1806/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/12/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 502/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 418/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/4/2010 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1806/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α) επειγούσης φύσεως εργασίας, η εκτέλεσις της οποίας κρίνεται απολύτως επιβαλλομένη, ως μη επιδεχόμενη αναβολήν, β) εξαιρετικώς επειγούσης εξυπηρετήσεως των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ. Δια την κατά τα ανωτέρω υπερωριακήν απασχόλησιν το ωρομίσθιον των μισθωτών καταβάλλεται ηυξημένον κατά 75% (άρθρο 8 παρ. 4).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1806 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1806/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Ο. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/12/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 502/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 418/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/4/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 28/9/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ' αριθμ. 9423Β/9-10-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., προκύπτει ότι αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως με την πράξη του Προέδρου του Τμήματος με την οποία ορίζεται δικάσιμος η παρούσα, με κλήση για συζήτηση επιδόθηκαν νόμιμα και εμρόθεσμα στον , κατ' άρθρο 143 παρ.3 Κ.Πολ.Δικ.
πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος Ευγένιο Βαγενά. Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά τη νόμιμη, από το οικείο πινάκιο εκφώνηση της υπόθεσης ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει να δικαστεί ερήμην, να συζητηθεί όμως η υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρο 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.) Κατά τα άρθρα 1, 3 και 8 παρ. 4 του ν.δ. 515/1970 "περί χρονικών ορίων εργασίας μισθωτών" (ΦΕΚ Α' 95), όπως η παράγραφος 4 του άρθρου 8 προστέθηκε με το άρθρο 1 ν.δ. 264/1973 (ΦΕΚ Α' 342): 1.- Υπέρβασις του ορίου των 8 ωρών ημερησίας εργασίας (άρθρα 1, 2 π.δ.
της 27.6/4-7-1932 "περί κωδικοποιήσεως και συμπληρώσεως των περί δώρου εργασίας διατάξεων" (ΦΕΚ Α' 32) επιτρέπεται εις περιπτώσεις: α) επειγούσης εργασίας, η εκτέλεσις της οποίας είναι αναγκαία, δια την πρόληψιν επικειμένων ατυχημάτων, την οργάνωσιν μέτρων σωτηρίας ή την αντιμετώπισιν επελθουσών ζημιών είτε εις το υλικόν είτε εις το κτίριον της εκμεταλλεύσεως, β) επειγούσης φύσεως εργασιών παροδικού χαρακτήρος ή εξαιρετικώς επειγούσης ανάγκης εξυπηρετήσεως του κοινού, γ) επειγούσης επισκευής πλωτών, χερσαίων και εναέριων μεταφορικών μέσων, δ) εξαιρετικής σωρεύσεως εργασίας, ε) παραμονών των εξαιρέσιμων εορτών, στ) προπαρασκευαστικών ή συμπληρωματικών εργασιών, αι οποίαι, ως εκ της φύσεως της εργασίας, εκτελούνται εκτός του δια την γενικήν εργασίαν χρονικού ορίου ημερησίας εργασίας, ζ) αναπληρώσεως απωλεσθεισών ωρών, εν περιπτώσει ομαδικής διακοπής εργασίας προελθούσης:
αα) εξ αιφνίδιων αιτίων ή ανωτέρας βίας (αιφνίδιαι ζημίαι επελθούσαι εις το υλικόν, διακοπήν κινητηρίου δυνάμεως, γενική έλλειψις πρώτων υλών, θεομηνίαι), ββ) λόγω επισήμων ή τοπικών εορτών, πλην της Κυριακής και των προς αυτήν εξομοιουμένων και γγ) λόγω καιρικών μεταβολών, εις βιομηχανίας ή εργασίας, αίτινες, λόγω της φύσεως των, υπόκεινται εις την επίδρασιν των καιρικών μεταβολών. 2.- Η κατά την προηγουμένην παράγραφον υπέρβασις δεν δύναται να είναι μακροτέρα των 3 ωρών καθ' εκάστην.
Κατ' εξαίρεσιν, εις τας υπό στοιχείον α', β', και γ' περιπτώσεις της προηγουμένης παραγράφου η υπέρβασις δια μεν την πρώτην ημέραν είναι απεριόριστος, δι' εκάστην δε, των αμέσως εν συνεχεία τεσσάρων (4) ημερών επιτρέπεται μέχρι τεσσάρων (4) ωρών κατ' ανώτατον όριον. Επί της υπό στοιχείον ζ' περιπτώσεως η αναπλήρωσις της διακοπής της εργασίας συντελείται εντός χρόνου από της επαναλήψεως της, μη δυναμένου να υπερβεί το τριπλάσιον του απωλεσθέντος τοιούτου.
Εν ουδεμία περιπτώσει δύναται να υπερβή τας 48 ώρας καθ' εβδομάδα, ο μέσος όρος εργασίας, υπολογιζόμενος από της δηλωθείσης διακοπής μέχρι της λήξεως των ως είρηται ανωτάτων ορίων αναπληρώσεως. 3.- Δι' αποφάσεων του Υπουργού Εργασίας, εκδιδομένων κατά τους μήνας Δεκέμβριον και Ιούνιον εκάστου έτους, μετά γνώμην του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και δημοσιευομένων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα ανώτατα όρια υπερωριακής απασχολήσεως δι' άπασαν την Επικράτειαν ή δι' ωρισμένας περιφερείας και δια το επόμενον της εκδόσεως των ημερολογιακόν εξάμηνον ή γενικώς ή κατά κλάδους ή κατά ειδικότητας, αναλόγως των δεδομένων της αγοράς εργασίας, των προοπτικών αυτής, των προοπτικών της οικονομικής αναπτύξεως και, ειδικότερον, της πορείας της ανεργίας και της υποαπασχολήσεως.
Δι' αποφάσεων του Υπουργού Εργασίας εκδιδομένων εκάστοτε μετά γνώμην του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και δημοσιευομένων εις την Εφημερίδαν της Κυβερνήσεως, δύναται να καθορίζηται, δι' άπασαν την Επικράτειαν ή δι' ωρισμένας περιφερείας, το ανώτατον όριον επιτρεπομένης κατ' έτος υπερωριακής απασχολήσεως ή γενικώς ή κατά παραγωγικούς κλάδους ή κατά ειδικότητας. 4.- Δι' αποφάσεων του Υπουργού Εργασίας, εκδιδομένων μετά γνώμην του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, δύναται να καθορίζωνται, ωρισμέναι εργασίαι, εις τας οποίας, λόγω ιδιαζόντως ανθυγιεινών συνθηκών, δεν επιτρέπεται να υπερβή η υπερωριακή απασχόλησις τας 120 ώρας ετησίως (άρθρο 1). "1.Υπερωριακή απασχόλησις του προσωπικού συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος επιτρέπεται:
α) Μετά προηγουμένην επίδοσιν εις την αρμοδίαν Επιθεώρησιν Εργασίας ή, όπου δεν υφίσταται τοιαύτη, εις την αρμοδίαν Αστυνομικήν Αρχήν, εγγράφου αναγγελίας περί της υπερωριακής απασχολήσεως, αντίγραφον της οποίας, τεθεωρημένον παρά της Επιθεωρήσεως Εργασίας προ πάσης χρησιμοποιήσεως του. Εις την επιδιδόμενην αναγγελίαν περί της υπερωριακής απασχολήσεως, ως και εις το τηρούμενον υπό του εργοδότου, ως άνω, ειδικόν βιβλίον υπερωριών, αναγράφονται εις ειδικάς ταυτόσημους στήλας, αα) η αιτία, δι' ην η υπερωριακή απασχόλησις, ββ) αι τροποποιήσεις, τας οποίας επέφερεν ο εργοδότης, προσωρινώς, εις τας συνήθεις ώρας εργασίας, γγ) το ονοματεπώνυμον και η ειδικότης των μισθωτών ή ο αριθμός των απασχοληθησομένων μισθωτών κατ' ειδικότητα και τμήμα, δδ) η ημερομηνία πραγματοποιήσεως της υπερβάσεως, εε) η ώρα ενάρξεως και λήξεως της υπερβάσεως και στστ) εν περιπτώσει αναπληρώσεως απωλεσθεισών ωρών, υπεύθυνος δήλωσις περί των απωλεσθεισών ωρών και περί του τρόπου αναπληρώσεως των.
Εις το ειδικόν βιβλίον υπερωριών απαιτείται και υπογραφή του μισθωτού εις ειδικήν στήλην, εφ' όσον ούτος δεν υπογράφει εις εξοφλητικήν μισθολογικήν κατάστασιν. Το ειδικόν βιβλίον υπερωριών τίθεται, οσάκις ζητείται, εις την διάθεσιν των οργάνων της Επιθεωρήσεως Εργασίας και των οργάνων των φορέων Κοινωνικής Ασφαλίσεως, αντίγραφον δε, τούτου, υποβάλλεται εις την αρμοδίαν Επιθεώρησιν Εργασίας κατά τους μήνας Μάιον και Οκτώβριον εκάστου έτους.
Η αρμοδία αρχή υποχρεούται να χορηγή αντίγραφον της επιδοθείσης αναγγελίας περί υπερωριακής απασχολήσεως, εις τον έχοντα έννομον συμφέρον μισθωτόν. 2. Προκειμένου περί εργοδότου, χρησιμοποιούντος μηχανογραφικόν σύστημα, δεν απαιτείται η υπογραφή του μισθωτού εις το ειδικόν βιβλίον υπερωριών, εφ' όσον υπογραφή ούτος εις εξοφλητικήν μισθολογικήν κατάστασιν, εις ειδικήν στήλην της οποίας αναγράφονται αι πραγματοποιηθείσαι ώραι υπερωριακής εργασίας ως και η αντιστοιχούσα εις ταύτας πρόσθετος αμοιβή. 3.- Εξαιρετικώς, προκειμένου περί ανειδίκευτων εργατών, η υπερωριακή απασχόλησις πέραν των 120 ωρών ετησίως, επιτρέπεται μόνον κατόπιν προηγουμένης αδείας της Επιθεωρήσεως Εργασίας, παρεχομένης εφ' όσον κατά την αντίστοιχον περίοδον δεν υπάρχουν διαθέσιμοι άνεργοι εις το Γραφείον Ευρέσεως Εργασίας (άρθρο 3).
Δι' αποφάσεων του Υπουργού Απασχολήσεως, εκδιδομένων εκάστοτε μετά γνώμην του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, δύναται να χορηγήται, κατά περίπτωσιν, άδεια υπερωριακής απασχολήσεως των μισθωτών πασών των επιχειρήσεων και εργασιών εν γένει ως και του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ., επί πλέον των δι' εκάστην κατηγορίαν επιτρεπομένων ανωτάτων ορίων υπερωριακής απασχολήσεως, εις περιπτώσεις:
α) επειγούσης φύσεως εργασίας, η εκτέλεσις της οποίας κρίνεται απολύτως επιβαλλομένη, ως μη επιδεχόμενη αναβολήν, β) εξαιρετικώς επειγούσης εξυπηρετήσεως των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ. Δια την κατά τα ανωτέρω υπερωριακήν απασχόλησιν το ωρομίσθιον των μισθωτών καταβάλλεται ηυξημένον κατά 75% (άρθρο 8 παρ. 4).
Από τις προηγούμενες διατάξεις προκύπτει ότι αν ο Υπουργός Εργασίας (Απασχολήσεως) χορηγήσει άδεια υπερωριακής εργασίας, πέραν από το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο, η απασχόληση του εργαζομένου γίνεται νόμιμη σε όλη τη χρονική έκταση της, χωρίς να απαιτείται η τήρηση από τον εργοδότη της επιδόσεως έγγραφης αναγγελίας στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, αφού κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται από τη σχετική διάταξη (άρθρου 8 παρ. 4 Ν. 515|1970) και είναι σύμφωνο, άλλωστε, με τους σκοπούς και τους λόγους, που επιβάλλουν την παροχή της υπερωριακής αυτής απασχόλησης.
Οι αποφάσεις αυτές του Υπουργού Εργασίας (Απασχολήσεως) είναι ατομικές και αφορούν συγκεκριμένη επιχείρηση ή υπηρεσία του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. και ορισμένους, περιοριστικώς αναφερόμενους λόγους (επειγούσης φύσεως εργασία, εξαιρετικώς επείγουσα ανάγκη εξυπηρετήσεως των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ.).
Εκδίδονται για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, μετά γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και δεν δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Αναφέρουν το χρονικό διάστημα ισχύος τους, τη συγκεκριμένη επιχείρηση ή τη συγκεκριμένη υπηρεσία του Δημοσίου ή του Ν.Π.Δ.Δ., τον αριθμό των εργαζομένων, για τους οποίους επιτρέπεται η εργασία, πέραν του ανωτάτου νομίμου ημερησίως ωραρίου απασχολήσεως και τον αριθμό των ωρών της κατά μήνα υπερωριακής απασχολήσεως.
Δεν απαιτείται να προσδιορίζονται ονομαστικώς οι εργαζόμενοι, οι οποίοι θα εργασθούν υπερωριακώς, αφού ανάγεται στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη να κρίνει, τηρώντας τους όρους των αποφάσεων, ως προς τον αριθμό των εργαζομένων και τις ώρες υπερωριακής απασχολήσεως, ποιοι από τους εργαζομένους του θα εργασθούν νομίμως, υπερωριακώς.
Η διαπίστωση του γεγονότος ότι συντρέχει επειγούσης φύσεως εργασία, η εκτέλεση της οποίας κρίνεται απολύτως επιβαλλομένη και δεν επιδέχεται αναβολή η εξαιρετικώς επείγουσα ανάγκη εξυπηρετήσεως των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ., ανήκει αποκλειστικώς στην αρμόδια διοικητική αρχή, ήτοι στον- Υπουργό Εργασίας (Απασχολήσεως) και η κρίση του Υπουργού, περί της συνδρομής αυτής της ουσιαστικής προϋποθέσεως, δεν ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια (Ολομ.Α.Π. 1772/198, Α.Π. 1393/2003).
Εξάλλου μέχρι την 31/3/2001, το ανώτατο νόμιμο ωράριο εργασίας την εβδομάδα είναι 48 ώρες και, υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας το ανώτατο νόμιμο ημερήσιο ωράριο είναι 9 ώρες. Υπερεργασία, για τον εργαζόμενο, υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή/εργάσιμες ημέρες), θεωρείται η απασχόληση, στις εργάσιμες αυτές ημέρες, πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση 45 ωρών την εβδομάδα (μία ώρα πέραν των 8 ωρών ημερησίως ή 9 ώρες ημερησίως), υπερωρία δε, θεωρείται η απασχόληση πέραν των 45 ωρών την εβδομάδα ή πέραν των 9 ωρών την ημέρα.
Στην υπερεργασία, ο εργαζόμενος δικαιούται το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο με προσαύξηση 25%. Η τρίωρη απασχόληση πέραν των 45 ωρών μέχρι τις 48 ώρες εβδομαδιαίως, δηλαδή κατά τις ώρες 46η, 47η και 48η, απόκειται στην κρίση του εργοδότη και δεν 1346/1983, 6 της από 14/2/1984 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. - απόφαση Υπ. Εργασίας 1 1770/1984 (ΦΕΚ Β' 81), 4 ν. 2874/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα εξής: "Δυνάμει συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας ο ενάγων απασχολήθηκε αντί μηνιαίου μισθού κατά το συνολικό χρονικό διάστημα από 1/1/2000 έως 30/1 1/2003 από Δευτέρα έως και Παρασκευή/εργάσιμες ημέρες, επί 8 ώρες ημερησίως, στην εναγομένη εταιρεία, νομίμως εκπροσωπούμενη, στον Ατμοηλεκτρικό Σταθμό Λαυρίου, ως υπάλληλος, σε οργανική θέση, στο τακτικό προσωπικό, με την ειδικότητα του μηχανοτεχνίτη.
Κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, για επειγούσης φύσεως εργασία, η εκτέλεση της οποίας κρίθηκε απολύτως επιβαλλομένη και μη επιδεχόμενη αναβολή, απασχολήθηκε και υπερωριακώς, στις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδος, από Δευτέρα έως και Παρασκευή καθώς και κατά Σάββατα επί 616 ώρες από 1/1/2000 έως 31/3/2001 και επί 1.533 ώρες από 1/4/2001 έως 30/1 1/2003.
Ο ενάγων επικαλείται τις ώρες αυτές υπερωριακής απασχολήσεως του στην αγωγή και αποδεικνύει με τις οικείες μισθοδοτικές καταστάσεις, η δε εναγομένη με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά της δίκης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ομολογεί καθώς και το ύψος του μηνιαίου μισθού του ενάγοντος.
Για την υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντος στα έτη 2000, 2001, 2002 και έως 30/1 1/2003 χορηγήθηκε σχετική άδεια με τις 3216/29-12-2000, 2795/28-6-2001, 3185/26-10-2001, 3478/18-12-2001, 2731/26-6-2002, 2629/8-7-2002, 2912/27-8-2002, 2975/25-11-2002, 3057/21-3-2003 αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, οι οποίες ισχύουν για έτη 2000, 2001, 2002 και 2003, έχουν εκδοθεί μετά γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, αναφέρουν την εναγομένη και την επειγούσης φύσεως εργασία της (εναγομένης), απολύτως επιβαλλομένη και μη επιδεχόμενη αναβολή, τον αριθμό των εργαζομένων της εναγομένης, στους οποίους περιλαμβάνεται και η ειδικότητα του ενάγοντος και τον αριθμό των ωρών της υπερωριακής απασχολήσεως.
Σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ύστερα από τη συγκεκριμένη άδεια του Υπουργού Εργασίας, η υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντος κατέστη νόμιμη στα έτη 2000, 2001, 2002 και 2003 χωρίς να απαιτείται η τήρηση από την εναγομένη της επιδόσεως έγγραφης αναγγελίας στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας. Η κρίση του Υπουργού Εργασίας περί της συνδρομής της ουσιαστικής προϋποθέσεως, της συνδρομής επειγούσης φύσεως εργασίας που επιβάλλεται απολύτως και δεν επιδέχεται αναβολή, δεν ελέγχεται από το πολιτικό τούτο δικαστήριο.
Από τα πραγματικά περιστατικά που αποδεικνύονται, προκύπτει ότι δεν υπάρχει παράνομη υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντος στο ως άνω κρίσιμο χρονικό διάστημα, έτσι δεν υφίσταται η ένδικη αξίωση αυτού". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το εφετείο δέχθηκε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, ως βάσιμη, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή, γιατί κρίθηκε ότι η εν λόγω υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντα ήταν παράνομη, καθόσον δεν τηρήθηκε η από το νόμο προβλεπόμενη διαδικασία της επίδοσης εκ μέρους της εναγομένης έγγραφης αναγγελίας της εν λόγω υπερωριακής απασχόλησης του ενάγοντα στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας και στη συνέχεια, το εφετείο, απέρριψε την αγωγή, ως αβάσιμη.
Έτσι, όπως έκρινε, το Εφετείο, ορθά τις ως άνω, περί υπερωριακής απασχόλησης διατάξεις ερμήνευσε και εφήρμοσε και συνεπώς η ένδικη αίτηση, με την οποία και κατ' εκτίμηση του δικογράφου αυτής, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ., ήτοι ότι με αυτή παραβιάσθηκαν οι ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, περί του νομίμου των υπερωριών, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το διατακτικό.
ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την ένδικη αίτηση του Κ. Ο., για αναίρεση της υπ αριθμ. 418/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ