Legislator Case Law & Legislation
1807/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling evidence was properly considered despite lack of explicit reading.

Case Number 1807/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for child pornography distribution. The appellant argued that the court erred by considering a forensic report without explicitly reading it in court, violating procedural rights. However, the court found the report was adequately referenced in the lower court's decision and the appellant had previously analyzed its contents in written submissions, rendering the procedural defect non-existent.

Legislator headnote

AI generated

Articles 349, 358, 510 of the Code of Criminal Procedure; The court may consider evidence known to the accused without explicit reading if the accused has had the opportunity to examine it through written submissions or prior knowledge.

Keywords

AI generated
Code of Criminal Procedure procedural fairness forensic report appeal dismissal evidence consideration written submissions child pornography

Cited Legislation

AI generated
Article 349 of the Code of Criminal Procedure
Article 358 of the Code of Criminal Procedure
Article 510 of the Code of Criminal Procedure
Article 583 of the Code of Criminal Procedure
Article 473 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1807 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 1807/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Ι. Μ. του Α., κατοίκου ..., που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Γιαννοπούλου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ.134/2017 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθμ. πρωτ. 11242/28-11-2017 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1622/2017.

Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη υπ' αριθμ. πρωτ. 11242/28.11.2017 δήλωση του Μ. Ι. του Α., για αναίρεση της με αριθμ. 134/6.3.2017 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, η οποία τον κήρυξε ένοχο κατά πλειοψηφία (4-3) για προμήθεια και κατοχή υλικού παιδικής πορνογραφίας με τη χρήση διαδικτύου, τελεσθείσα από δράστη που διενεργεί τέτοιες πράξεις με τη χρησιμοποίηση ανηλίκου, που δεν έχει συμπληρώσει το 15° έτος της ηλικίας του, με το ελαφρυντικό της περ. α', της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών ανασταλείσα κατά πλειοψηφία (6-1) για τρία έτη, ασκήθηκε παραδεκτώς και εμπροθέσμως κατ' άρθρο 473 παρ.2, 3 ΚΠοινΔ (καταχώρηση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο την 8.11.2017). Από τις διατάξεις του άρθρου 349 παρ. 1 και 2 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο μετά από πρόταση του Εισαγγελέα ή και αυτεπάγγελτα μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, μια μόνο φορά για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανωτέρας βίας. Η αναβολή χορηγείται με αίτημα του διαδίκου για λόγο που αφορά αυτόν ή το συνήγορό του, δεν μπορεί να υπερβεί τους τρεις μήνες, και διατάσσεται μόνο για σοβαρούς λόγους υγείας, οι οποίοι αποδεικνύονται με έγγραφο νοσηλευτικού ιδρύματος. Οι λόγοι αυτοί προσδιορίζονται στην απόφαση, η οποία πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη.

Εξ άλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείτο όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. 'Ετσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για σοβαρούς λόγους υγείας ή ανώτερης βίας, κατά το άρθρο 349 ΚΠοινΔ, πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου.

Συνίσταται δε η κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής απόφασης, στην αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν, καθώς και των συλλογισμών με τους οποίους κατέληξε το δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του (Ολ.ΑΠ 7/2005).

Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται και τι προέκυψε από το καθένα χωριστά ώστε να γίνει αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους. Ωστόσο πρέπει να προκύπτει από την απόφαση, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά απ' αυτά για να μορφώσει την απορριπτική περί αναβολής κρίση του.

Για τη θεμελίωση του πρώτου λόγου αναιρέσεως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε το υποβληθέν για λογαριασμό του από τη συνήγορό του αίτημά του περί αναβολής της δίκης λόγω κωλύματος στο πρόσωπό του για λόγους ασθενείας, χωρίς την απαιτούμενη αιτιολογία, υποπίπτοντας έτσι η προσβαλλομένη απόφαση στην αναιρετική πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρακτικά της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 134/2017 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών προέκυψαν τα ακόλουθα: Μετά από την εκφώνηση της υποθέσεως και του ονόματος του κατηγορουμένου ήδη αναιρεσείοντος, που βρέθηκε απών, εμφανίσθηκε η δικηγόρος Αθηνών Βασιλική Γιαννοπούλου, η οποία δήλωσε ότι παρίσταται ως πληρεξούσια δικηγόρος του κατηγορουμένου.

Το Δικαστήριο επέτρεψε την εκπροσώπηση του ανωτέρω κατηγορουμένου από την προαναφερθείσα συνήγορο υπερασπίσεως. Η τελευταία μετά ταύτα, αφού ζήτησε και έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, προέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης, κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ, λόγοι κωλύματος στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, δηλώνοντας κατά λέξη: "ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να προσέλθει σήμερα λόγω ασθενείας, διότι πάσχει από οξεία οσφυοισχυαλγία.

Θέλει να παρευρίσκεται στο Δικαστήριο και γι' αυτό το λόγο ζητά την αναβολή της υπόθεσης". Προσεκόμισε δε και παρέδωσε στο Δικαστήριο και την από 5.3.2017 ιατρική βεβαίωση του Γενικού Νοσοκομείου ..." της ιατρού Π. Μ., η οποία (ιατρική βεβαίωση) και αναγνώσθηκε, και πρότεινε ως μάρτυρα την ευρισκομένη στο ακροατήριο Ζ.

Μ.. Η τελευταία, εξετασθείσα ενόρκως κατέθεσε ως προς το άνω αίτημα αναβολής, επί λέξει τα εξής: "Είμαι η σύζυγος του κατηγορουμένου. Τη χθεσινή μέρα, καθώς έπαιζε με το παιδί μας τον έπιασε η μέση του και πονούσε υπερβολικά. Πήγαμε στο Νοσοκομείο και αφού εξετάστηκε από τους γιατρούς μας είπαν ότι πάσχει από οξεία οσφυοισχυαλγία και ότι πρέπει να παραμείνει στο κρεβάτι ακίνητος, για δέκα, τουλάχιστον ημέρες.

Θέλει να έρθει στο Δικαστήριο να είναι παρών, αλλά δεν μπορεί να σηκωθεί. Γι' αυτό τον λόγο θέλει μια σύντομη αναβολή της υπόθεσης.".

Το Δικαστήριο απέρριψε το εν λόγω αίτημα με την εξής αιτιολογία: "Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 501 παρ. 1 σε συνδ. με εκείνη του άρθρου 349 παρ. 1 και 2 ... παρατίθεται νομική σκέψη ...

Στην κρινόμενη περίπτωση, κατά την έναρξη της συζήτησης της προκείμενης υπόθεσης, προσδιορισθείσας για την αναγραφόμενη την αρχή της παρούσας δικάσιμο μετά την εκφώνηση του ονόματος του κατηγορουμένου, εμφανίσθηκε η σύζυγός του, η οποία ανήγγειλε ότι ο μη εμφανισθείς κατηγορούμενος είναι ασθενής και κλινήρης και ζήτησε την αναβολή της δίκης προσκομίζοντας την από 5-3-2017 Ιατρική Βεβαίωση της ιατρού Π.

Μ. του Γενικού Νοσοκομείου ..., η οποία και αναγνώσθηκε, ενώ και η ίδια εξετάσθηκε ως μάρτυρας προς υποστήριξη του αιτήματος αναβολής. Το Δικαστήριο τούτο κρίνει ότι το αίτημα που υποβάλλεται από τον κατηγορούμενο, είναι μεν νόμιμο (άρθρ. 349 παρ. 2 εδ. α' ΚΠΔ), πλην όμως εξεταζόμενο περαιτέρω κατ' ουσίαν είναι απορριπτέο, διότι από την προσκομισθείσα και αναγνωσθείσα νομίμως στο ακροατήριο βεβαίωση της ιατρού Π.

Μ. σύμφωνα με την οποία "Ο Μ. Ι. εξετάσθηκε την 5-3-2017 πάσχει από οσφυ-ισχυαλγία και συνεστήθη 10ήμερη άδεια. Από την ως άνω όμως διατύπωση δεν προκύπτει κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου αδυναμία εμφανίσεως του κατηγορούμενου κατά την σημερινή δικάσιμο, ούτε ότι πρόκειται πράγματι περί ανωτέρας βίας υπό την προαναφερθείσα έννοια.

Πρέπει συνεπώς το ως άνω αίτημα αναβολής να απορριφθεί και να διαταχθεί η πρόοδος της δίκης, ενόψει του ότι ο ως άνω εκκαλών - κατηγορούμενος εκπροσωπείται νομίμως από συνήγορο υπεράσπισης". Με αυτά που δέχθηκε το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην απόφασή του την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την απόρριψη του αιτήματος αναβολής και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείσθηκε για τα περιστατικά αυτά.

Ειδικότερα, το Δικαστήριο εξηγεί γιατί δεν πείσθηκε για την αδυναμία εμφανίσεως του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι όπως δέχεται από την προσκομισθείσα και αναγνωσθείσα ως άνω ιατρική βεβαίωση δεν προέκυπτε αδυναμία εμφανίσεώς του στο ακροατήριο. Όσα επομένως περί του αντιθέτου υποστηρίζονται από τον αναιρεσείοντα με λόγο αναιρέσεως ερειδόμενο στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' ΚΠΔ είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 348 Α του ΠΚ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 6 του Ν. 3064/2002 και όπως ίσχυε κατά το χρόνο που φέρεται ότι τελέστηκε η ένδικη πράξη (7.8.2007), πριν, δηλαδή, από την αντικατάσταση του άρθρου 348 Α με την παρ. 10 του άρθρου δεύτερου του ν. 3625/24.12.2007: "1. Όποιος από κερδοσκοπία παρασκευάζει, κατέχει, προμηθεύεται, αγοράζει, μεταφέρει, διακινεί, διαθέτει, πωλεί ή θέτει με οποιονδήποτε τρόπο σε κυκλοφορία πορνογραφικό υλικό τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων ευρώ. 2.

Πορνογραφικό υλικό κατά την έννοια της προηγούμενης παραγράφου συνιστά κάθε περιγραφή ή πραγματική ή εικονική αποτύπωση σε οποιονδήποτε υλικό φορέα, του σώματος ανηλίκου που αποσκοπεί στη γενετήσια διέγερση, καθώς και η καταγραφή ή αποτύπωση, σε οποιονδήποτε υλικό φορέα, πραγματικής, προσποιητής ή εικονικής ασελγούς πράξης που ενεργείται για τον ίδιο σκοπό από ή με ανήλικο...".

Με τη διάταξη αυτή, ποινικοποιήθηκε η πορνογραφία κατά ανηλίκων, το σώμα των οποίων αποτυπώνεται στο πορνογραφικό υλικό. Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, δεν αρκεί απλώς το υλικό να είναι πορνογραφικό, με τη γενική του έννοια, αλλά θα πρέπει να αναφέρεται στο σώμα του ανηλίκου, ανεξαρτήτως φύλου. Ως παρασκευή πορνογραφικού υλικού πρέπει να νοηθεί η δημιουργία αυτού, ενώ ως θέση με οποιονδήποτε τρόπο σε κυκλοφορία νοείται η παράδοση στη διάθεση του κοινού.

Κατοχή νοείται η φυσική εξουσία του δράστη ώστε να μπορεί να εξακριβώσει με δική του θέληση την ύπαρξη και να τη διαθέσει πραγματικά και αν ακόμη προορίζεται για προσωπική χρήση του δράστη, ενώ μεταφορά είναι η διαμετακόμιση από τόπο σε τόπο με οποιοδήποτε μέσο αυτοπροσώπως ή με άλλα πρόσωπα. Περαιτέρω η παραπάνω πράξη, με δεδομένο ότι για τη στοιχειοθέτησή της απαιτείται ο υπαίτιος να ενεργεί από "κερδοσκοπία", έχει την μορφή εγκλήματος με "υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση" και, επομένως, απαιτείται ειδική αιτιολόγηση του στοιχείου αυτού, δηλαδή ότι ο δράστης ενήργησε με κίνητρο να πορισθεί ο ίδιος ή και τρίτος περιουσιακό όφελος που αυξάνει τα εισοδήματα, καθόσον ο νόμος δεν περιορίζει το πρόσωπο του ωφελουμένου σε μόνο τον δράστη.

Μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 10 του άρθρου δεύτερου του ν. 3625/2007, οι παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 348Α του ΠΚ έχουν ως εξής: "I. Όποιος με πρόθεση παράγει, διανέμει, δημοσιεύει, επιδεικνύει, εισάγει στην Επικράτεια ή εξάγει από αυτήν, μεταφέρει, προσφέρει, πωλεί ή με άλλον τρόπο διαθέτει, αγοράζει, προμηθεύεται, αποκτά ή κατέχει υλικό παιδικής πορνογραφίας ή διαδίδει ή μεταδίδει πληροφορίες σχετικά με την τέλεση των παραπάνω πράξεων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων ευρώ. 2.

Όποιος με πρόθεση παράγει, προσφέρει, πωλεί ή με οποιονδήποτε τρόπο διαθέτει, διανέμει, διαβιβάζει, αγοράζει, προμηθεύεται ή κατέχει υλικό παιδικής πορνογραφίας ή διαδίδει πληροφορίες σχετικά με την τέλεση των παραπάνω πράξεων δια συστήματος ηλεκτρονικού υπολογιστή ή με τη χρήση διαδικτύου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως τριακοσίων χιλιάδων ευρώ. 3.

Υλικό παιδικής πορνογραφίας, κατά την έννοια των προηγούμενων παραγράφων, συνιστά η αναπαράσταση ή η πραγματική ή εικονική αποτύπωση σε ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό φορέα του σώματος ή μέρους του σώματος ανηλίκου, κατά τρόπο που προδήλως προκαλεί γενετήσια διέγερση, καθώς και πραγματικής ή εικονικής ασελγούς πράξης που διενεργείται από ή με ανήλικο".

Με τη νεότερη αυτή διάταξη το μεν δεν απαιτείται πλέον η πράξη να τελείται από κερδοσκοπία, το δε θεσπίστηκε το πρώτον η τέλεση της πράξεως δια συστήματος ηλεκτρονικού υπολογιστή ή με τη χρήση διαδικτύου, η οποία τιμωρείται αυστηρότερα. Κατά το μέτρο, λοιπόν, που δεν απαιτεί το στοιχείο της κερδοσκοπίας, το οποίο απαιτούσε η παλαιότερη διάταξη, και προβλέπει αυστηρότερες ποινές ή νέο αξιόποινο σε σχέση με το προϊσχύον νομοθετικό καθεστώς, εφαρμόζεται, ως αυστηρότερη, για πράξεις που τελέστηκαν μετά την 24.12.2007 (άρθρο 2 ΠΚ).

Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού προς το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικά, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών και χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται από ποιό συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή.

Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά κατ' επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 §1 και 187 ΚΠΔ.

Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' του ΚΠοινΔ και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ίδιου Κώδικος, υπό προϋποθέσεις από τον ανακριτικό υπάλληλο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέως.

Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου, η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της αποφάσεως ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, και συνεκτιμήθηκε, όπως συμβαίνει όχι μόνο όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της αποφάσεως ότι τα πορίσματα της πραγματογνωμοσύνης έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και σε κάθε περίπτωση δεν είναι αντίθετα με αυτές.

Ως αποδεικτικό μέσο δε εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 ΚΠΔ, οφείλει όμως όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα να αιτιολογεί την αντίθετη δικανική του πεποίθηση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 134/2017 απόφασή του, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Κατά τη διάταξη του άρθρου 348Α §§ 1,2,3 και 4 Π Κ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 6 του Ν. 3064/2002 και εν συνεχεία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 § 10 του Ν. 3625/2007, με τον οποίο κυρώθηκε το Προαιρετικό Πρωτόκολλο της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού, σχετικά με την εμπορία παιδιών, την παιδική πορνεία και παιδική πορνογραφία, και οι περ.

α' και β' της § 4 συμπληρώθηκαν από το άρθρο 3 §§ 11 και 12, αντίστοιχα, του Α' Κεφαλαίου του Ν. 3727/2008, "1.Όποιος με πρόθεση παράγει, διανέμει, δημοσιεύει, επιδεικνύει, εισάγει στην Επικράτεια ή εξάγει από αυτήν, μεταφέρει, προσφέρει, πωλεί ή με άλλον τρόπο διαθέτει, αγοράζει, προμηθεύεται, αποκτά ή κατέχει υλικό παιδικής πορνογραφίας ή διαδίδει ή μεταδίδει πληροφορίες σχετικά με την τέλεση των παραπάνω πράξεων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων ευρώ. - 2.

Όποιος με πρόθεση παράγει, προσφέρει, πωλεί ή με οποιονδήποτε τρόπο διαθέτει, διανέμει, διαβιβάζει, αγοράζει, προμηθεύεται ή κατέχει υλικό παιδικής πορνογραφίας ή διαδίδει πληροφορίες σχετικά με την τέλεση των παραπάνω πράξεων διά συστήματος ηλεκτρονικού υπολογιστή ή με τη χρήση διαδικτύου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως τριακοσίων χιλιάδων ευρώ. - 3.

Υλικό παιδικής πορνογραφίας, κατά την έννοια των προηγούμενων παραγράφων, συνιστά η αναπαράσταση ή η πραγματική ή εικονική αποτύπωση σε ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό φορέα του σώματος ή μέρους του σώματος ανηλίκου, κατά τρόπο που προδήλως προκαλεί γενετήσια διέγερση, καθώς και πραγματικής ή εικονικής ασελγούς πράξης που διενεργείται από ή με ανήλικο. -4.

Οι πράξεις της πρώτης και δεύτερης παραγράφου τιμωρούνται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων ευρώ: α) αν τελέσθηκαν κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, β) αν η παραγωγή του υλικού της παιδικής πορνογραφίας συνδέεται με την εκμετάλλευση της ανάγκης, της ψυχικής ή της διανοητικής ασθένειας ή σωματικής δυσλειτουργίας λόγω οργανικής νόσου ανηλίκου ή με την άσκηση ή απειλή χρήσης βίας ανηλίκου ή με τη χρησιμοποίηση ανηλίκου που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος.

Αν η πράξη της περίπτωσης β' είχε ως αποτέλεσμα τη βαριά σωματική βλάβη του παθόντος, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή εκατό χιλιάδων έως πεντακοσίων χιλιάδων ευρώ αν δε αυτή είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο, επιβάλλεται ισόβια κάθειρξη".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, οι βασικές μορφές του εγκλήματος περιγράφονται στις §§ 1 και 2 του ανωτέρω άρθρου, και τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος. Με την § 2 προβλέπεται βαρύτερη τιμωρία για τις πράξεις της παραγωγής, προσφοράς, πώλησης ή με οποιονδήποτε τρόπο διάθεσης, διανομής, διαβίβασης, αγοράς, προμήθειας και κατοχής υλικού παιδικής πορνογραφίας, καθώς και της διανομής πληροφοριών, αν αυτές τελέστηκαν μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή ή του Διαδικτύου.

Οι ως άνω πράξεις εκτιμώνται ως επιβαρυντικές, λόγω της μεγάλης ευχέρειας πρόσβασης στο Διαδίκτυο (Αιτ. Εκθ. σχεδίου νόμου, σελ. 13 επ.). Ως παραγωγή υλικού παιδικής πορνογραφίας, πρέπει να νοηθεί η δημιουργία αυτού. Προμήθεια είναι η εξασφάλιση υλικού παιδικής πορνογραφίας, και για προσωπική χρήση του δράστη ακόμη, και κατοχή θεωρείται η φυσική εξουσία του δράστη, ώστε να μπορεί να εξακριβώσει με δική του θέληση την ύπαρξη του υλικού και να διαθέσει αυτό πραγματικά.

Με την § 4 του παραπάνω άρθρου εισάγονται οι εξής αυτοτελείς επιβαρυντικές περιστάσεις: α) αν οι πράξεις των §§ 1 και 2 τελέστηκαν κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β) αν η παραγωγή του υλικού της παιδικής πορνογραφίας συνδέεται, πλην άλλων, με την άσκηση ή απειλή χρήσης βίας ανηλίκου ή με τη χρησιμοποίηση ανηλίκου που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος (πριν από το Ν. 3727/2008 ίσχυε το 10° έτος).

Για την αποδοχή δε αμφοτέρων των άνω επιβαρυντικών περιστάσεων ή μίας εξ αυτών, δεν αρκεί η απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως, ή η απλή αναφορά των συνθηκών υπό τις οποίες τελέσθηκε το έγκλημα, αλλά πρέπει να παρατίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που τις συγκροτούν (ΑΠ 1640/2001, ΑΠ 805/2009, ΤΝΠ - ΝΟΜΟΣ).

Γίνεται ακόμα δεκτό από τη νομολογία ότι η προμήθεια και κατοχή υλικού παιδικής πορνογραφίας, που αποκτάται ελεύθερα από τον χρήστη του διαδικτύου με σποραδικές επισκέψεις στις ιστοσελίδες αυτού και η διαφύλαξη (αποθήκευση) τούτου, είτε στον Η/Υ είτε σε άλλους υλικούς φορείς (Cd-Rom κ.λπ.), για αποκλειστικά προσωπική του ιδίου χρήση, είτε προς ικανοποίηση της περιέργειάς του, είτε ακόμα προς διέγερση των όποιων φαντασιώσεων ή γενετήσιων διαστροφών του, δεν αναβαθμίζει αυτομάτως την πράξη σε κακουργηματική τοιαύτη, εάν συγχρόνως δεν συντρέχουν ορισμένα ενδεικτικά στοιχεία επεξεργασίας, διαχείρισης, αξιοποίησης, διάθεσης ή περαιτέρω διακίνησης του υλικού αυτού σε τρίτους μέσω e-mail, φωτογραφιών και Cd-Rom, ή ανταλλαγής των φωτογραφιών και των βίντεο ανηλίκων μέσω του διαδικτύου, τέλος, συνεργασίας με άλλους χρήστες του διαδικτύου για εμπλουτισμό και "βελτίωση" του υλικού, ώστε να ανακύπτει κίνδυνος διάδοσης και μετάδοσης της πορνογραφίας ανηλίκων.

Διότι, σε αντίθετη περίπτωση, η γενίκευση της κατηγορίας για κάθε επίσκεψη σε ιστοσελίδα αυτού του περιεχομένου οδηγεί σε κίνδυνο ποινικοποίησης, με τη βαρύτερη μάλιστα μορφή, της ελεύθερης χρήσης του διαδικτύου, ακόμα και για λόγους περιέργειας ή από τύχη, γεγονός που δεν ανήκε στις προθέσεις του νομοθέτη (ΑΠ 1648/2016, 1141/2008, 628/2006, 810/2003, 1145/2002, 465/2002 ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την συνεκτίμηση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 177§1 και 178 ΚΠΔ (ΟλΑΠ 1/2005, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) όλων των αποδεικτικών μέσων και στοιχείων που αναγράφονται και καταχωρούνται αναλυτικά στα πρακτικά της παρούσας απόφασης, στα οποία περιλαμβάνονται τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης της πρωτοβάθμιας δίκης, οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και έχουν καταχωρηθεί στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναγράφονται ένα προς ένα στην αντίστοιχη θέση της παρούσας, καθώς και όσα ανέπτυξε για λογαριασμό του κατηγορούμενου η συνήγορος υπεράσπισής του και γενικά από όλη την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα παρακάτω ουσιώδη πραγματικά περιστατικά:

Η Υποδιεύθυνση Διώξεως Ηλεκτρονικού εγκλήματος (Τμήμα Προστασίας Ανηλίκων), στο πλαίσιο της προληπτικής δράσης για την πάταξη του φαινομένου της πορνογραφίας ανηλίκων, διενέργησε έρευνα με τη χρήση του λογισμικού προγράμματος TLO, προς παρακολούθηση της ανταλλαγής σεσημασμένων αρχείων παιδικής πορνογραφίας.

Από την έρευνα αυτή διαπιστώθηκε ότι άγνωστος αριθμός χρηστών του διαδικτύου, εντός της Ελληνικής Επικράτειας, χρησιμοποιώντας δέκα (10) IP διευθύνσεις, που ανήκουν στις εταιρείας παροχής υπηρεσιών Διαδικτύου …, …,..., ... και ..., προμηθεύτηκαν τα ανωτέρω αρχεία που περιείχαν σκληρότατο υλικό παιδικής πορνογραφίας.

Τα ανωτέρω τέθηκαν υπόψη της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών και εκδόθηκε το υπ' αριθμόν 1283/2011 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο διατάχθηκε η άρση του απορρήτου των τηλεφωνικών συνδέσεων συνδρομητών, οι οποίοι είχαν χρησιμοποιήσει τις παραπάνω ηλεκτρονικές διευθύνσεις και έτσι υποχρεώθηκαν οι προαναφερθείσες εταιρείες παροχής υπηρεσιών διαδικτύου να γνωστοποιήσουν στην υπηρεσία τα πλήρη στοιχεία των ατόμων στα οποία ανήκαν οι συγκεκριμένες συνδέσεις καθώς και τον αριθμό της τηλεφωνικής σύνδεσης των συνδρομητών αυτών που χρησιμοποίησαν τις προαναφερόμενες ηλεκτρονικές διευθύνσεις.

Έτσι σχετικά με τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο, αποδείχτηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 11-12-2010 έως και 14-4-2011, με τη χρήση 7 διαφορετικών και μοναδικών IP ηλεκτρονικών διευθύνσεων, είχε προμηθευτεί πλήθος αρχείων υλικού πορνογραφίας ανηλίκων. Μετά από αυτά, πρωινές ώρες της 20-9-2011 Αστυνομικοί της Υπηρεσίας Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος μετέβη με την παρουσία Δικαστικού Λειτουργού στην οικία του κατηγορούμενου, στις ..., στην οδό ...

στην οποία μετά από αναζήτηση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του κατηγορούμενου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν : α) δύο εσωτερικοί σκληροί δίσκοι και β) 72 ψηφιακοί οπτικοί δίσκοι, στους οποίους υπήρχε πλήθος αρχείων πορνογραφικού υλικού, από τα οποία εκτυπώθηκαν ενδεικτικά οι συνημμένες στη δικογραφία 16 φωτογραφίες που αναγράφονται στα αναγνωστέα έγγραφα και οι οποίες επισκοπήθηκαν από το Δικαστήριο τούτο.

Το πορνογραφικό αυτό υλικό το οποίο αποτελεί περιεχόμενο των ως άνω ψηφιακών οπτικών δίσκων οι οποίοι αναμφισβήτητα ανήκουν στον κατηγορούμενο, το προμηθεύτηκε και το κατείχε ο ίδιος κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, δηλαδή, από 11-12-2010 μέχρι 14-4-2011, κάνοντας χρήση 7 διαφορετικών και μοναδικών διευθύνσεων IP, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη η οποία είναι καταχωρημένη στην εταιρεία …, με τα στοιχεία IP ….…121 13/04/2011, 17:35 + 000 και με τη χρήση προγραμμάτων ανταλλαγής αρχείων (Ρ2:Ρ).

Και στους δυο εσωτερικούς σκληρούς δίσκους που βρέθηκαν στην κατοχή του κατηγορούμενου, όπως προκύπτει εμφανώς και από την επισκόπηση των φωτογραφιών που ενδεικτικά και μόνον εκτυπώθηκαν, αλλά και από την αναγνωσθείσα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης του Τμήματος εξέτασης ψηφιακών και ηχητικών πειστηρίων, τα πρόσωπα που απεικονίζονται στο συγκεκριμένα αρχεία έχουν ηλικία κάτω των 15 ετών.

Μάλιστα κάτω από τις φωτογραφίες, που έχουν επισυναφθεί στην παραπάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναγράφεται και το "Path", που είναι το διαδικτυακό μονοπάτι, με το οποίο ο χρήστης του ηλεκτρονικού υπολογιστή μπορεί να προμηθευτεί τα συγκεκριμένα αρχεία, ενώ αναγράφονται και συντομογραφίες των φράσεων "3 years Old","2 years Old","6 years old" κ.οκ, lolita", "pedo", "pedophilia", οι οποίες αφενός μεν χαρακτη¬ρίζουν την ηλικία των απεικονιζόμενων παιδιών και αφετέρου σχετίζονται με αρχεία παιδικής πορνογραφίας.

Περαιτέρω, όμως, κατά την πλειοψηφούσα στο Δικαστήριο τούτο γνώμη, δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την ως άνω πράξη κατά συνήθεια, δεδομένου ότι δεν αποδείχτηκαν περιστατικά στα οποία να είναι δυνατόν να στοιχειοθετηθεί η προαναφερθείσα επιβαρυντική περίσταση και συγκεκριμένα δεν αποδείχτηκε ότι αυτός προέβη σε οποιαδήποτε επεξεργασία, διαχείριση, αξιοποίηση και πολύ περισσότερο διάθεση ή περαιτέρω διακίνηση των κατεχόμενων από αυτόν αρχείων προς τρίτους μέσω e-mail, φωτογραφιών ή Cd, ή USB και ανταλλαγής των φωτογραφιών και των βίντεο ανηλίκων μέσω του διαδικτύου, ή, ακόμη και συνεργασία με άλλους χρήστες του διαδικτύου για εμπλουτισμό και "βελτίωση" του υλικού, ώστε να ανακύπτει κίνδυνος διάδοσης και μετάδοσης της πορνογραφίας ανηλίκων.

Εξάλλου, από την αποδεικτική διαδικασία δεν αποδείχτηκαν περιστατικά από οποία θα μπορούσε να συναχθεί σταθερή ροπή του εκκαλούντος κατηγορούμενου για τη διάπραξη του ως άνω εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του, ενόψει του ότι με την εκκαλούμενη απόφαση, η οποία και αποτελεί την κατηγορία για το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ο κατηγορούμενος εκκαλών δικάστηκε για μία πράξη προμήθειας και κατοχής υλικού παιδικής πορνογραφίας και όχι για κατ' εξακολούθηση τέλεση και το παρόν Δικαστήριο, δεσμεύεται από την καθιερωμένη με τη διάταξη του άρθρου 470 του ΚΠΔ, αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του εκκαλούντος κατηγορούμενου, με την επιβάρυνση της νομικής μεταχείρισης αυτού (ΑΠ 787/2013, ΤΝΠ- ΝΟΜΟΣ), η οποία δημιουργείται όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δικάζοντας έφεση του κατηγορούμενου που καταδικάστηκε ότι τέλεσε μία φορά την πράξη, δέχεται, ότι υπό τα αυτά δεκτά γενόμενα και πρωτοδίκως πραγματικά γεγονότα η πράξη τελέσθηκε πολλές φορές και κρίνει αυτόν ένοχο κατ' εξακολούθηση.

Συνεπώς, το Δικαστήριο τούτο δεν έχει τη δυνατότητα να θεωρήσει την κατοχή από τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο των δύο εσωτερικών σκληρών δίσκων και των 72 ψηφιακών οπτικών με το αναγραφόμενο παραπάνω περιεχόμενο, χωρίς τη συνδρομή και έτερων περιστατικών, ως ικανό στοιχείο για τη θεμελίωση της ως άνω επιβαρυντικής μορφής του συγκεκριμένου εγκλήματος.

Κατόπιν τούτων και σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται στην μείζονα πρόταση της παρούσας, πρέπει, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, ώστε να ανταποκρίνεται στην αληθή μορφή των πραγμάτων, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της με πρόθεση προμήθειας και κατοχής υλικού παιδικής πορνογραφίας με τη χρήση διαδικτύου και με τη χρησιμοποίηση ανηλίκου που δεν έχει συμπληρώσει το 15° έτος της ηλικίας του, κατά τα αναγραφόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

Κατά τη μειοψηφούσα δε γνώμη των τριών μελών του Δικαστηρίου τούτου και συγκεκριμένα των ενόρκων Μ. Π., Φ. Φ. και Β. Η., που είχαν τη γνώμη ότι έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την πράξη της προμήθειας και κατοχής υλικού παιδικής πορνογραφίας με την χρήση διαδικτύου, κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσα από δράστη, που διενεργεί τέτοιες πράξεις, κατά συνήθεια, με την χρησιμοποίηση ανηλίκου που δεν έχει συμπληρώσει το 15ο έτος της ηλικίας του".

Ακολούθως, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στις ... και στους πιο κάτω αναφερόμενους ειδικότερους χρόνους, εκ προθέσεως, προμηθεύτηκε και κατείχε υλικό παιδικής πορνογραφίας δια συστήματος ηλεκτρονικού υπολογιστή και με τη χρήση διαδικτύου, δηλαδή υλικό που συνιστά αναπαράσταση ή πραγματική ή εικονική αποτύπωση σε ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό φορέα, του σώματος ή μέρους του σώματος ανηλίκου, κατά τρόπο που προδήλως προκαλεί γενετήσια διέγερση, καθώς και αναπαράσταση, πραγματικής ή εικονικής ασελγούς πράξεως που διενεργείται από ή με ανήλικο που δεν έχει συμπληρώσει το 15° έτος.

Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και στην επί της οδού ..., οικία του, τις πρωινές ώρες της 20-9-2011 κατείχε υλικό παιδικής πορνογραφίας, περιεχόμενο σε ψηφιακούς οπτικούς δίσκους ιδιοκτησίας του, το οποίο προμηθεύτηκε προηγουμένως, ήτοι μέσα στο χρονικό διάστημα από την 11-12-2010 μέχρι την 14-4-2011, με τη χρήση επτά (7) διαφορετικών και μοναδικών διευθύνσεων IP, μεταξύ των οποίων και η IP ....121 13/4/2011 17:35+000, που είναι καταχωρημένη στην εταιρεία …, καθώς και με τη χρήση προγραμμάτων ανταλλαγής αρχείων (Ρ2:Ρ)".

Με αυτές τις κατά το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, παραδοχές, το δικάσαν Δικαστήριο εκθέτει στην προσβαλλόμενη απόφασή του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της προμήθειας και κατοχής υλικού πορνογραφίας ανηλίκων με τη χρήση διαδικτύου, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 18, 26 παρ.1α, 27 παρ. 1, 51, 53, 348α παρ. 2-3 Π.Κ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.

Διαλαμβάνεται δε πλήρης αιτιολογία και προσδιορίζονται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλομένη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που είναι κατά νόμον αναγκαία για τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του άνω εγκλήματος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων, ως ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, διακρινόμενο των εγγράφων, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως και την αναγνωσθείσα έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης του Τμήματος εξέτασης Ψηφιακών και Ηχητικών Πειστηρίων της Δ/νσης Εγκλ/κων Ερευνών, περί της οποίας γίνεται μνεία στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως και ρητή και αναλυτική αναφορά και τα πορίσματα της οποίας δεν είναι αντίθετα με αυτά των παραδοχών της απόφασης.

Όσα επομένως κατ' εκτίμηση του δευτέρου (τελευταίου) αναιρετικού λόγου προβάλλονται συναφώς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329,331, 333 παρ. 2, 364 και 369 Κ.Ποιν.Δικ. προκύπτει ότι η λήψη υπ' όψη για το σχηματισμό της κρίσεως του περί ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ.

δ' του ιδίου κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, διότι ο κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του, και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρ. 358 ΚΠΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά, ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενο που προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα.

Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν δικαστήριο, μνημονεύει στο σκεπτικό του μεταξύ άλλων, αποδεικτικών μέσων, την έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης του τμήματος εξέτασης ψηφιακών και ηχητικών πειστηρίων, για την οποία το δικαστήριο αναφέρει ότι αναγνώσθηκε, ενώ από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά του δικαστηρίου ως αναγνωσθέντα, δεν διαλαμβάνεται ως αναγνωσθείσα η ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη.

Αυτή όμως ήταν γνωστή στον κατηγορούμενο, ήδη αναιρεσείοντα, ο οποίος δεν στερήθηκε τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματά του, για το ως άνω αποδεικτικό μέσο. Ειδικότερα από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκύπτει ότι αυτός (κατηγορούμενος) στους έγγραφους ισχυρισμούς του, που καταχωρήθηκαν κατά το άρθρο 141 ΚΠΔ, στις σελ. 9-11, αναφέρει την ως άνω από 17-9-2014 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, αναλύοντας όλο το περιεχόμενο αυτής, τα εξετασθέντα πειστήρια, και τα συμπεράσματα της.

Επομένως, το ως άνω αποδεικτικό μέσο, παραδεκτά λήφθηκε υπόψη από το δικάσαν Εφετείο και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔικ. λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο από τη λήψη υπόψη της πραγματογνωμοσύνης αυτής, χωρίς να αναγνωρισθεί, είναι αβάσιμος.

Μετά από αυτά, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αριθμ. πρωτ. 11242/28.11.2017 δήλωση του Μ. Ι. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμ. 134/6.3.2017 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ