1807/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑ1' Πολιτικό ΤμήμαΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1807/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): δημοσίας χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο (ΤΑΧΙ), εργοστασίου κατασκευής ΤΟΥΟΤΑ, το οποίο κατά το υπόλοιπο ποσοστό ανήκε στον .... , προκειμένου να το εκμεταλλευθούν επαγγελματικά. Επειδή στο πρόσωπο του διαδίκου Ψ1 συνέτρεχε κώλυμα λόγω ασυμβιβάστου η αγορά έγινε στο όνομα του ανεψιού του Χ1, ο οποίος, στο με αριθμό ....
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1807 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1807/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό ΤμήμαΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μανιάτη.
Του αναιρεσιβλήτου : Ψ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κωστή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 26-3-2002 και 7-1-2003 αγωγές των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 5596/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 38727/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Απριλίου 2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 16 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει εν μέρει δεκτή η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, οι από τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ θεσπιζόμενοι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες, σύμφωνα με τους οποίους κατά την ερμηνεία των συμβάσεων και γενικώς των δικαιοπραξιών αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις των δηλώσεων, λαμβανομένης υπόψη της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, έχουν εφαρμογή σε κάθε περίπτωση που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας υφίσταται κενό ή αμφιβολία για την έννοια της ερμηνευομένης δικαιοπραξίας, λόγω αοριστίας ή ατελούς διατυπώσεως της δικαιοπρακτικής δήλωσης βουλήσεως (ΟλΑΠ 590/68, 246/70).
Το Δικαστήριο της ουσίας, εφ' όσον διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, οφείλει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες για την ανεύρεση της αληθινής βούλησης και εάν παραλείψει να το πράξει υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ. Εάν δε το Δικαστήριο μετά την διάγνωση κενού ή αμφιβολίας ως προς τις δηλώσεις των δικαιοπρακτούντων προσφύγει στις διατάξεις αυτές, αλλά με την ερμηνεία παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες που θέτουν πρόκειται για θέμα νομικό και η κρίση του αυτή ελέγχεται αναιρετικά.
Εξάλλου, η έννοια της δικαιοπραξίας ή κάποιου όρου της δεν είναι πραγματικό γεγονός, αλλ' εξευρίσκεται από το Δικαστήριο της ουσίας, το οποίο αναζητεί την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτικών δηλώσεων με ερμηνεία του περιεχομένου τους, χωρίς να δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, δυνάμενο να αντλήσει αυτεπαγγέλτως για την κρίση του επιχειρήματα από τους κανόνες της λογικής και της εμπειρίας, προσφεύγοντας και σε γεγονότα εκτός του εγγράφου της δικαιοπραξίας, εφ' όσον αυτά τείνουν στη διασάφηση της εννοίας της.
Περαιτέρω, η καθεμία από τις προαναφερόμενες διατάξεις συμπληρώνει την άλλη στην ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως. Και η μεν πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δηλώσεως, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δηλώσεως, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούλήση, η δε δεύτερη διάταξη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.
Έτσι, κάθε δήλωση βουλήσεως θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βουλήσεως και από τον τρίτο. Στην προκειμένη περίπτωση το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε ανελέγκτως, μεταξύ των άλλων, και τα εξής: "Την 24.4.1997 οι διάδικοι αγόρασαν από κοινού, κατά συνολικό ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, το με αριθμό κυκλοφορίας ....
δημοσίας χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο (ΤΑΧΙ), εργοστασίου κατασκευής ΤΟΥΟΤΑ, το οποίο κατά το υπόλοιπο ποσοστό ανήκε στον .... , προκειμένου να το εκμεταλλευθούν επαγγελματικά. Επειδή στο πρόσωπο του διαδίκου Ψ1 συνέτρεχε κώλυμα λόγω ασυμβιβάστου η αγορά έγινε στο όνομα του ανεψιού του Χ1, ο οποίος, στο με αριθμό ....
Σειρά, βιβλιάριο μεταβολής, κατοχής και κυριότητος αυτοκινήτου φέρεται και ως συνιδιοκτήτης του ανωτέρω αυτοκινήτου με ποσοστό 50%. Εν συνεχεία, δυνάμει του.... προσυμφώνου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σταυρούλας Ανδρέου, ο Χ1 υποσχέθηκε και ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει στον Ψ1 το 1/2 του ως άνω μεριδίου, δηλαδή ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου, έναντι τιμήματος 733,67 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε ολοσχερώς.
Με τον 6ο όρο του ανωτέρω προσυμφώνου, στον οποίο αναφέρεται κατά λέξη "ο αγοραστής θα ευθύνεται από της παραλαβής της χρήσης και εκμετάλλευσης του αυτοκινήτου και μέχρι την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου για κάθε αυτοκινητιστικό δυστύχημα που θα συμβεί στο αυτοκίνητο ή από το αυτοκίνητο από οποιονδήποτε λόγο και αιτία.
Επίσης θα ευθύνεται για όλους τους κινδύνους και τις υποχρεώσεις που αφορούν το αυτοκίνητο για τα τέλη κυκλοφορίας, φόρο εισοδήματος, διόδια ασφάλιστρα, δικαιώματα του Ταμείου Συντάξεως Αυτοκινητιστών, για τους μισθούς των οδηγών, για τις τυχόν αποζημιώσεις σε περίπτωση απόλυσης αυτών, για εισφορές στο ΙΚΑ και για κάθε άλλη δαπάνη, φόρο ή τέλος τωρινό ή μελλοντικό που θα επιβληθεί στον κύριο ή κάτοχο του αυτοκινήτου", ο Ψ1 ανέλαβε την υποχρέωση να μοιράζεται τις δαπάνες, που θα προέκυπταν από την κοινή εκμετάλλευση του ΤΑΧΙ, το οποίο οδηγούσε και κινούσε επαγγελματικά ο Χ1 , ο οποίος του κατέβαλε, όπως συμφώνησαν, ποσό 6000 δραχμών ημερησίως ως αναλογούν μίσθωμα για τη χρήση του μεριδίου του.
Όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες μηνιαίες καταστάσεις εξόδων του ανωτέρω ΤΑΧΙ, που συνέτασσε ο Χ1 , από τον Μάρτιο του 1997 έως τον Οκτώβριο του 2001, ο Ψ1 του κατέβαλε το ήμισυ των σχετικών με την καλή λειτουργία και συντήρηση του συνιδιόκτητου αυτοκινήτου δαπανών, όπως τα έξοδα για την αγορά ελαστικών, φίλτρων, λαδιών κ.α.
Δεν του κατέβαλε όμως και το ήμισυ των ασφαλιστικών εισφορών, που αντιστοιχούν στην πρώτη ασφαλιστική κατηγορία του Ταμείου Συντάξεως Αυτοκινητιστών, τις οποίες κατέβαλε αυτός για την προσωπική του, υποχρεωτική ασφάλιση στο εν λόγω Ταμείο, ούτε περιελάμβανε τις εισφορές αυτές στις ως άνω μηνιαίες καταστάσεις, που συνέτασσε για τα κοινά έξοδα του ΤΑΧΙ καθ' όλη την ανωτέρω πενταετία".
Περαιτέρω, δέχεται το Δικαστήριο, ανελέγκτως, ότι ο προδιαληφθείς με αριθμό 6 όρος του προσυμφώνου πωλήσεως εμπεριέχει κενό και αμφιβολία ως προς το αληθές περιεχόμενο της δικαιοπρακτικής δηλώσεως των συμβαλλομένων, το κενό δε και η αμφιβολία εντοπίζεται στο ακριβές περιεχόμενο της συμβατικής υποχρεώσεως των διαδίκων προς συμμετοχή στο ήμισυ στις ασφαλιστικές εισφορές προς το Τ.Σ.Α.
μέχρι την σύνταξη του οριστικού πωλητηρίου συμβολαίου μεταβιβάσεως της κυριότητος του 25% επί του άνω αυτοκινήτου. Με την παραδοχή του υφισταμένου ως άνω κενού και της αμφιβολίας στον ανωτέρω συμβατικό όρο το Δικαστήριο έκρινε, κατ' εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και των αρχών της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, ότι με τον όρο αυτό ο αναιρεσίβλητος εναγόμενος "δεν ανέλαβε την ευθύνη να καταβάλει στο Ταμείο Συντάξεως Αυτοκινητιστών το ήμισυ των ασφαλιστικών εισφορών, που ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει για την προσωπική του ασφάλιση ο Χ1 , ως συνιδιοκτήτης και οδηγός του ως άνω δημοσίας χρήσεως επιβατικού αυτοκινήτου, αλλά να καταβάλει, σχετικά με το ως άνω δημοσίας χρήσεως αυτοκίνητο, δικαιώματα του ως άνω ταμείο που αφορούσαν τον ίδιο ως συνιδιοκτήτη αυτού".
Προς στήριξη της εν λόγω ερμηνείας το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του: α) το γεγονός ότι στις μηνιαίες αναλύσεις που συνέτασσε ο αναιρεσείων για τα έξοδα λειτουργίας του ΤΑΧΙ, καθ' όλο το χρονικό διάστημα της μεταξύ των διαδίκων συνεργασίας, δεν περιλαμβανόταν τα ποσά που αυτός (αναιρεσείων) κατέβαλλε στο Τ.Σ.Α.
ως ασφαλιστικές εισφορές που τον εβάρυναν, ούτε και απαίτησε την καταβολή του ημίσεως αυτών από τον αναιρεσίβλητο μέχρι την άσκηση της αγωγής, β) το νομικό πλαίσιο που ρυθμίζει τις ασφαλιστικές υποχρεώσεις των εχόντων την κυριότητα, νομή, κατοχή και εκμετάλλευση δημοσίας χρήσεως αυτοκινήτων έναντι του άνω Ασφαλιστικού Οργανισμού, ήτοι τις διατάξεις των άρθρων 1π.Δ. 669/81, 9 παρ.1 εδ.α΄ του ν.2556/97 και του π.Δ 129/93, σύμφωνα με τις οποίες και ο αναιρεσίβλητος, ως "ιδιοκτήτης" του άνω αυτοκινήτου κατά ποσοστό 25% είχε και αυτός υποχρέωση έναντι του Τ.Σ.Α.
να καταβάλει τις αναλογούσες στο ποσοστό του ασφαλιστικές εισφορές. Ακολούθως το ως Εφετείο δικάσαν Πρωτοδικείο, κατόπιν εξαφανίσεως της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος με την οποία αυτός εζήτησε την καταψήφιση του αναιρεσιβλήτου να του καταβάλει το ποσό των τριών χιλιάδων εφτακοσίων ευρώ που αντιστοιχεί στο ήμισυ των ασφαλιστικών εισφορών που αυτός (αναιρεσείων) κατέβαλε στο Ταμείο Συντάξεως Αυτοκινητιστών κατά το χρονικό διάστημα από 24.4.1997 μέχρι 8.11.2001, ως ιδιοκτήτης του 50% εξ' αδιαιρέτου του άνω αυτοκινήτου.
Έτσι, όπως έκρινε το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως επήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως εδέχθη στις αόριστες νομικές έννοιες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών και παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, ενώ, κατά τις προδιαλαμβανόμενες πραγματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, στα πλαίσια του μεταξύ των διαδίκων ισχύοντος δια του υπ' αρίθμ....προσυμφώνου ενοχικού δεσμού και όσον αφορά αποκλειστικά τις μεταξύ τους μ' αυτό ρυθμισθείσες σχέσεις - ανεξάρτητα προς τις έναντι τρίτων τυχόν υφιστάμενες ex lege υποχρεώσεις τους, όπως εκείνος προς το ΤΣΑ για τη καταβολή εισφορών - και οι δυο τους, εβαρύνοντο από κοινού με οποιαδήποτε δαπάνη, αναγκαία για τη λειτουργία και συντήρηση του αυτοκινήτου, όπως είναι και εκείνη των ασφαλιστικών εισφορών προς το ΤΣΑ, ειδικώς μνημονευομένου στην ανωτέρω σύμβαση, που καταβλήθηκε εξ ολοκλήρου από τον αναιρεσείοντα, το δικαστήριο έκρινε αποφατικώς για την ύπαρξη της ενδίκου άνω αξιώσεως, γιατί έναντι του άνω ασφαλιστικού ταμείου οι διάδικοι, ως συνιδιοκτήτες του αυτοκινήτου κατά ποσοστό 25%, εβαρύνοντο με την υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, το δε υπό του αναιρεσείοντος καταβληθέν προς το ΤΣΑ ποσό αντιστοιχούσε προς την εν λόγω υποχρέωσή του.
Η εκ του νόμου, όμως, υποχρέωση του αναιρεσείοντος έναντι του άνω ασφαλιστικού Ταμείου προς καταβολή οποιοδήποτε χρηματικού ποσού ως ιδιοκτήτου του αυτοκινήτου, δεν αναιρεί κατά νομική και λογική αναγκαιότητα την υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου να του καταβάλει, κατ' εφαρμογή των όσων μεταξύ τους συμφωνήθηκαν, το ήμισυ του ποσού που ο αναιρεσείων κατέβαλε για την προαναφερομένη ιστορική και νομική αιτία, αφού η μεταξύ των διαδίκων συμβατικώς ρυθμισθείσα σχέση είναι αυτόνομως και ανεξάρτητως έναντι εκείνης με το ανωτέρω ασφαλιστικό Ταμείο.
Εκτός αυτού ενώ το εκδόσαν την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστήριο δέχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε υποστατική μόνο σύμβαση (προσύμφωνο), με την οποία ο αναιρεσείων ανέλαβε την υποχρέωση έναντι του αναιρεσιβλήτου να του μεταβιβάσει λόγω πωλήσεως το 25% εξ' αδιαίρετου επί του άνω αυτοκινήτου χωρίς να επακολουθήσει η κατάρτιση οριστικού πωλητηρίου συμβολαίου επομένως και μεταβίβαση της κυριότητος επί του αυτοκινήτου κατά το ποσοστό αυτό, στήριξε την υπ' αυτού δοθείσα ερμηνεία στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων διαδίκων στο νομικό γεγονός ότι και ο αναιρεσίβλητος ως συγκύριος του αυτοκινήτου κατά ποσοστό 25% υπείχε έναντι του ΤΣΑ υποχρέωση προς καταβολή ασφαλιστικών εισφορών, ήτοι σε γεγονός μη υφιστάμενος κατά τις άνω παραδοχές.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, δια του οποίου αποδίδεται στην προσβαλλομένη η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, ήτοι για παραβίαση των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρ. 38727/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος εκ χιλίων πεντακοσίων (1.500) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 24 Ιουλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ