσό των 11.670€, που αντιστοιχεί σε μη εξοφληθέν μίσθωμα του χρονικού διαστήματος από 1-1-2014 έως 30-6-2014, β) τα μισθώματα, που θα έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμα και απαιτητά έως τη συζήτηση της ανακοπής (άρθρο 69 παρ. 1 εδάφ.
α' του Κ.Πολ.Δ.), ύψους μηνιαίως 8.333,79€, εφόσον η συζήτηση αυτής (της ανακοπής) λάβει χώρα έως την 30-6-2018 και γ) τα μισθώματα, που θα έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμα και απαιτητά έως την εκτέλεση της εκδοθησομένης αποφάσεως και μέχρι τη λήξη της συμβάσεως μισθώσεως (στις 31-12-2022), ανερχόμενα στα αναφερόμενα στην ανακοπή ποσά (ύψους 8.416,66€ μηνιαίως, κατά το διάστημα από 1-7-2018 έως 31-12-2018, ύψους 8.500,33€ μηνιαίως, κατά το διάστημα από 1-1-2019 έως 31-12-2019, ύψους 8.585,83€ μηνιαίως, κατά το διάστημα από 1-1-2020 έως 31-12-2020, ύψους 8.671,66€ μηνιαίως, κατά το διάστημα από 1-1-2021 έως 31-12-2021 και ύψους 8.758,33€ μηνιαίως, κατά το διάστημα από 1-1-2022 έως 31-12-2022), συνολικού ποσού 1.854.574,81€, καθώς επίσης να υποχρεωθεί η καθ' ης η ανακοπή να του καταβάλει το ως άνω ποσό (των 1.854.574,81€), άλλως όλα τα μισθώματα που θα έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμα και απαιτητά, έως την εκτέλεση της εκδοθησομένης αποφάσεως και μέχρι του ως άνω ποσού (των 1.854.574,81€).
Η οφειλέτρια του ανακόπτοντος - καθ' ης η κατάσχεση ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "... Α.Ε." (δεύτερη αναιρεσίβλητη στην από 15-11- 2021 αίτηση αναιρέσεως) άσκησε ενώπιον του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου την από 4-20-2015 (με αρ. εκθ. κατ. 8761/22-4-2015) πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της καθ' ης η ανακοπή, με την οποία, επικαλούμενη έννομο συμφέρον προς απόρριψη της ανακοπής, για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους, αρνήθηκε αυτήν ως προς το κατασχεθέν ποσό.
Επί της ανακοπής και της προσθέτου παρεμβάσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1945/2016 μη οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία παρέπεμψε αυτές ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικαστούν με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών. Επ' αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 13733/2017 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την πρόσθετη παρέμβαση, δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, αναγνώρισε ως ανακριβή την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. ...
δήλωση της καθ' ης η ανακοπή ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αγρινίου επί της επιβληθείσας από το ανακόπτον κατασχέσεως εις χείρας της, καθό μέρος αφορούσε οφειλή αυτής ως μισθώτριας προς την εκμισθώτρια εκ κατασχεθέντων και οφειλομένων μισθωμάτων, συνολικού ποσού 241.679,91€ και υποχρέωσε την καθ' ης η ανακοπή να καταβάλει στο ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο το ως άνω ποσό (241.679,91€), αντίστοιχο των οφειλομένων προς την καθ' ης η κατάσχεση μισθωμάτων, του από 1-7-2014 έως 8-12-2016 χρονικού διαστήματος (ημερομηνία συζητήσεως της ανακοπής).
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν: 1) η από 25-9-2017 έφεση του ανακόπτοντος Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία παραπονείτο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου επικαλούμενο, ειδικότερα ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή: α) της διατάξεως του άρθρου 421 του Α.Κ. η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι η αρνητική δήλωση της καθ'ης η ανακοπή - τρίτης για το από 1-1-2014 έως 30-6-2014 διάστημα ίσχυε έναντι αυτού και β) των διατάξεων των άρθρων 9, 30 παρ.1-3, 32 παρ. 1, 33, 34, 89 του ν.δ. 356/1974 και 982 του Κ.Πολ.Δ.
απέρριψε το αίτημά του καταβολής από την καθ' ης η ανακοπή - τρίτη των μισθωμάτων, που θα καταστούν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά έως την εκτέλεση της αποφάσεως που θα εκδοθεί και 2) η από 8-11-2017 (με αρ. εκθ. κατ. 4576/2017) έφεση της καθ' ης η ανακοπή-τρίτης, με την οποία παραπονείτο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου.
Επί των εφέσεων, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλομένη, υπ' αριθμ. 812/2021, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία αφού δέχθηκε τυπικώς τις εφέσεις: α) απέρριψε κατ' ουσίαν την από 8-11-2017 έφεση της εκκαλούσης-καθ' ης η ανακοπή-τρίτης και β) δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την από 25-9-2017 έφεση του εκκαλούντος-ανακόπτοντος, ως προς τον πρώτο λόγο, εξαφάνισε εν μέρει την εκκαλουμένη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την ανακοπή, δέχθηκε εν μέρει αυτήν κατ' ουσίαν, αναγνώρισε ως ανακριβή την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. ...
δήλωση της καθ' ης η ανακοπή ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αγρινίου επί της επιβληθείσας από το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο κατασχέσεως εις χείρας της, κατά το μέρος που αφορούσε οφειλή αυτής ως μισθώτριας προς την εκμισθώτρια ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "... Α.Ε." εκ κατασχεθέντων και οφειλομένων μισθωμάτων, ποσού 14.354,10€, και υποχρέωσε την καθ' ης η ανακοπή-τρίτη (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη στην από 15-11-2021 αίτηση αναιρέσεως) να καταβάλει στο ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο το ανωτέρω ποσό, ενώ απέρριψε τον δεύτερο λόγο εφέσεως, διατηρουμένης της εκκαλουμένης αποφάσεως κατά τα λοιπά (όσον αφορά την απόρριψη του αιτήματος του ανακόπτοντος Ελληνικού Δημοσίου περί αναγνωρίσεως ως ανακριβούς της προσβαλλομένης δηλώσεως της καθ' ης η ανακοπή-τρίτης, ως προς την οφειλή των ληξιπροθέσμων μισθωμάτων του χρονικού διαστήματος από 8-12-2016 έως την εκτέλεση της εκδοθεισομένης αποφάσεως και λήξεως της μισθωτικής σχέσεως και καταβολής των ληξιπροθέσμων μισθωμάτων έως την εκτέλεση της αποφάσεως).
Από τον συνδυασμό των άρθρων 30, 32-34 του ΚΕΔΕ (ν.δ.356/1974), όπως ίσχυαν πριν από την τροποποίησή τους με το άρθρο 67 παρ.1, 2 του Ν. 3842/2010 και τις συμπληρωματικώς, κατ' επιταγήν του άρθρου 89 αυτού, εφαρμοζόμενες διατάξεις του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το Δημόσιο, για την ικανοποίηση των απαιτήσεών του κατά οφειλέτη του, μπορεί να κατάσχει στα χέρια τρίτου το ποσό που αυτός οφείλει στον οφειλέτη του Δημοσίου.
Η επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στον τρίτο έχει τα αποτελέσματα της αυτοδικαίως χωρούσης αναγκαστικής εκχωρήσεως (άρθρο 30 παρ. 3 του ΚΕΔΕ). Στην περίπτωση αυτή, αν ο τρίτος ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει ή αρνείται να καταβάλει την κατασχεθείσα χρηματική απαίτηση στο Δημόσιο, έχει υποχρέωση να προβεί αρμοδίως σε αρνητική δήλωση εντός οκτώ ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου.
Την ειλικρίνεια της δηλώσεως του τρίτου μπορεί να αμφισβητήσει το κατασχόν Δημόσιο με ανακοπή, η οποία ασκείται από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. (ήδη Διευθυντή του Δημοσίου Ταμείου), μέσα σε προθεσμία ενός μηνός, από την κοινοποίηση της δηλώσεως ή από την περιέλευση σ' αυτόν της δηλώσεως ενώπιον του Ειρηνοδικείου του τόπου του κατασχόντος, εισάγεται δε και εκδικάζεται κατά το άρθρο 986 του Κ.Πολ.Δ. (άρθρο 34 του ΚΕΔΕ).
Κύριο αντικείμενο της ανακοπής είναι η ύπαρξη και η έκταση της οφειλής του τρίτου προς τον οφειλέτη του Δημοσίου (Α.Π. 259/2020, Α.Π. 4/2020, Α.Π. 1.261/2019, Α.Π. 1.132/2019, Α.Π. 663/2017, Α.Π. 161/2011, Α.Π. 1182/2009). Η ανακοπή αυτή αποτελεί ένδικο βοήθημα, με το οποίο το κατασχόν Δημόσιο επιδιώκει την αναγνώριση της εν όλω ή εν μέρει ανακρίβειας της δηλώσεως του τρίτου και την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού (Α.Π. 1384/2022, Α.Π. 972/2019, Α.Π. 95/2016).
Αντικείμενο της κατασχέσεως εις χείρας τρίτου μπορεί να είναι και απαίτηση μέλλουσα (που δεν έχει γεννηθεί ακόμα) ή υπό αίρεση ή προθεσμία. Απαιτείται, όμως, κατά το χρόνο επιβολής της κατασχέσεως να υπάρχει η βασική έννομη σχέση (μίσθωση πράγματος, εταιρεία, εντολή), από την οποία ως παραγωγός αιτία απορρέει η μελλοντική απαίτηση και μπορεί κατά τον παραπάνω χρόνο να προσδιοριστεί κατ' είδος και οφειλέτη, όχι δε απαραιτήτως κατά το ποσό.
Σε περίπτωση δε κατασχέσεως της απαιτήσεως που έχει ο οφειλέτης του Δημοσίου κατά του τρίτου προς πληρωμή ληξιπροθέσμων και μελλοντικών μισθωμάτων, με την ανακοπή του Δημοσίου δύναται να ζητηθεί σωρευτικά η αναγνώριση της απαιτήσεως αυτών και η καταδίκη του τρίτου αντιστοίχως στην καταβολή των μέχρι της ημέρας της κατασχέσεως οφειλόμενων μισθωμάτων και εκείνων που θα καταστούν μελλοντικώς απαιτητά, εντός των ορίων του δια του κατασχετηρίου κατασχεθέντος συνολικού ποσού (Α.Π. 1384/2022, Α.Π. 1120/2022, Α.Π. 624/2021, Α.Π. 259/2020, Α.Π. 144/1990).
Η ανακοπή αυτή κατά της αρνητικής δηλώσεως του τρίτου, εφόσον σ' αυτήν σωρεύθηκε και αίτημα καταβολής νομιμοτόκως του ποσού της απαιτήσεως, εξομοιώνεται με καταψηφιστική αγωγή (Α.Π. 256/2011). Ειδικότερα, η προαναφερθείσα αναγκαστική εκχώρηση του άρθρου 30 παρ. 3 του ΚΕΔΕ αφετηριάζεται μεν από το χρόνο της επιβολής της κατασχέσεως, που ταυτίζεται με την κοινοποίηση του κατασχετηρίου στον τρίτο, τελεί, όμως, υπό την αίρεση της καταφατικής δηλώσεως του τρίτου ή της δικαστικής αποδοχής της ανωτέρω αναφερόμενης ανακοπής κατά της αρνητικής δηλώσεως του τρίτου (Α.Π. 972/2019).
Το Δημόσιο, δηλαδή, γίνεται οριστικά εκδοχέας της απαιτήσεως, που κατασχέθηκε και ο τρίτος λογίζεται οφειλέτης του Δημοσίου, με τη θετική δήλωση του τρίτου ότι υπάρχει η απαίτηση στα χέρια του ή, επί αρνητικής δηλώσεως ή παραλείψεως του τρίτου, αν το Δημόσιο αντιταχθεί επιτυχώς με την προαναφερόμενη ανακοπή του, οπότε η απαίτηση λογίζεται ως εκχωρηθείσα από το χρόνο που ο τρίτος θα έπρεπε να έχει εξοφλήσει τον κατασχόντα, αν είχε προβεί σε καταφατική δήλωσή του (Α.Π. 1384/2022, Α.Π. 762/2021).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 32 παρ. 2 του ΚΕΔΕ, όπως αυτή ίσχυε και καταλαμβάνει την υπό κρίση υπόθεση, "Η γενομένη επί τη κατασχέση του Δημοσίου δήλωσις εκ μέρους μισθωτών ή υπομισθωτών, περί προκαταβολικής εξοφλήσεως ή εκχωρήσεως μισθωμάτων, ισχύει διά το Δημόσιον μόνον εφ' όσον ούτοι είχον προβή εις δήλωσιν προς την Εφορίαν προ της επιβολής της κατασχέσεως και προσκομίζουν σχετικήν, περί τούτου, βεβαίωσιν".
Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην προκαταβολή μισθωμάτων και στην υποχρέωση δηλώσεως αυτής στη Δ.Ο.Υ. προς αποφυγήν συμπαιγνιών μεταξύ οφειλέτη του Δημοσίου και τρίτου καθ' ου η κατάσχεση, χωρίς η ρύθμιση αυτή να καταλαμβάνεται από τη διάταξη του άρθρου 33 του ΚΕΔΕ, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 67 παρ. 1 του Ν. 3.842/2010, κατά την οποία δημιουργείται μαχητό τεκμήριο οφειλής σε περίπτωση εκπροθέσμου αρνητικής δηλώσεως του τρίτου η παραλείψεως τέτοιας δηλώσεως.
Άλλωστε, η διάταξη του άρθρου 32 παρ. 2 του προϊσχύσαντος ΚΕΔΕ επανελήφθη αυτούσια στον νέο Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Ν. 4978/2022) και στο άρθρο 34 παρ. 2 αυτού, επιβεβαιώνοντας τη βούληση του νομοθέτη για την διατήρηση της εν λόγω ρυθμίσεως και τη διαφοροποίησή της από την περίπτωση του επομένου άρθρου (ήδη 35 του Ν. 4978/2022).
Η συγκεκριμένη ρύθμιση εξυπηρετεί σκοπό δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος συνίσταται στη διασφάλιση των απαιτήσεων του Δημοσίου και στην αποφυγή συμπαιγνίας μεταξύ του οφειλέτη του Δημοσίου και του καθ'ου η κατάσχεση τρίτου. Κατά την αιτιολογική έκθεση του ανωτέρω νόμου, η, κατά την παράγραφο 2 της κωδικοποιητικής διατάξεως, ισχύς της δηλώσεως των μισθωτών ή υπομισθωτών ως τρίτων περί της προκαταβολικής εξοφλήσεως ή εκχωρήσεως μισθωμάτων συνδέεται, για λόγους εναρμονίσεως προς το οργανωτικό σχήμα της ΑΑΔΕ αλλά και απλοποιήσεως, με την υποβολή της δηλώσεως στη Δ.Ο.Υ.
φορολογίας εισοδήματός τους ή στο πληροφοριακό σύστημα της ΑΑΔΕ πριν από την επιβολή της κατασχέσεως και την επισύναψη αντιγράφου της υποβληθείσας δηλώσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η διάταξη του άρθρου 32 παρ. 2 του προϊσχύσαντος ΚΕΔΕ (Ν.Δ. 356/1974) και ήδη 34 παρ. 2 του Ν. 4978/2022, δεν προσκρούει σε διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόστηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 736/2021). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν " αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 162/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 1339/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα: " Δυνάμει του από 7-6-2013 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης η προσθέτως παρεμβαίνουσα - εταιρία με την επωνυμία " ... Α.Ε. " με δ.τ. " ..." εκμίσθωσε στην καθ' ης η ανακοπή - εταιρία με την επωνυμία " ..." οκτώ σιλό αποτελούμενα από μεταλλικές κυψέλες χωρητικότητας εν συνόλω 20.000 τόνων, ένα χώρο γραφείου εμβαδού 40,00 τ.μ., και μια γεφυροπλάστιγγα 60 tn, ευρισκόμενα σε ακίνητο κείμενο στην περιοχή της ΒΙ.ΠΕ.Θ.
Σ., εμβαδού περίπου 20 στρεμμάτων. Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε δωδεκάμηνη αρχόμενη τη 1-6-2013 και λήγουσα την 31-5-2014. Το μηνιαίως καταβαλλόμενο μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των έντεκα χιλιάδων εξακοσίων εβδομήντα ευρώ (€ 11.670,00), πλέον Φ.Π.Α. 23%, ήτοι συνολικά δεκατεσσάρων χιλιάδων τριακοσίων πενήντα τεσσάρων ευρώ και δέκα λεπτών (€ 14.354,10), ενώ ορίστηκε ότι αυτά θα προ καταβληθούν όλα με την υπογραφή της ως άνω σύμβασης με την παράδοση από τη μισθώτρια στην εκμισθώτρια δώδεκα ισόποσων μεταχρονολογημένων επιταγών, οι οποίες θα επιφέρουν απόσβεση της οφειλής του μισθώματος μόνο με την πληρωμή τους.
Το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό κατατέθηκε στην Δ.Ο.Υ. Ν. Ιωνίας Μαγνησίας στις 5-7-2013 (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ.: ... θεώρηση της Δ.Ο.Υ. Ν. Ιωνίας Μαγνησίας). Ακολούθως, δυνάμει του από 31-12-2013 μισθωτηρίου επαγγελματικής μίσθωσης συμφωνήθηκε μεταξύ των ίδιων ως άνω συμβαλλομένων η λύση της ως άνω σύμβασης μίσθωσης και η σύναψη νέας σύμβασης μίσθωσης, διάρκειας εννέα ετών, αρχόμενης από 31-12-2013 και λήγουσα στις 31-12-2022, δυνάμει της οποίας, μεταξύ των ίδιων συμβαλλόμενων, εκμισθώθηκε ένα βιομηχανοστάσιο οκτώ σιλό, αποτελουμένων από μεταλλικές κυψέλες εν συνόλω χωρητικότητας 20.000 τόνων, δύο σιταποθήκες εν συνόλω επιφάνειας 3.200 τ.μ. (1.600 χ 2) με τους αριθμούς 1 και 2, ένα διαιρετό χώρο γραφείου επιφάνειας 40,00 τ.μ., καθώς και μια γεφυροπλάστιγγα 60 tn, ευρισκόμενα στο ίδιο ακίνητο στη ΒΙ.ΠΕ.Θ.
Σίνδου, όπως εμφαίνονται στο επισυναπτόμενο στη σύμβαση μίσθωσης διάγραμμα κάλυψης του πολιτικού μηχανικού Χ. Α.. Το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε για τα 8 σιλό, στο ποσό των έξι χιλιάδων εξακοσίων εξήντα έξι ευρώ και εξακοσίων εξήντα έξι λεπτών (€ 6.666,666) πλέον Φ.Π.Α. 23% και για τις δύο αποθήκες, το γραφείο και τη γεφυροπλάστιγγα 60 tn στο ποσό των χιλίων εξακοσίων εξήντα έξι ευρώ και εξακοσίων εξήντα έξι λεπτών (€ 1.666,666) πλέον του τέλους χαρτοσήμου, ανερχόμενου σε 3,6%, ήτοι 60,00 ευρώ, μηνιαίως.
Το μίσθωμα συμφωνήθηκε ότι θα παραμείνει σταθερό για πρώτα 4 έτη και 6 μήνες της μίσθωσης, ή τους πρώτους 54 μήνες της μίσθωσης, ενώ για τον πέμπτο χρόνο της μίσθωσης θα αναπροσαρμόζεται κατά ποσοστό 1% ετησίως. Επίσης, συμφωνήθηκε με το ίδιο ιδιωτικό συμφωνητικό ότι τα ήδη καταβληθέντα μισθώματα στα πλαίσια της λυόμενης από 7-6-2013 σύμβασης μίσθωσης καταλογίζονται προς εξόφληση των μισθωμάτων με βάση τη νέα σύμβαση για το διάστημα από 1-1-2014 έως και 30-6-2014.
Αναλυτικά για το διάστημα από 1-7-2014 έως 30-6-2018 το δωδεκάμηνο μίσθωμα (χωρίς Φ.Π.Α. ή χαρτόσημο) συμφωνήθηκε στο ποσό των εκατό χιλιάδων ευρώ (€100.000,00), για το διάστημα από 1-7-2018 έως 31-12-2018 στο ποσό των πενήντα χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ (€50.500,00) για το διάστημα από 1-1-2019 έως 31-12-2019 στο ποσό των εκατόν δύο χιλιάδων δέκα ευρώ (€ 102.010,00), για το διάστημα από 1-1-2020 έως 31-12-2020 στο ποσό των εκατόν τριών χιλιάδων τριάντα ευρώ (€ 103.030,00), για το διάστημα από 1-1-2021 έως 31-12-2021 στο ποσό των εκατόν τεσσάρων χιλιάδων εξήντα ευρώ (€ 104.060,00) και για το διάστημα από 1-1-2022 έως 31-12-2022 στο ποσό των εκατόν πέντε χιλιάδων εκατό ευρώ (€ 105.100,00) ενώ συμφωνήθηκε ότι ο Φ.Π.Α.
και το τέλος χαρτοσήμου βαρύνει αποκλειστικά την προσθέτως παρεμβαίνουσα - μισθώτρια. Τα μισθώματα διαστήματος από 1-7-2014 έως 30-6-2018, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. και του τέλους χαρτοσήμου, συνολικού ποσού τετρακοσίων δύο χιλιάδων οκτακόσιων ογδόντα ευρώ (€ 402.880,00) προκαταβλήθηκαν στην προσθέτως παρεμβαίνουσα - μισθώτρια την ημερομηνία υπογραφής του ιδιωτικού συμφωνητικού (31-12-2013), ενώ για το διάστημα από 1-7-2018 και μέχρι τη λήξη της σύμβασης συμφωνήθηκε η προκαταβολή μηνιαίως των μισθωμάτων το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα.
Τα ανωτέρω συνομολογούνται από τους διαδίκους. Εν συνεχεία, το ανακόπτον δυνάμει του υπ' αρ. ... εγγράφου, επιδοθέντος στην καθ'ης στις 9-4-2014, επέβαλε στην καθ'ης κατάσχεση εις χείρας της, ως τρίτης, όσων όφειλε ή μελλοντικά θα οφείλει από συναλλαγές της με την εταιρία "... ΑΕ" μέχρι του ποσού του 1.854.574,81 €, που η τελευταία αυτή εταιρία όφειλε στο Δημόσιο από πρόστιμα ΚΒΣ, ΕΕΤΗΔΕ, εισφορές και τέλη.
Η καθ'ης η ανακοπή, προέβη στις 17-4-2014 στην υπ' αρ. ... δήλωσή της ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αγρίνιου, σύμφωνα με την οποία κανένα μίσθωμα δεν όφειλε στη οφειλέτιδα εταιρία του Δημοσίου από το μεταξύ τους υπογραφέν από 31-12-2013 μισθωτήριο επαγγελματικής μίσθωσης, αντιθέτως, σε εκτέλεση της άνω σύμβασης είχε προκαταβάλλει όλα τα μισθώματα του άνω μισθωτηρίου μέχρι και την 30-6-2018, σύμφωνα με τα επισυναπτόμενα αντίγραφα των σχετικών επιταγών.
Όπως προκύπτει από την υπ' αρ. ... απόδειξη υποβολής δήλωσης πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης ακίνητης περιουσίας (υποβληθείσης ηλεκτρονικά στις 23-1-2014) η εκκαλούσα μισθώτρια εταιρία δήλωσε όλα τα απαιτούμενα στοιχεία της νέας μίσθωσης (είδος μίσθωσης, διάρκεια αυτής, στοιχεία ακινήτου, ύψος μισθώματος), δηλώνοντας επίσης ότι τα μισθώματα έχουν ήδη καταβληθεί για το α' εξάμηνο (χρονικού διαστήματος από 1-1-2014 έως 30-6-2014) σύμφωνα με το προηγούμενο συμφωνητικό και το νέο μίσθωμα ορίζεται στο ποσό των 8.333,33€ μηνιαίως, σταθερό για τους 54 μήνες, αναπροσαρμοζόμενου από το 5ο έτος ως την λήξη της μίσθωσης κατά ποσοστό 1% ετησίως.
Όσον όμως αφορά στο καταβληθέν, σύμφωνα με την άνω δήλωση, μίσθωμα (του α' 6μήνου) ποσού 14.354,10€, η σχετικώς εκδοθείσα υπ' αρ. ... επιταγή, δεν αποδεικνύεται ότι έγινε αντί καταβολής, άλλα χάριν καταβολής, καθόσον στο από 7-6-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ρητά αναφέρεται (όρος 3), ότι η καταβολή του μισθώματος (απόσβεση οφειλής) θα επέρχεται με την κανονική πληρωμή κάθε επιταγής, εκδιδόμενης της σχετικής έγγραφης απόδειξης, όπως δε προκύπτει από το αντίγραφο εμφάνισης κινήσεων λογαριασμού της Τράπεζας Πειραιώς πληρώθηκε στις 5-5-2014, δηλ.
σε χρόνο μεταγενέστερο της επιβολής της κατάσχεσης (9-4-2014) συνεπώς, κατά τον άνω χρόνο δεν είχε επέλθει απόσβεση της υποχρέωσης της εκκαλούσας μισθώτριας, παραμείνασας δικαιούχου των μισθωμάτων, της οφειλέτιδας του Δημόσιου, Εταιρίας και η άνω αρνητική δήλωσή της ως προς το σημείο αυτό είναι ανειλικρινής (ανακριβής).
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε διαφορετικά, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον σχετικό βάσιμο λόγο έφεσης. Αντίθετα, όσον αφορά στα μεταγενέστερα μισθώματα, η καθ' ης εταιρία, αν και είχε, όπως ισχυρίζεται, εξοφλήσει, με την υπογραφή του από 31-12-2013 συμφωνητικού μίσθωσης, όλα τα μισθώματα χρονικού διαστήματος 1-7-2014 έως 30-6-2018 ύψους 402.880€, δεν δικαιολογείται για ποιο λόγο δεν δήλωσε την γενομένη προκαταβολή προς την ΔΟΥ, προ της επιβολής της κατάσχεσης, τηρώντας την σχετική διαδικασία του άρθρου 32§2 ΚΕΔΕ, όπως εξάλλου, έπραξε με τα μισθώματα του προγενέστερου χρονικού διαστήματος, παρά μόνο δηλώθηκε το ύψος του νέου μισθώματος.
Κατά συνέπεια, οι προκαταβολές όλων των μισθωμάτων για το χρονικό διάστημα από 1-7-2014 έως 30-6-2018 δεν παράγουν αποτελέσματα έναντι του κατασχόντος ανακόπτοντος, αφού δεν τηρήθηκε η σχετική διαδικασία του άρθρου 32§2 ΚΕΔΕ, με την προγενέστερη της επιβολής της κατασχέσεως, δήλωση προς την Εφορία της γενόμενης προκαταβολής.
Επομένως, έναντι του ανακόπτοντος Δημοσίου η καθής εξακολουθεί να οφείλει το ποσό των 241.679,91€ για το χρονικό διάστημα από 1-7-2014 έως 8-12-2016 (συζήτηση της ανακοπής) ενώ για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα δεν συντρέχουν - ούτε το ανακόπτον επικαλείται - οι όροι εφαρμογής του άρθρου 69 ΚΠολΔ για παροχή προληπτικής δικαστικής προστασίας, απορριπτόμενου του σχετικού λόγου έφεσης... ".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο αφού δέχθηκε τυπικώς τις εφέσεις ακολούθως: α) απέρριψε κατ' ουσίαν την από 8-11-2017 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, καθ'ο μέρος είχε κρίνει ότι η εκ μέρους της επικαλούμενες προκαταβολές του συνόλου των μισθωμάτων του από 1-7-2014 έως 30-6-2018 χρονικού διαστήματος δεν παράγουν αποτελέσματα έναντι του κατασχόντος ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, επειδή δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 32 παρ. 2 του ΚΕΔΕ διαδικασία, με την προγενέστερη της επιβολής της κατασχέσεως δήλωση προς την Εφορία της γενόμενης προκαταβολής, με αποτέλεσμα, η ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία να εξακολουθεί να οφείλει έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, το ποσό των 241.679,91 ευρώ (του από 1-7-2014 έως 30-6-2018 διαστήματος) και β) δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την από 25-9-2017 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, καθ'ο μέρος είχε απορριφθεί το κονδύλιο οφειλομένων μισθωμάτων, ποσού 14.354,10€, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, μόνον ως προς τη διάταξή της, που αφορά το ως άνω κονδύλιο και, αφού κράτησε και δίκασε την ανακοπή, κατά το αντίστοιχο μέρος, δέχθηκε αυτήν εν μέρει, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, αναγνώρισε ως ανακριβή την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. ...
δήλωση της καθ'ης η ανακοπή ως προς το ποσό των 14.354,10€ και υποχρέωσε την καθ'ης η ανακοπή να καταβάλει αυτό στο ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο διατηρουμένης της διατάξεως της εκκαλουμένης, όσον αφορά την απόρριψη του αιτήματος του ανακόπτοντος Ελληνικού Δημοσίου περί αναγνωρίσεως ως ανακριβούς της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. ...
δηλώσεως της καθ'ης η ανακοπή ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αγρινίου και καταβολής όσων μισθωμάτων θα είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμα και απαιτητά από τη συζήτηση της ανακοπής (8-12-2016) και μέχρι την εκτέλεση της αποφάσεως και λήξεως της μισθωτικής σχέσεως (στις 31-12-2022). Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, 1) όσον αφορά τις παραδοχές επί της από 8-11-2017 εφέσεως της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας με την επωνυμία "...", δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου, την προδιαληφθείσα διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 32 παρ.2 του Κ.Ε.Δ.Ε. (Ν.Δ. 356/1974), ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, για το αν η άνω διάταξη εφαρμόστηκε ορθά ή όχι.
Ειδικότερα, δέχθηκε ότι οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα προκαταβολές όλων των μισθωμάτων για το από 1-7-2014 έως 30-6-2018 χρονικό διάστημα δεν παράγουν αποτελέσματα έναντι του κατασχόντος ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, επειδή δεν τηρήθηκε η διαδικασία, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 32 παρ. 2 του ΚΕΔΕ, με την προγενέστερη της επιβολής της κατασχέσεως δήλωση προς την Εφορία της γενομένης προκαταβολής, με αποτέλεσμα, έναντι του ανακόπτοντος Δημοσίου, η καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία να εξακολουθεί να οφείλει το ποσό των 241.679,91 ευρώ για μισθώματα, του από 1-7-2014 έως 30-6-2018 χρονικού διαστήματος.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της από 26-3-2022 αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθμού 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. 2) όσον αφορά τις παραδοχές επί της από 25-9-2017 εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων 30, 32, 33 και 34 του ΚΕΔΕ (Ν.Δ. 356/1974) και 69 παρ. 1α και 982 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., δεχόμενο (το Εφετείο) ότι για το μεταγενέστερο της συζητήσεως της ανακοπής χρονικό διάστημα (από 9-12-2018 έως 31-12-2022) δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής του άρθρου 69 του Κ.Πολ.Δ., για παροχή προληπτικής δικαστικής προστασίας.
Και τούτο, διότι, κατά τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη, δύναται, σε περίπτωση κατασχέσεως της απαιτήσεως που έχει ο οφειλέτης του Ελληνικού Δημοσίου κατά τρίτου προς πληρωμή ληξιπροθέσμων και μελλοντικών μισθωμάτων, να αιτηθεί σωρευτικά την αναγνώριση της απαιτήσεως αυτών και την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή των μέχρι της ημέρας της κατασχέσεως οφειλομένων μισθωμάτων, καθώς και εκείνων που θα καταστούν μελλοντικώς απαιτητά, εντός των ορίων του διά του κατασχετηρίου κατασχεθέντος συνολικού ποσού.
Επομένως, ο συναφής μοναδικός λόγος της από 15-11-2021 αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος.
Οι προβαλλόμενες με τον πρώτο λόγο της από 26-3-2022 αιτήσεως αναιρέσεως αιτιάσεις, περί αντισυνταγματικότητας του άρθρου 32 παρ. 2 του ΚΕΔΕ, ως αντικειμένου στις διατάξεις των άρθρων 4, 20, 25 και 26 του Συντάγματος, 6 ΕΣΔΑ και 1 Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την επίκληση της μετατροπής (κατά τις απόψεις της αναιρεσείουσας) του τεκμηρίου οφειλής της διατάξεως του άρθρου 32 παρ. 2 του ΚΕΔΕ ως μαχητού, με αναφορές στη διάταξη του άρθρου 33 του ΚΕΔΕ, που ιδρύει, μετά την επελθούσα νομοθετική μεταβολή (άρθρο 67 παρ.1 Ν. 3842/2010 και άρθρο 76 Ν.4607/2019), μαχητό πλέον τεκμήριο οφειλής σε περίπτωση εκπροθέσμου αρνητικής δηλώσεως του τρίτου ή παραλείψεως τέτοιας δηλώσεως, είναι απορριπτέες, καθόσον η ρύθμιση του άρθρου 32 παρ. 2 του ΚΕΔΕ δεν συνιστά περίπτωση απώλειας προθεσμίας ή παραλείψεως αρνητικής δηλώσεως, αλλά την υποχρέωση ενημερώσεως της αρμοδίας Δ.Ο.Υ. σε περίπτωση προκαταβολής μισθωμάτων, προς αποφυγή συμπαιγνιών μεταξύ οφειλέτη του Δημοσίου και τρίτου καθ' ου η κατάσχεση, μετά την επιβολή της κατασχέσεως, οι οποίες θα φαίνονται ότι έλαβαν χώρα σε προγενέστερο χρόνο. Επομένως, ο πρώτος λόγος της από 26-3-2022 αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, όσον αφορά τους λοιπούς λόγους της από 26-3-2022 αιτήσεως αναιρέσεως λεκτέα τα εξής:
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, στέρησε δε με τον τρόπο αυτό την απόφαση νομίμου βάσεως, αναφορικώς με την απόρριψη της προβληθείσας από αυτήν ενστάσεως, περί καταχρηστικής ασκήσεως της ανακοπής του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου. Το Εφετείο, απέρριψε την εν λόγω ένσταση με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεχόμενο τα εξής, ως προς το κρίσιμο, για την έκβαση του λόγου αναιρέσεως, ζήτημα της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ανακοπής: "...Εξάλλου η εκκαλούσα της από 8-11-2017 έφεσης ισχυρίζεται, με τον σχετικό λόγο έφεσης, ότι εσφαλμένως απερρίφθη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο η προβληθείσα πρωτοδίκως ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος κατ' άρθρο 281 ΑΚ. Ειδικότερα, η εκκαλούσα ισχυρίσθηκε ότι με την υπ' αρ. ... δήλωση γνωστοποίησε αρμοδίως, ως όφειλε, την καταρτισθείσα σύμβαση μίσθωσης και τα απαραίτητα στοιχεία αυτής, ενώ δεν ήταν υποχρεωμένη να προσκομίσει θετική σχετική βεβαίωση από την αρμόδια υπηρεσία κατ' άρθρο 32 παρ. 2 ΚΕΔΕ διότι συνομολογήθηκε η προκαταβολή μισθωμάτων για 4 έτη (ήτοι, από 1-7-2014 έως 30-6-2018) τα οποία και προκαταβλήθηκαν προ της κατάσχεσης.
Συνεπώς το ανακόπτον καταχρηστικώς επικαλείται την διάταξη του άρθρου 32§2 ΚΕΔΕ περί μη δήλωσης της προκαταβολής των μισθωμάτων, καθώς έτσι από μια τυπική παράλειψη, θα οδηγηθεί σε διπλή πληρωμή των ήδη καταβληθέντων μισθωμάτων. Η άνω ένσταση, παραδεκτώς προβληθείσα με τις κατατεθείσες επί της έδρας, προτάσεις και με παραπομπή σε αυτές στο ακροατήριο ...
είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα η εκκαλούσα εταιρία, αν και στην υπ' αρ. ... δήλωσή της γνωστοποίησε την προκαταβολή μισθωμάτων περιόδου 1-1-2014 έως 30-6-2014, όσον αφορά στα μισθώματα του μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, και δη από 1-7-2014 έως 30-6-2018, δεν δικαιολογείται για ποιον λόγο δεν δήλωσε την γενόμενη προκαταβολή τους, εφόσον αυτά μάλιστα, όπως ισχυρίζεται, είχαν ήδη καταβληθεί κατά την ημέρα υπογραφής του από 31-12-2013 συμφωνητικού μίσθωσης τηρώντας την επιβαλλόμενη εκ του άρθρου 32§2 ΚΕΔΕ διαδικασία, λαμβανομένου υπόψιν ότι η υποχρέωση δήλωσης στην εφορία της προκαταβολής των μισθωμάτων προβλέπεται ρητά στο νόμο (άρθρ. 32§2 ΚΕΔΕ) για να αποφεύγονται συμπαικτικές προκαταβολές μετά την επιβολή της κατάσχεσης, οι οποίες θα φαίνονται ότι έλαβαν χώρα σε προγενέστερο χρόνο και η καθής όφειλε να γνωρίζει το νόμο και τη σχετική νομική διαδικασία [(την οποία ως άνω τήρησε ως προς τα μισθώματα διαστήματος από 1-1-2014 έως 30-6-2014)...".
Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε ως αβάσιμη την προβληθείσα ένσταση εκ του άρθρου 281 του Α.Κ., περί καταχρηστικής ασκήσεως της ανακοπής του ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου, την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., ούτε στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τη μη εφαρμογή της άνω διατάξεως.
Ειδικότερα, στην προσβαλλομένη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ως άνω διατάξεως, που δεν εφαρμόστηκε, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Έτσι, στην προσβαλλομένη απόφαση, καθόσον αφορά την εν λόγω ένσταση με σαφήνεια και επάρκεια εκτίθεται ότι αν και η αναιρεσείουσα, με την υπ' αριθμ. ... δήλωσή της, γνωστοποίησε την προκαταβολή των μισθωμάτων του χρονικού διαστήματος από 1-1-2014 έως 30-6-2014, εν τούτοις, δεν προέβη στη δήλωση της επικαλούμενης από αυτήν προκαταβολής των μισθωμάτων, του χρονικού διαστήματος από 1-7-2014 έως 30-6-2018, τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, καταβλήθηκαν από αυτήν κατά την ημέρα υπογραφής του από 31-12-2013 συμφωνητικού μισθώσεως, τηρώντας την, προβλεπόμενη από το άρθρο 32 παρ. 2 του ΚΕΔΕ, διαδικασία.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της από 26-3-2022 αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 416 του Α.Κ., η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή. Η καταβολή η οποία καθαυτή είναι υλική πράξη, δηλαδή πραγματικό γεγονός και όχι σύμβαση ή μονομερής δικαιοπραξία, για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής, πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής ό,τι πράγματι δικαιούται σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 419 του Α.Κ. προκύπτει ότι απόσβεση της ενοχής μπορεί να επέλθει και με δόση αντί καταβολής. Στην περίπτωση αυτή απαιτείται συμφωνία δανειστή και οφειλέτη, ότι η άλλη παροχή δίνεται αντί καταβολής (pro soluto, in solutum), συνάμα δε να συνοδεύεται η συμφωνία αυτή και με έμπρακτη ή άμεση εκτέλεση της άλλης παροχής, που δίνεται αντί της οφειλόμενης.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 421 του Α.Κ., αν ο οφειλέτης, για να ικανοποιήσει το δανειστή, αναλάβει απέναντί του νέα υποχρέωση, αυτή δεν θεωρείται ότι έγινε αντί καταβολής, εκτός αν προκύπτει σαφώς το αντίθετο. Από τον ερμηνευτικό της βουλήσεως των μερών κανόνα που θεσπίζεται με τη διάταξη αυτή, συνάγεται ότι, όταν ο οφειλέτης σε εκπλήρωση της οφειλόμενης παροχής, αναλαμβάνει νέα υποχρέωση για άλλη διαφορετική παροχή, αποτελεί ζήτημα ερμηνείας της βουλήσεως των μερών, αν αυτά, την ανάληψη της νέας αυτής υποχρεώσεως, ήθελαν "αντί καταβολής" (in solutum), δηλαδή σε αντικατάσταση και απόσβεση της οφειλόμενης ή αν χάριν και προς το σκοπό της μελλοντικής εκπληρώσεως της οφειλόμενης (pro solvendo).
Με την πρώτη έννοια, μόλις γίνει ανάληψη της νέας υποχρεώσεως, η αρχική αυτοδικαίως αποσβέννυται, αυτή δε η σύμβαση συμπίπτει με την ανανέωση (άρθρο 436 του Α.Κ.), για το κύρος της οποίας (συμβάσεως ανανεώσεως ενοχής) απαραίτητος όρος είναι να υπάρχει σκοπός ανανεώσεως, σκοπός δηλαδή των συμβαλλομένων μερών για κατάργηση της υφιστάμενης ενοχής με τη σύσταση νέας, ο οποίος (σκοπός) δεν εικάζεται, αλλά πρέπει να γίνεται επίκλησή του και να αποδεικνύεται από τον επικαλούμενο αυτόν.
Με τη δεύτερη έννοια, αντίθετα, ενώ σώζεται η αρχική υποχρέωση, γεννιέται προσθέτως και νέα, ούτως ώστε ο δανειστής έχει παραλλήλως δύο απαιτήσεις. Τέτοια περίπτωση αποτελεί και η έκδοση επιταγής, προς ικανοποίηση του δανειστή, η οποία δεν επιφέρει, πριν από την είσπραξη αυτής, την εξόφληση του χρέους, διότι θεωρείται ότι έγινε χάριν καταβολής και όχι αντί καταβολής, εκτός αν συμφωνήθηκε ή προκύπτει από τις περιστάσεις σαφώς το αντίθετο, δηλαδή ότι έγινε για την απόσβεση της αρχικής οφειλής, με τη σύσταση της νέας.
Έτσι, μόνη η παράδοση στον δανειστή από τον οφειλέτη τραπεζικής επιταγής, η οποία αποτελεί όργανο και όχι μέσο πληρωμής, δεν συνιστά καταβολή κατά την έννοια του άρθρου 416 του Α.Κ., ούτε σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται δόση ή υπόσχεση αντί καταβολής κατά τα άρθρα 419 και 421 του Α.Κ., αλλά γίνεται χάριν καταβολής της αρχικής υποχρεώσεως.
Ο οφειλέτης με την έκδοση της επιταγής ή την ανάληψη υποχρεώσεως από αυτή υπόσχεται στο δανειστή του (λήπτη) ότι θα εκπληρώσει την αρχική (βασική) του υποχρέωση με την εκπλήρωση νέας, με τη γένεση δηλαδή της ενοχής από την επιταγή δημιουργείται μόνο ένας εναλλακτικός τρόπος πληρωμής. Έτσι δεν επέρχεται απόσβεση της αρχικής υποχρεώσεως παρά μόνο με την πραγματική πληρωμή (είσπραξη) της επιταγής, είτε αυτή γίνεται με μετρητά είτε με πίστωση του λογαριασμού του κομιστή της.
Δεν αποκλείεται, όμως, η παράδοση της επιταγής να συνιστά υπόσχεση αντί καταβολής, κατά τον ερμηνευτικό κανόνα του ανωτέρω άρθρου 421 του Α.Κ., όταν εκδηλώνεται σαφής (ρητή ή σιωπηρή) περί τούτου βούληση των μερών, οπότε η απόσβεση της απαιτήσεως του δανειστή επέρχεται αμέσως ή από το μεταγενέστερο χρόνο που τα μέρη συμφώνησαν (λ.χ.
επί μεταχρονολογημένης επιταγής). Τη συμφωνία αυτή πρέπει να επικαλείται και να αποδεικνύει αυτός, που προβάλλει απόσβεση (εξόφληση) της απαιτήσεως του δανειστή με την έκδοση ή οπισθογράφηση και παράδοση της επιταγής, η οποία έτσι δεν αποσβέννυται, παρά μόνο αν ο δανειστής με την εκπλήρωση της νέας υποχρεώσεως από τον εν λόγω πιστωτικό τίτλο, ικανοποιηθεί για την αρχική (Α.Π. 326/2018, Α.Π. 202/2018, Α.Π. 1285/2017).
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 416, 419 και 421 του Α.Κ., αναφορικώς με την κρίση της ότι η υπ' αριθμ. ... επιταγή, που αφορούσε το μίσθωμα των 14.354,10 ευρώ, δόθηκε χάριν καταβολής.
Το Εφετείο, ως προς το κρίσιμο, για την έκβαση του ως άνω λόγου αναιρέσεως, ζήτημα, δέχθηκε, κατά τα ήδη αναφερθέντα, ότι η ως άνω επιταγή δόθηκε χάριν καταβολής και όχι αντί καταβολής, διότι στο από 7-6-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως ρητώς αναφέρεται (στον όρο 3), ότι η καταβολή και η εξόφληση του μισθώματος και εντεύθεν η απόσβεση της σχετικής οφειλής θα επέρχεται με την κανονική πληρωμή κάθε επιταγής, εκδιδομένης σχετικής προς τούτο εγγράφου αποδείξεως, όπως προέκυπτε από το αντίγραφο εμφανίσεως κινήσεων λογαριασμού της Τράπεζας Πειραιώς, η επιταγή, που αφορούσε το μίσθωμα των 14.354,10 ευρώ, πληρώθηκε στις 5-5-2014, δηλ.
σε χρόνο μεταγενέστερο της επιβολής της κατασχέσεως (9-4-2014) και, συνεπώς, κατά το χρόνο αυτό (επιβολής της κατασχέσεως) δεν είχε επέλθει απόσβεση της οφειλής (του μισθώματος των 14.354,10 ευρώ), δικαιούχος δε του μισθώματος παρέμενε η οφειλέτιδα του Ελληνικού Δημοσίου ("... Α.Ε.") και η αρνητική δήλωση της καθ'ης η ανακοπή-τρίτης, ως προς το σημείο αυτό, ήταν ανειλικρινής (ανακριβής).
Το Εφετείο, με την ως άνω κρίση του, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, για το αν οι διατάξεις αυτές εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, εκ του αριθμού 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 987 Κ.Πολ.Δ., που αποτελεί ειδικότερη μορφή του άρθρου 262 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και έχει εφαρμογή και επί κατασχέσεως εις χείρας τρίτου των παρ' αυτού οφειλομένων στον οφειλέτη του Δημοσίου, κατά το άρθρο 30 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ), "Ο τρίτος δεν έχει δικαίωμα να προσβάλει το κύρος της κατάσχεσης παρά μόνο αν το κατασχετήριο δεν περιέχει τα στοιχεία του άρθρου 983 ή δεν κοινοποιήθηκε σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση".
Επομένως, επί κατασχέσεως εις χείρας τρίτου, ο τρίτος δικαιούται να προσβάλλει την κατάσχεση για ακυρότητα, μόνον: α) όταν το κατασχετήριο δεν περιέχει τα στοιχεία που αξιώνει το άρθρο 983, ιδίως περιγραφή του εκτελεστού τίτλου και της απαιτήσεως, όπως και το ποσό για το οποίο επιβάλλεται η κατάσχεση και β) όταν το κατασχετήριο δεν κοινοποιήθηκε στον καθ' ου η εκτέλεση.
Αντιθέτως, δεν νομιμοποιείται, κατ' αρχήν, ο τρίτος να προσβάλλει την κατάσχεση για λόγους, που αφορούν στην υπόσταση και στην έκταση της κατασχεμένης απαιτήσεως. Δεν νομιμοποιείται, με άλλα λόγια, να προβάλλει ουσιαστικές ενστάσεις σχετικές με την υπόσταση και την έκταση της κατασχεμένης απαιτήσεως.
Ο αποκλεισμός προσβολής της κατασχέσεως για ουσιαστικούς λόγους, όπως για ελαττώματα της απαιτήσεως του κατασχόντος, του εκτελεστού τίτλου (π.χ. κατά του κύρους της απαιτήσεως του κατασχόντος, κατά του οφειλέτη του, την εξόφληση αυτής, την εικονικότητα αυτής ή την εικονικότητα της εκχώρησης αυτής) δικαιολογείται από το γεγονός ότι αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής κατά της δήλωσης του τρίτου είναι η αλήθεια ή όχι της δήλωσής του και η ύπαρξη ή όχι οφειλής του προς τον οφειλέτη του κατασχόντος (Α.Π. 500/2018).Κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται στον τρίτο η προβολή ουσιαστικών ενστάσεων, αν παρέχεται σ' αυτόν τέτοιο δικαίωμα από ειδική διάταξη, καθώς και αν αυτές προκύπτουν από παράβαση διατάξεων, που θεσπίζονται για το δημόσιο συμφέρον ή για το δικό του συμφέρον, όπως λ.χ.
είναι το ακατάσχετο της απαιτήσεως. Είναι προφανές ότι οι ανωτέρω αιτιάσεις συνιστούν λόγους, που κατά κανόνα θα μπορούσε ο καθ' ου η εκτέλεση (και όχι τρίτος) να προβάλλει μέσω της ανακοπής κατά του κύρους της εκτελέσεως του άρθρου 933 του Κ.Πολ.Δ.. Αντιθέτως, ο τρίτος δεν μπορεί να προβάλλει δικονομικές ενστάσεις, οι οποίες αναφέρονται στο κύρος και τις προϋποθέσεις της αναγκαστικής εκτελέσεως, που ενεργείται εις βάρος του καθ'ου η εκτέλεση, πλην αυτών που ορίζει ρητώς το άρθρο 987 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 687/2021, Α.Π. 821/2018, Α.Π. 500/2018, Α.Π. 139/2018, Α.Π. 1941/2017).
Περαιτέρω, από την διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 249 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει, ότι "Αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της δίκης εωσότου περαιωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα ή άλλη δίκη..." προκύπτει ότι, όταν δεν συντρέχει περίπτωση εκκρεμοδικίας και όταν ακόμη η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται από τη διάγνωση της υπάρξεως ή ανυπαρξίας μιας εννόμου σχέσεως, που κρίνεται από άλλο πολιτικό η διοικητικό δικαστήριο, η αναβολή ή όχι της εκδικάσεώς της, ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, εκκρεμούς διαφοράς απόκειται στην κυριαρχική του εξουσία, γι' αυτό η κρίση του περί της αναβολής ή μη της εκδικάσεως αυτής δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου, το αίτημα περί αναβολής της δίκης και τα προς υποστήριξή του υποβαλλόμενα πραγματικά περιστατικά δεν αποτελούν "πράγμα", με την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 εδάφιο β' του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Πράγματα υπό την έννοια της άνω διατάξεως είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Πράγμα επομένως είναι, υπό την έννοια αυτή, και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβαθμίου κρίσεως (Ολ.
Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 11/1996). Ο εκ του άνω άρθρου λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 12/1991).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πέμπτο και όγδοο λόγους αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., υπό την επίκληση ότι, αν και με απόφαση του Διοικητικού Εφετείου τροποποιήθηκαν τα πρόστιμα εις βάρος της καθ'ης η κατάσχεση, με την προσβαλλομένη απόφαση δεν ελήφθη υπ' όψη ο ισχυρισμός της αυτός, που με λόγο εφέσεως είχε προβάλει, ότι δηλαδή ο εκτελεστός τίτλος πάσχει ελαττώματος (πέμπτος λόγος), ενώ η προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένως δεν έλαβε υπ' όψη της το από 31-12-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως και την πληρωμή των προκαταβληθέντων μισθωμάτων και απέρριψε το αίτημά της εκ του άρθρου 249 του Κ.Πολ.Δ., περί αναβολής της εκδόσεως αποφάσεως, μέχρι την έκδοση τελεσιδίκων αποφάσεων του Διοικητικού Δικαστηρίου επί των προσφυγών της καθ' ης η εκτέλεση εταιρείας, με την επωνυμία "...
Α.Ε.", σχετικώς με το ύψος των οφειλών της προς το Ελληνικό Δημόσιο. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως κρίνονται απορριπτέοι κατά τις κατωτέρω διακρίσεις: Ο πέμπτος λόγος ως αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ότι στην ερευνώμενη υπόθεση δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 987 του Κ.Πολ.Δ..
Ο όγδοος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, ως απαράδεκτος, επειδή η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα μη λήψη υπ' όψη από το Εφετείο του από 31-12-2013 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως και η πληρωμή των προκαταβληθέντων μισθωμάτων δεν αποτελούν πράγμα, υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. Τέλος, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όσον αφορά το λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας, σχετικώς με το αίτημά της, εκ του άρθρου 249 του Κ.Πολ.Δ., να αναβληθεί η έκδοση αποφάσεως μέχρι την έκδοση αποφάσεως των Διοικητικών Δικαστηρίων Θεσσαλονίκης επί προσφυγών της καθ'ης η ανακοπή, αναφορικώς με το ύψος της οφειλής της προς το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, δέχθηκε, τα ακόλουθα: "...Περαιτέρω, η ίδια εκκαλούσα (της από 8-11-2017 έφεσης) με τους σχετικούς - συναφείς λόγους έφεσής της, παραπονείται για την εσφαλμένη απόρριψη του υποβληθέντος αιτήματός της για αναστολή της δίκης, κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ, μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί ασκηθεισών προσφυγών της οφειλέτιδας του δημοσίου, εταιρίας "...
ΑΕ" στα διοικητικά δικαστήρια κατά των πράξεων βάσει των οποίων βεβαιώθηκε η οφειλή της, επανυποβάλλοντας το ίδιο αίτημα στο παρόν Δικαστήριο, μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί ασκηθεισών αιτήσεων αναίρεσης κατά των εκδοθεισών αποφάσεων επί των άνω προσφυγών, στο Συμβούλιο της Επικράτειας... αντικείμενο της παρούσας δίκης είναι η αλήθεια ή όχι της δήλωσης του τρίτου και η ύπαρξη ή όχι οφειλής του προς τον οφειλέτη του κατασχόντος, αποκλειομένης της προσβολής της κατάσχεσης για ουσιαστικούς λόγους ή αφορώντες στην κύρια απαίτηση του κατασχόντος κατά του οφειλέτη του ή στον εκτελεστό τίτλο.
Κατά συνέπεια, δεν συντρέχει περίπτωση αναστολής της δίκης κατ' αρθ. 249 ΚΠολΔ, απορριπτόμενων των σχετικών λόγων έφεσης...". Επομένως, ο όγδοος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις, εκ του αριθμού 8 του άρθρου του Κ.Πολ.Δ., όσον αφορά την απόρριψη της αιτήσεώς της για αναβολή (αναστολή) της συζητήσεως της υποθέσεως, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενοι από την αναιρεσείουσα θεμελιωτικοί της αιτήσεώς της ισχυρισμοί, δεν αποτελούν πράγμα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ..
Σε κάθε δε περίπτωση, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, για την απόρριψη της εν λόγω αιτήσεως, λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής του ως άνω άρθρου, ανήκει στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του.
Με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υπό την επίκληση του αριθμού 19 του Κ.Πολ.Δ., αιτιάται ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, λόγω ελλιπούς, άλλως αντιφατικής αιτιολογίας, επειδή αν και δέχεται, στη μείζονα πρόταση, ότι: "... ο τρίτος μπορεί να προτείνει ενστάσεις βάσει του άρθρου 987 Κ.Πολ.Δ. ..." εν συνεχεία, δέχεται ότι: "...
Ο αποκλεισμός προσβολής της κατάσχεσης για ουσιαστικούς λόγους, όπως για ελαττώματα της απαίτησης του κατασχόντος, του εκτελεστού τίτλου (π.χ. κατά του κύρους της απαίτησης του κατασχόντος, κατά του οφειλέτη του, την εξόφληση αυτής, την εικονικότητα αυτής ή την εικονικότητα της εκχώρησης αυτής) δικαιολογείται από το γεγονός ότι αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής κατά της δήλωσης του τρίτου είναι η αλήθεια ή όχι της δήλωσής του και η ύπαρξη ή όχι οφειλής του προς τον οφειλέτη του κατασχόντος...", καταλήγει στο συμπέρασμα ότι απαγορεύεται στον τρίτο η προσβολή των ελαττωμάτων του τίτλου, χωρίς ωστόσο οποιαδήποτε σύνδεσή της, με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Με το περιεχόμενο αυτό, ο άνω λόγος είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος, διότι στο οικείο δικόγραφο δεν διαλαμβάνονται, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα παραβίαση του άρθρου 987 Κ.Πολ.Δ., ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη, του προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως πλημμέλεια.
Οι επικαλούμενες δε (ως εσφαλμένες), με τον ίδιο λόγο, νομικές παραδοχές του δικαστηρίου, οι οποίες διαλαμβάνονται στη μείζονα πρόταση αυτού, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναιρέσεως, αφού δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Τέλος, με τον έβδομο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του αριθμού 1 του Κ.Πολ.Δ., αιτιάται ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 987 και 983 του Κ.Πολ.Δ., 20 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, λόγω μη διερευνήσεως των ισχυρισμών της, που αφορούν την ύπαρξη οφειλής, το κύρος της διενεργηθείσας κατασχέσεως και του κατασχετηρίου και την αοριστία του πίνακα χρεών.
Και ο λόγος, όμως, αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για την κατ' ουσία απόρριψη των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει: 1) να απορριφθεί στο σύνολό της η από 26-3-2022 αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου για την άσκηση της αιτήσεως στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η ηττηθείσα αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), τα οποία, ωστόσο, θα καθορισθούν μειωμένα, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ.), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και την 134423 οικ/8-12-1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11/20-1-1993), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας και 2) να γίνει δεκτή η από 15-11-2021 αίτηση αναιρέσεως, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου της, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το κεφάλαιο με το οποίο απερρίφθη το αίτημα του ανακόπτοντος, περί αναγνωρίσεως ως ανακριβούς της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. ...
δηλώσεως της καθ'ης η ανακοπή- τρίτης ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αγρινίου επί της επιβληθείσας κατασχέσεως εις χείρας της και καταβολής των μισθωμάτων, τα οποία θα καταστούν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά από τη συζήτηση της ανακοπής (8-12-2016) έως την εκτέλεση της εκδοθεισομένης αποφάσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρεθέν μέρος της στο δικαστήριο που την εξέδωσε, συντιθέμενο από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Διάταξη περί παραβόλου δεν διαλαμβάνεται, διότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου (άρθρο 28 παρ. 4, εδαφ. β' του Ν. 2579/1998). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 182, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), τα οποία όμως πρέπει να οριστούν μειωμένα, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ.), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και την 134423 οικ/8-12-1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11/20-1-1993), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις αιτήσεις αναιρέσεως α) από 26-3-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1082/131/5-4-2022) και β) από 15-11-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 3278/311/1-12-2021) κατά της υπ' αριθμ. 812/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Α)
Απορρίπτει την από 26-3-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1082/131/5-4-2022) αίτηση αναιρέσεως. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα εταιρεία, με την επωνυμία "...", στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300€).
Β)Δέχεται την από 15-11-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 3278/311/1-12-2021) αίτηση αναιρέσεως.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 812/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω αναιρεθέν κεφάλαιο, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300€) για εκάστη αναιρεσίβλητη.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ