Legislator Case Law & Legislation
1807/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision regarding validity of simulated legal acts.

Case Number 1807/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision concerning the validity of simulated legal acts. The appellants argued that the lower court erred in applying interpretative rules regarding declarations of will, but the court found no evidence of ambiguity or voidness in the parties' statements. Consequently, the appellate court's assessment of the evidence and application of civil code provisions were deemed correct, leading to the dismissal of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 138, 369, 513, 1033, 173, 200 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: Simulated legal acts are void if not intended seriously, but courts must apply interpretative rules to determine intent rather than declaring acts void based on unproven gaps in declarations.

Keywords

AI generated
simulated legal acts declarations of will interpretative rules appellate review void legal acts civil procedure burden of proof

Cited Legislation

AI generated
Article 138 of the Civil Code
Articles 369, 513, 1033 of the Civil Code
Article 173 of the Civil Code
Article 200 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 254/2003
Case 142/2003
Case 110/2001
Case 1085/99
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1807 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1807/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2, 3. Χ3 και 4. Χ4, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Θεώνη Σγουράκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, 2. Ψ2 δι' εαυτούς και υπό την ιδιότητα των εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αδελφής τους Ζ και 3. Ψ3, υπό την ιδιότητα της εξ αδιαθέτου κληρονόμου της θυγατρός της Ζ. Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Κιοσέ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 26-11-2003 αγωγή των Χ4, Ψ1, Ψ2 κα Ζ β) με την από 21-10-2004 αγωγή των Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4, και γ) με την από 21-10-2004 πρόσθετη παρέμβαση του Χ4, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2533/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1654/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-11-2007 αίτησή τoυς. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 17-3-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. H πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας, για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους του άρθρου 559 αριθμοί 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ.

Περαιτέρω από τις διατάξεις του άρθρου 138 του ΑΚ, που ορίζουν ότι δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη, αλλά δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 369, 513 και 1033 του ίδιου Κώδικα, που καθορίζουν τις προϋποθέσεις εγκυρότητας των συμβάσεων πωλήσεως και μεταβιβάσεως, κατά κυριότητα, ακινήτου, προκύπτει ότι σε περίπτωση εικονικότητας της συμβάσεως πωλήσεως ακινήτου και της τυχόν ενωμένης με εκείνη συμβάσεως μεταβιβάσεως, κατά κυριότητα, του πωλούμενου ακινήτου από τον πωλητή στον αγοραστή, η στοιχείο είναι η γνώση και συμφωνία όλων των κατά το χρόνο κατάρτισης της συμβαλλομένων για το ότι η σύμβαση που συνάφθηκε είναι εικονική και δε παράγει έννομες συνέπειες (ΑΠ 483/2005).

Εξάλλου η έννοια της εικονικότητας είναι ορισμένη αφεαυτής και δεν απαιτείται, για την πληρότητα του ισχυρισμού περί εικονικότητας ορισμένης δικαιοπραξίας, αντιστοίχως δε και για την πληρότητα της αιτιολογίας της δικαστικής απόφασης που καταφάσκει την εικονικότητα, να περιέχεται και το στοιχείο ότι όλοι οι συμβαλλόμενοι ήσαν εν γνώσει της εικονικότητας κατά το χρόνο της κατάρτισης της δικαιοπραξίας, αφού αυτό, ως σύμφυτο με την έννοια της εικονικότητας, θεωρείται αυτονόητο ως συντρέχον (ΑΠ 874/1996, ΑΠ 475/1991, ΑΠ 731/1980).

Τέλος δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής και δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται σ'αυτήν ότι η εικονική δικαιοπραξία καλύπτει άλλη δικαιοπραξία, ηθελημένη από τα μέρη. Τούτο προβάλλεται από τον εναγόμενο και αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 969/1986). Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη από 26.11.2003 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και το περιεχόμενο της οποίας επιτρεπτώς εκτιμά ο Άρειος Πάγος για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚπολΔ), οι ενάγοντες (ως προς τον πρώτο η αγωγή απερρίφθη ως απαράδεκτη) και ήδη αναιρεσίβλητοι (οι δύο εξ αυτών ο κληρονόμος της τετάρτης) εκθέτουν ότι ο, κατά την 25.9.2002, αποβιώσας παππούς τους Θ, με το 432/1988 προσύμφωνο της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Ελένης Μαθουτσέλου - Σαρβάνη, υποσχέθηκε να μεταβιβάσει στη σύζυγο του Ξ λόγω πωλήσεως ένα οικόπεδο με την πάνω σ'αυτό οικοδομή που βρίσκεται στα ..., πλην όμως ολόκληρη η προσύμβαση αυτή είναι εικονική, γενομένη όχι σπουδαίως αλλά κατά το φαινόμενο μόνο, επειδή οι συμβληθέντες δεν ήθελαν την κατάρτιση της και ακόμη ότι ο παππούς τους με την 3670/26.9.2000 δημόσια διαθήκη του της συμβ/φου Κουφαλίων Μαρίας Καλτζίδου το παραπάνω ακίνητο κατέλειπε σ' αυτούς κατ' ισομοιρία και αδιαιρέτως, γεγονός το οποίο γνώριζε και η συμβληθείσα πιο πάνω σύζυγος του και το οποίο αποδεικνύει την εικονικότητα των - συμβληθέντων με το ανωτέρω προσύμφωνο.

Ζητούν δε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ανωτέρω προσυμβάσεως, ως εικονικής. Με το εν λόγω περιεχόμενο η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, διότι περιέχει όλα τα στοιχεία που για την πληρότητα της απαιτούνται κατά τα άρθρα 216 παρ. 1 ΚΠολΔ και 138 ΑΚ, αφού αναφέρεται σ'αυτήν ότι η προσύμβαση πωλήσεως είναι εικονική και ότι τελούσαν σε γνώση της εικονικότητας οι συμβληθέντες στο ανωτέρω προσύμφωνο, γεγονός που καταδήλως συνάγεται από την αναφορά στο δικόγραφο της αγωγής ότι οι συμβληθέντες δεν ηθέλησαν την κατάρτιση της προσυμβάσεως αυτής.

Από την αναφορά αυτή ακόμη αμέσως συνάγεται και η συμφωνία των συμβληθέντων για το ότι η προσύμβαση αυτή είναι εικονική. Εξάλλου, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στην αγωγή η τυχόν υποκρυπτόμενη κάτω από την εικονική άλλη δικαιοπραξία. Επομένως και το Εφετείο που έκρινε ως ορισμένη την αγωγή, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο έφεσης των αναιρεσειόντων, με τον οποίο είχαν προβάλει αοριστία της αγωγής για έλλειψη από το περιεχόμενο της των πιο πάνω στοιχείων, έλαβε υπόψη του το λόγο αυτό της έφεσης τους και όχι παρά το νόμο έκρινε ορισμένη την αγωγή.

Έτσι, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίον προβάλλονται, έτσι όπως εκτιμάται, αντίστοιχες περί του αντιθέτου, από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις είναι αβάσιμος. Εξάλλου η επικαλούμενη πιο πάνω από τους αναιρεσείοντες αοριστία της ένδικης αγωγής δεν είναι νομική, αφού δεν συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αλλά συνίσταται σε παραβίαση του δικονομικού κανόνα του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ.

α' του ΚΠολΔ και άρα δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αρ. 19 του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης. Επομένως ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, που στηρίζεται στην αμέσως παραπάνω διάταξη, κατά τον οποίο το Εφετείο χωρίς επαρκή αιτιολογία απέρριψε το σχετικό με την αοριστία της ένδικης αγωγής λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων, είναι απαράδεκτος.

ΙΙ. Ο από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς.

Ούτε επίσης ιδρύεται ο λόγος αυτός από την αναφορά ή μη στην επιχειρηματολογία των διαδίκων ή στην επιχειρηματολογία του δικαστηρίου (Ολ. ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα:

Ο Θ, είχε στην κυριότητα του κατά το έτος 1988 ένα οικόπεδο συνολικής εκτάσεως 210 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο προήλθε από τη συνένωση δύο μικρότερων οικοπέδων. Στο οικόπεδο αυτό, που βρίσκεται στα ..., στην οδό ..., είχε αναγείρει οικοδομή, αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο, ημιώροφο και πρώτο όροφο. Το ισόγειο αποτελείτο από ένα κατάστημα εμβαδού 145 τετραγωνικών μέτρων περίπου, στο οποίο ο Θ, όντας έμπορος ψιλικών, ασκούσε την εμπορική του δραστηριότητα.

Ο πρώτος όροφος αποτελούσε ένα διαμέρισμα συνολικού εμβαδού 145 περίπου τετραγωνικών μέτρων, στο οποίο κατοικούσε ο Θ με τη σύζυγο του. Στις 29 Σεπτεμβρίου 1988 ο πωλητής Θ, ενεργώντας από αφορμή που δεν διακριβώθηκε, δυνάμει του 432/29.9.1988 προσύμφωνου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Μουτσέλου, προσυμφώνησε με την αγοράστρια σύζυγο του Ξ να της πωλήσει κατά κυριότητα ολόκληρο το παραπάνω ενιαίο οικόπεδο μαζί με τα κτίσματα, που αναφέρθηκαν.

Ως τίμημα συμφωνήθηκε το ποσό των 4.000.000 δραχμών. Στη συνέχεια δέχεται το Εφετείο ότι από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι η δήλωση αμφοτέρων των συμβαλλομένων ενώπιον της συμβολαιογράφου, κατά τη σύνταξη του 432/29-9-1988 προσυμφώνου περί της αγοραπωλησίας του οικοπέδου και των κτισμάτων του, δεν έγινε στα σοβαρά, αλλά μόνο φαινομενικά και είναι εικονική.

Τούτο, διότι σκοπός των συμβαλλομένων δεν ήταν η πώληση του ακινήτου προς την αγοράστρια Ξ. Οι δικαιοπρακτούντες ουδεμία δικαιοπραξία ήθελαν να καταρτίσουν. Τελώντας αμφότεροι οι συμβαλλόμενοι εν γνώσει της εικονικότητας και ενεργώντας από αφορμή που δεν διακριβώθηκε και δεν επηρεάζει την ελαττωματική αυτή δήλωση βουλήσεως, δεν ήθελαν να επέλθει η δηλωθείσα ενώπιον της συμβολαιογράφου έννομη μεταβολή, όσον αφορά την κυριότητα του ακινήτου.

Οι συμβληθέντες σύζυγοι ζούσαν κατά το χρόνο της συναλλαγής αρμονικά, χωρίς να προϋπάρχει μεταξύ τους καμία απολύτως συναλλακτική σχέση ή να παρίσταται ανάγκη για τη σύναψη της και τη μεταβίβαση του παραπάνω σημαντικού περιουσιακού στοιχείου από τον έναν στον άλλον. Άλλωστε, το ακίνητο αποτελούσε την κατοικία αμφοτέρων, στην οποία θα εξακολουθούσαν να συμβιούν κατά το χρονικό διάστημα που ακολουθούσε.

Ακόμη, συνεχίζει το Εφετείο, από τα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, δεν αποδείχθηκε ότι καταβλήθηκε στην πραγματικότητα από την φερόμενη ως αγοράστρια σύζυγο οποιοδήποτε χρηματικό, ποσό, ως συμφωνηθέν τίμημα. Αλλά και η ίδια η αγοράστρια, γνωρίζοντας ότι η δήλωση της βουλήσεως της έγινε φαινομενικά, χωρίς ν' αποσκοπεί και στην παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων της ένδικης δικαιοπραξίας, κατά το χρονικό διάστημα, που ακολούθησε από το έτος 1988 μέχρι το θάνατο της, που συνέβη την 4 Δεκεμβρίου 2001, δεν επιδίωξε να ολοκληρώσει τη μεταβίβαση και ν' ασκήσει τα δικαιώματα της από το 432/29-9-1988 προσύμφωνο.

Δεν προέβη ούτε επιδίωξε να προβεί στην κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως περί αγοραπωλησίας του παραπάνω ακινήτου. Περαιτέρω, ο Θ, διατελώντας και αυτός στην πεποίθηση ότι η ένδικη δικαιοπραξία είναι απόλυτα άκυρη, διότι ο ίδιος και η συμβαλλόμενη σύζυγος του δεν ήθελαν από τη σύναψη της να επέλθει καμία έννομη μεταβολή στην κυριότητα του οικοπέδου και της οικοδομής, στις 29 Ιουλίου 2000, δηλαδή πριν το θάνατο της συζύγου του, προέβη σε νομική πράξη που αντιστρατεύεται το περιεχόμενο του 432/29-9-1988 προσυμφώνου.

Συγκεκριμένα, προέβη ενώπιον της συμβολαιογράφου Κουφαλίων Μαρίας Καλτσίδου-Αποστολίδου στη σύνταξη δημόσιας διαθήκης, η οποία αφορούσε τη διάθεση του ίδιου ακινήτου. Ειδικότερα, δυνάμει της ... δημόσιας διαθήκης του, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα 1462/25-10-2002 πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατέστησε κληρονόμους του ακινήτου τη σύζυγο του Ξ, η οποία ήταν αντισυμβαλλόμενη στην προσβαλλόμενη δικαιοπραξία, τον υιό του Χ4 και τους εγγονούς του Ψ2, Ψ1 και Ζ.

Όλα τα περιστατικά, αυτά που αναφέρθηκαν, τα οποία αποτελούν δικαστικά τεκμήρια για την εικονικότητα, την ενισχύουν. Τέλος δέχεται το Εφετείο ότι σύμφωνα με όλα όσα αναφέρθηκαν, η ένδικη εικονική δικαιοπραξία, που καταρτίσθηκε δυνάμει του 432/29-9-1988 προσύμφωνου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Μουτσέλου, είναι απόλυτα άκυρη.

Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη ουσιαστικά την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί την υπ' αρ. 42.489/2003 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και είχε αναγνωρίσει την ακυρότητα της ένδικης σύμβασης ως εικονική. Έτσι που έκρινε το Εφετείο για το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα ότι η συναφθείσα με το 432/29.9.1988 προσύμφωνο συμβόλαιο της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Ελένης Μουτσέλου προσύμβαση πωλήσεως ακινήτου είναι εικονική, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε σ' αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα, με βάση τα οποία κατέληξε στην παραπάνω κρίση του, εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ, που διέπει την προαναφερόμενη έννομη σχέση, την οποία (διάταξη) δεν παραβίασε εκ πλαγίου και, επομένως, οι περί του αντιθέτου τρίτος και δέκατος λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω και κατ' επίφαση της προβαλλόμενης αναιρετικής πλημμέλειας, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, με τον ένατο, κατά το τρίτο τμήμα του, λόγο αναίρεσης πλήττεται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, με τον τέταρτο, κατά το τέταρτο τμήμα του, λόγο αναίρεσης προβάλλονται αιτιάσεις που αναφέρονται σε επιχειρηματολογία του δικαστηρίου της ουσίας και σε επιχειρηματολογία των αναιρεσειόντων, όπως και σε αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και με τον όγδοο λόγο, κατά το δεύτερο τμήμα του, προβάλλονται αιτιάσεις που αφορούν αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο όμως εκτίθεται σαφώς.

Επομένως οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης, κατά τα προαναφερόμενα αντίστοιχα τμήματά τους, είναι απαράδεκτοι.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.

Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο, κρίνοντας ότι η ένδικη δικαιοπραξία είναι εικονική, δεν έλαβε υπόψη τα πιο κάτω έγγραφα, τα οποία ενώπιον αυτού είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει, ήτοι α) ιδιόγραφη επιστολή του δευτέρου αναιρεσιβλήτου προς τον τέταρτο αναιρεσείοντα, β) έντυπο ανακοινώσεως μνημόσυνου της Ξ και γ) δύο ιδιόγραφα σημειώματα του Θ.

Όμως το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφαση του ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα για την εικονικότητα της ένδικης δικαιοπραξίας και από την επανεκτίμηση "και όλων των εγγράφων που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια".

Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου και απ' όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και όλα τα προαναφερόμενα έγγραφα. Επομένως ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 § 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου, κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ'ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.

Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιες δίκης (Ολ.ΑΠ 23/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος ότι η ένδικη δικαιοπραξία είναι εικονική, έλαβε υπόψη του και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν. Οι αναιρεσείοντες με τον έκτο, από τον αριθμό 11 περ.

β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης τους, προβάλλουν την αιτίαση ότι δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση των εγγράφων τα οποία προσκόμισαν στο Εφετείο οι αναιρεσίβλητοι και τα οποία αυτό έλαβε υπόψη του επειδή στις προτάσεις τους στο Εφετείο περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει πρωτοδίκως με ενσωμάτωση των σχετικών προτάσεων.

Όπως όμως προκύπτει από την επιτρεπτή εκτίμηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων στο Εφετείο γίνεται σαφής και ειδική επίκληση των εγγράφων αυτών και απ' αυτή προκύπτει η ταυτότητα τους. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. V. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, που εκφράζουν γενικότερες ερμηνευτικές αρχές, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων.

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκαν, ευθέως ή εκ πλαγίου, οι ερμηνευτικοί ως άνω κανόνες των δικαιοπραξιών. Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας

στις

δηλώσεις

βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των πιο πάνω άρθρων, ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας (ΑΠ 254/2003,ΑΠ 142/2003, ΑΠ 110/2001).

Επομένως, ο έβδομος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση, ευθέως των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δεν διαπίστωσε, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων και επομένως δεν ήταν ανάγκη να προσφύγει στους πιο πάνω ερμηνευτικούς κανόνες.

Εξάλλου η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "...οι συμβαλλόμενοι εν γνώσει της εικονικότητας και ενεργώντας από αφορμή που δεν διακριβώθηκε .... δεν ήθελαν...", δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετη κρίση, αφού και υπό την εκδοχή ακόμη ότι από την αναφορά αυτή προκύπτει κενό, αυτό δεν αφορά τις δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων σε σχέση με ουσιώδες στοιχείο της ανωτέρω δικαιοπραξίας.

Εξάλλου ο τέταρτος κατά τα τρία πρώτα τμήματα, λόγος αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, με αριθμητική απλώς μνεία, επικαλούνται τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8 και 11, όπως και ο όγδοος, κατά το πρώτο τμήμα του και ένατος κατά το δεύτερο τμήμα του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς την παράθεση αντίστοιχου πραγματικού είναι αόριστοι.

VI. Με τον ένατο, κατά το πρώτο τμήμα του, τελευταίο εξεταζόμενο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. (ΑΠ 1085/99). Όμως το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα που αναφέρεται σε προηγούμενη σκέψη ύστερα από εκτίμηση των αναφερόμενων αποδείξεων, ήτοι καταθέσεων μαρτύρων και εγγράφων. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.

VII. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-11-2007 αίτηση των Χ1 κλπ για αναίρεση της 1654/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και,

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ