1806/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΜε την υπ' αριθ. 445/2012 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι ανακύπτει ζήτημα ενότητας της νομολογίας ως προς τη δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991 για τους εμπορικούς αντιπροσώπους και στις συμβάσεις πρακτορείας, ειδικότερα δε σ' αυτές των ναυτικών πρακτόρων, γι' αυτό και παραπέμφθηκε στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τα άρθρ. 563§2εδ(γ) ΚΠολΔ και 23§2 του Οργανισμού των Δικαστηρίων (ν. 1756/1988) ο σχετικός με το ζήτημα αυτό δεύτερος από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ λόγος της από 11.2.2011 αίτησης για αναίρεση της αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 782/2010 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία, αφού έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η από 22.2.2010 έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφανίστηκε εν μέρει η υπ' αριθ. 9391/1997 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχε απορρίψει στο σύνολό της ως αόριστη την από 22.12.2006 αγωγή της, δέχθηκε ακολούθως (η εφετειακή απόφαση) την αγωγή αυτή ως προς μέρος της σχετικής με την αποζημίωση πελατείας αξίωσης της αναιρεσίβλητης, που ήταν και το μοναδικό αντικείμενο της έφεσής της, και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να της καταβάλει για την αιτία αυτή το ποσό των 800.000 ευρώ, αφού προς το σκοπό αυτό κρίθηκε ότι η σχετική με την αποζημίωση πελατείας διάταξη του άρθρ. 9§1 του π.δ/τος 219/1991 εφαρμόζεται αναλογικά και στη σύμβαση ναυτικής πρακτορείας που συνέδεε τις διαδίκους.
Legislator headnote
AI generated1806/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δυνάμει της από 9.7.2013 κλήσης της αναιρεσίβλητης η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου και πρέπει συνεπώς η αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), δηλαδή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ), να ερευνηθεί πλέον ως προς τους υπόλοιπους ως άνω λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1806 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1806/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΙΝΩΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ, Ανώνυμη Ναυτιλιακή Εταιρεία", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Ιωάννη Δρυλλεράκη και Γεράσιμο Απέργη. Της αναιρεσίβλητης: Υπό εκκαθάριση τελούσας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Φ. Π. - Σ. Π. Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από το πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Λιάσκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Δεκεμβρίου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 592/2008 παρεμπίπτουσα, 4002/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 782/2010 του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 11 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 445/2012 απόφαση του Α1' Πολιτικού Τμήματος, η οποία παρέπεμψε στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον δεύτερο αναιρετικό λόγο.
Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (Β' Τακτική σύνθεση) εξέδωσε την 15/2013 απόφαση η οποία απέρριψε τον παραπεμφθέντα σ' αυτή δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης και ανέπεμψε την υπόθεση στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου προκειμένου να κριθούν και οι υπόλοιποι λόγοι αναίρεσης, για τους οποίους το Τμήμα αυτό επιφυλάχθηκε με την παραπεμπτική απόφασή του.
Ήδη η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση στο Τμήμα αυτό με την από 9 Ιουλίου 2013 κλήση της αναιρεσίβλητης εταιρείας. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 9 Ιανουαρίου 2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Νικολάου Λεοντή, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τέταρτου λόγου της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την υπ' αριθ. 445/2012 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι ανακύπτει ζήτημα ενότητας της νομολογίας ως προς τη δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991 για τους εμπορικούς αντιπροσώπους και στις συμβάσεις πρακτορείας, ειδικότερα δε σ' αυτές των ναυτικών πρακτόρων, γι' αυτό και παραπέμφθηκε στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τα άρθρ. 563§2εδ(γ) ΚΠολΔ και 23§2 του Οργανισμού των Δικαστηρίων (ν. 1756/1988) ο σχετικός με το ζήτημα αυτό δεύτερος από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ λόγος της από 11.2.2011 αίτησης για αναίρεση της αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 782/2010 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία, αφού έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η από 22.2.2010 έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφανίστηκε εν μέρει η υπ' αριθ. 9391/1997 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχε απορρίψει στο σύνολό της ως αόριστη την από 22.12.2006 αγωγή της, δέχθηκε ακολούθως (η εφετειακή απόφαση) την αγωγή αυτή ως προς μέρος της σχετικής με την αποζημίωση πελατείας αξίωσης της αναιρεσίβλητης, που ήταν και το μοναδικό αντικείμενο της έφεσής της, και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να της καταβάλει για την αιτία αυτή το ποσό των 800.000 ευρώ, αφού προς το σκοπό αυτό κρίθηκε ότι η σχετική με την αποζημίωση πελατείας διάταξη του άρθρ. 9§1 του π.δ/τος 219/1991 εφαρμόζεται αναλογικά και στη σύμβαση ναυτικής πρακτορείας που συνέδεε τις διαδίκους.
Με την από την από 8.5.2012 κλήση της αναιρεσίβλητης εισήχθη προς συζήτηση στην Β' Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ο παραπεμφθείς σ' αυτή δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή από την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση του άρθρ. 9§1 του π.δ/τος 219/1991. Σχετικά εκδόθηκε η υπ' αριθ. 15/2013 απόφαση της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι οι διατάξεις του άρθρ. 9 του π.δ/τος 219/1991 μπορούν, κατά περίπτωση, να τύχουν αναλογικής εφαρμογής και στις συμβάσεις πρακτορείας και έτσι ορθά εφαρμόστηκαν και στη σύμβαση ναυτικής πρακτορείας των διαδίκων, απέρριψε τον παραπεμφθέντα στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου αντίθετο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης και ανέπεμψε κατά τα λοιπά την υπόθεση στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου προκειμένου να κριθούν οι υπόλοιποι λόγοι της αίτησης αναίρεσης, για τους οποίους το Τμήμα επιφυλάχθηκε με την παραπεμπτική απόφασή του.
Δυνάμει της από 9.7.2013 κλήσης της αναιρεσίβλητης η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου και πρέπει συνεπώς η αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), δηλαδή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ), να ερευνηθεί πλέον ως προς τους υπόλοιπους ως άνω λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ).
2. Κατά τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρ. 9 του π.δ/τος 219/1991, που εφαρμόζονται αναλόγως και στη σχέση πρακτορείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο αντιπροσωπευόμενος διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, εφόσον, με βάση όλες τις περιστάσεις και ιδιαίτερα τις προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος από τις υποθέσεις με τους ίδιους πελάτες, σε συνδυασμό και με την τυχόν ρήτρα μη ανταγωνισμού, παρίσταται ως δίκαιη η καταβολή της αποζημίωσης, η οποία κατά ποσό δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή απαιτείται α) λύση της σύμβασης, β) εισφορά νέων πελατών ή σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, γ) διατήρηση και μετά την λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και δ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης (ΑΠ 212/2006? 139/2006? 704/2007? 1321/2007? 1805/2007? 592/2008? 703/ 2009? 175/2010? 734/2011).
Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών μ' αυτούς. Αντίστοιχα διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του εμπορικού αντιπροσώπου υπάρχει όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει με τρίτους ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αλλά και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον αντιπροσωπευόμενο πελατολογίου του εμπορικού αντιπροσώπου, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι' αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του αντιπροσωπευομένου (ΑΠ 1766/2009? 1935/2009).
Κριτήρια τέλος για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης πελατείας που πρέπει επομένως να εξειδικεύονται στο αγωγικό δικόγραφο από τον εμπορικό αντιπρόσωπο, ώστε να δικαιολογείται ο χαρακτήρας της ζητούμενης αποζημίωσης ως δίκαιης, είναι οι περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης και κυρίως το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στον αντιπροσωπευόμενο μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η αντίστοιχη ωφέλειά του και η δημιουργία κέρδους για τον εμπορικό αντιπρόσωπο, αν συνεχιζόταν η σύμβαση (ΟλΑΠ 15/2013? 16/2013? ΑΠ 1042/2009? 979/2014), η σχετική δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας ανήκει στη διακριτική ευχέρειά του και δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, οπότε και δεν νοείται εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (ΟλΑΠ 15/2013? 16/2013? ΑΠ 1935/2009? 176/2010? 979/2014).
Εξ άλλου η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998? 16/2013? ΑΠ 1967/2006).
Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1356/2010). Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981? ΑΠ 874/1996? 1452/2007).
Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 571/2004) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 979/2014).
Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι μ' αυτή η αναιρεσίβλητη, ισχυριζόμενη ότι η από 23.1.2002 σύμβαση, με την οποία ανέλαβε τη γενική αντιπροσώπευση της αναιρεσείουσας στην ευρύτερη περιοχή της Πελοποννήσου και την αποκλειστική πρακτόρευση των πλοίων της στη θαλάσσια γραμμή Πάτρας - Ιταλίας για το διάστημα μέχρι τις 31.12.2003, έληξε στις 31.12.2005, αφού προηγουμένως, κατά τους όρους της σύμβασης αυτής, παρατάθηκε αρχικά μέχρι τις 31.12.2004 και στη συνέχεια μέχρι της 31.12.2005, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι δικαιούται από την αναιρεσείουσα ως αποζημίωση πελατείας κατά το άρθρ. 9§1 του π.δ/τος 219/1991 το ποσό του 1.709.898,20 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στον ετήσιο μέσο όρο των προμηθειών της κατά τη διάρκεια της σύμβασής της.
Για να στηρίξει η αναιρεσίβλητη την αξίωσή της αυτή ισχυρίζεται ειδικότερα με την ένδικη αγωγή της ότι ήδη κατά το πρώτο έτος λειτουργίας της επίδικης σύμβασης εισέφερε στη ναυτιλιακή επιχείρηση της αναιρεσείουσας νέους πελάτες, τους οποίους κατονομάζει, αναφέροντας και την αξία των ναύλων που αυτοί κατέβαλαν το έτος 2002, ενώ προήγαγε σημαντικά και τις υποθέσεις με παλαιούς πελάτες, τους οποίους επίσης κατονομάζει, αναφέροντας για καθέναν απ' αυτούς την αύξηση του τζίρου του κατά το έτος 2002, τα σχετικά δε οφέλη διατηρήθηκαν στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας και μετά τη λήξη της σύμβασης των διαδίκων.
Ακόμη η αναιρεσίβλητη αναφέρει συνολικά για κάθε έτος λειτουργίας της σύμβασης την αξία των ναύλων που σύναψε για λογαριασμό της αναιρεσείουσας, καθώς και τις προμήθειές της με βάση τα οριζόμενα στη σύμβαση ποσοστά επί των ναύλων, προσαυξανόμενες και με τα λοιπά δικαιώματά της. Έτσι η αξία των ναύλων που αφορούν τα πλοία της αναιρεσείουσας στη γραμμή Πάτρας - Ιταλίας, ενώ το έτος 2001, δηλαδή πριν από τη σύμβαση των διαδίκων, ήταν συνολικά 16.701.833,68 ευρώ, ανήλθε το έτος 2002 σε 20.160.441,88 ευρώ, το έτος 2003 σε 22.468.652 ευρώ και το έτος 2004 σε 24.711.295 ευρώ, για να υποχωρήσει το έτος 2005 σε 23.133.775 ευρώ, ενώ αντίστοιχα οι προμήθειες της αναιρεσίβλητης ήταν 1.575.457,90 ευρώ το έτος 2002, 1.809.713,90 ευρώ το έτος 2003, 1.746.724,60 ευρώ το έτος 2004 και 1.707.696,50 ευρώ το έτος 2005.
Σύμφωνα με τα παραπάνω εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, ναι μεν δεν κατονομάζονται ρητά στο δικόγραφό της οι νέοι πελάτες που εισέφερε η αναιρεσίβλητη στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας τα έτη 2003 έως και 2005, ούτε και οι παλαιοί πελάτες των οποίων προήγαγε σημαντικά κατά τα ίδια έτη τις υποθέσεις με την αναιρεσείουσα, όμως η έλλειψη αυτή δεν καθιστά αόριστη και απορριπτέα ως απαράδεκτη την αγωγή, αφού ο ειδικότερος προσδιορισμός των πελατών αποτελεί θέμα απλής απόδειξης.
Άλλωστε πρόκειται κατά βάση για τους ίδιους πελάτες μ' αυτούς που κατονομάζονται για το έτος 2002, όπως αυτό συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της ένδικης αγωγής και ασφαλώς το νόημα αυτό έχει και η ειδικότερη αναφορά στο αγωγικό δικόγραφο ότι η αναιρεσίβλητη παρέδωσε στην αναιρεσείουσα κατά τη λήξη της σύμβασής τους "ένα πλούσιο πελατολόγιο και υψηλότατες πωλήσεις", τις οποίες αυτή επωφελείται, δραστηριοποιούμενη εξακολουθητικά στο λιμένα των Πατρών, με νέο πλέον πράκτορα την εταιρεία "ΠΑΤΡΑΪΚΑ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΑ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑ Α.Ε.", που σημαίνει ότι διατήρησε και το αυτό μέγεθος ναύλων συναλλασσόμενη με τους ίδιους πελάτες.
Με αυτό το περιεχόμενο η ένδικη αγωγή περιέχει κατά τρόπο ορισμένο όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία, ώστε να μπορεί να αναγνωρισθεί υπέρ της αναιρεσίβλητης αξίωση αποζημίωσής της κατά το άρθρ. 9§1 του π.δ/τος 219/1991, για τη θεμελίωση της οποίας αρκεί εξ άλλου ως τρόπος λύσης (λήξης) της σύμβασης των διαδίκων η παρέλευση του κατά παράταση χρόνου διάρκειάς της, χωρίς να είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται και ο ειδικότερος τρόπος της παράτασής της.
Συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι δεν απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή, μολονότι α) δεν κατονομάζονται σ' αυτή για τα έτη 2003 έως και 2005 οι νέοι πελάτες που ισχυρίζεται η αναιρεσίβλητη ότι εισέφερε στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας, ούτε οι παλαιοί των οποίων αύξησε κατά τους ισχυρισμούς της τις υποθέσεις με την αντίδικό της ούτε ποιοι από τους πελάτες αυτούς διατηρήθηκαν και μετά τη λήξη της επίδικης σύμβασης, β) δεν αναφέρονται οι ενέργειες και ο τρόπος με τον οποίο η αναιρεσίβλητη προήγαγε τις πωλήσεις ναύλων στους παλαιούς πελάτες της αναιρεσείουσας, στοιχείο όμως που δεν είναι αναγκαίο, αφού κρίσιμη είναι η σύνδεση των σχετικών πωλήσεων με την αναιρεσίβλητη και όχι ο τρόπος που αυτή ενήργησε, με δεδομένο μάλιστα ότι ήταν η αποκλειστική πράκτορας για τα πλοία της αναιρεσείουσας στη γραμμή Πάτρας - Ιταλίας, που σημαίνει ότι οι αυξημένες πωλήσεις ναύλων συνδέονται κατ' αρχήν μόνο μ' αυτή, γ) δεν προσδιορίζονται κατά το είδος και το ποσό τα οφέλη που διατήρησε η αναιρεσείουσα μετά τη λήξη της σύμβασής της με την αναιρεσίβλητη, αιτίαση όμως που δεν αληθεύει, αφού πρόκειται για τους ναύλους των πλοίων της, που φέρονται ότι διατηρήθηκαν στο επίπεδο, στο οποίο διακυμάνθηκαν και κατά τη διάρκεια της σύμβασης των διαδίκων και δ) δεν εξειδικεύεται ο τρόπος της παράτασης της σύμβασης των διαδίκων, αρχικά στις 31.12.2003 και στη συνέχεια στις 31.12.2004.
3. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 224 ΚΠολΔ, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρ. 4 του ν. 2915/2001, είναι απαράδεκτη η μεταβολή της βάσης της αγωγής, επιτρέπεται όμως στον ενάγοντα με τις κατατιθέμενες κατά το άρθρ. 237§1 του ίδιου Κώδικα προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο να συμπληρώσει, διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται έτσι η βάση της αγωγής του.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής απαράδεκτη μεταβολή της βάσης της αγωγής αποτελεί κάθε μεταγενέστερη προσθήκη περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται με άλλη η ιστορική βάση της αγωγής ή προστίθεται νέα βάση, εφόσον έτσι μεταβάλλεται και το αντικείμενο της δίκης κατά παράβαση της προβλεπόμενης από το άρθρ. 111 ΚΠολΔ αρχής της τήρησης προδικασίας (ΑΠ 389/2010? 43/2011? 1523/2013).
Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό και πάλι 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, παρόλο που αυτή μετέβαλε ανεπίτρεπτα με την από 30.10.2008 προσθήκη στις πρωτόδικες προτάσεις της τη βάση της αγωγής της και συγκεκριμένα προσέθεσε για τον υπολογισμό των προμηθειών που δικαιούται κατά την επίδικη σύμβαση στοιχεία που δεν είχε αρχικά επικαλεσθεί και τα οποία δεν προβλέπονται από την εν λόγω σύμβαση, όπως είναι α) τα εισπραττόμενα δικαιώματα για την εξυπηρέτηση φορτηγών αυτοκινήτων στη γραμμή Πάτρας - Ιταλίας, β) η αμοιβή λιμενικών τελών από τον ΟΛΠ για τις γραμμές εξωτερικού και γ) η αμοιβή από την πρακτόρευση της εταιρείας HELLENIC SEAWAYS.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού με την προσθήκη των παραπάνω στοιχείων δεν μεταβάλλεται το αντικείμενο της δίκης και δεν επέρχεται έτσι απαγορευμένη μεταβολή της βάσης της αγωγής.
4. Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999? 26/2004? ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας κατ' αυτό τον τρόπο την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Δυνάμει της από 23.1.2002 σύμβασης πρακτόρευσης, που συνήφθη μεταξύ της "EUROPEAN THALASSIC Agencies Shipping Management and Consultants S.A.", η οποία είχε δυνάμει του από 18.7.2001 ιδιωτικού συμφωνητικού με την εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία "Μινωικές Γραμμές ΑΝΕ" (αναιρεσείουσα) τη διαχείριση των ναύλων των πλοίων της τελευταίας για τις γραμμές εξωτερικού Ελλάδας - Ιταλίας, και της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης), καθώς και της εναγομένης ως τρίτης, η διαχειρίστρια ανέθεσε στην ενάγουσα την πρακτόρευση των πλοίων της εναγομένης, καθώς και τη γενική αντιπροσώπευση της διαχειρίστριας και πλοιοκτήτριας εταιρείας στην Πελοπόννησο για τις γραμμές Πάτρα - Ιταλία με την υποχρέωση της ενάγουσας να αντιπροσωπεύει μόνο τις παραπάνω εταιρείες, απαγορευμένης της συνεργασίας της με άλλες εταιρείες και να ενεργεί κάθε αναγκαίο μέτρο με τις αρμόδιες αρχές για την εξυπηρέτηση των πελατών.
Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε από 1.2.2002 μέχρι 31.12.2003 με δυνατότητα παράτασης δύο φορές, την πρώτη μέχρι 31.12.2004 και την άλλη μέχρι 31.12.2005. Η προμήθεια, που θα λάμβανε η ενάγουσα ως αμοιβή, ορίστηκε σε ποσοστό 16% για τα εκδιδόμενα εισιτήρια επιβατών και IX επιβατικών οχημάτων, ενώ για τα εκδιδόμενα από συνεργαζόμενους με τον πράκτορα υποπράκτορες εισιτήρια επιβατών και IX οχημάτων σε 3% και για τις εκδιδόμενες αποδείξεις μεταφοράς φορτηγών οχημάτων σε ποσοστό 4%.
Με το άρθρο 9(5) της σύμβασης ορίστηκε ότι σε περίπτωση καταγγελίας της από 18-8-2001 σύμβασης διαχείρισης η σύμβαση πρακτόρευσης θα εξακολουθούσε να ισχύει μέχρι τη λήξη της σύμβασης με τους ίδιους όρους μεταξύ των διαδίκων. Με την από 29.11.2002 επιστολή της η εναγομένη γνωστοποίησε στην ενάγουσα ότι εξαγόρασε εξ ολοκλήρου τη διαχειρίστρια εταιρεία από τα μέσα του 2001 και ότι από 1.12.2002 αναλαμβάνει τη διαχείριση των πλοίων της.
Με την από 12.12.2003 τροποποιητική σύμβαση μεταξύ των διαδίκων καθορίστηκε η προμήθεια επί των εκδιδόμενων από την ενάγουσα εισιτηρίων επιβατών και IX οχημάτων σε ποσοστό 14% και για τις αποδείξεις μεταφοράς φορτηγών σε ποσοστό 3%, κατά δε τους λοιπούς όρους θα ίσχυαν αυτοί της από 23.1.2002 σύμβασης πρακτόρευσης.
Οι διαχειριστές και μέτοχοι της ενάγουσας εταιρείας δραστηριοποιούνται στην ... στο χώρο της πρακτόρευσης από το έτος 1980. Το 1981, όταν η εναγομένη εταιρεία θέλησε να δραστηριοποιηθεί σε ταξείδια από Πάτρα σε Ιταλία με δικό της πλοίο, ήλθε σε επαφή με το γραφείο των διαχειριστών της ενάγουσας, οι οποίοι διατηρούσαν γραφείο στην Πάτρα και ανέλαβαν την πρακτόρευση του πλοίου της ως μοναδικοί πράκτορές της.
Το 1996 Π. Φ. και Π. Σ. συνέστησαν δυνάμει του ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πατρών Ειρήνης Γκέστα εταιρεία με την επωνυμία "Φ. - Σ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" με σκοπό την εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας στο χώρο του τουρισμού και μεταφοράς επιβατών και οχημάτων... Στη συνέχεια δυνάμει του ...
συμβολαίου της ίδιας παραπάνω συμβολαιογράφου συνεστήθη η ενάγουσα εταιρεία με διαχειριστές τα προαναφερόμενα πρόσωπα. Με την τελευταία εταιρεία συνήφθη η σύμβαση πρακτόρευσης μεταξύ των διαδίκων. Η ενάγουσα και πριν από τη σύμβαση είχε δημιουργήσει σημαντικό δίκτυο πελατών, αφού ήταν η μοναδική αντιπρόσωπος της εναγομένης στην ....
Αλλά και μετά τη σύναψη της συμβάσεως νέοι πελάτες προστέθηκαν στον αριθμό των ήδη υπαρχόντων. Αυτοί που ήλθαν ως νέοι πελάτες το 2002 είναι... Αλλά και ως προς τους παλαιούς πελάτες που παρέλαβε, σημειώθηκε σημαντική αύξηση των μεταξύ τους συναλλαγών. Ενδεικτική της αύξησης αυτής είναι η παρακάτω κατάσταση...
Η εταιρεία με την επωνυμία "Φ. - Σ. και Σια ΕΠΕ" τον τελευταίο χρόνο λειτουργίας της, ήτοι το έτος 2001, είχε πωλήσεις των προϊόντων της εναγομένης σε ποσό 16.701.833,68 ευρώ, ενώ την πρώτη χρονιά λειτουργίας της ενάγουσας και εντός των πλαισίων της σύμβασης πρακτόρευσης, το 20Ο2, οι πωλήσεις ανήλθαν σε 20.16.441,88 ευρώ.
Αντίστοιχη ήταν και η πορεία των πωλήσεων για τα επόμενα έτη. Έτσι για το έτος 2003 ανήλθαν σε 22.468.652 €, για το 2004 σε 24.711.295 € και για το 2005 σε 23.133.775 €. Η εναγομένη με την από 21.9.2005 επιστολή της κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση, η οποία έληξε στις 31.12.2005. Η εναγομένη στη συνέχεια συνήψε νέα σύμβαση πρακτόρευσης από 1.1.2006 με την εταιρεία "Πατραϊκά Ναυτιλιακά Πρακτορεία Α.Ε." Προς εξυπηρέτηση της λειτουργίας της επίδικης σύμβασης η ενάγουσα ανέπτυξε δική της επιχειρηματική υποδομή, προσέλαβε είκοσι πέντε άτομα προσωπικό και στεγαζόταν σε ακίνητο 250 m2.
Παρά το γεγονός ότι προέβη στην επιχειρηματική οργάνωση της εταιρείας της, εξακολουθούσε να ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της εναγομένης και να εξαρτάται από την εσωτερική της λειτουργία, διότι η εμπορική της δραστηριότητα συνδεόταν με το σύστημα πωλήσεως των προϊόντων της εναγομένης και δεσμευόταν από τους καταλόγους τιμών της.
Επιπλέον, η ενάγουσα είχε αναλάβει την υποχρέωση να μην ασκεί ανταγωνιστική δραστηριότητα προς την εναγομένη. Ήταν τόσο στενά συνδεδεμένη επιχειρησιακά, ώστε μετά την καταγγελία της σύμβασης δεν μπόρεσε να συνεχίσει την επιχειρηματική της δραστηριότητα και ήδη βρίσκεται στο στάδιο της εκκαθάρισης.
Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι μετά τη λύση της επίδικης σύμβασης η εναγομένη διατήρησε τα οφέλη που προέκυψαν από τις πελατειακές σχέσεις που δημιούργησε η ενάγουσα κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, αφού μεγάλος αριθμός των συναλλασσομένων με αυτή και αναφέρονται στην αγωγή, εξακολουθούν να συναλλάσσονται μαζί της μέσω της εταιρείας "Πατραϊκά Ναυτιλιακά Πρακτορεία ΑΕ" και να της αποφέρουν κέρδη.
Ως εκ τούτου η εναγομένη πρόκειται να συνεχίσει αφενός να αξιοποιεί τις εν λόγω πελατειακές σχέσεις, προβαίνοντας σε πωλήσεις και αφετέρου να έχει τη δυνατότητα να αποκομίζει επιχειρηματικό κέρδος από μελλοντικές πωλήσεις. Επομένως, η ενάγουσα δικαιούται να λάβει αποζημίωση πελατείας. Η επίδικη σύμβαση διήρκεσε τυπικά για τέσσερα έτη, αλλά στην πραγματικότητα η συνεργασία λειτούργησε με άλλες μορφές από το έτος 1981 και μετά.
Το ποσό της αποζημίωσης πελατείας δεν μπορεί να υπερβεί το μέσο ετήσιο όρο των κερδών που εισέπραξε η ενάγουσα κατά τα τέσσερα τελευταία έτη. Συγκεκριμένα η ενάγουσα για το έτος 2002 εισέπραξε ως προμήθεια 1.575.457,90 €, ποσό το οποίο δεν αμφισβητεί η εναγομένη... Για το έτος 2003 εισέπραξε 1.136.552,78 €, για το έτος 2004 εισέπραξε το ποσό των 984.022,10 € και για το έτος 2005 εισέπραξε 954.489 €, ποσά τα οποία συνομολογούνται από τους διαδίκους...
Επομένως, το σύνολο των κερδών της ενάγουσας για το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 μέχρι 31.12.2005 ανέρχεται στο ποσό των 4.650.521,68 Ευρώ (1.575.457,90 + 1.136.552,78 + 984.022,10 + 954.489), ο δε ετήσιος μέσος όρος των προμηθειών ανέρχεται στο ποσό του 1.162.380,17 Ευρώ. Συνακόλουθα η αποζημίωση πελατείας που δικαιούται ανέρχεται στο ποσό των 800.000 Ευρώ, ποσό μικρότερο από τον παραπάνω μέσο όρο, αφού αποδεικνύεται πτωτική ετήσια πορεία των προμηθειών.
Η ως άνω αποζημίωση κρίνεται ως "δίκαιη" λαμβανομένων υπόψη των κερδών που απώλεσε η ενάγουσα από τις υποθέσεις με τους πελάτες, και μάλιστα το τελευταίο έτος 2005, οι οποίοι παρέμειναν στη διάθεση της εναγομένης μετά τη λύση της σύμβασης". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε εν μέρει την πρωτόδικη οριστική απόφαση, δέχθηκε ακολούθως εν μέρει τη σχετική με την αποζημίωση πελατείας ένδικη αγωγική αξίωσή της και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να της καταβάλει για την αιτία αυτή το παραπάνω ποσό των 800.000 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ναι μεν ορθά δέχθηκε, όπως ήδη κρίθηκε με την υπ' αριθ. 15/2013 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, ότι η σχετική με την αποζημίωση πελατείας διάταξη του άρθρ. 9§1 του π.δ/τος 219/1991 εφαρμόζεται αναλογικά και στη σύμβαση ναυτικής πρακτορείας που συνέδεε τις διαδίκους, όμως με ελλιπείς κατά τα λοιπά αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε ότι συντρέχουν εν προκειμένω οι νόμιμες προϋποθέσεις για την αναγνώριση υπέρ της αναιρεσίβλητης αποζημίωσης πελατείας ποσού 800.000 ευρώ, αφού στήριξε την κρίση της στην ασαφή παραδοχή ότι μεγάλος αριθμός των συναλλασσόμενων με την αναιρεσείουσα πελατών εξακολούθησε και μετά τη λήξη της επίδικης σύμβασης να συναλλάσσεται μαζί της μέσω της εταιρείας "Πατραϊκά Ναυτιλιακά Πρακτορεία Α.Ε." και να αποφέρει κέρδη σ' αυτή, χωρίς, ωστόσο, να διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αν πρόκειται για νέους ή παλαιούς πελάτες και να προσδιορίζονται ειδικότερα ονομαστικά ή έστω σε ποσοστιαία βάση οι νέοι πελάτες που εξακολούθησαν να συναλλάσσονται με την αναιρεσείουσα, ώστε σε συνάρτηση μ' αυτούς να προκύπτει το διατηρούμενο στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας όφελος και αντίστοιχα η απώλεια των προμηθειών της αναιρεσίβλητης.
Συνεπώς είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός κατά τη σχετική αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα του λόγου αυτού κατά την αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, καθώς και η έρευνα του τέταρτου και του έκτου των λόγων της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς αντίστοιχα 13 και 19 του ίδιου άρθρου.
Κατά παραδοχή έτσι του ως άνω λόγου πρέπει να αναιρεθεί ως προς την κατ' ουσίαν κρίση της η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί, κατά τη σχετική με την αποζημίωση πελατείας ένδικη αγωγική αξίωση η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013, στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, προκειμένου να κριθεί ειδικότερα επί της ουσίας η ως άνω αγωγική αξίωση, ως προς την οποία δεσμευτικά ήδη κρίθηκε από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και το Τμήμα αυτό (άρθ. 580 §4 ΚΠολΔ) ότι η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, όπως άλλωστε και το Εφετείο έκρινε, χωρίς να αναιρείται κατά το μέρος αυτό η απόφασή του, ενώ η αναιρεσίβλητη που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176, 178§, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 782/2010 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, κατά τα διαλαμβανόμενα ειδικότερα στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο Πειραιώς, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, προκειμένου να κριθεί επί της ουσίας η υπόθεση κατά τα διαλαμβανόμενα ειδικότερα στο σκεπτικό.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 11η Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ