1807/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΜε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 6020/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την από 4.2.2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων με αίτημα την ακύρωση της από 9.12.2009 απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου, που συγκροτήθηκε στην Αθήνα για τη διεξαγωγή ημεδαπής μεν εμπορικής διαιτησίας, αλλά κατά τον Κανονισμό Διαιτησίας του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου (ICC) στην υπόθεση με στοιχεία 14458/ AVH/ JHN/GZ.
Legislator headnote
AI generated1807/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η έννοια αυτή της δημόσιας τάξης είναι στενότερη από την έννοια της δημόσιας τάξης κατά το άρθρ. 3 ΑΚ και η αντίθεση προς τη στενότερη αυτή έννοια της δημόσιας τάξης είναι αναγκαία κατά το άρθρ. 34§2β(ββ) του ν. 2735/1999 για τη θεμελίωση λόγου ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης όταν πρόκειται για διεθνή και όχι για ημεδαπή εμπορική διαιτησία (ΑΠ 102/2012? πρβλ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1807 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1807/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΟΤΟΡ ΟΙΛ ΕΛΛΑΣ Α.Ε", η οποία εδρεύει στο Μ. Α. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τούς πληρεξούσιους δικηγόρους της Αντώνιο Χατζηιωάννου και Παναγιώτη Γιαννόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Της Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΕΓΕΚ Α.Ε", που εδρεύει στο Μ. Α. και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΙΔΙΚΕΣ ΓΕΩΤΕΧΝΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ Α.Ε" (ήδη μετονομασθείσα σε "ΑΕΓΕΚ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ") και το διακριτικό τίτλο "ΕΔΑΦΟΣΤΑΤΙΚΗ" (ήδη ΑΕΓΕΚ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε), η οποία εδρεύει στο Μ. Α. και εκπροσωπείται νόμιμα και 3. Της εταιρείας με την επωνυμία ΕΝΕΤ Α.Ε. που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους των Κωνσταντίνο Κλεισούρα και Γεώργιο Ορφανίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Φεβρουαρίου 2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 6020/2011 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15 Φεβρουαρίου 2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 15 Νοεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο πρώτος, ο δεύτερος κατά το πρώτο μέρος, ο τρίτος κατά το πρώτο επίσης μέρος και ο τέταρτος των λόγων της αίτησης αναίρεσης, να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της κατά της υπ' αριθ. 6020/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να αναιρεθεί η απόφαση αυτή κατά τα αντίστοιχα κεφάλαιά της. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 6020/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την από 4.2.2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων με αίτημα την ακύρωση της από 9.12.2009 απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου, που συγκροτήθηκε στην Αθήνα για τη διεξαγωγή ημεδαπής μεν εμπορικής διαιτησίας, αλλά κατά τον Κανονισμό Διαιτησίας του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου (ICC) στην υπόθεση με στοιχεία 14458/ AVH/ JHN/GZ.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 898 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ), αφού η επικαλούμενη από τις αναιρεσίβλητες αποδοχή από την αναιρεσείουσα της διαιτητικής, αλλά και της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, που προκύπτει έμμεσα κατ' αυτές από τις αναφερόμενες στις από 10.1.2013 προτάσεις τους προς το Δικαστήριο τούτο πράξεις των διαδίκων στο πλαίσιο της σχετικής από 18.5.2012 συμφωνίας της αναιρεσείουσας με την τρίτη αναιρεσίβλητη, δεν κατέστησε απαράδεκτη έκτοτε την ασκηθείσα προηγουμένως, δηλαδή ήδη από τις 15.2.2012, αίτηση αναίρεσης, με δεδομένο ότι ναι μεν η αποδοχή της απόφασης ισοδυναμεί γενικώς με παραίτηση από την άσκηση κατ' αυτής ένδικων μέσων, οπότε αν αυτά ασκηθούν ακολούθως είναι απαράδεκτα (ΑΠ 211/1976? 549/1983), όμως η παραίτηση από ήδη ασκηθέν ένδικο μέσο, όπως η ένδικη αίτηση αναίρεσης, μπορεί να γίνει μόνο με τον τύπο του άρθρ. 297 ΚΠολΔ, στο οποίο παραπέμπει το άρθρ. 299 του ίδιου Κώδικα (ΟλΑΠ 626/1980? 1738/2002), οπότε δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή ως παραίτηση η άτυπη αποδοχή της απόφασης [ΟλΑΠ 15/2008? ΑΠ 27/1980? 1817/2012? Μακρίδου, Η σιωπηρή αποδοχή των δικαστικών αποφάσεων κατά τον ΚΠολΔ (2004) σ. 131 - 132].
Επομένως και η επικαλούμενη από τις αναιρεσίβλητες συμμόρφωση της αντιδίκου τους με την διαιτητική απόφαση σε χρόνο που αυτή είχε ήδη ασκήσει την ένδικη αίτηση αναίρεσης δεν συνιστά αφ' εαυτής αποδοχή από την ίδια της διαιτητικής και κατ' επέκταση και της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και δεν ισχύει ως παραίτησή της από την ένδικη αίτηση, ενώ και το έννομο συμφέρον της προς εκδίκαση της αίτησης αυτής δεν εξέλιπε από αυτόν και μόνον το λόγο, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσίβλητες με τις ως άνω προτάσεις τους, που κατέθεσαν εμπρόθεσμα κατά το άρθρ. 570§1 ΚΠολΔ. 2.
Κατά το άρθρ. 897 αριθ. 6 ΚΠολΔ, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, ολικά ή εν μέρει, με δικαστική απόφαση και όταν είναι αντίθετη προς διατάξεις δημόσιας τάξης ή προς τα χρηστά ήθη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η αντίθεση πρέπει να προκύπτει ευθέως από το περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης στο σύνολό της, δηλαδή όχι μόνον από το διατακτικό της, αλλά και από το αιτιολογικό της (ΟλΑΠ 13/1995).
Ως διατάξεις δημόσιας τάξης προς τις οποίες δεν επιτρέπεται να αντίκειται η ημεδαπή διαιτητική απόφαση όταν αφορά ημεδαπή διαιτησία και των οποίων η εφαρμογή δεν μπορεί κατά το άρθρ. 890§2 ΚΠολΔ ν' αποκλεισθεί με τη συμφωνία περί διαιτησίας, νοούνται, κατά μία άποψη, οι κανόνες αναγκαστικού δικαίου της ελληνικής έννομης τάξης, έστω και αν αποβλέπουν πρωτίστως στην εξυπηρέτηση του ιδιωτικού και όχι του δημόσιου συμφέροντος, δηλαδή η έννοια των διατάξεων δημόσιας τάξης του άρθρ. 897 αριθ. 6 ΚΠολΔ συμπίπτει μ' εκείνη του άρθρ. 3 ΑΚ, που ορίζει γενικότερα ότι η ιδιωτική βούληση δεν μπορεί να αποκλείσει την εφαρμογή κανόνων δημόσιας τάξης [ΑΠ 350/1979? 1490/1991? 1726/1991? 906/1993? 1441/2000? 434/2007? 537/2007? 1334/2008? 2101/2009? 40/2010? Κα?σης, Εκφάνσεις της δημόσιας τάξης στην αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπών δικαστικών και διαιτητικών αποφάσεων (2000) σ. 157 - 164].
Συνεπώς, κατά την άποψη αυτή, η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ή αναλόγως μη εφαρμογή από τη διαιτητική απόφαση των κανόνων αναγκαστικού δικαίου της ελληνικής έννομης τάξης, εφόσον καταλήγει σε αντίστοιχα εσφαλμένο διατακτικό, συνιστά αντίθεση προς την ημεδαπή δημόσια τάξη και ιδρύεται έτσι ο λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης από τον αριθμό 6 του άρθρ. 897 ΚΠολΔ σε σχέση πάντοτε με ημεδαπή διαιτησία.
Παρέπεται ότι η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των λοιπών κανόνων δικαίου από τους διαιτητές ή οι ελλιπείς αιτιολογίες της διαιτητικής απόφασης δεν θεμελιώνουν τον ως άνω λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, εκτός αν παράγεται έτσι κατάσταση αντίθετη προς τις θεμελιώδεις πολιτειακές, δικαιϊκές, ηθικές, κοινωνικές ή οικονομικές αρχές και αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξης (ΑΠ 1273/2003? 1601/2009? 1377/2011), που συγκροτούν τη δημόσια τάξη της χώρας κατά την έννοια του άρθρ. 33 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο διάταξη αλλοδαπού δικαίου δεν εφαρμόζεται, αν η εφαρμογή της προσκρούει στα χρηστά ήθη και γενικά στη δημόσια τάξη.
Η έννοια αυτή της δημόσιας τάξης είναι στενότερη από την έννοια της δημόσιας τάξης κατά το άρθρ. 3 ΑΚ και η αντίθεση προς τη στενότερη αυτή έννοια της δημόσιας τάξης είναι αναγκαία κατά το άρθρ. 34§2β(ββ) του ν. 2735/1999 για τη θεμελίωση λόγου ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης όταν πρόκειται για διεθνή και όχι για ημεδαπή εμπορική διαιτησία (ΑΠ 102/2012? πρβλ.
και ΑΠ 1532/2008) και βέβαια προκειμένου να αναγνωρισθεί το δεδικασμένο αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης και να κηρυχθεί αυτή εκτελεστή στην Ελλάδα [ΟλΑΠ 1572/1981? 6/1990? 17/1999? ΑΠ 149/1986? 1561/1998? 1260/2002? 1066/2007? 665/2011? 323/2012? 31/2013? 712/ 2013? Κουσούλης, Δίκαιο της διαιτησίας (2006) σ. 163 - 164]. Κατά διαφορετική άποψη η αντίθεση προς τη δημόσια τάξη κατά την έννοια του άρθρ. 33 ΑΚ είναι αναγκαία για τη θεμελίωση λόγου ακύρωσης ημεδαπής διαιτητικής απόφασης και όταν πρόκειται για ημεδαπή διαιτησία [ΑΠ 1182/1981? 831/1994? 2234/2009? Καλαβρός, Η εξουσία κρίσης των διαιτητών (1988) σ. 135 - 138? Κεραμεύς, Νομικές Μελέτες
ΙΙ (1994) σ. 434 - 435? Μπέης, ΠολΔικον VII τεύχος 20 (1994) άρθρ. 897 σ. 526 - 531? Νίκας, Ακύρωση διαιτητικής αποφάσεως (γνμδ), ΕλλΔνη 2001.352 - 363 (356 - 358)? πρβλ. και ΟλΑΠ 20/2011? 4/2012], δηλαδή κατά την άποψη αυτή δεν οδηγεί σε ακύρωση της διαιτητικής απόφασης η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ή μη εφαρμογή από τους διαιτητές οποιουδήποτε κανόνα αναγκαστικού δικαίου της ελληνικής έννομης τάξης, αλλά μόνον όσων εκφράζουν τις ως άνω θεμελιώδεις αρχές και αντιλήψεις της και αντιφάσκει προς αυτές ως σύνολο η διαιτητική απόφαση [ΑΠ 133/2006? 1712/2008? 2020/2009? Κουσούλης, Δίκαιο της διαιτησίας (2006) σ. 151/152].
Διάταξη αναγκαστικού δικαίου της ελληνικής έννομης τάξης κατά την έννοια του άρθρ. 3 και όχι 33 του ΑΚ είναι και αυτή του άρθρ. 388§1 του ίδιου Κώδικα (ΟλΑΠ 350/1985? ΑΠ 133/1980), που ορίζει ότι αν τα περιστατικά, στα οποία κυρίως, εν όψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη αμφοτεροβαρούς σύμβασης, μεταβλήθηκαν εκ των υστέρων από λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν και από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, εν όψει και της αντιπαροχής, έγινε υπέρμετρα επαχθής, το δικαστήριο μπορεί κατά την κρίση του με αίτηση του οφειλέτη να την αναγάγει στο μέτρο που αρμόζει και να αποφασίσει τη λύση της σύμβασης εξ ολοκλήρου ή κατά το μέρος που δεν εκτελέστηκε ακόμη.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία δεν έχει εφαρμογή αν η σύμβαση εκπληρώθηκε πλήρως και ανεπιφύλακτα τόσο κατά την παροχή όσο και κατά την αντιπαροχή (ΑΠ 584/1956? 640/1971? 1479/1981? 73/1994? 678/1996), η απρόοπτη εκ των υστέρων μεταβολή των συνθηκών, στις οποίες τα μέρη στήριξαν τη σύναψη αμφοτεροβαρούς σύμβασης, δικαιολογεί την αναπροσαρμογή ή και τη λύση της σύμβασης εν όλω ή εν μέρει, εφόσον ανέτρεψε σε τέτοιο βαθμό την ισορροπία των ανταλλασσόμενων παροχών, ώστε η παροχή του οφειλέτη να έγινε υπέρμετρα επαχθής συγκρινόμενη με την αντιπαροχή του δανειστή, δηλαδή πρέπει η εκτέλεση της σύμβασης να συνεπάγεται υπερμεγέθη ζημία γι' αυτόν και αντίστοιχα δυσανάλογη ωφέλεια για το δανειστή.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι με τον περιεχόμενο στην αγωγή αυτή πρώτο από τον αριθμό 6 του άρθρ. 897 ΚΠολΔ λόγο ακύρωσης της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση αυτή, η οποία, μεταξύ άλλων, υποχρέωσε την αναιρεσείουσα εταιρεία να καταβάλει στην πρώτη αναιρεσίβλητη πρόσθετο εργολαβικό αντάλλαγμα ποσού 436.598,67 ευρώ, πλέον τόκων 179.675,02 ευρώ, αφού προς το σκοπό δέχτηκε ότι υπήρξε απρόοπτη εκ των υστέρων αύξηση της τιμής του χάλυβα κατά 44,6% σε σχέση με την τιμή που ίσχυε κατά την κατάρτιση της μεταξύ τους από 19.11.2003 σύμβασης έργου, στο πλαίσιο της οποίας η πρώτη αναιρεσίβλητη ανέλαβε και εκτέλεσε με υπεργολάβο τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων κατασκευαστικές και ηλεκτρομηχανολογικές εργασίες αναβάθμισης των εγκαταστάσεων διυλιστηρίου της αναιρεσείουσας, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη αναγκαστικού δικαίου του άρθρ. 388§1 ΑΚ, με το να δεχθεί ειδικότερα ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, μολονότι η αύξηση της τιμής του χάλυβα, η οποία κατά τις παραδοχές της διαιτητικής απόφασης επιβάρυνε το έργο κατά 623.712,38 ευρώ, δηλαδή σε ποσοστό μόλις 5,68% σε σχέση με το ποσό των 10.970.000 ευρώ του αρχικού προϋπολογισμού του όλου έργου, δεν συνιστά υπέρμετρη επιβάρυνση για την πρώτη αναιρεσίβλητη, ενώ και η καταβολή σ' αυτή πρόσθετου εργολαβικού ανταλλάγματος μετά την ολοκλήρωση του έργου, δηλαδή η αναδρομική αναπροσαρμογή του εργολαβικού ανταλλάγματος, δεν είναι επιτρεπτή κατά την ως άνω διάταξη.
Από την παραδεκτή εξ άλλου επισκόπηση της διαιτητικής απόφασης προκύπτει ότι με την απόφαση αυτή έγινε πράγματι δεκτό, με βάση τα αποδεικτικά μέσα που η απόφαση έλαβε υπόψη της, ότι η αύξηση της τιμής του χάλυβα κατά 44,6% σε σχέση με την τιμή που ίσχυε κατά την κατάρτιση της από 19.11.2003 σύμβασης έργου μεταξύ της αναιρεσείουσας και της πρώτης αναιρεσίβλητης υπήρξε απρόβλεπτη και επιβάρυνε εκ των υστέρων την πρώτη αναιρεσίβλητη με πρόσθετη δαπάνη για την αιτία αυτή συνολικού ποσού 623.712,38 ευρώ, έναντι της οποίας η διαιτητική απόφαση της επιδίκασε, κατά την παρεχόμενη από το άρθρ. 388 ΑΚ διακριτική ευχέρεια, ποσό 436.598,67 ευρώ, δηλαδή το 70% της δαπάνης αυτής.
Το Εφετείο έκρινε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του ότι ο παραπάνω πρώτος λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης πρέπει "κατά μεν το πρώτο σκέλος του να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της απόφασης προκύπτει ότι το διαιτητικό δικαστήριο δέχθηκε ότι συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής του άρθρ. 388 ΑΚ, με βάση όσα αποδείχθηκαν επί της ουσίας σχετικά με το θέμα αυτό, όσον δε αφορά το δεύτερο σκέλος του λόγου και υπό την υποστηριζόμενη από την ενάγουσα εκδοχή ότι υπήρξε εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρ. 388 ΑΚ και πάλι ο λόγος αυτός ακυρότητας κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού η εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρ. 897 αριθ. 6 ΚΠολΔ λόγο ακυρότητας, εφόσον απ' αυτή δεν προκαλείται ταυτόχρονα κατάσταση που να αντιβαίνει προς τις θεμελιώδεις πολιτικές, ηθικές, κοινωνικές και οικονομικές αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξης, η οποία θεμελιώνει τον κρατούντα στην Ελλάδα βιοτικό ρυθμό, προϋπόθεση όμως η οποία δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον η εφαρμογή του άρθρ. 388 ΑΚ, η οποία δεν αποκλείεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις να ενεργεί αναδρομικά, δεν βρίσκεται σε αντίθεση με την κατά την έννοια του άρθρ. 33 ΑΚ δημόσια τάξη".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως αβάσιμο τον περιεχόμενο στην ένδικη αγωγή πρώτο λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης τόσο ως προς την πρώτη όσο και ως προς τη δεύτερη νομική θεμελίωσή του, έλαβε υπόψη τη διπλή αυτή θεμελίωση και είναι αβάσιμα και απορριπτέα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με το τρίτο μέρος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ενώ ο ίδιος δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος κατά το δεύτερο μέρος του από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού αντίθετα με όσα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, η εφετειακή απόφαση δεν δέχθηκε χωρίς αιτιολογία ότι η εφαρμογή του άρθρ. 388 ΑΚ μπορούσε κατ' εξαίρεση να έχει στην ως άνω περίπτωση αναδρομική ενέργεια, αλλά γενικώς και αορίστως αναφέρθηκε όλως παρενθετικά στη δυνατότητα κατ' εξαίρεση εφαρμογής του άρθρ. 388 ΑΚ και μετά την εκτέλεση της σχετικής υπό αναθεώρηση σύμβασης.
Κατά τα λοιπά με το πρώτο μέρος του δεύτερου και με τον πρώτο των λόγων της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην εφετειακή απόφαση η πλημμέλεια ότι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρ. 897 αριθ. 6 ΚΠολΔ, 3, 33 και 388§1 ΑΚ έκρινε ότι θεμελιώνει λόγο ακύρωσης της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης η παράβαση διατάξεων δημόσιας τάξης κατά την έννοια μόνον του άρθρ. 33 ΑΚ και όχι και του άρθρ. 3 ΑΚ, με συνέπεια έτσι να κρίνει στη συνέχεια ότι η εφαρμογή του άρθρ. 388§1 ΑΚ από το διαιτητικό δικαστήριο, ακόμη και αν θεωρηθεί εσφαλμένη, δεν δικαιολογεί την ακύρωση της απόφασής του με λόγο από τον αριθμό 6 του άρθρ. 897 ΚΠολΔ.
Ανακύπτει επομένως ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, το οποίο φέρεται προς κρίση με τους ως άνω πρώτο και δεύτερο κατά το πρώτο μέρος αναιρετικούς λόγους από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, γι' αυτό ως προς τους λόγους αυτούς πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί κατά τα άρθρ. 563§2εδ(β) ΚΠολΔ και 23§2εδ(γ)&(δ) του Οργανισμού των Δικαστηρίων (ν. 1756/1988) στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, αφού η παρούσα απόφαση παραπομπής είναι ομόφωνη, προκειμένου να κριθεί, ειδικότερα, εάν ως διατάξεις δημόσιας τάξης, η αντίθεση προς τις οποίες θεμελιώνει λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης από τον αριθμό 6 του άρθρ. 897 ΚΠολΔ, νοούνται οι διατάξεις γενικώς αναγκαστικού δικαίου της ελληνικής έννομης τάξης, δηλαδή κατά την έννοια του άρθρ. 3 ΑΚ και μάλιστα έστω και αν εξυπηρετούν πρωτίστως το ιδιωτικό και όχι το δημόσιο συμφέρον ή μόνον όσες διατάξεις εκφράζουν τις θεμελιώδεις πολιτειακές, δικαιϊκές, ηθικές, κοινωνικές ή οικονομικές αρχές και αντιλήψεις της Χώρας και συγκροτούν τη δημόσια τάξη της κατά τη στενότερη έννοια του άρθρ. 33 ΑΚ. 3.
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 897 αριθ. 4 ΚΠολΔ, η διαιτητική απόφαση ακυρώνεται, αν οι διαιτητές ενήργησαν υπερβαίνοντας την εξουσία που τους παρέχει η διαιτητική συμφωνία ή ο νόμος. Υπέρβαση εξουσίας κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει όταν οι διαιτητές κρίνουν για αντικείμενο το οποίο δεν ανήκει στη νόμιμη εξουσία τους ή δεν έχει υποβληθεί σ' αυτούς με τη συμφωνία για τη διαιτησία (ΟλΑΠ 13/1995).
Τα όρια έτσι που θέτει η διαιτητική συμφωνία σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο και τα αιτήματα της αίτησης προσφυγής στη διαιτησία είναι τα βασικά κριτήρια για τη διαπίστωση υπέρβασης ή όχι της εξουσίας των διαιτητών (ΑΠ 40/2010). Υπέρβαση όμως εξουσίας κατά την παραπάνω έννοια δεν συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή διάταξης ουσιαστικού δικαίου από τους διαιτητές, η έλλειψη αιτιολογίας της διαιτητικής απόφασης ή η εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από τους διαιτητές που έχει ως συνέπεια την εσφαλμένη τελική ουσιαστική κρίση τους (ΑΠ 537/2007? 1601/2009? 40/2010).
Εξ άλλου λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης συνιστά κατά τον αριθμό 5 του ίδιου άρθρ. 897 ΚΠολΔ και η παραβίαση της διάταξης του άρθρ. 886§2 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά τη διαιτητική διαδικασία τα μέρη έχουν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις, τηρείται η αρχή της ισότητας και πρέπει να καλούνται τα μέρη να παραστούν κατά τις συζητήσεις, να αναπτύξουν, κατά την κρίση των διαιτητών, προφορικώς ή εγγράφως τους ισχυρισμούς τους και να προσκομίσουν τις αποδείξεις τους.
Με τη διάταξη αυτή, που περιέχει κανόνα ουσιαστικού δικαίου εναρμονισμένο με το άρθρ. 6§1 της ΕΣΔΑ, που ορίζει ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικαστεί η υπόθεσή του δίκαια, επιβάλλεται η τήρηση, κατά τη διεξαγωγή της διαιτησίας, των αρχών της ισότητας και της ακρόασης των διαδίκων. Ειδικότερα η πρώτη από τις αρχές αυτές πραγματώνεται όταν κανένας από τους διαδίκους δεν αποκτά, σε σχέση με τους λοιπούς, ιδιαίτερα δικαιώματα και δεν απαλλάσσεται από επιβαλλόμενες στους άλλους υποχρεώσεις σε δικονομικό επίπεδο, ενώ η δεύτερη αρχή, δηλαδή της ακρόασης, που θεμελιώνεται και στο άρθρ. 20§1 του Συντάγματος, εξασφαλίζεται με την παροχή σε όλους τους διαδίκους της ευχέρειας αφενός μεν να παραστούν κατά τις συζητήσεις της διαφοράς και να υποβάλουν τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά τους μέσα, ύστερα από σχετική προς αυτούς κλήτευση των διαιτητών, αφετέρου δε να πληροφορηθούν και να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά μέσα των αντιδίκων τους (ΟλΑΠ 13/1995? ΑΠ 1779/1999? 404/2000).
Αντίστοιχα και ο Κανονισμός Διαιτησίας του ΔΕΕ (ICC) ορίζει στο άρθρ. 15§2 ότι σε όλες τις περιπτώσεις το διαιτητικό δικαστήριο οφείλει να ενεργεί δίκαια και αμερόληπτα, έτσι ώστε να διασφαλίζεται ότι το κάθε μέρος έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει την υπόθεσή του, ενώ για τη διασφάλιση του δικαιώματος ακρόασης προνοούν στο πλαίσιο του ίδιου Διεθνούς Κανονισμού και οι διατάξεις των άρθρ. 21§§1&3 και 22§1, σύμφωνα με τις οποίες τα μέρη δικαιούνται να παρευρίσκονται στη συζήτηση της υπόθεσης και καλούνται πριν από εύλογη προθεσμία από το διαιτητικό δικαστήριο, το οποίο κηρύσσει τη διαδικασία περαιωμένη, εφόσον κρίνει ότι δόθηκε στα μέρη η δυνατότητα να υποστηρίξουν εύλογα την υπόθεσή τους, οπότε και δεν είναι πλέον δεκτή η υποβολή εγγράφων ή η προβολή ισχυρισμών ή αποδεικτικών στοιχείων, εκτός αν ζητηθεί ή επιτραπεί από το διαιτητικό δικαστήριο.
Στο πλαίσιο αυτό η ανεξαρτησία του διαιτητή, που απορρέει από τη δικαιοδοτική του ιδιότητα ως τρίτου κριτή, επιβάλλεται να τηρείται όχι μόνον προς τους διαδίκους, αλλά και προς το πραγματικό υλικό που τίθεται υπόψη του και πρόκειται να κριθεί απ' αυτόν. Με το υλικό δηλαδή αυτό πρέπει να έρχεται σε επαφή για πρώτη φορά υπό τη δικαιοδοτική του ιδιότητα ως διαιτητή, ώστε να αποκλείεται ο επηρεασμός του από οποιαδήποτε προηγούμενη πρόσβασή του σ' αυτό, αλλιώς η ύπαρξη προηγούμενης ενασχόλησής του με την ιδιότητα του μάρτυρα ή του πραγματογνώμονα ή του συμβούλου στην ίδια υπόθεση συνιστά λόγο εξαίρεσής του κατά το άρθρ. 52§1 ΚΠολΔ, στο οποίο παραπέμπει το άρθρ. 883§2 του ίδιου Κώδικα.
Απόρροια της επιβεβλημένης ανεξαρτησίας του διαιτητή απέναντι στο πραγματικό υλικό της υπόθεσης είναι και η απαγόρευση να χρησιμοποιεί τις ιδιωτικές του γνώσεις προκειμένου να κρίνει την υπόθεση, αφού με διαφορετική εκδοχή ο διαιτητής θα μεταβαλλόταν ανεπίτρεπτα σε μάρτυρα της υπόθεσης και θα θεμελίωνε την απόφασή του και σε στοιχεία που ο ίδιος συνέλεξε ιδιωτικώς (ΑΠ 1429/2005).
Έτσι, όμως, οι πηγές των γνώσεών του θα ήταν απρόσιτες και ανέλεγκτες ως προς την ακρίβεια των πραγματικών περιστατικών, που αντλήθηκαν απ' αυτές, με συνέπεια την ανισότητα των διαδίκων στη δικονομική μεταχείριση, αφού δυνητικά δεν θα ήταν πλέον ίση η επιρροή τους στην εξέλιξη της διαδικασίας. Σε μια τέτοια, επομένως, περίπτωση, που ο διαιτητής, κατά τρόπο ασυμβίβαστο προς τη δικαιοδοτική του ιδιότητα, χρησιμοποιεί τις ιδιωτικές του γνώσεις για να κρίνει την υπόθεση, παραβιάζει τις ως άνω αρχές της ίσης μεταχείρισης και της ακρόασης των διαδίκων και καθιστά ακυρωτέα την απόφασή του κατά τα άρθρ. 886§2 και 897§5 ΚΠολΔ (ΑΠ 1009/2002).
Η περίπτωση, όμως, αυτή δεν εξομοιώνεται μ' εκείνη, κατά την οποία ο διαιτητής, προκειμένου να στηρίξει την απόφασή του, αντλεί από τους ισχυρισμούς των διαδίκων και από το αποδεικτικό υλικό που αυτοί προσκόμισαν, πραγματικά περιστατικά, τα οποία ναι μεν αυτοί δεν επικαλέστηκαν ρητά, προκύπτουν όμως κατά την ανέλεγκτη ως προς το ζήτημα αυτό κρίση του διαιτητή από το όλο αποδεικτικό υλικό, αφού στην περίπτωση αυτή ο διαιτητής έρχεται σε επαφή με το αποδεικτικό υλικό και τους εν γένει ισχυρισμούς των διαδίκων για πρώτη φορά υπό την δικαιοδοτική του ιδιότητα, οπότε και δεν μπορεί να γίνει λόγος για επηρεασμό του εκ των προτέρων ή για χρησιμοποίηση κατά την κρίση της διαφοράς των ιδιωτικών γνώσεών του ή στοιχείων που ο ίδιος συνέλεξε.
Βέβαια στην ίδια περίπτωση ο διαιτητής παραβαίνει την αρχή για μη αυτεπάγγελτη ενέργεια, που ισχύει κατά το άρθρ. 106 ΚΠολΔ στην πολιτική δίκη. Η παράβαση όμως αυτή στο πλαίσιο του αστικού δικονομικού δικαίου έχει αναχθεί από το νομοθέτη σε λόγο μόνον αναίρεσης κατά το άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ και όχι και σε λόγο ακύρωσης των διαιτητικών αποφάσεων, οπότε οποιαδήποτε ερμηνευτική εκδοχή, η οποία με πρόσχημα την παράβαση του άρθρ. 886§2 ΚΠολΔ θα επιχειρούσε να εισάγει με πλάγιο τρόπο τέτοιο λόγο ακύρωσης των διαιτητικών αποφάσεων, θα ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με τη σαφή αντίθετη βούληση του νομοθέτη (ΟλΑΠ 13/1995? ΑΠ 1061/2009? 40/2010).
Με τον περιεχόμενο στην ένδικη αγωγή δεύτερο λόγο ακύρωσης της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης προβάλλεται η αιτίαση ότι το διαιτητικό δικαστήριο με το να λάβει υπόψη του με την απόφαση αυτή αποδεικτικό μέσο που δεν προσκομίστηκε από τους διαδίκους, δηλαδή την ιστοσελίδα της Ένωσης Τεχνολογίας Σιδήρου και Χάλυβα, την οποία συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία προκειμένου να διαπιστώσει την αύξηση στην τιμή του χάλυβα κατά τον κρίσιμο χρόνο και να επιδικάσει έτσι για την αιτία αυτή πρόσθετο εργολαβικό αντάλλαγμα 436.598,67 ευρώ στην πρώτη αναιρεσίβλητη, υπερέβη τη νόμιμη εξουσία του και συγχρόνως παραβίασε την αρχή της ακρόασης, αλλιώς ενήργησε αντίθετα προς διατάξεις της δημόσιας τάξης, αφού για να κρίνει την υπόθεση των διαδίκων χρησιμοποίησε στην ουσία και ιδιωτικές γνώσεις του.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της διαιτητικής απόφασης προκύπτει ότι το διαιτητικό δικαστήριο, προκειμένου να διαπιστώσει την τιμή του χάλυβα κατά τον κρίσιμο χρόνο, χρησιμοποίησε, πράγματι, μεταξύ άλλων αποδεικτικών στοιχείων, και την ιστοσελίδα της Ένωσης Τεχνολογίας Σιδήρου και Χάλυβα, την ενέργεια όμως αυτή το Εφετείο δεν την θεώρησε εσφαλμένη και απέρριψε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του τον ως άνω λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, κρίνοντας ότι "το γεγονός ότι το διαιτητικό δικαστήριο ενημερώθηκε αυτεπαγγέλτως, προς επιβεβαίωση των αποδεικτικών στοιχείων που ήδη διέθετε, για γεγονός το οποίο σχετίζεται με τις συνθήκες της αγοράς και ειδικότερα για την τιμή του χάλυβα, που ήταν δεδομένη, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον παραπάνω λόγο ακύρωσης, αφού δεν χρησιμοποίησε τις ιδιωτικές γνώσεις του και συνεπώς ούτε την εξουσία που του παρέχει ο νόμος υπερέβη ούτε την αρχή της ισότητας των διαδίκων παραβίασε".
Με το πρώτο μέρος του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην εφετειακή απόφαση η πλημμέλεια ότι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρ. 886§2 και 897 αριθ. 4 και 5 ΚΠολΔ απέρριψε τον ως άνω λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, αφού άλλωστε η τιμή του χάλυβα δεν αποτελεί γεγονός πασίδηλο κατά την έννοια του άρθρ. 336§1 ΚΠολΔ.
Με δεδομένο όμως ότι με το λόγο αυτό κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πλήττεται η εφετειακή απόφαση με στόχο να ακυρωθεί η διαιτητική απόφαση κατά το ποσό του πρόσθετου εργολαβικού ανταλλάγματος των 436.598,67 ευρώ, που επιδικάστηκε νομιμοτόκως στην πρώτη αναιρεσίβλητη, δηλαδή πλήττεται η εφετειακή απόφαση κατά το ίδιο κεφάλαιο κατά το οποίο πλήττεται και με τους δυο πρώτους λόγους της αίτησης αναίρεσης, που παραπέμπονται, κατά τα προεκτεθέντα, στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ο παραπάνω λόγος πρέπει κατά το πρώτο μέρος του να ερευνηθεί μετά την έκδοση απόφασης για τους λόγους αυτούς από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, οπότε και θα είναι τελικά χωρίς αντικείμενο και απορριπτέος, εφόσον η εφετειακή απόφαση κριθεί ως προς το αυτό κεφάλαιο αναιρετέα κατά παραδοχή των δυο πρώτων λόγων της αίτησης αναίρεσης.
Συνεπώς το Δικαστήριο επιφυλάσσεται να κρίνει τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του μετά την έκδοση απόφασης από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Ο ίδιος τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος κατά το δεύτερο μέρος του από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού αντίθετα με όσα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, η εφετειακή απόφαση έλαβε υπόψη τη διπλή νομική θεμελίωση του δεύτερου αγωγικού λόγου ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης και ρητά απέρριψε το λόγο αυτό τόσο κατά την αιτίαση από τον αριθμό 4 όσο και από τον αριθμό 5 του άρθρ. 897 ΚΠολΔ. 4. Λόγος αναίρεσης ιδρύεται από τον αριθμό 10 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και όταν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η παράλειψη αυτή δεν τυποποιείται στο άρθρ. 897 ΚΠολΔ και ως λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, όμως η ύπαρξη αποδείξεων, στις οποίες πρέπει να στηρίζεται η απόφαση κάθε δικαιοδοτικού οργάνου, αποτελεί θεμελιώδη δικονομική αρχή καθολικής ισχύος, η οποία ως έκφραση και της γενικότερης αρχής της δίκαιης δίκης διατρέχει και τη διαιτητική διαδικασία.
Συνεπώς σε περίπτωση ανυπαρξίας αποδείξεων η διαιτητική διαδικασία πρέπει να κηρύσσεται περατωμένη, όπως αυτό ρητά επιτάσσεται με τη διάταξη του άρθρ. 32§2(γ) του ν. 2735/1999 προκειμένου για τις διεθνείς εμπορικές διαιτησίες [βλ. και Κουσούλη, Δίκαιο της διαιτησίας (2006) σ. 110], διαφορετικά το διαιτητικό δικαστήριο υπερβαίνει τη νόμιμη εξουσία του και η απόφασή του ως αντίθετη πρωτίστως προς τη δημόσιας τάξης διάταξη του άρθρ. 6§1 της ΕΣΔΑ εμπίπτει στους ακυρωτικούς λόγους από τους αριθμούς 4 και 6 του άρθρ. 897 ΚΠολΔ.
Κατά την ίδια έννοια εμπίπτει στους λόγους αυτούς και η επιλογή των διαιτητών να καθορίσουν στο πλαίσιο της παρεχόμενης σ' αυτούς ευχέρειας από το άρθρ. 886§1 ΚΠολΔ μειωμένο μέτρο απόδειξης χωρίς αντίστοιχη συμβατική πρόβλεψη, δηλαδή να αρκεσθούν, παρά την έλλειψη συμφωνίας των μερών που να καλύπτει την επιλογή τους, σε βαθμό δικανικής γνώσης που να υπολείπεται και αυτής της πιθανολόγησης που ισχύει κατά τη διάταξη του άρθρ. 690§1 ΚΠολΔ στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων [βλ.
και Μπέη, ΠολΔικον τόμος VII τεύχος 20 (1994) άρθρ. 886 σ. 353-355? Κουσούλη, Δίκαιο της διαιτησίας (2006) σ. 113-115]. Με τον τρίτο από τους λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης, που περιέχονται στην ένδικη αγωγή, προβάλλεται η αιτίαση ότι το διαιτητικό δικαστήριο με το να επιδικάσει με την απόφασή του αυτή στην πρώτη αναιρεσίβλητη για αμφισβητούμενες από την αναιρεσείουσα υπερσυμβατικές και εξωσυμβατικές εργασίες συνολικού ποσού 1.656.575,34 ευρώ (αξίωση με αριθμό 10) ποσό 492.567,10 ευρώ, δηλαδή το 42,2% του αιτούμενου ποσού, υπερέβη την εξουσία του και η απόφασή του είναι αντίθετη προς το δικαίωμα ακρόασης και την αρχή της δίκαιης δίκης, αφού κατέληξε στο ποσοστό αυτό χωρίς στην πραγματικότητα απόδειξη, αν ληφθεί υπόψη ότι η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, στην οποία μόνο στηρίχτηκε, αξιολόγησε από τα 264 υποκονδύλια, που απαρτίζουν την σχετική αξίωση της πρώτης αναιρεσίβλητης, μόνον τα έξι και έκρινε πρόσφορα μόνον τα πέντε απ' αυτά, θεωρώντας ειδικότερα βάσιμα αυτά μεσοσταθμικά κατά το ως άνω ποσοστό, το οποίο αυθαίρετα στη συνέχεια θεώρησε ως ποσοστό βασιμότητας και των λοιπών κονδυλίων της ίδιας αξίωσης.
Το Εφετείο έκρινε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του ότι ο παραπάνω λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης είναι απορριπτέος, αφού από την επισκόπηση της απόφασης αυτής προκύπτει ότι το διαιτητικό δικαστήριο κατέληξε στη βασιμότητα της σχετικής αξίωσης της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά το ως άνω ποσοστό του 42,2%, στηριζόμενο "σε συγκεκριμένα στοιχεία, που συνήγαγε από την έκθεση του πραγματογνώμονα, τη μέθοδο του οποίου αποδέχθηκε..., αν δε το δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, αυτό δεν μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της διαιτητικής απόφασης".
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην εφετειακή απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο με το να απορρίψει, κατά τ' ανωτέρω, τον τρίτο λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης εσφαλμένα έκρινε ότι δεν συντρέχει λόγος ακύρωσης της απόφασης αυτής από τους αριθμούς 4 και 6 του άρθρ. 897 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ συνέχεται εν μέρει με το παραπεμπόμενο στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ζήτημα της έννοιας της δημόσιας τάξης στο πλαίσιο ημεδαπής διαιτησίας και πρέπει συνεπώς και ως προς το λόγο αυτό να επιφυλαχθεί το Δικαστήριο να κρίνει μετά την έκδοση απόφασης από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. 5.
Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη πράγματα, δηλαδή ισχυρισμούς, που παραδεκτά προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, όμως και στο πλαίσιο της διαιτητικής δίκης θεμελιώνει η ίδια παράλειψη ακυρωτικό λόγο από τον αριθμό 5 του άρθρ. 897 ΚΠολΔ, αφού οδηγεί σε προσβολή του δικαιώματος ακρόασης, για το οποίο, εκτός από τη διάταξη του άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ, προνοεί και η διάταξη του άρθρ. 886§2 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 511/2007).
Ο λόγος αυτός, ωστόσο, δεν ιδρύεται, αν πρόκειται για ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή ή αν το διαιτητικό δικαστήριο έλαβε υπόψη τον κρίσιμο ισχυρισμό και τον απέρριψε σιωπηρά, για οποιαδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία, αφού λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης δεν αποτελεί γενικώς η εσφαλμένη νομική ή ουσιαστική εκτίμηση των αυτοτελών ισχυρισμών των διαδίκων, εκτός αν έτσι διαμορφώνεται κατάσταση αντίθετη προς τις θεμελιώδεις αρχές και αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξης.
Με τον περιεχόμενο στο αγωγικό δικόγραφο πέμπτο λόγο ακύρωσης της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης προβάλλεται η αιτίαση ότι το διαιτητικό δικαστήριο με το να μη λάβει υπόψη τις κρίσιμες για την έκβαση της διαιτητικής δίκης ενστάσεις καταχρηστικής από την πρώτη αναιρεσίβλητη άσκησης δικαιώματος, οικείου αυτής πταίσματος και συνυπολογισμού των ωφελειών της από την εκτέλεση του έργου, που παραδεκτά πρότεινε κατ' αυτής η αναιρεσείουσα, προσέβαλε το δικαίωμα ακρόασης της αναιρεσείουσας και κατέστησε έτσι ακυρωτέα κατά τα άρθρ. 886§2 και 897 αριθ. 5 και 6 ΚΠολΔ την απόφασή του.
Ωστόσο από την παραδεκτή επισκόπηση της διαιτητικής απόφασης προκύπτει ότι οι παραπάνω ενστάσεις λήφθηκαν υπόψη στο σύνολό τους και σιωπηρά απορρίφθηκαν από το διαιτητικό δικαστήριο με τις αντίθετες παραδοχές της απόφασής του, που είχαν ως αποτέλεσμα την καταψήφιση της αναιρεσείουσας στην καταβολή ποσού 5.704.864,75 ευρώ στην πρώτη αναιρεσίβλητη.
Επομένως το Εφετείο, το οποίο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε, έστω και με πλεοναστικές αιτιολογίες, τον παραπάνω λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, δεχόμενο εν τέλει και το ίδιο ότι το διαιτητικό δικαστήριο απέρριψε χωρίς ιδιαίτερη αναφορά, αλλά πάντως απέρριψε, τις ενστάσεις της αναιρεσείουσας, σε παραλείψεις και μόνον της οποίας απέδωσε αιτιολογημένα την καθυστέρηση στην εκτέλεση του όλου έργου, δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των ως άνω άρθρων, είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο αντίθετος πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό και πάλι 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. 6.
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 886§1 ΚΠολΔ, η διαδικασία διεξάγεται ενώπιον των διαιτητών και του επιδιαιτητή που ενεργούν από κοινού, ορίζοντας, κατά την ελεύθερη κρίση τους, τον τόπο και το χρόνο διεξαγωγής της διαιτητικής διαδικασίας και γενικά τη διαιτητική διαδικασία, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στη συμφωνία διαιτησίας.
Αντίστοιχα και το άρθρ. 15§1 του Κανονισμού Διαιτησίας του ΔΕΕ (ICC) ορίζει ότι τα ζητήματα, για τα οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον Κανονισμό αυτό, ρυθμίζονται από κανόνες που θα συμφωνήσουν τα μέρη και σε περίπτωση έλλειψης συμφωνίας από κανόνες που θα ορίσει το διαιτητικό δικαστήριο, αποφασίζοντας αν θα εφαρμόσει ή θα λάβει υπόψη του ένα εθνικό δικονομικό δίκαιο.
Συνάγεται έτσι ότι η διαιτητική διαδικασία, εσωτερική ή και διεθνής, χαρακτηρίζεται από ελαστικότητα, αρκεί να μη θίγονται διατάξεις δημόσιας τάξης, και συνεπώς τα μέρη, εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, μπορούν, με ρητή ή και σιωπηρή συναίνεση του διαιτητικού δικαστηρίου, να τροποποιήσουν ή να συμπληρώσουν τα αιτήματα ή ανταιτήματά τους κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας και μάλιστα στο πλαίσιο του Κανονισμού Διαιτησίας του ΔΕΕ (ICC) είναι επιτρεπτή, με την άδεια του διαιτητικού δικαστηρίου, η υποβολή και νέων αιτημάτων ή ανταιτημάτων, ακόμη και μετά το πέρας της διαδικασίας, με την προϋπόθεση ότι αφορούν στην αυτή έννομη σχέση, που εκκρεμεί στο διαιτητικό δικαστήριο και δεν θίγονται κατ' αυτόν τον τρόπο οι αρχές της ισότητας και της ακρόασης των μερών, που αποτελούν τα ελάχιστα δικαιοδοτικά προαπαιτούμενα της διαιτητικής διαδικασίας [ΑΠ 102/ 2012? Κουσούλης, Δίκαιο της Διαιτησίας (2006) σ. 85, 88, 89].
Με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ με το να απορρίψει τον περιεχόμενο στην ένδικη αγωγή έβδομο λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, ενώ έπρεπε να δεχθεί ως βάσιμο το λόγο αυτό από τον αριθμό 6 του άρθρ. 897 ΚΠολΔ και να ακυρώσει στο σύνολό της τη διαιτητική απόφαση ως αντίθετη προς τη θεμελιώδη αρχή της δίκαιης δίκης, που προσβλήθηκε από τις παρατιθέμενες στον ακυρωτικό λόγο, αλλά και στο αναιρετήριο, βασικής σημασίας δικονομικές παραβάσεις σε βάρος της αναιρεσείουσας κατά τη διάρκεια της διαιτητικής δίκης, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την άνιση δικονομική μεταχείρισή της και την απορρύθμιση της όλης διαιτητικής διαδικασίας, εξ αιτίας κυρίως της παράλειψης του διαιτητικού δικαστηρίου να καθορίσει σαφώς το διαδικαστικό πλαίσιο διεξαγωγής της διαιτητικής δίκης.
Ειδικότερα ως τέτοιες παραβάσεις από την πλευρά του διαιτητικού δικαστηρίου αναφέρονται στην αίτηση αναίρεσης οι ακόλουθες: (1) Η απόρριψη δικογράφου της αναιρεσείουσας για το λόγο ότι υπερέβαινε κατά τρεις τις σελίδες που είχε τάξει ως όριο το διαιτητικό δικαστήριο, (2) Η απόρριψη αιτήματος της αναιρεσείουσας για παράταση του χρονοδιαγράμματος της διαιτητικής διαδικασίας, (3) Η παραδοχή εκπρόθεσμου αιτήματος της πρώτης αναιρεσίβλητης για επίδειξη εγγράφων από την αναιρεσείουσα, (4) Η άνιση αντιμετώπιση των διαδίκων στη διάρκεια της διαδικασίας, κατά την οποία επιτράπηκε μεν στην πρώτη αναιρεσίβλητη να εξετάζει επί παντός επιστητού τους μάρτυρες της αναιρεσείουσας, ενώ σ' αυτή απαγορεύτηκε η υποβολή καίριων ερωτήσεων προς τους μάρτυρες της αντιδίκου της με το πρόσχημα ότι αφορούσαν επιχειρηματικά απόρρητα, (5) Η εξέταση ως μάρτυρα του νόμιμου εκπροσώπου της τρίτης αναιρεσίβλητης και η χρησιμοποίηση ακολούθως του ίδιου προσώπου ως τεχνικού συμβούλου της πρώτης αναιρεσίβλητης, (6) Η άνιση εφαρμογή μέτρων προκειμένου να εκτιμηθούν ως ορισμένα ή αόριστα τα δικόγραφα των διαδίκων, (7) Η αποδοχή εκπρόθεσμου δικογράφου 300 σελίδων της πρώτης αναιρεσίβλητης προς εξειδίκευση των υποτιθέμενης αμέλειας της αναιρεσείουσας κατά την εκτέλεση του συμφωνημένου μεταξύ τους έργου, καθώς και η αποδοχή τιμολογίου της εταιρείας ΝΑΒΙΣΚΑΛ χωρίς μετάφραση από τα ελληνικά στα αγγλικά, που είχε οριστεί ως γλώσσα της διαιτησίας (8) Η χορήγηση επανειλημμένων παρατάσεων στην πρώτη αναιρεσίβλητη προκειμένου αυτή να αναπτύξει τη νομική επιχειρηματολογία της, (9) Η ανοχή σε συνεχείς αυθαιρεσίες του πραγματογνώμονα, (10) Οι αντιδεοντολογικές υποδείξεις προς τον πραγματογνώμονα να λάβει υπόψη συγκεκριμένες παραδοχές που αύξαναν την ευθύνη της αναιρεσείουσας και (11) Η αντιδεοντολογική ενέργεια του επιδιαιτητή να προτείνει στην πρώτη αναιρεσίβλητη την προβολή ένστασης κατά του κύρους αποδεικτικού μέσου της αναιρεσείουσας.
Ωστόσο οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα δικονομικές σε βάρος της παραβάσεις κατά τη διάρκεια της διαιτητικής δίκης δεν εξειδικεύονται ως προς την επίδραση που η κάθε παράβαση είχε στην ουσιαστική έκβαση της διαιτητικής δίκης, ώστε, συνολικά εν τέλει εκτιμώμενες, να μπορεί να διαπιστωθεί αν το όλο αποτέλεσμα της δίκης, που είναι και το καθοριστικό μέγεθος, προσκρούει πράγματι στην αρχή της δίκαιης δίκης, ενώ εξ άλλου οι αυτές παραβάσεις δεν συνδέονται από την αναιρεσείουσα με συγκεκριμένα σφάλματα της απορριπτικής κρίσης του Εφετείου.
Επομένως πρωταρχικά ως απαράδεκτος πρέπει να απορριφθεί ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ανεπίτρεπτα επιχειρείται στην πραγματικότητα να πληγεί με έμμεσο τρόπο η ανέλεγκτη κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου ως προς την ουσία της υπόθεσης. 7. Με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην απόφαση του Εφετείου η αιτίαση ότι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ακυρωτικών λόγων από τους αριθμούς 4, 5 και 6 του άρθρ. 897 ΚΠολΔ απέρριψε τους αντίστοιχους με αριθμούς 4, 6, 8, 9, 10, 11 και 12 λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης και υπέπεσε έτσι στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.
Με το περιεχόμενο αυτό ο έβδομος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αόριστος και απορριπτέος κατά τα άρθρ. 566§1 και 577§3 ΚΠολΔ, αφού δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται το ερμηνευτικό και υπαγωγικό σφάλμα της εφετειακής απόφασης, που είχε ως συνέπεια την απόρριψη των ως άνω λόγων ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης. 8.
Κατά το άρθρ. 899§1 ΚΠολΔ, την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης έχουν δικαίωμα να ζητήσουν εκείνοι που συνομολόγησαν τη συμφωνία για τη διαιτησία και καθένας που έχει έννομο συμφέρον, η δε αγωγή απευθύνεται και αυτή εναντίον όλων όσων συνομολόγησαν τη συμφωνία διαιτησίας. Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης τα μέρη της συμφωνίας για τη διαιτησία νομιμοποιούνται ενεργητικά ή παθητικά στη δίκη ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, με την προϋπόθεση ότι υπήρξαν διάδικοι στη διαιτητική δίκη, οπότε και δεσμεύονται κατά το άρθρ. 896 ΚΠολΔ από το δεδικασμένο της διαιτητικής απόφασης.
Δηλαδή για τη νομιμοποίηση προσώπου στην ακυρωτική δίκη δεν αρκεί να συνομολόγησε τη συμφωνία για τη διαιτησία, αλλά θα πρέπει να υπήρξε και διάδικος στη διαιτητική δίκη. Μάλιστα όποιος υπήρξε διάδικος στη δίκη αυτή νομιμοποιείται έστω και αν δεν συμμετείχε στη συμφωνία για τη διαιτησία, ενώ αυτονόητη περαιτέρω προϋπόθεση για την άσκηση της ακυρωτικής αγωγής είναι η ύπαρξη βλάβης του ενάγοντος από τη διαιτητική απόφαση, ώστε να δικαιολογείται το έννομο συμφέρον του για την άσκησή της (Μπέης, ΠολΔικον τόμος VII τεύχος 20 (1994) άρθρ. 899 σ. 357-358? Κουσούλης, Δίκαιο της διαιτησίας (2006) σ. 113-115].
Συνεπώς αγωγή ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης απαράδεκτα απευθύνεται κατά προσώπου που συνομολόγησε μεν τη συμφωνία για τη διαιτησία, δεν υπήρξε όμως διάδικος στη διαιτητική δίκη, ενώ και αντιστρόφως η ακυρωτική αγωγή που δεν απευθύνθηκε εναντίον εκείνων που συνομολόγησαν μεν τη συμφωνία διαιτησίας, δεν υπήρξαν όμως διάδικοι στη διαιτητική δίκη, δεν είναι απαράδεκτη και η απόρριψη από το δικαστήριο της ουσίας της σχετικής ένστασης δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 745/1982).
Εξ άλλου η προβλεπόμενη στο άρθρ. 1(ε) του ν. 2166/1993 απόσπαση ή απόσχιση κλάδου πολυκλαδικής επιχείρησης και η εισφορά του σε εταιρεία που ήδη λειτουργεί ή για πρώτη φορά ιδρύεται, διαφέρει σημαντικά από τη διάσπαση ανώνυμης εταιρείας με απορρόφησή της από άλλες ή με σύσταση νέων προς το σκοπό αυτό ανώνυμων εταιρειών κατά τις διατάξεις των άρθρ. 81 - 89 του ν. 2190/1920, αφού η διάσπαση έχει ως αποτέλεσμα ότι η διασπώμενη ανώνυμη εταιρεία λύνεται χωρίς εκκαθάριση και η περιουσία της, ως σύνολο, μεταβιβάζεται με καθολική διαδοχή σε άλλες ανώνυμες εταιρείες, οι οποίες την υποκαθιστούν, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην όμοια περίπτωση της συγχώνευσης εταιρειών (ΑΠ 568/2005).
Αντίθετα στην περίπτωση απόσπασης ή απόσχισης, η ανώνυμη εταιρεία, από την οποία γίνεται η απόσπαση ή απόσχιση κλάδου της, δεν λύνεται, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει και να νομιμοποιείται στις δίκες που την αφορούν, αφού η μεταβίβαση του κλάδου της έχει την έννοια της ειδικής διαδοχής, οπότε και εφαρμόζεται για τη ρύθμιση της ευθύνης της έναντι των δανειστών της η διάταξη του άρθρ. 479§1 ΑΚ (ΑΠ 736/2002).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι αυτή, μεταξύ άλλων, δέχθηκε και τα ακόλουθα: "Η ένδικη αγωγή... πρέπει να απορριφθεί ως προς την τρίτη εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΝΕΤ ΑΕ" (τρίτη αναιρεσίβλητη), αφού ως προς αυτή απορρίφθηκε η διαιτητική αγωγή από το διαιτητικό δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι η τελευταία δεν είχε προσυπογράψει τη διαιτητική ρήτρα και ούτε είχε συμβληθεί στην εργολαβική σύμβαση μεταξύ της "ΜΟΤΟΡ ΟΪΛ ΕΛΛΑΣ ΑΕ" και της "ΑΕΓΕΚ ΑΕ", η δε ενάγουσα, η οποία νίκησε κατά το μέρος αυτό, δεν επικαλείται έννομο συμφέρον, που να δικαιολογεί την άσκηση της αγωγής της και κατά της "ΕΝΕΤ ΑΕ".
Επίσης η ένδικη αγωγή πρέπει να απορριφθεί και ως προς τη δεύτερη εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΕΓΕΚ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" (δεύτερη αναιρεσίβλητη), η οποία δεν ήταν διάδικος στη διαιτητική δίκη ούτε είναι καθολική διάδοχος της πρώτης εναγόμενης εταιρείας "ΑΕΓΕΚ ΑΕ" (πρώτης αναιρεσίβλητης), αφού η ενάγουσα επικαλείται απόσχιση του κατασκευαστικού κλάδου της πρώτης εναγόμενης "ΑΕΓΕΚ ΑΕ" και εισφορά του στη δεύτερη εναγομένη και όχι διάσπαση με απορρόφηση που συνεπάγεται καθολική διαδοχή".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν απέρριψε παρά το νόμο ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή έναντι της δεύτερης και της τρίτης των αναιρεσιβλήτων, αφού η μεν δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν υπήρξε διάδικος στη διαιτητική δίκη και ούτε στη συνέχεια έγινε καθολική, αλλά ειδική μόνο διάδοχος της πρώτης αναιρεσίβλητης, ενώ η τρίτη αναιρεσίβλητη ναι μεν υπήρξε αρχικά διάδικος στη διαιτητική δίκη, με την έννοια ότι άσκησε από κοινού με την πρώτη των αναιρεσιβλήτων την αίτηση προσφυγής στη διαιτησία, όμως με τη διαιτητική απόφαση κρίθηκε ότι το διαιτητικό δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να κρίνει τις αξιώσεις της τρίτης αναιρεσίβλητης και απέρριψε κατ' αποτέλεσμα ως προς αυτή την αίτηση προσφυγής στη διαιτησία, οπότε η αναιρεσείουσα δεν είχε σε κάθε περίπτωση έννομο συμφέρον να ασκήσει και εναντίον αυτής την ένδικη αγωγή της.
Συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον όγδοο λόγο της αίτησης αναίρεσης και πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός, που εκτιμάται ως λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. 9. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 591§1εδ(δ) ΚΠολΔ, αν στις ειδικές διαδικασίες δεν ορίζεται διαφορετικά, οι διάδικοι μπορούν έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους, με την οποία σχολιάζονται οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις κατά το άρθρ. 390 ΚΠολΔ μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης.
Εφόσον αυτό συμβαίνει, δηλαδή αν πρόκειται για ισχυρισμούς που παραδεκτά προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, το δικαστήριο υποχρεούται να λάβει υπόψη του τα έγγραφα και τις ένορκες βεβαιώσεις που με επίκληση προσκομίσθηκαν με την προσθήκη των προτάσεων προς αντίκρουση των ισχυρισμών ακριβώς αυτών, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.
Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την υπ' αριθ. 4600/31.5.2011 ένορκη βεβαίωση του Γεώργιου Προυσανίδη ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς Ελένης Μπουκουβάλα, που με επίκληση προσκόμισε με την προσθήκη των προτάσεών της η αναιρεσείουσα, επειδή η ένορκη αυτή βεβαίωση προσκομίστηκε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης.
Με τον ένατο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάται η αναιρεσείουσα την εφετειακή απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι παρά το νόμο αρνήθηκε το Εφετείο να λάβει υπόψη την ως άνω ένορκη βεβαίωση, αφού ναι μεν η ένορκη αυτή βεβαίωση προσκομίστηκε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, όμως μ' αυτή γίνεται αντίκρουση ισχυρισμών που προβλήθηκαν από την πρώτη αναιρεσίβλητη κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και ειδικότερα πρόκειται για τους ισχυρισμούς ότι (α) διάδικος κατ' ουσίαν στη διαιτητική δίκη υπήρξε η εταιρεία Technipetrol Italy Spa (TPL), η οποία είχε την επίβλεψη του έργου και θα αποζημίωνε σε περίπτωση απώλειας της δίκης την αναιρεσείουσα και (β) σε κάθε περίπτωση η αναιρεσείουσα είχε αποδεχθεί και είχε επιδοκιμάσει τη διεύθυνση της διαδικασίας από το διαιτητικό δικαστήριο, οπότε η άσκηση της ένδικης αγωγής ήταν πλέον καταχρηστική.
Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί δεν έγιναν δεκτοί από την εφετειακή απόφαση και δεν επηρέασαν τελικά την έκβαση της δίκης στο Εφετείο, με συνέπεια έτσι η παράλειψή του λάβει υπόψη και να αξιολογήσει την ως άνω ένορκη βεβαίωση να μην είναι σε κάθε περίπτωση καθοριστική. Επομένως ως αλυσιτελής πρέπει να απορριφθεί ο ένατος λόγος της αίτησης αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους πρώτο και δεύτερο κατά το πρώτο μέρος του λόγους της αίτησης της εταιρείας με την επωνυμία "ΜΟΤΟΡ ΟΪΛ ΕΛΛΑΣ Α.Ε. για αναίρεση της υπ' αριθ. 6020/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει τον δεύτερο κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του, τον τρίτο κατά το δεύτερο μέρος του και συνολικά τους πέμπτο, έκτο, έβδομο, όγδοο και ένατο λόγους της αυτής ως άνω αίτησης αναίρεσης, ενώ επιφυλάσσεται να κρίνει μετά την έκδοση απόφασης από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον τρίτο κατά το πρώτο μέρος του και τον τέταρτο των λόγων της ίδιας αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 11η Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ