Legislator Case Law & Legislation
1806/2018 AI generated

1806/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1806/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1806/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως γεγονότα, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Το ψευδές γεγονός πρέπει να υπήρξε στο παρελθόν ή να έχει διαμορφωθεί και υπάρχει στο παρόν όταν γίνεται η βεβαίωσή του και δεν μπορεί να ανάγεται στο μέλλον.

Keywords

AI generated
bogus self-employment unauthorized gainful employment work subject to authorization fraudulent insurance claim undeclared work contractor remuneration
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1806 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1806/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 17 Απριλίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Π. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Παπαστεργίου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 595/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Λ. του Γ., κάτοικο ... που δεν εμφανίστηκε.

Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Φεβρουαρίου αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 232/2018.

Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη υπ' αριθμ. 5/8.2. 2018 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 595/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας, η οποία κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα Κ. Χ. Π. για ηθική αυτουργία σε απάτη κατ' εξακολούθηση και ψευδορκία μάρτυρα, (με το ελαφρυντικό της περ. α της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ) και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως τριάντα (30) μηνών με τριετή αναστολή, ασκήθηκε παραδεκτώς και εμπροθέσμως κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ. (καταχώρηση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο την 3.1.2018).

Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες του δράστη.

Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι το έγκλημα της απάτης θεμελιώνεται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς με την εν γ νοήσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος, και προβαίνει με πράξη παράλειψη, ανοχή, σε περιουσιακή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον προς το σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος αντίστοιχο παράνομο όφελος είναι δε αδιάφορο αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός.

Ως γεγονότα, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Το ψευδές γεγονός πρέπει να υπήρξε στο παρελθόν ή να έχει διαμορφωθεί και υπάρχει στο παρόν όταν γίνεται η βεβαίωσή του και δεν μπορεί να ανάγεται στο μέλλον.

Ακολούθως των ανωτέρω συνάγεται ότι το πρόσωπο που παραπλανήθηκε δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που περιουσιακώς βλάπτεται και έτσι υπάρχει απάτη και όταν ο απατώμενος είναι πρόσωπο άλλο από το περιουσιακώς βλαπτόμενο, αρκεί ο απατώμενος να έχει την πραγματική δυνατότητα για την περιουσιακή διάθεση ή και τη νομική, ιδίως όταν αυτή στηρίζεται σε έννομη σχέση μεταξύ απατωμένου και βλαπτομένου.

Από το ότι το βλαπτόμενο πρόσωπο μπορεί να είναι διάφορο του απατωμένου, συνάγεται ότι είναι δυνατή σε πολιτική δίκη απάτης προς το δικαστήριο, που κρίνει περί της περιουσίας άλλου, όταν οι προς παραπλάνηση αυτού υποβαλλόμενοι ψευδείς ισχυρισμοί των διαδίκων υποστηρίζονται συγχρόνως με την προσαγωγή πλαστών ή νοθευμένων εγγράφουν ή εικονικών ή γνησίων μεν αλλά μη ισχυρών και προς εξυπηρέτηση μόνο του δικαστού χρήσιμων ή όταν οι ψευδείς ισχυρισμοί υποστηρίζονται με ψευδομάρτυρες.

Το κατά ανωτέρω δυνατό της απάτης προς το δικαστήριο αρμόζει και σε σχέση προς τον διαιτητή, προς διοικητικό δικαστήριο αλλά και προς τον συμβολαιογράφο εν γένει και όχι μόνον ως επί του πλειστηριασμού υπάλληλο.

Από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 ΠΚ, η οποία ορίζει ότι με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση αρχής ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, απαιτείται ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως, ενώπιον αρχής που είναι αρμόδια για την ένορκη εξέτασή του, τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή και να υφίσταται άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση αυτού, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει.

Ως περιστατικά νοούνται συγκεκριμένα συμβάντα του εξωτερικού ή εσωτερικού κόσμου, που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, είναι δεκτικά αποδείξεως και είναι αντικειμενικώς ψευδή με την έννοια είτε ότι δεν ανταποκρίνονται στην αντικειμενική πραγματικότητα είτε είναι αντίθετα ή διαφορετικά με όσα ο μάρτυρας γνωρίζει από δική του αντίληψη ή από πληροφόρηση τρίτων.

Δυσμενείς γνώμες, κρίσεις, πεποιθήσεις ή χαρακτηρισμοί του μάρτυρα έχουν έννομη σημασία μόνον αν συνάπτονται άμεσα με τα περιστατικά που κατέθεσε και συνδιαμορφώνουν παράσταση συγκεκριμένης πράξης ή συμπεριφοράς που επιδέχεται απόδειξη. Επιπλέον πρέπει τα περιστατικά που κατατέθηκαν να σχετίζονται ουσιαστικά ή διαδικαστικά με εκκρεμή υπόθεση και να μπορούν να ασκήσουν, έστω και μικρή, επιρροή στην αναμενόμενη δικαστική κρίση, άσχετα αν πράγματι άσκησαν ή όχι.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του Π.Κ. "με την ποινή του

αυτουργού τιμωρείται επίσης όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς μεν α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε άλλον της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, όπως με συμβουλές, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, παραινέσεις, προτροπές (παρακίνηση, παρόρμηση, ενθάρρυνση), πειθώ, φορτικότητα, πίεση, απειλή, εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως, με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με την επιβολή λόγω υπηρεσιακής ή άλλης εξαρτήσεως ή την επιρροή προσώπου λόγω της ιδιότητας και

της θέσεώς του ή και της σχέσεως του με το φυσικό αυτουργό κλπ χωρίς να απαιτείται περαιτέρω εξειδίκευση των πραγματικών περιστατικών από τα οποία προκύπτουν τα μέσα αυτά και β) διάπραξη από τον άλλον (αυτουργό) της πράξεως αυτής, υποκειμενικώς δε δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με τη γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού.

Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 46, 47 και 48 Π.Κ. και ιδίως από τη διάταξη του άρθρου 48 του εν λόγο) Κώδικα, με την οποία καθιερώνεται το ανεξάρτητο του αξιοποίνου του ηθικού αυτουργού και των λοιπών συνεργών από το αξιόποινο του εκτελέσαντος την πράξη, προκύπτει, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας αρκεί να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, δηλαδή πράξεως, για την οποία δεν συντρέχει κάποιος λόγος, που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα αυτής, χωρίς να εξετάζεται, αν ο αυτουργός είναι ικανός προς καταλογισμό, αν πράττει εκ δόλου ή, αν συντρέχει ως προς αυτόν λόγος που να αποκλείει τον καταλογισμό. Από αυτά παρέπεται, ότι το αξιόποινο, ως προς τον ηθικό αυτουργό για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, είναι ανεξάρτητο από το αξιόποινο του αυτουργού, αρκεί να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος.

Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες έγγραφα, κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.

Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ειδικά, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής ή στη γνώση και αποδοχή ενδεχόμενης παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αυτονοήτως προκύπτει από την πραγμάτωση των σχετικών περιστατικών.

Όταν, όμως για το αξιόποινο της πράξης απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της, και πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση από τον δράστη ορισμένου περιστατικού ή ο σκοπός επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, όπως συμβαίνει και στο έγκλημα της απάτης, πρέπει να υπάρχει ειδική αιτιολογία και ως προς αυτά τα στοιχεία.

Ειδικότερα, στην περίπτωση της απάτης η ειδική αιτιολογία πρέπει να καλύπτει τόσο τον δόλο του δράστη ως προς τη γνώση της ψευδούς παράστασης γεγονότων σαν αληθινών ή της αθέμιτης απόκρυψης ή παρασιώπησης αληθινών γεγονότων, όσο και τον σκοπό του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του παραπλανώμενου ή τρίτου, με παράθεση στην απόφαση των περιστατικών που δικαιολογούν την προαναφερόμενη γνώση και τον σκοπό προσπορισμού του παράνομου περιουσιακού οφέλους.

Εξ άλλου, η ύπαρξη του δόλου, κατ' αρχήν, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως ο σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) ή η γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος).

Το τελευταίο συμβαίνει και στο έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα που προβλέπεται από το άρθρο 224 παρ. 2 του Π.K., για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του οποίου απαιτείται άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση ότι τα ενόρκως κατατεθέντα περιστατικά είναι ψευδή. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικά στην καταδικαστική απόφαση για τη ψευδορκία, με παράθεση των περιστατικών, που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας, αφού η γνώση, ως ενδιάθετη βούληση, επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη, ώστε να συνάγεται με σαφήνεια ότι το περιεχόμενο της καταθέσεώς του ήταν αποτέλεσμα ενσυνείδητης ενεργείας του.

Όμως, υπάρχει η εν λόγω ειδική αιτιολογία του άμεσου δόλου, όταν σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεις ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η γνώση αυτού (δράστη), χωρίς να απαιτείται παράθεση και άλλων σχετικών με τη γνώση περιστατικών.

Ακόμη, με βάση τα προεκτεθέντα, για την πληρότητα της αιτιολογίας επί καταδίκης για το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, πρέπει να αναφέρονται και τα αληθή περιστατικά που γνώριζε ο εξετασθείς μάρτυρας και αντ' αυτών κατέθεσε τα ψευδή, δηλαδή να εκτίθεται στην καταδικαστική απόφαση ποια ήταν τα αληθινά γεγονότα κατ' αντιπαράθεση προς εκείνα που το δικαστήριο δέχθηκε ότι ήταν ψευδή και κήρυξε αντιστοίχως ένοχο ψευδορκίας τον μάρτυρα κατηγορούμενο.

Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως (Ολ. Α Π. 3/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 595 / 2017 απόφασή του , το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, αθώωσε τον κατηγορούμενο Α. Π. του Δ. για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους 1. Δ. Ι. Μ. για απάτη και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα, 2.Α.

Β. Ν. για απάτη, 3. Χ. Α. Τ. για ψευδορκία μάρτυρα και 4. Κ. Χ. Π. ( ήδη αναιρεσείοντα) για ηθική αυτουργία σε απάτη κατ' εξακολούθηση και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή ( με το ελαφρυντικό της περ. α' της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ) και καταδίκασε τους 1° και 4° σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριάντα (30) μηνών με τριετή αναστολή, τον 2° σε ποινή φυλακίσεως 24 μηνών με τριετή αναστολή και τον 3° σε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών που μετέτρεψε προς 5 ευρώ ημερησίως.

Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, μετά από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που αναφέρονται ως προς το είδος τους σ' αυτήν , το δικάσαν Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, ως προς τα πράγματα, κρίση του, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: Α. "Ο δεύτερος κατηγορούμενος Δ. Μ., εν γνώσει του ότι είναι ψευδές, παρέστησε στην προαναφερθείσα συμβολαιογράφο ότι διατηρούσε απαίτηση ποσού 32.240 ευρώ κατά του Κ.

Π. από αμοιβές βάσει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας σε αγρούς κατά τις καλλιεργητικές περιόδους 2007-2008 και 2008-2009, γεγονός όμως που ήταν εν γνώσει του αν και ουδέποτε είχε παράσχει εργασία στον Κ. Π. συγκεκριμένου, και 2) ο τρίτος κατηγορούμενος, εν γνώσει του ότι είναι ψευδές παράστησε στην ως άνω συμβολαιογράφο ότι διατηρούσε απαίτηση συνολικού ποσού 116.269,50 ευρώ νομιμότοκα σε βάρος του Κ.

Π., για την οποία ,είχε εκδοθεί η υπ' αριθμ. …49/2010 επιταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας επί τη βάσει μίας συναλλαγματικής εκδόσεως ίδιου (Α. Ν.), λήξεως 28-02-2010, ποσού 110.000 ευρώ και αποδοχής δήθεν του Κ. Π., η οποία όμως απαίτηση δεν υφίσταται σπουδαίως αλλά κατά το φαινόμενο μόνο (εικονικώς), αφού δεν υπήρχε τέτοιου είδους συναλλακτική (συμβατική) σχέση και ομοίως το εν λόγω αξιόγραφο.

Με τον τρόπο αυτό, δηλαδή την εν γνώσει τους ψευδής παράσταση ότι οι ανωτέρω απαιτήσεις που διατηρούσαν οι ως, δεύτερος και τρίτος σε βάρος του πέμπτου κατηγορουμένου ήταν αληθινές και υποστηριζόταν από εκτελεστούς τίτλους, έπεισαν την συμβολαιογράφο Λάρισας υπάλληλο του πλειστηριασμού που επίσπευσε την 21-07-2010 ο Α.

Λ. να συντάξει τον υπ. Αριθ. ….42/7-01-2011 πίνακα κατάταξης δανειστών και διανομής πλειστηριάσματος ποσού 63-676,4 ευρώ μετά την αφαίρεση των εξόδων (77-000-13.323,59), προς ικανοποίηση του επισπεύδοντα και των αναγγελθέντων δανειστών, και να κατατάξει προνομιακώς τον Δ. Μ. για ποσό 32.240 ευρώ και τυχαίως, σε ικανοποίηση μέρους των απαιτήσεων τους τον εγκαλούντα- επισπεύδοντα Α.

Λ. για ποσό 8.555,45 ευρώ, τον Α. Π. για ποσό 8.109,52 ευρώ και τον Α. Ν. για ποσό 11.053,87 ευρώ, προξενώντας έτσι στον εγκαλούντα ζημία ίση με το άθροισμα των ποσών για τα οποία κατετάγησαν οι Τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι, ήτοι 51-403,69 ευρώ (32.240+8.109,52+11.053,87) και ενώ δεν θα προέβαινε η συμβολαιογράφος στην ανωτέρω ενέργεια, εάν δεν είχε αυτή παραπλανηθεί και θα κατατασσόταν ο επισπεύδων Α.

Λ. και γι αυτό ποσό. Η ανωτέρω ζημία του τελευταίου ανερχόμενη στο ως άνω συνολικό ποσό, στο οποίο οι τρεις πρώτοι (αλλά και ο πέμπτος) απέβλεπαν, μετά του αντιστοίχου οφέλους, κρίνεται ιδιαίτερα μεγάλη. Β) Ο πέμπτος κατηγορούμενος ήδη αναιρεσείων Κ. Π. στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, με πρόθεση και με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος αλλά και οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι παράνομο περιουσιακό όφελος εις βάρος του εγκαλούντος Α.

Λ., με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, προκάλεσε σε άλλους την απόφαση να τελέσουν την άδικη πράξη που διέπραξαν. Ειδικότερα με παραινέσεις μετά πειθούς και φορτικότητας που απηύθυνε στους τρεις πρώτους κατηγορουμένους προκάλεσε σε αυτούς την απόφαση να διαπράξουν το πλημμέλημα της από κοινού απάτης με ζημία ιδιαίτερα μεγάλη, το οποίο διέπραξαν κατά τα λεπτομερώς υπό στοιχείο Α.

Γ) Ο τέταρτος κατηγορούμενος Χ. Τ. στη … στις 14-11-2013 καταθέτοντας ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Δικαστηρίου Λάρισας κατά την εκδίκαση της με αριθ. Κατάθεσης 319/26-04-2013 αγωγής του Δ. Μ. κατά του Κ. Π. (ή Α.) κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Συγκεκριμένα, εξετασθείς ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου κατέθεσε ότι ".... ο Μ. είναι αγρότης και είχε συμφωνήσει να εργασθεί στον Π. για δύο χρόνια, για δύο καλλιεργητικές περιόδους" και από ότι θυμάμαι είχαν συμφωνήσει για 39.000 ευρώ". Επίσης, κατέθεσε ότι ο Π. του έδωσε κάποια χρήματα αλλά του όφειλε το υπόλοιπο γύρω στις 32.000 ευρώ. Ο Π. καλλιεργούσε τις καλλιεργητικές περιόδους 2007-2008 και 2008-2009, σιτάρι και τριφύλλι με μηχανήματα που ανήκουν σε αυτόν (Π.), ενώ αυτά όλα ήταν εν γνώσει του ψευδή, διότι ποτέ δεν έλαβαν χώρα, δηλαδή διότι ουδέποτε εργάσθηκε ο Δ. Μ. στον Κ. Π. σε καλλιέργεια σιταριού και τριφυλλιού κατά τις καλλιεργητικές περιόδους 2007-2008, 2008-2009 ο Κ. Π. του όφειλε από την αυτή αιτία ποσό 32.000 περίπου από τα συνολικώς 39.000 ευρώ που είχαν δήθεν συμφωνηθεί ως αμοιβή για την παροχή εξαρτημένης εργασίας για την παροχή εξαρτημένης εργασίας.

Δ) Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, δηλαδή στη ... στις 14-11-2013 οι κατηγορούμενοι Δ. Μ. και Κ. Π. από κοινού κι έχοντας κοινό δόλο προκάλεσαν σε άλλον την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Συγκεκριμένα με λεκτικές προτροπές μετά πειθούς και φορτικότητας που απηύθυναν στον τέταρτο κατηγορούμενο Χ. Τ. έπεισαν αυτόν να τελέσει το ποινικό αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα, το οποίο διέπραξε κατά τα λεπτομερώς εκτεθέντα ανωτέρω" Ακολούθως δε κήρυξε ενόχους τους 2ο, 3ο, 4ο και 5ο ήδη αναιρεσείοντα του ότι στη … στους κατωτέρω χρόνους με πρόθεση τέλεσαν τις αξιόποινες πράξεις :

Α. 1) Ο δεύτερος διατηρούσε απαίτηση ποσού 32.240 ευρώ κατ Κ. Π. από αμοιβές βάσει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας σε αγρούς κατά τις καλλιεργητικές περιόδους 2007-2008 και 2008-2009, την οποία πρόσφερε ο Δ. Μ. στον ανωτέρω εργοδότη του, γεγονός όμως που ήταν εν γνώσει του συγκεκριμένου αλλά και των λοιπών συγκεκριμένων κατηγορουμένων (1ος,2ος,3ος,5ος) ψευδές, καθόσον γνώριζαν ότι ουδέποτε είχε παράσχει τέτοιου είδους εργασία στον Κ.

Π. και 2) ο τρίτος διατηρούσε απαίτηση συνολικού ποσού 116.269,50 ευρώ νομιμότοκα σε βάρος του Κ. Π., για την οποία είχε εκδοθεί η υπ' αριθμ. …49/2010 επιταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας επί τη βάσει μίας συναλλαγματικής εκδόσεως ίδιου (Α. Ν.), λήξεως 28-02-2010, ποσού 110.000 ευρώ και αποδοχής δήθεν του Κ.

Π., η οποία όμως απαίτηση δεν υφίσταται σπουδαίως αλλά κατά το φαινόμενο μόνο (εικονικώς), όπως καλώς γνώριζαν άπαντες οι συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι (1ος, 2ος, 3ος, 5ος), αφού δεν υπήρχε τέτοιου είδους συναλλακτική (συμβατική) σχέση και ομοίως το εν λόγω αξιόγραφο και η διαταγή πληρωμής είχαν εκδοθεί κατά συμπαιγνία των διαδίκων τρίτου-πέμπτου των κατηγορουμένων με σκοπό να χρησιμοποιηθούν για να βλάψουν τον δανειστή του Κ.

Π., εγκαλούντα Α. Λ.. Με τον τρόπο αυτό, δηλαδή την εν γνώσει τους ψευδής παράσταση ότι οι ανωτέρω απαιτήσεις που διατηρούσαν οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος σε βάρος του πέμπτου κατηγορουμένου ήταν αληθινές και υποστηριζόταν από εκτελεστούς τίτλους, έπεισαν την συμβολαιογράφο … υπάλληλο του πλειστηριασμού που επίσπευσε την 21-07-2010 ο Α.

Λ. να συντάξει τον υπ. Αριθ. ...42/7- 01-2011 πίνακα κατάταξης δανειστών και διανομής πλειστηριάσματος ποσού 63.676,4 ευρώ μετά την αφαίρεση των εξόδων (77-000-13.323,59), προς ικανοποίηση του επισπεύδοντα και των αναγγελθέντων δανειστών, και να κατατάξει προνομιακώς τον Δ. Μ. για ποσό 32.240 ευρώ και τυχαίως , _ ^-σε ικανοποίηση μέρους των απαιτήσεων τους τον εγκαλούντα- επισπεύδοντα, Α.

Λ. για ποσό 8.555,45 ευρώ, τον Α. Π. για το ποσό 8.109,52 ευρώ και τον Α. Ν. για ποσό 11.053,87 ευρώ, προξενώντας έτσι στον εγκαλούντα ζημία ίση με το άθροισμα των ποσών για τα oποία κατετάγησαν οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι, ήτοι 51-403,69 ευρώ (32.240+8.109,52+11.053,87) και ενώ δεν θα προέβαινε η συμβολαιογράφος στην ανωτέρω ενέργεια, εάν δεν είχε αυτή παραπλανηθεί και θα κατατασσόταν ο επισπεύδων Α.

Λ. και γι' αυτό ποσό. Η ανωτέρω ζημία του τελευταίου ανερχόμενη στο ως άνω συνολικό ποσό, στο οποίο οι τρεις πρώτοι (αλλά και ο πέμπτος) απέβλεπαν, μετά του αντιστοίχου οφέλους, κρίνεται ιδιαίτερα μεγάλη.

Β) Ο πέμπτος κατηγορούμενος Κ. Π. στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, με πρόθεση και με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος αλλά και οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι παράνομο περιουσιακό όφελος εις βάρος του " εγκαλούντος Α. Λ., με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, προκάλεσε σε άλλους την απόφαση να τελέσουν την άδικη πράξη που διέπραξαν. Ειδικότερα με παραινέσεις μετά πειθούς και φορτικότητας που απηύθυνε στους τρεις πρώτους κατηγορουμένους προκάλεσε σε αυτούς την απόφαση να διαπράξουν το πλημμέλημα της από κοινού απάτης με ζημία ιδιαίτερα μεγάλη, το οποίο διέπραξαν κατά τα λεπτομερώς υπό στοιχείο Α.

Γ) Ο τέταρτος κατηγορούμενος Χ. Τ. στη … στις 14- 11- 2013 καταθέτοντας ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του ' Μονομελούς Δικαστηρίου Λάρισας κατά την εκδίκαση της με αριθ. Κατάθεσης 319/26-04- 2013 αγωγής του Δ. Μ. κατά του Κ. Π. (ή Α.) κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Συγκεκριμένα, εξετασθείς ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου κατέθεσε ότι ".... ο Μ. είναι αγρότης και είχε συμφωνήσει να εργασθεί στον Π. για δύο χρόνια, για δύο καλλιεργητικές περιόδους και από ότι θυμάμαι είχαν συμφωνήσει για 39.000 ευρώ". Επίσης, κατέθεσε ότι ο Π. του έδωσε κάποια χρήματα αλλά του όφειλε το υπόλοιπο, γύρω στις 32.000 ευρώ. Ο Π. καλλιεργούσε τις καλλιεργητικές περιόδους 2007-2008 και 2008-2009, σιτάρι και τριφύλλι με μηχανήματα που ανήκουν σε αυτόν (Π.), ενώ αυτά όλα ήταν εν γνώσει του ψευδή, διότι ποτέ δεν έλαβαν χώρα, δηλαδή διότι ουδέποτε εργάσθηκε ο Δ. Μ. στον Κ. Π. σε καλλιέργεια σιταριού και τριφυλλιού κατά τις καλλιεργητικές περιόδους 2007-2008, 2008-2009 ο Κ. Π. του όφειλε από την αυτή αιτία ποσό 32.000 περίπου ευρώ από τα συνολικώς 39.000 ευρώ που είχαν δήθεν συμφωνηθεί ως αμ για την παροχή εξαρτημένης εργασίας.

Δ) Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, δηλαδή στη …. στις 14-11-2013 οι κατηγορούμενοι Δ. Μ. και Κ. Π. από κοινού κι έχοντας κοινό δόλο προκάλεσαν σε άλλον την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Συγκεκριμένα με λεκτικές προτροπές μετά πειθούς και φορτικότητας που απηύθυναν στον τέταρτο κατηγορούμενο Χ. Τ. έπεισαν αυτόν να τελέσει το ποινικό αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα, το οποίο διέπραξε κατά τα λεπτομερώς εκτεθέντα υπό στοιχείο Γ.

ΔΕΧΕΤΑΙ το δικαστήριο ότι ο πέμπτος κατηγορούμενος Κ. Π. έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή ως τον χρόνο που τέλεσε τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις του".

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνοντας η εν λόγω απόφαση περιέχει όσον αφορά στις πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε απάτη κατ' εξακολούθηση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ήτοι στην πράξη της απάτης των 1ου και 2ου των κατηγορουμένων και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή (για τον ήδη αναιρεσείοντα) την επιβαλλομένη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ. 1, 94, 98, 224 παρ.2-1 και 386 παρ. 1 του Π.Κ, , τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, εφ' όσον αναφορικώς με την πράξη της απάτης στοιχειοθετείται απάτη και με παραπλάνηση του συμβολαιογράφου ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου , χωρίς να παραβιάσει αυτές ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι, δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης.

Συγκεκριμένα, όσον αφορά στην πράξη της ηθικής αυτουργίας σε απάτη κατ' εξακολούθηση αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση, μετά από την παράθεση των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη το Δικαστήριο της ουσίας, ότι οι κατηγορούμενοι Δ. Μ. και Α. Ν., με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι και ο Κ. Π. (ήδη αναιρεσείων) παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδή γεγονότα στη συμβολαιογράφο Σ.

Γ. - Μ., ως υπάλληλο επί του πλειστηριασμού που είχε διενεργηθεί σε βάρος δύο αγρών του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος Κ. Π., κατόπιν επίσπευσης του εγκαλούντος Α. Λ., ο οποίος είχε απαίτηση σε βάρος του ποσού 89.990 ευρώ, και ειδικότερα ο μεν Δ. Μ. ότι την 30.9.2010 διατηρούσε απαίτηση ποσού 32.240 ευρώ κατά του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος Κ.

Π. από αμοιβές βάσει συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας σε αγρούς κατά τις καλλιεργητικές περιόδους 2007 - 2008 και 2008 - 2009, παρ' ότι γνώριζε ότι ουδέποτε είχε παράσχει την ανωτέρω εργασία, ο δε Α. Ν. ότι την 30.7.2010 διατηρούσε απαίτηση συνολικού ποσού 116.269,50 ευρώ νομιμοτόκως, κατά του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος Κ.

Π. για την οποία είχε εκδοθεί η υπ' αριθμ. ...49 / 2010 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με βάση μια συναλλαγματική εκδόσεως του ιδίου, λήξεως την 28.2.2010, ποσού 110.000 ευρώ και αποδοχής δήθεν του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος Κ. Π., μολονότι και ο ίδιος και ο ήδη αναιρεσείων γνώριζαν ότι η απαίτηση αυτή δεν υφίστατο σπουδαίως αλλά μόνο κατά το φαινόμενο (εικονικά), αφού δεν υπήρχε τέτοιου είδους συναλλακτική συμβατική σχέση και ομοίως το εν λόγω αξιόγραφο και η διαταγή πληρωμής είχαν εκδοθεί κατά συμπαιγνία με σκοπό να χρησιμοποιηθούν και να βλάψουν τον εγκαλούντα Α.

Λ., και ότι με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις οι κατηγορούμενοι έπεισαν την ανωτέρω συμβολαιογράφο να συντάξει τον υπ' αριθμ. ...42/ 7.1.2011 πίνακα κατατάξεως δανειστών και διανομής πλείστηριάσματος ποσού 63.676,41 ευρώ, μετά από την αφαίρεση των εξόδων (77.000 - 13.323,59) προς ικανοποίηση του επισπεύδοντος και των αναγγελθέντων δανειστών και να κατατάξει προνομιακώς τον Δ.

Μ. για ποσό 32.240 ευρώ και, τυχαίως σε ικανοποίηση μέρους των απαιτήσεών τους τον εγκαλούντα Α. Λ. για ποσό 8.555,45 ευρώ και τον Α. Π. για 8.109,52 ευρώ και τον Α. Ν. για ποσό 11.053,87 ευρώ, με αποτέλεσμα να προξενήσουν στον εγκαλούντα ζημία ίση με το άθροισμα των ποσών για τα οποία κατετάγησαν οι ως άνω κατηγορούμενοι, ήτοι για 51.403,69 ευρώ (32.240 + 8.109,52 + 11.053,87), που είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, καθ' όσον, αν δεν είχε παραπλανηθεί η συμβολαιογράφος δεν θα κατέτασσε κατά τα άνω τους κατηγορουμένους και θα κατατασσόταν και για τα ποσά αυτά ο εγκαλών και ότι ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων με πρόθεση και σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος και οι συγκατηγορούμενοί του παράνομο περιουσιακό όφελος με παραινέσεις μετά πειθούς και φορτικότητος προς τους ανωτέρω συγκατηγορουμένους του προκάλεσε σε αυτούς την απόφαση να διαπράξουν αυτοί την προαναφερομένη πράξη της απάτης.

Οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι δεν αναφέρεται ούτε στο αιτιολογικό ούτε στο διατακτικό διεξοδικά πως στοιχειοθετούνται τα ανωτέρω εγκλήματα και σε ποια αποδεικτικά στοιχεία βασίσθηκε η απόφαση, στερούνται βασιμότητος. Προσέτι, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο δεν απάντησε στους όπως τους χαρακτηρίζει αυτοτελείς ισχυρισμούς του και ειδικότερα ότι δεν θεμελιώνεται το αδίκημα της απάτης για το λόγο ότι ο συμβολαιογράφος ως επί του πλειστηριασμού υπάλληλος δεν πείθεται και δεν παραπλανάται, δεδομένου ότι αυτός συντάσσοντας τον πίνακα κατατάξεως δεν ασκεί δικαιοδοτική λειτουργία ούτε δικάζει με διαγνωστική δύναμη και με την έννοια αυτή δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη δικαστική κρίση και απόφαση, είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν.

Και τούτο γιατί πρόκειται περί αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών και το Εφετείο απάντησε σ' αυτούς με την προσβαλλομένη περί της ενοχής τους απόφασή του. Περαιτέρω το αιτιολογικό περιέχει επιπλέον στοιχεία πέραν των διαλαμβανομένων στο διατακτικό, ανεξάρτητα από το ότι το διατακτικό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά της καταδικαστικής του κρίσης σε τέτοια έκταση και πληρότητα ώστε να είναι περιττή η διαφοροποίηση του σκεπτικού της.

Επομένως, οι συναφείς, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, λόγοι της αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ., είναι αβάσιμοι στο σύνολο τους. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως στην ουσία της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αριθμ 5/8.2.2018

αίτηση του Κ. Π. του Χ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 595/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ