Legislator Case Law & Legislation
1806/2017 AI generated

1806/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1806/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1806/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στους τακτικούς υπαλλήλους του "ΕΛΓΑ" και στα μέλη των οικογενειών τους, καθώς και στους υπαλλήλους του "ΟΓΑ" που μετατάσσονται στο τακτικό προσωπικό του "ΕΛΓΑ" ως και στα μέλη των οικογενειών τους, εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 437/1976, που ρυθμίζει ειδικά τη συνταξιοδότηση του προσωπικού "ΟΓΑ", όπως ισχύουν κάθε φορά (παρ. 8).

Keywords

AI generated
unemployment benefits overpayment payment of benefits offsetting of contributions compensation for overtime recalculation of unemployment benefits subcontractor payment
AI generated
494/2024
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 2/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Ερατώ Κολέση και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
1283/2010
Ο υπερημερος εργοδότης έχει δικαίμα να αφαιρέσει από τον οφειλόμενο μισθό κάθε τι που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τν ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού (656 εδαφ β΄ΑΚ) Λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559.1 και 19.Υπερημερία ΕΛ.Γ.Α από την μη αποδοχή της εργασίας των αναιρεσειόντων γεωπόνων, που τους είχε εντάξει αναδρομικά στο μόνιμο αυτού προσωπικό. Αφαίρεη της ωφελείας αυτών από τις πάσης φύσεως αμοιβές που εισέπραξαν ( μεταξύ των οποίων και για τις εκτός έδρας πραγματογνωμοσύνες για ζημιές σε καλλιέργειες),από τις δικαιούμενες τακτικές αποδοχές τους ως μονίμων. Μη υπολογισμός σε αυτές των αποζημιώσεων για τις εκτός έδρας πραγματογνωμοσύνες. Αλυσιτελής λόγος, εφόσον πλήττει επάλληλη αιτιολογία. Λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη ομολογάς του αναιρεσίοντος (559.11)Πρέπει ν'αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε επίκληση του αποδεικτικού αυτού μέσου στο δικαστήριο της ουσίας. Λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ 9 ΚΠολΔ. Πότε θεωρείται " αδίστακτη" μία αίτηση. Προϋποθέτει "αδίκαστη"μία αίτηση.Πρϋποθέτει παντελή σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας.Απορρίπτεται η αίτηση.
862/2019
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά και Σοφία Τζουμερκιώτη, Αρεοπαγίτες.
94/2019
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
859/2019
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά και Σοφία Τζουμερκιώτη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1806 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1806/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" (ΟΓΑ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Θεοδώρου Ράπτη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Γ. Π. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Χριστίνας Τασιοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την 16-2-2011.

Εκδόθηκαν η 1083/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1281/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-11-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο προεδρεύων αρεοπαγίτης Χριστόφορος Κοσμίδης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Ο "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων" (στο εξής: "ΕΛΓΑ") ιδρύθηκε με το ν. 1790/1988, είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ανήκει εξ ολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης (ΑΠ 244/2015). Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ.3, 6, 8, 13 και 16 του ν. 1790/1988, όπως η παρ.16 προστέθηκε με το άρθρο 31 παρ.6 του ν. 2040/1992, το τακτικό και έκτακτο προσωπικό με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ορισμένου ή αορίστου χρόνου γεωπόνων κλπ, που κατά την έναρξη της λειτουργίας του "ΕΛΓΑ" υπηρετεί [μεταξύ άλλων και] στον καταργούμενο με το άρθρο 17 παρ.2 του ν. 1790/1988 κλάδο "Β’ Ασφάλισης Γεωργικής Παραγωγής" του "Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων" (στο εξής: "ΟΓΑ"), μετατάσσεται αυτοδικαίως στον "ΕΛΓΑ", με αυτόματη μεταφορά των αντίστοιχων οργανικών θέσεων (παρ. 3).

Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου (στο εξής: ΔΣ) το προσωπικό που μετατάσσεται, εντάσσεται σε οργανικές θέσεις του "ΕΛΓΑ". Μέχρι την ένταξή του, το προσωπικό αυτό συνεχίζει να παρέχει τις υπηρεσίες του με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις, με τις οποίες υπηρετούσε στον "ΟΓΑ" και να διέπεται, για την υπηρεσιακή και συνταξιοδοτική του κατάσταση, την ασφάλιση υγείας και την εφάπαξ αποζημίωση κατά την αποχώρησή του, από τις διατάξεις που ισχύουν για τους τακτικούς υπαλλήλους του "ΟΓΑ".

Για την ένταξη λαμβάνονται υπόψη ως κριτήρια, κυρίως, τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, ο βαθμός, ο χρόνος υπηρεσίας στο βαθμό και ο χρόνος της συνολικής υπηρεσίας κάθε υπαλλήλου. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας των υπαλλήλων που μετατάσσονται, ο οποίος λογίζεται για κάθε συνέπεια ότι έχει διανυθεί στον "ΕΛΓΑ", η σειρά μεταξύ των ομοιόβαθμων, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα που απορρέει από την ένταξη (παρ. 6).

Στους τακτικούς υπαλλήλους του "ΕΛΓΑ" και στα μέλη των οικογενειών τους, καθώς και στους υπαλλήλους του "ΟΓΑ" που μετατάσσονται στο τακτικό προσωπικό του "ΕΛΓΑ" ως και στα μέλη των οικογενειών τους, εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 437/1976, που ρυθμίζει ειδικά τη συνταξιοδότηση του προσωπικού "ΟΓΑ", όπως ισχύουν κάθε φορά (παρ. 8).

Οι διατάξεις που εφαρμόζονται κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παρόντος για την υγειονομική περίθαλψη και για τη χορήγηση αποζημίωσης κατά την αποχώρηση των υπαλλήλων του "ΟΓΑ" εφαρμόζονται αναλόγως, με τις τροποποιήσεις τους και για το προσωπικό του "ΕΛΓΑ" (παρ. 13). Οι τακτικοί υπάλληλοι του "ΟΓΑ", που μετατάχθηκαν αυτοδίκαια ή πρόκειται να μεταταχθούν στον "ΕΛΓΑ", εξακολουθούν να δικαιούνται και μετά την ένταξή τους τις παροχές οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ.6, 8 και 13 του ν. 1790/ 1988.

Ο χρόνος υπηρεσίας των υπαλλήλων αυτών στον "ΕΛΓΑ" λογίζεται ότι διανύθηκε στον "ΟΓΑ". Οι νόμιμες εισφορές των υπαλλήλων αυτών για τις ανωτέρω παροχές παρακρατούνται από τον "ΕΛΓΑ" και αποδίδονται στον "ΟΓΑ" (παρ. 16).

2.Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 42 παρ.8 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού του "ΟΓΑ", που εγκρίθηκε με την 177647/8720/ 13/16-9-1961 ΚΥΑ των Υπουργών Γεωργίας και Οικονομικών (ΦΕΚ Β’ 320/1961), οι υπάλληλοι που απολύονται κατά την παρ.1 του ίδιου άρθρου [μεταξύ άλλων περιπτώσεων και] λόγω συμπληρώσεως του προκαθορισμένου ορίου ηλικίας, λαμβάνουν αποζημίωση σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2112/1920, όπως μεταγενεστέρως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε και με τους όρους και τις προϋποθέσεις που αυτός ορίζει.

Ειδικότερα, προκειμένου περί υπαλλήλων του "ΟΓΑ" που απολύονται λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας (άρθρο 42 παρ.1 περ. α’ και παρ.2), η αποζημίωση του ν. 2112/1920 υπολογίζεται βάσει του πραγματικού χρόνου υπηρεσίας αυτών στον "ΟΓΑ", ως αποσπασμένων ή ως τακτικών υπαλλήλων, ο οποίος αρχίζει από την ημερομηνία που ανέλαβαν υπηρεσία στον "ΟΓΑ".

Ακόμη, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 14 παρ.2 του νόμου 1790/1988 εκδόθηκε ο Κανονισμός Καταστάσεως Προσωπικού "ΕΛΓΑ", ο οποίος εγκρίθηκε με την 36209/20-12-1994 ΚΥΑ των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης και Γεωργίας (ΦΕΚ Β’ 949/21-12- 94) και έχει ισχύ νόμου (ΑΠ 721/2004, ΑΠ 98/1999). Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.2 και 3 του Κανονισμού αυτού, το προσωπικό του "ΕΛΓΑ" διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο και συνδέεται με αυτόν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (παρ.2).

Τακτικό προσωπικό είναι εκείνο που καταλαμβάνει τις τακτικές οργανικές θέσεις, οι οποίες προβλέπονται από τον Κανονισμό (παρ.3). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 93 παρ.4 του Κανονισμού του "ΕΛΓΑ", όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση του με την ΚΥΑ 333308/2001 (ΦΕΚ Β’ 73/2001), το προσωπικό που μετατάσσεται αυτοδικαίως από τον "ΟΓΑ" στον "ΕΛΓΑ", με απόφαση του ΔΣ του "ΕΛΓΑ" και εντός δύο μηνών από την έναρξη ισχύος του Κανονισμού, εντάσσεται στις οργανικές θέσεις των κλάδων προσωπικού του άρθρου 4 και στη βαθμολογική κλίμακα του άρθρου 5 του Κανονισμού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ.6 του ν. 1790/1988.

Από τις διατάξεις αυτές (σκέψεις αρ.1 και 2) και λόγω του ότι ο "ΕΛΓΑ" προήλθε από τον "ΟΓΑ", ανέλαβε να καλύψει έναν τομέα κοινωνικών αναγκών, τον οποίο προηγουμένως κάλυπτε ο "ΟΓΑ" και για το σκοπό αυτό χρησιμοποίησε [μεταξύ άλλων και] προσωπικό, το οποίο προηγουμένως ανήκε στον "ΟΓΑ", συνάγεται ότι για το προσωπικό που υπηρέτησε αλληλοδιαδόχως και στους δύο οργανισμούς α) ο χρόνος υπηρεσίας στον "ΟΓΑ" λογίζεται και ως χρόνος υπηρεσίας στον "ΕΛΓΑ" και αντιστρόφως, β) για τον προσδιορισμό του χρόνου υπηρεσίας λαμβάνεται υπ’ όψη το πραγματικό γεγονός της παροχής εξαρτημένης εργασίας, είτε στον "ΟΓΑ" είτε στον "ΕΛΓΑ", χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή το αν η παροχή αυτής έγινε με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με την ιδιότητα του εκτάκτου ή του τακτικού υπαλλήλου, γ) για τον προσδιορισμό της σύνταξης και της εφάπαξ αποζημίωσης των αποχωρούντων υπαλλήλων του "ΕΛΓΑ" εφαρμόζονται τα ισχύοντα για το προσωπικό του "ΟΓΑ" και δ) η καταβολή των παροχών αυτών βαρύνει τον "ΟΓΑ".

3.Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την ένδικη, από 16-2-2011 (βεβαία χρονολογία καταθέσεως) αγωγή, εκθέτει ότι υπήρξε τακτικός υπάλληλος του "ΕΛΓΑ", προερχόμενος εκ μετατάξεως από τον "ΟΓΑ" και, αφού συμπλήρωσε τις νόμιμες προϋποθέσεις, παραιτήθηκε προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί.

Ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων "ΟΓΑ", ο οποίος είναι αρμόδιος για την εκκαθάριση και καταβολή της αποζημιώσεως που ο ενάγων δικαιούται λόγω της αποχωρήσεώς του από την υπηρεσία, κατά τον υπολογισμό του ποσού της αποζημιώσεως δεν έλαβε υπ’ όψη α) ότι στο χρόνο της πραγματικής υπηρεσίας του ενάγοντος έπρεπε να προσμετρηθεί και το χρονικό διάστημα κατά το οποίο αυτός είχε εργασθεί στον "ΟΓΑ" με αλλεπάλληλες συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και β) ότι στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος για τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως έπρεπε να προσμετρηθεί και το επίδομα εποπτείας, το οποίο αυτός λάμβανε με σταθερό τρόπο, λόγω της θέσεως που κατείχε.

Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζητεί να του καταβληθεί το ποσό των 56.385,21 ευρώ, που κατά τους ισχυρισμούς του αποτελεί τη διαφορά μεταξύ του μείζονος ποσού που θα έπρεπε να λάβει κατά την άποψή του (138.686,80 ευρώ) και του ελάσσονος ποσού που έλαβε σύμφωνα με τον υπολογισμό του εναγομένου (82.301,59 ευρώ). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 1083/2013 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.

Μετά την άσκηση εφέσεως εκ μέρους του ενάγοντος, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την ήδη προσβαλλόμενη 1281/2016 απόφαση με την οποία, αφού εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη, έκρινε νόμιμη και εν μέρει βάσιμη την αγωγή και επιδίκασε το ποσό των 56.384,93 ευρώ.

4.Όπως προκύπτει από την προβαλλόμενη απόφαση, το μονομελές εφετείο, ως προς το ζήτημα του προσδιορισμού του ακριβούς χρόνου υπηρεσίας του ενάγοντος, ο οποίος και μόνο αμφισβητείται με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι ο ενάγων, εκεί εκκαλών και ήδη αναιρεσίβλητος, προσλήφθηκε την 07-07-1975 από τον εναγόμενο, εκεί εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείοντα "ΟΓΑ", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και προσέφερε τις υπηρεσίες του ως γεωπόνος, εκτιμητής ζημιών, στον κλάδο "Β’ Ασφάλισης Γεωργικής Παραγωγής", διενεργώντας πραγματογνωμοσύνες και εκτιμήσεις αγροτικών ζημιών σε διάφορες περιοχές της χώρας.

Ότι, μετά τη λήξη της αρχικής σύμβασης, επακολούθησε η σύναψη μεταξύ των διαδίκων αλλεπάλληλων, διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, με βάση τις οποίες ο ενάγων προσέφερε στον εναγόμενο τις ίδιες υπηρεσίες, μέχρι το έτος 1984. Ότι, τότε, ο ενάγων, με την ...-04-1984 απόφαση του αρμοδίου οργάνου, διορίστηκε ως τακτικός υπάλληλος του εναγομένου, με το βαθμό Α7 του κλάδου γεωπόνων και ανέλαβε υπηρεσία την 28-05-1984.

Ότι, μέχρι το διορισμό του ως τακτικού υπαλλήλου, ο ενάγων είχε στον εναγόμενο "ΟΓΑ" χρόνο προϋπηρεσίας ως έκτακτος υπάλληλος (συμβασιούχος ορισμένου χρόνου) που ανερχόταν σε έξι (6) έτη, δέκα (10) μήνες και έξι ( 6) ημέρες. Ότι μετά το διορισμό του ως τακτικού υπαλλήλου ο ενάγων υπηρέτησε στον ίδιο κλάδο της υπηρεσίας του εναγομένου μέχρι την 01-11-1988, οπότε μετατάχθηκε, αυτοδικαίως και σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1790/1988, στον "ΕΛΓΑ".

Ότι ο "ΕΛΓΑ", με την ...01-1995 απόφαση του ΔΣ, ενέταξε τον ενάγοντα στον κλάδο ΠΕ1 γεωπόνων, με τέταρτο βαθμό και πλεονάζοντα χρόνο υπηρεσίας δύο (2) ετών, τεσσάρων (4) μηνών και τεσσάρων (4) ημερών, υπολογίζοντας ως προϋπηρεσία του μόνο το χρόνο που είχε διανύσει ως τακτικός υπάλληλος του "ΟΓΑ", ανερχόμενο τότε σε δέκα (10) έτη, εννέα (9) μήνες και δεκαέξι (16) ημέρες (δηλαδή από το διορισμό του, την 10-04-1984 έως και την απόφαση ένταξής του, την 26-01-1995) και όχι και εκείνον που είχε διανύσει ως έκτακτος υπάλληλος.

Ότι μετά την άσκηση αγωγής από τον ενάγοντα κατά του "ΕΛΓΑ", εκδόθηκε η 10030/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε αμετάκλητα ότι ο υπολογισμός του χρόνου προϋπηρεσίας του ενάγοντος, που είχε γίνει με την ως άνω απόφαση του ΔΣ για την ένταξή του, ήταν εσφαλμένος, διότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ.6 του ν. 1790/ 1988 έπρεπε να υπολογιστεί και ο χρόνος τον οποίο ο ενάγων είχε διανύσει ως έκτακτος, ήτοι των έξι (6) ετών, δέκα (10) μηνών και έξι (6) ημερών.

Ότι, κατόπιν αυτού, το ΔΣ του "ΕΛΓΑ", με την ...-07-1999 απόφασή του προέβη σε μερική τροποποίηση της προηγούμενης απόφασης και, αφού αναγνώρισε ως χρόνο υπηρεσίας και αυτόν που είχε διανυθεί με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, ενέταξε τον ενάγοντα στον ίδιο κλάδο ΠΕ1 γεωπόνων, αλλά με δεύτερο βαθμό και πλεονάζοντα χρόνο υπηρεσίας τριών (3) ετών, έξι (6) μηνών και δεκαεπτά (17) ημερών.

Ότι μετά την ως άνω αυτοδίκαιη μετάταξη και, ακολούθως, την ένταξή του ως τακτικού υπαλλήλου σε οργανική θέση του τακτικού προσωπικού του "ΕΛΓΑ", ο ενάγων υπηρέτησε χωρίς διακοπή μέχρι και την 20-04-2010, οπότε υπέβαλε την παραίτησή του προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί. Ότι η παραίτηση έγινε αποδεκτή με την 4995/21-04-2010 απόφαση του Προέδρου του "ΕΛΓΑ" και έτσι λύθηκε η υπαλληλική σχέση.

5.Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το μονομελές εφετείο έκρινε ότι η ως άνω, αρχικώς αμφισβητηθείσα, προϋπηρεσία του ενάγοντος, η οποία τελικώς λήφθηκε υπόψη για την ένταξή του σε οργανική θέση της υπηρεσίας του "ΕΛΓΑ", λογίζεται για κάθε συνέπεια, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 14 παρ.6 του ν. 1790/1988, ότι έχει διανυθεί στον "ΕΛΓΑ".

Κατόπιν αυτού, έκρινε ότι ο ενάγων, για την αποχώρησή του από την υπηρεσία του λόγω συνταξιοδοτήσεως, δικαιούται να λάβει από τον εναγόμενο "ΟΓΑ" την εφάπαξ αποζημίωση του ν. 2112/1920, για τον υπολογισμό της οποίας πρέπει να ληφθεί υπ’ όψη ότι ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του ανέρχεται σε είκοσι οκτώ (28) έτη, πέντε (5) μήνες και δέκα (10) ημέρες, με προσμέτρηση και του χρόνου που είχε διανυθεί με την ιδιότητα του εκτάκτου υπαλλήλου στον "ΟΓΑ" (χωρίς να ληφθεί υπόψη ο χρόνος από την 1-6-2006 μέχρι την παραίτησή του, διότι από την εν λόγω ημερομηνία οι υπάλληλοι του "ΟΓΑ", καθώς και οι υπάλληλοι του "ΕΛΓΑ" εκ μετατάξεως από τον "ΟΓΑ", υπήχθησαν στην ασφάλιση του Ταμείου Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 3232/2004, περιστατικό που δεν ασκεί επιρροή στην ένδικη περίπτωση).

Στη συνέχεια, αφού το μονομελές εφετείο δέχθηκε ότι στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος για τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως έπρεπε να προσμετρηθεί και το επίδομα εποπτείας, με συνέπεια αυτές να ανέρχονται στο ποσό των 4.953,09 ευρώ, υπολόγισε ότι η οφειλόμενη αποζημίωση του ν. 2112/1920 είναι [4.953,09 ευρώ Χ 24 μήνες = 118.874,16 ευρώ + προσαύξηση 1/6 για αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας, ίση με 19.812,36 ευρώ = ] 138.686,52 ευρώ και, αφού αφαίρεσε από το ποσό αυτό το ποσό των 82.301,59 ευρώ, που είχε ήδη καταβληθεί για την ίδια αιτία, επιδίκασε στον ενάγοντα το υπόλοιπο ποσό των 56.384,93 ευρώ, νομιμοτόκως.

Με την κρίση ότι για την εξεύρεση του πραγματικού χρόνου υπηρεσίας του ενάγοντος προς υπολογισμό της οφειλόμενης αποζημίωσης πρέπει να συνυπολογισθεί και το χρονικό διάστημα παροχής της εργασίας του ως εκτάκτου υπαλλήλου, με αλλεπάλληλες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, το μονομελές εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε σωστά τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν (βλ.

παραπάνω, σκέψεις αρ.1 και 2). Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο πλήττεται μόνο το ζήτημα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ελέγχεται αβάσιμος.

6. Σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.4 ΚΠολΔ, "κατ’ εξαίρεση ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, λόγο αναίρεσης από εκείνους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 4, 14, 16, 17 και 19 του άρθρου 559". Όπως ήδη αναφέρθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 42 παρ.8 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού του "ΟΓΑ" (ΦΕΚ Β’ 320/1961), οι συνταξιοδοτούμενοι υπάλληλοι λαμβάνουν αποζημίωση σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2112/ 1920, "όπως μεταγενεστέρως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε και με τους όρους και τις προϋποθέσεις που αυτός ορίζει".

Ο ν. 2112/1920, που έχει τον τίτλο "περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων", συμπληρώθηκε ως προς τον τρόπο και την έκταση εφαρμογής του [μεταξύ άλλων και] από το ν. 3198/1955, που έχει τον τίτλο "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων".

Ειδικότερα, στο εδ. β’ του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, που προστέθηκε με το άρθρο 8 παρ.4 του ν.δ. 3789/1957 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ.1 του ν. 435/1976, ορίζεται ότι οι κάθε είδους μισθωτοί, οι οποίοι υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως, εφ’ όσον συμπληρώσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για να λάβουν πλήρη σύνταξη γήρατος, δύνανται, εάν έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρούν [παραιτούμενοι] από την εργασία τους είτε να απομακρύνονται [απολυόμενοι] από τον εργοδότη τους, λαμβάνοντας σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι τα 40%, οι δε μη επικουρικώς ασφαλισμένοι τα 50% της αποζημιώσεως, την οποία δικαιούνται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη.

Ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι η ως άνω μορφή του εδ. β’ του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, η οποία προσδόθηκε με το ν. 435/1976 που τέθηκε σε ισχύ μετά την έγκριση του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού του "ΟΓΑ" (1961), δεν καταλαμβάνει [δήθεν] τους υπαλλήλους του "ΟΓΑ", η προηγηθείσα μορφή, που είχε προσδοθεί με το ν.δ. 3789/1957 και, αν και με στενότερη διατύπωση, είχε εφαρμογή σε "ιδιωτικούς υπαλλήλους υπαγόμενους στην ασφάλιση του ΙΚΑ", τους καταλαμβάνει, διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, οι υπάλληλοι του "ΟΓΑ" ως προς τα συνταξιοδοτικά ζητήματα εξομοιώνονται με τους υπαλλήλους του ΙΚΑ (άρθρο 1 του ν. 437/1976).

Συνεπώς, οι αποχωρούντες υπάλληλοι προκειμένου να λάβουν πλήρη σύνταξη γήρατος, όπως ο ενάγων εν προκειμένω, ο οποίος τόσο κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή όσο και κατά τις παραδοχές του μονομελούς εφετείου είχε συμπληρώσει 35 χρόνια ασφάλισης (χωρίς να υπάρχει ισχυρισμός ή παραδοχή για το ότι ήταν και επικουρικώς ασφαλισμένος), δικαιούνται μεν την αποζημίωση του άρθρου 1 του ν. 2112/1920, αλλά μειωμένη κατά 50%, όπως διευκρινίσθηκε με το άρθρο 8 εδ. β’ του ν. 3198/1955. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αν και το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, στην αρχή των νομικών του σκέψεων, έκανε αναφορά στην εφαρμοστέα διάταξη του εδ. β’ του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, στη συνέχεια παρέλειψε να την εφαρμόσει και δεν αποφάνθηκε ότι το ως άνω ποσό της αποζημιώσεως (138.686,52 ευρώ, βλ. σκέψη αρ.5) θα έπρεπε να έχει καταβληθεί μειωμένο κατά 50%, με αποτέλεσμα το δικαίωμα του ενάγοντος να περιορίζεται σε 69.343,26 ευρώ. Επομένως, με αυτή την παράλειψη υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ και κατ’ αυτεπάγγελτο έλεγχο του Αρείου Πάγου κατέστησε αναιρετέα την απόφασή του.

7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 εδ.α’ ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".

Στην προκείμενη περίπτωση, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως. Στο μονομελές εφετείο, κατόπιν εφέσεως του ενάγοντος, εκεί εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση στο σύνολό της, διότι η αγωγή είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ο εκκαλών επιδίωκε την παραδοχή της.

Από τις αιτιολογίες, που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα της αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτει ότι η αγωγή είναι πράγματι μη νόμιμη, όχι βέβαια διότι κατά τον υπολογισμό της αποζημιώσεως του ν. 2112/1920 δεν έπρεπε να ληφθούν υπ’ όψη ο χρόνος προϋπηρεσίας του ενάγοντος ως εκτάκτου υπαλλήλου και το επίδομα εποπτείας που τακτικώς ελάμβανε, όπως εσφαλμένως έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά διότι το ποσό που προέκυπτε από τη συνεκτίμηση των εν λόγω περιστάσεων (138.686,52 ευρώ) έπρεπε να μειωθεί τελικώς κατά 50% (69.343,26 ευρώ), κατ’ εφαρμογή του άρθρου 8 εδ.

β’ του ν. 3198/1955. Έτσι, όμως, ο ενάγων, που έχει λάβει ήδη υπέρτερο ποσό (82.301,59 ευρώ), ουχί νομίμως ζητεί την ένδικη διαφορά. Επομένως, δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο και να απορριφθεί η έφεση, με αντικατάσταση της εσφαλμένης αιτιολογίας της 1083/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από την αιτιολογία που ήδη αναφέρθηκε (ΚΠολΔ 534).

Η δικαστική δαπάνη της αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων, αφ’ ενός διότι η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν υπήρξε δυσχερής (ΚΠολΔ 179) και αφ’ ετέρου διότι η αναίρεση επήλθε για λόγο που ερευνήθηκε αυτεπαγγέλτως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1281/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας εκ νέου επί της εφέσεως.

Αντικαθιστά την αιτιολογία της 1083/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απορρίπτει την έφεση.

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24η Οκτωβρίου 2017.

Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 7η Νοεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ