Legislator Case Law & Legislation
1807/2011 AI generated

1807/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1807/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Legislator headnote

AI generated

1807/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Keywords

AI generated
overtime exceeding statutory hours deficit working hours Sunday work authorization working time directive unpaid work unemployment benefits overpayment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1807 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Υπερωριακή απασχόληση. Η κατά το άρθρο 8 παρ. 4 του ν.δ. 515/1970 χορήγηση άδειας για υπερωριακή απασχόληση με απόφαση του αρμόδιου υπουργού καθιστά νόμιμες τις εκτελούμενες υπερωρίες, ανεξάρτητα προς την τήρηση των γενικών διατυπώσεων της έγγραφης αναγγελίας στην αρμόδια επιθεώρηση εργασίας και της αναγραφής αυτών σε ειδικό βιβλίο υπερωριών. Απορρίπτει την αίτηση.

Αριθμός 1807/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 11η Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Α. Π. του Α., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε.

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ - ΔΕΗ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Περικλή Κατσαούνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2005 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 2047/2006 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6478/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-5-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 29-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την 9527β'/ 7-10-2010 έκθεση επιδόσεως του Ι. Χ., δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση της αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα για να παρασταθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στο δικηγόρο που υπογράφει την αίτηση αναιρέσεως ως πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος (ΚΠολΔ 143 παρ.3). Ο αναιρεσείων, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή. Επομένως, παρά τη δικονομική απουσία του αναιρεσείοντος, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών (ΚΠολΔ 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2).

2. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.2 του ν. 435/1976, "Εις πάσαν περίπτωσιν μη νομίμου υπερωριακής απασχολήσεως ο μισθωτός δικαιούται από της πρώτης ώρας, πέραν των εκ των αρχών του αδικαιολογήτου πλουτισμού απαιτήσεών του και ίσης, προς 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου του, προσθέτου αποζημιώσεως". Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ.1 του π.δ.

της 27-6/4-7-1932 "περί κωδικοποιήσεως και συμπληρώσεως των περί 8ώρου εργασίας διατάξεων", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 515/1970 "Υπερωριακή απασχόλησις του προσωπικού συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος επιτρέπεται: α) μετά προηγούμενην επίδοσιν εις την αρμοδίαν Επιθεώρησιν Εργασίας (...) εγγράφου αναγγελίας περί της υπερωριακής απασχολήσεως, (...) και β) υπό τον όρον ότι τηρείται υπό του οικείου εργοδότου ειδικόν βιβλίον υπερωριών υπό τύπον ημερολογίου, θεωρούμενον υπό της αρμοδίας Επιθεωρήσεως Εργασίας, προ πάσης χρησιμοποιήσεώς του".

Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 4 του ν.δ. 515/1970 "περί χρονικών ορίων εργασίας μισθωτών", όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 264/1973 και ήδη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 74 παρ.11 του ν. 3863/2010, "Με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, που εκδίδονται κάθε φορά μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, δύναται να χορηγείται κατά περίπτωση άδεια υπερωριακής απασχόλησης των μισθωτών όλων των επιχειρήσεων και εργασιών εν γένει, καθώς και του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ επί πλέον των για κάθε κατηγορία επιτρεπόμενων ανωτάτων ορίων υπερωριακής απασχόλησης, στις περιπτώσεις:

α) επείγουσας φύσης εργασίας, η εκτέλεση της οποίας κρίνεται απολύτως επιβαλλόμενη ως μη επιδεχόμενη αναβολή και β) εξαιρετικά επείγουσας εξυπηρέτησης των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ. Για την κατά τα ανωτέρω υπερωριακή απασχόληση το ωρομίσθιο των μισθωτών καταβάλλεται αυξημένο κατά εξήντα τοις εκατό (60%)".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, αν ο αρμόδιος Υπουργός χορηγήσει άδεια υπερωριακής εργασίας πέραν από το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο, η απασχόληση των μισθωτών καθίσταται νόμιμη σε όλη τη χρονική έκτασή της, χωρίς να απαιτείται η εκ μέρους του εργοδότη επίδοση εγγράφου αναγγελίας στην αρμοδία επιθεώρηση εργασίας (ΟλΑΠ 1772/1981).

Οι εν λόγω αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης είναι ατομικές, αφορούν σε συγκεκριμένη επιχείρηση ή υπηρεσία του Δημοσίου ή των ΝΠΔΔ και στην εξυπηρέτηση περιοριστικώς αναφερομένων αναγκών, εκδίδονται σε κάθε περίπτωση ύστερα από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και δεν δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Οι αποφάσεις αυτές πρέπει να αναφέρουν τη συγκεκριμένη επιχείρηση ή τη συγκεκριμένη υπηρεσία, τον αριθμό των εργαζομένων, για τους οποίους επιτρέπεται η εργασία πέραν του νομίμου, μεγίστου ωραρίου ημερήσιας απασχόλησης, τον αριθμό των ωρών της κατά μήνα υπερωριακής απασχόλησης και το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο θα ισχύσει η απόφαση του Υπουργού.

Και δεν απαιτείται να προσδιορίζονται στην απόφαση, ονομαστικώς, οι εργαζόμενοι που θα εργασθούν υπερωριακώς, καθ' όσον ανάγεται στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη να ορίσει, τηρώντας τους όρους της απόφασης ως προς τον αριθμό των μισθωτών και τις ώρες υπερωριακής απασχόλησης, ποιοι από τους μισθωτούς του θα εργασθούν, νομίμως, υπερωριακά.

Εξ άλλου, η διαπίστωση του γεγονότος ότι πρόκειται για εργασία επειγούσης φύσεως, η εκτέλεση της οποίας κρίνεται απολύτως επιβεβλημένη και δεν επιδέχεται αναβολή ή εξαιρετικώς επείγουσα ανάγκη εξυπηρετήσεως των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, ανήκει αποκλειστικώς στην αρμόδια διοικητική αρχή, ήτοι στον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, του οποίου η κρίση περί της συνδρομής της εν λόγω ουσιαστικής προϋπόθεσης δεν ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΠ 1393/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι ο αναιρεσείων, από την 11-7-1976, συνδεόταν με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου με την αναιρεσίβλητη και κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 31-5-2003 απασχολήθηκε ως υπάλληλος, με την ειδικότητα του μηχανοτεχνίτη, στον ατμοηλεκτρικό σταθμό Λαυρίου.

Ότι κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα και για την αντιμετώπιση υπηρεσιακών αναγκών που ήσαν απαραίτητες και δεν επιδέχονταν αναβολή, ο αναιρεσείων απασχολήθηκε υπερωριακώς επί 2.213 ώρες συνολικά, όπως προέκυπτε από τις μισθολογικές καταστάσεις της αναιρεσίβλητης και ουδόλως αμφισβητείτο από αυτήν. Ότι για τις υπερωρίες αυτές είχε χορηγηθεί άδεια με τις ειδικά μνημονευόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, που είχαν εκδοθεί ύστερα από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και κάλυπταν ολόκληρο το κρίσιμο χρονικό διάστημα.

Ότι μετά την έκδοση των εν λόγω υπουργικών αποφάσεων η υπερωριακή απασχόληση του αναιρεσείοντος ήταν νόμιμη, ανεξάρτητα προς το αν η αναιρεσίβλητη είχε τηρήσει τη διατύπωση της αναγγελίας προς την αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας. Ότι ο αναιρεσείων είχε λάβει τις προσαυξήσεις που προβλέπονταν νομίμως για την απασχόληση αυτή.

Κατόπιν αυτών, το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλούμενη 2047/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απέρριψε την ένδικη, από 27-12-2005 αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός ζητούσε, πέραν των αμοιβών που είχε εισπράξει, την επιδίκαση αποζημίωσης για την εκτέλεση παρανόμων υπερωριών, επικαλούμενος το ότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε επιδώσει έγγραφη αναγγελία προς την αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας και δεν τηρούσε ειδικό βιβλίο υπερωριών.

Με την κρίση αυτή, το Δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά τις ως άνω διατάξεις, αφού εν προκειμένω, η έκδοση των κατά το άρθρο 8 παρ. 4 του ν.δ. 515/1970 υπουργικών αποφάσεων είχε αναπληρώσει τις ως άνω διατυπώσεις και είχε καταστήσει νόμιμη την γενομένη υπερωριακή απασχόληση ανεξάρτητα προς τις διατυπώσεις αυτές.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25-5-2010 αίτηση περί αναιρέσεως της 6478/ 2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. -Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 8η Νοεμβρίου 2011. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 13η Δεκεμβρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ