Legislator Case Law & Legislation
1807/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank dishonorment ruling, upholding correct identification of the drawer and payee.

Case Number 1807/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's appeal against a lower court ruling regarding the dishonorment of three checks. The appellant argued that Eurobank, not the issuing company, should have filed the criminal complaint as the holder of the checks. The court found that Eurobank merely acted as an intermediary to credit the appellant's account and remained the holder, making the lower court's application of Article 79 of the Negotiable Instruments Law correct. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 18 and 22 of Law 2190/1920; Article 79 of Law 5960/1933: When a bank transfers checks to another bank solely for credit purposes without changing the holder status, the original issuer remains the holder entitled to file a criminal complaint.

Keywords

AI generated
bank dishonorment negotiable instruments law criminal complaint filing check holder status account credit transfer legal costs award appellate review

Cited Legislation

AI generated
Article 18 of Law 2190/1920
Article 22 of Law 2190/1920
Article 79 of Law 5960/1933
Article 510 of the Code of Criminal Procedure
Article 583 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1807 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1807/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη-Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο,Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ζωητό, για αναίρεση της 42563/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1656/2005.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεση.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 18 παρ.1 του Ν.2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. 174/193, ορίζεται ότι "η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίω και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς", κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου "το καταστατικόν δύναται να ορίσει, ότι εν, η πλείονα μέλη του Συμβουλίου, ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρίαν, εν γένει ή εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις".

Το άρθρο 22 του ίδιου Νόμου ορίζει στην παρ.1 ότι "Το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν'αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στη δε παρ.3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ.4 του ν.2339/95 "το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταρείας ή τρίτους".

Οι διατάξεις αυτές του ν.2190, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή, καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα δικαστήρια, και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρίας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού.

Ως τέτοιο όργανο ορίζεται (18 παρ.1) το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο (22 παρ.1) είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Εξάλλου, οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ.2 και 22 παρ.3 του άνω ν. 2190, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκατάστασης του διοικητικού συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνον εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές τις διατάξεις.

Το άρθρο 18 παρ.2 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσώπησης της Α.Ε. Επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρείας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν (δικαστικώς ή εξωδίκως) την εταιρεία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ.3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχείρισης όσο και την εκπροσώπηση της εταιρείας.

Αντίθετα όμως προς το άρθρο 18 παρ.2 το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη με την οποία το καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ.3 το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασιστεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του.

Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ.3, μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι μόνο προς μέλη του Δ.Σ> ή διευθυντές της εταιρείας. Προϋποθέτει όμως σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρείας (Ολ.ΑΠ 1096/76, 5, 6/2006). Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη.

Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ.2 ή 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο προς το οποίο το όργανο της εταιρείας, δηλαδή το Διοικητικό Συμβούλιο, ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπόμενης αντίστοιχα πληρεξουσιότητας ή εντολής.

Ο υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρείας δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδότησης και βεβαίωσης του γνήσιου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ., όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή έγκλησης ή για τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα του βασίμου ή μη του προβαλλομένου αναιρετικού λόγου, η ποινική δίωξη για την έκδοση των επίμαχων ακάλυπτων επιταγών, ασκήθηκε εναντίον του αναιρεσείοντος κατόπιν της από 28 Σεπτεμβρίου 200ο εγκλήσεως .....

νομίμως εκπροσωπουμένης, έγκληση, η οποία υπεγράφη και υπεβλήθη από τον δικηγόρο (της εγκαλούσης) Κωνσταντίνο Ντινόπουλο, ο οποίος εξουσιοδοτήθη προς τούτο, αλλά και να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής, με το από 27-9-2000 πρακτικό του Δ.Σ. αυτής (εγκαλούσης). Ο εν λόγω πληρεξούσιος δικηγόρος με την έγκληση συνυπέβαλε, εκτός των άλλων, απόσπασμα πρακτικών της από 27-9-2000 συνεδριάσεως του Δ.Σ.

της εγκαλούσης καθώς και αντίγραφο του καταστατικού αυτής. Από το προαναφερόμενο πρακτικό που προσκομίζεται σε ακριβές απόσπασμα, προκύπτει ότι το Δ.Σ. της ανωτέρω ΑΕ, κατά τη συνεδρίασή του της 27-9-2000, στην οποία συμμετείχαν ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος καθώς και τα λοιπά δύο μέλη αυτού, ομοφώνως αποφασίζει και δηλώνει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του .....

και για το λόγο αυτό εξουσιοδοτεί τον Κωνσταντίνο Ντινόπουλο, δικηγόρο της εταιρείας, όπως ενεργώντας κατ΄εντολή και δια λογαριασμό της εταιρίας υπογράψει σχετική έγκληση και δηλώσει ενώπιον του αρμοδίου Εισαγγελέως ότι η εγκαλούσα παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Εξ άλλου, στο επισυναφθέν στην άνω δήλωση καταστατικό της εταιρείας και δη (άρθρο 20 αυτού) ορίζονται τα εξής: 1) Το Δ.Σ. έχει την διοίκηση (διαχείριση και διάθεση) της εταιρικής περιουσίας και την εκπροσώπηση της εταιρείας.... 2) Το Δ.Σ. μπορεί αποκλειστικά και μόνον εγγράφως, να αναθέτει την άσκηση όλων των εξουσιών και αρμοδιοτήτων (εκτός από αυτές που απαιτούν συλλογική ενέργεια) καθώς και τη εκπροσώπηση της εταιρείας, σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή όχι, καθορίζοντας συγχρόνως και την έκταση αυτής της ανάθεσης....

Με τα δεδομένα αυτά, είναι φανερό, σύμφωνα και με όσα έχουν αναπτυχθεί στην οικεία νομική σκέψη, ότι ο προαναφερόμενος δικηγόρος ενήργησε ως καταστατικό όργανο αυτής και όχι ως εντολοδόχος της, με περαιτέρω συνέπεια να μη απαιτείται στο απόσπασμα του πρακτικού του ΔΣ αυτής να βεβαιώνεται η γνησιότητα της υπογραφής των μελών του Δ.Σ.

της εγκαλούσης από δικηγόρο, δημόσια αρχή κλπ. κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 42 παρ.2 ΚΠΔ.

Η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία απέρριψε την περί απαραδέκτου της ποινικής διώξεως ένσταση του αναιρεσείοντος, λόγω μη νόμιμης υποβολής της εγκλήσεως, διότι, κατ΄αυτόν, ο υποβαλών την έγκληση και δηλώσας παράσταση πολιτικής αγωγής δικηγόρος, δεν ήταν καταστατικό όργανο, αλλ' απλός εντολοδόχος της μηνύτριας εταιρείας και ως εκ τούτου έπρεπε το πρακτικό του Δ.Σ. της τελευταίας να φέρει βεβαίωση περί της γνησιότητος των υπογραφών των μελών αυτού (Δ.Σ.), αφ' ενός μεν ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε τις, αστικής φύσεως, διατάξεις των άρθρων 18 παρ.1,2 και 22 παρ1, 3 του Ν.2190/1920, όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το ΒΔ 174/1963, αφού με την ορθή αυτών ερμηνεία και εφαρμογή, το δικαστήριο δεν οδηγήθηκε σε παραβίαση ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, αφ'ετέρου δε δεν υπερέβη την εξουσία του και ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 Ε και Η ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.

Το άρθρο 39 του Ν.5960/1933, ορίζει ότι: Ο εκδότης, ως και ο κομιστής της επιταγής δύναται να απαγορεύσει την εις χρήμα πληρωμήν αυτής, καταχωρίζων εις το έμπροσθεν μέρος αυτής πλαγίως την μνείαν "πληρωτέαν εις λογαριασμόν" ή ισοδύναμον φράσιν. Εν τη περιπτώσει ταύτη η επιταγή δύναται να παράσχει από μέρους του πληρωτού αφορμήν μόνον εις λογιστικόν κανονισμόν (πίστωσις εις λογαριασμόν γύρος ή συμφηψισμός).

Ο λογιστικός κανονισμός ισχύει ως πληρωμή. Η διαγραφή της μνείας "πληρωτέα εις λογαριασμόν" θεωρείται μη γενομένη". Η διάταξη αυτή προβλέπει τη λογιστική επιταγή και η λειτουργία αυτής (λογιστικής επιταγής) έγκειται στη διενέργεια της πληρωμής της υποχρεωτικώς με λογιστική πράξη χωρίς την καταβολή μετρητών.

Διακριτικό γνώρισμα της επιταγής αυτής είναι η επ'αυτής σημειούμενη ρήτρα "εις λογαριασμόν" ή μία άλλη ισοδύναμη φράση, η οποία μπορεί να γράφεται με οποιονδήποτε τρόπο (χειρογράφως ή με μηχανικό μέσο) και να γίνεται σε κάθε επιταγή. Η σημείωση της ρήτρας αυτής γίνεται είτε από τον εκδότη είτε από τον κομιστή-χωρίς να απαιτείται να συνοδεύεται από υπογραφή- ενώ μπορεί, η εκδιδόμενη ως συνήθης (κοινής) επιταγή να μετατρέπεται από τον κομιστή της σε λογιστική.

Ο λογιστικός κανονισμός της εν λόγω επιταγής μπορεί να γίνει με: α) την πίστωση σε λογαριασμό β) τον γύρο και γ) τον συμψηφισμό. Πίστωση σε λογαριασμό υπάρχει όταν ο κομιστής της επιταγής έχει λογαριασμό στην πληρώτρια Τράπεζα, οπότε για την πληρωμή της επιταγής πιστούται ο λογαριασμός αυτός. Γύρος, με την έννοια του νόμου υπάρχει όταν ο κομιστής δεν έχει λογαριασμό στην πληρώτρια Τράπεζα, αλλά σε άλλο τραπεζίτη, οπότε για την πίστωση του λογαριασμού του απαιτείται η μεταφορά του ποσού της επιταγής στο λογαριασμό του άλλου Τραπεζίτη, ενώ με συμψηφισμό πληρώνεται η επιταγή μέσω του συμψηφιστικού γραφείου.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της δικογραφίας για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προέκυψαν τα εξής: Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ..... εξέδωσε εις διαταγήν της εφεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία ..... τρεις επιταγές, πληρωτέες στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ στη 30-6-2000, 31-7-2001 και 31-8-2000 ποσού 3.040.726 δρχ. η κάθε μία. Λόγω του ότι η λήπτρια εταιρεία δεν τηρούσε λογαριασμό στην πληρώτρια Τράπεζα, εμφάνισε αυτές προς πληρωμή εμπροθέσμως στην Τράπεζα EFG Eurobank ΑΕ, στην οποία τηρούσε λογαριασμό αφού τις μετέτρεψε σε λογιστικές επιταγές, με την έννοια όχι της πληρωμής της σε μετρητά, αλλά σε πίστωση του λογαριασμού της, με την προσθήκη της ρήτρας "η παρούσα επιταγή ισχύει μόνο σε πίστωση του λογαριασμού της στη Εurobank" Οι επιταγές αυτές, αν και εμφανίστηκαν εμπροθέσμως από την κατέχουσα (αυτές) κομίστρια τράπεζα (Εurobank) δεν πληρώθηκαν με αμοιβαίο μεταξύ της κομίστριας τράπεζας και της ΑΤΕ, που ήταν πληρώτρια, συμψηφισμό για έλλειψη αντίστοιχων διαθεσίμων κεφαλαίων. Με βάση τα προαναφερθέντα, σαφώς προκύπτει, ότι κομίστρια των επίμαχων τριών επιταγών, είναι η αναιρεσίβλητη εταιρεία και όχι η Εurobank, στην οποία μεταβιβάστηκαν οι επιταγές από την λήπτρια (εφεσίβλητη) απλώς προκειμένου να πληρωθούν από την πληρώτρια Τράπεζα (Αγροτική ΑΕ), προς τον σκοπό πιστώσεως του λογαριασμού της αναιρεσίβλητης που τηρούσε στην Εurobank.

Συνεπώς, η εφεσίβλητη, ως κομίστρια των τριών επιταγών εδικαιούτο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 79 παρ.5 του Ν.5960/1933, όπως η παρ.5 προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ.1α του Ν.2408/1996, να υποβάλλει την έγκληση κατά του νομίμου εκπροσώπου της εκδότριας των επιταγών ανώνυμης εταιρείας. Εντεύθεν, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας της διατάξεως του άρθρου 79 παρ.5 του Ν.5960/1933 και περί υπερβάσεως εξουσίας (άρθρ. 510 παρ.1 Ε και Η ΚΠΔ0 διότι την έγκληση στην προκειμένη περίπτωση έπρεπε να την υποβάλει η Εurobank, η οποία είχε καταστεί κομίστρια των επιταγών από οπισθογράφηση, πρέπει να απορριφθεί, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος.

Απορριπτομένων αμφοτέρων των λόγων αναιρέσεως και μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ).

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 19-9-2005 αίτηση ..... για αναίρεση της υπ'αριθμ.42563/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία προσδιορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Οκτωβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ