Legislator Case Law & Legislation
1806/2010 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against conviction for disobeying court order, remanding sentencing conversion for review.

Case Number 1806/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a conviction for disobeying a court order regarding visitation rights. The lower court convicted the defendant and converted the sentence to a fine without first assessing whether a suspension of execution was legally required due to prior convictions. The court found this procedural omission constituted an excess of authority under Article 99 of the Penal Code. Consequently, the sentence conversion was annulled and the case remanded for a new hearing with different judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 99(1) of the Penal Code; Article 510(1)(H) of the Code of Criminal Procedure: When a defendant is sentenced to imprisonment under two years, the court must independently determine if a suspension of execution is mandatory based on prior convictions exceeding six months; failure to do so before converting the sentence constitutes an excess of authority requiring annulment.

Keywords

AI generated
excess of authority suspension of execution prior convictions imprisonment conversion procedural omission remand for new hearing Article 99 Penal Code

Cited Legislation

AI generated
Article 232A of the Penal Code
Article 99(1) of the Penal Code
Article 946 of the Code of Civil Procedure
Article 947 of the Code of Civil Procedure
Article 93(3) of the Code of Criminal Procedure
Article 510(1)(H) of the Code of Criminal Procedure
Article 519 of the Code of Criminal Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1806 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 1806/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση

της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Γιαννατσή, περί αναιρέσεως της 47521/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., ο οποίος δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Οκτωβρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 256/2010.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση ως προς τη διάταξή της για μετατροπή της ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 232Α ΠΚ, όποιος με πρόθεση δεν συμμορφώθηκε με προσωρινή διαταγή δικαστή ή δικαστηρίου ή σε διάταξη δικαστικής αποφάσεως, με την οποία υποχρεώθηκε σε παράλειψη ή σε ανοχή ή σε πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρηση της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούλησή του ή σε διάταξη εισαγγελέα σχετική με την προσωρινή ρύθμιση της νομής μεταξύ ιδιώτη και Δημοσίου ή ΟΤΑ ή άλλου ΝΠΔΔ, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την αντικειμενική θεμελίωση του εγκλήματος τούτου απαιτείται μη συμμόρφωση, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, σε διάταξη δικαστικής απόφασης, με την οποία ο δράστης υποχρεώθηκε σε πράξη, που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρηση της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση και στη θέληση παραβίασης της διατάξεως της απόφασης.

Ειδικότερα, η δικαστική απόφαση, που ρυθμίζει το δικαίωμα επικοινωνίας του γονέως και τέκνου, είναι μεν διαπλαστική και όχι καταψηφιστική, πλην για τη θεμελίωση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος τούτου δεν απαιτείται η παραβιαζόμενη αυτή απόφαση να διαλαμβάνει εξαναγκαστικά μέτρα (άρθρα 946, 947 ΚΠολΔ) ή να έχει επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση της κατά τον ΚΠολΔ.

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1. στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε.

Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή. Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα, στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 47521/2009 απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται κατ' είδος, δέχτηκε ανελέγκτως ότι: "Με την με αριθμό 1203/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ρυθμίσθηκε η επικοινωνία του εγκαλούντος πολιτικώς ενάγοντος μετά των ανηλίκων τέκνων του Σ1 και Σ2, που απέκτησε από τον γάμο του με την κατηγορουμένη, στην οποία με την ίδια απόφαση ανατέθηκε η επιμέλεια των προσώπων αυτών.

Η κατηγορουμένη, στις 22-6-2005, από πρόθεση ενεργούσα, αρνήθηκε να συμμορφωθεί προς το διατακτικό της πιο πάνω απόφασης, το περιεχόμενο της οποίας η ίδια είχε λάβει γνώση και αποστέρησε την επικοινωνία του εγκαλούντος πολιτικώς ενάγοντος μετά των προαναφερομένων ανηλίκων τέκνων του, διότι δεν τήρησε την υποχρέωσή της να παραδώσει τα τέκνα σε αυτόν την συγκεκριμένή ημέρα και ώρα, αποδείχθηκε δε ότι τότε αυτά απουσίαζαν από την οικία τους με ενέργεια της κατηγορουμένης, ώστε να αποκλεισθεί η ενάσκηση του δικαιώματος της επικοινωνίας μεταξύ των, όπως ο ίδιος ο εγκαλών και ο μάρτυρας Γ βεβαίωναν κατά την κατάθεσή τους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου.

Το Δικαστήριο κρίνει μη πειστική την κατάθεση της μάρτυρος Ρ ότι η κατηγορουμένη ενημέρωσε τον δικηγόρο του εγκαλούντος και τα τέκνα του εγκαλούντα πατέρα τους ότι κατά τον άνω χρόνο θα απουσίαζαν σε διακοπές, διότι αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη επανειλημμένα παρεμπόδισε την επικοινωνία του εγκαλούντος μετά των τέκνων του, εκτός της ένδικης περίπτωσης, με συνέπεια αυτός να καταφεύγει παραπονούμενος στην αστυνομική Αρχή.

Σημειωτέον ότι οι ισχυρισμοί της κατηγορουμένης περί ελλείψεως καταψηφιστικής διατάξεως στο διατακτικό της ανωτέρω απόφασης, καθώς και διάταξης με την οποία να αντλείται κατ' αυτής χρηματική ποινή ή και προσωπική κράτηση για κάθε παράβασή της, είναι απορριπτέοι, διότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος του άρθρου 232Α ΠΚ, αρκεί να διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της αποφάσεως διάταξη ρυθμίζουσα την επικοινωνία του τέκνου με τον γονέα, όπως στην προκειμένη περίπτωση, χωρίς να απαιτείται και η παράθεση των εξαναγκαστικών μέτρων και του Κ.Πολ.Δ.

για την τήρηση της άνω διατάξεως, αφού πρόκειται για ζήτημα αναγόμενο στην εκτέλεση της παραβιαζόμενης απόφασης και του Κ.Πολ.Δ., χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή στην άρση ή μη του αξιοποίνου της εν λόγω διάταξης του άρθρου 232Α ΠΚ. Ενόψει όλων όσων προεκτέθηκαν, πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη της τέλεσης της αξιόποινης πράξης, η οποία της αποδίδεται με το κατηγορητήριο".

"ΚΗΡΥΣΣΕΙ ένοχη την παραπάνω κατηγορούμενη του ότι:

Στην Αθήνα την 22-6-2005, με πρόθεση δεν συμμορφώθηκε σε διάταξη δικαστικής απόφασης με την οποία υποχρεωνόταν σε πράξη που δεν μπορούσε να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρησή της εξηρτάτο αποκλειστικά από τη βούλησή της. Συγκεκριμένα, αν και ήταν υποχρεωμένη βάση της υπ' αριθμ. 1203/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών να παραδώσει στον εγκαλούντα Ψ τα ανήλικα τέκνα τους Σ1, που γεννήθηκε στις 26-4-1997 και Σ2, που γεννήθηκε στις 29-3-2000, προκειμένου αυτός να ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας της κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της εν λόγω απόφασης, δεν έπραξε τούτο".

Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα της αξιόποινης πράξεως της παράβασης του άρθρου 232Α παρ. 1 ΠΚ και της επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο (2) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην άνω ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, την οποία ορθώς εφήρμοσε.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει την υπ' αριθ. 12037 2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία ρυθμίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του πολιτικώς ενάγοντος με τα ανήλικα τέκνα αυτού και της κατηγορουμένης και με την οποία ανατέθηκε σε αυτήν η επιμέλεια των ανηλίκων. Εξάλλου κατά το σκεπτικό, η κατηγορουμένη είχε λάβει γνώση της απόφασης αυτής και αρνήθηκε να συμμορφωθεί με το διατακτικό της αποστερώντας την επικοινωνία του πολιτικώς ενάγοντος με τα ανήλικα τέκνα τους, επισημαίνοντας μάλιστα ότι η κατηγορουμένη κατ' επανάληψη παρεμπόδισε την επικοινωνία τούτου με τα ανήλικα τέκνα τους.

Περαιτέρω, από το αιτιολογικό προκύπτει ότι το περιεχόμενο της απόφασης αυτής του άνω πολιτικού Δικαστηρίου, της ήταν γνωστό και έτσι δεν ήταν απαραίτητη περαιτέρω εξειδίκευση της γνώσεώς της. Η απόφαση αυτή είναι διαπλαστική και όχι καταψηφιστική, πλην, ως ελέχθη, για τη θεμελίωση του εγκλήματος τούτου δεν ήταν απαραίτητο η απόφαση αυτή να περιλαμβάνει εξαναγκαστικά μέτρα του ΚΠολΔ ή να έχει επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση κατά τον ΚΠολΔ ή να είναι καταψηφιστική.

Όθεν, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ τρίτος και τέταρτος λόγοί της αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής αυτής ποινικής διάταξης, είναι αβάσιμοι.

Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 365 παρ. 1, 365 παρ. 1 και 369 ΚΠΔ, προκύπτει, ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (αρθρ. 171 παρ. 1δ ΚΠΔ), που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης γιατί έτσι στερείται ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει επ' αυτού τις απόψεις του, να προβεί σε παρατηρήσεις ή να αντιταχθεί στην ανάγνωσή του. Όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς την ενοχή της κατηγορουμένης την άνω 1203/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ από τα πρακτικά της απόφασης αυτής προκύπτει ότι η απόφαση αυτή δεν αναγνώστηκε. Από τα ίδια όμως πρακτικά, προκύπτει ότι αναγνώστηκαν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, από τα οποία προκύπτει ότι η απόφαση αυτή αναγνώστηκε κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου διαδικασία και έτσι δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (ΑΠ 8657 2006).

Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας είναι αβάσιμος. Συναφώς αβάσιμος είναι και δεύτερος λόγος της αναίρεσης για παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας, καθόσον έλλειψη δημοσιότητας δεν προκαλείται από τη λήψη υπόψη εγγράφου που δεν αναγνώστηκε, αλλά από την παραβίαση των άρθρων 93 παρ. 2 του Συντάγματος και 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ ως και 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου του ΟΠΕ που ισχύουν παράλληλα και αλληλοσυμπληρώνονται και της διάταξης του άρθρου 329 του ΚΠΔ. Από την επισκόπηση όμως των πρακτικών προκύπτει ότι η συζήτηση της υπόθεσης και η απαγγελία της απόφασης έγιναν δημόσια.

Κατά το άρθρο 99 παρ. 1 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 24797 1997, αν κάποιος που δεν έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι (6) μηνών, με μια μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικαστεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη, το δικαστήριο με την απόφαση του διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα (3-5 έτη), εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, αν ο κατηγορούμενος καταδικαστεί σε ποινή φυλακίσεως που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη, το δικαστήριο υποχρεούται να αποφασίσει συγχρόνως, πριν από κάθε μετατροπή, για την αναστολή της ποινής, αφού διαπιστώσει αυτεπαγγέλτως αν υπάρχει προηγούμενη καταδίκη του κατηγορουμένου σε στερητική της ελευθερίας ποινή (ή ποινές) πάνω από έξι (6) μήνες και αποφανθεί για τη συνδρομή ή όχι της προϋποθέσεως αυτής.

Διαφορετικά, αν το δικαστήριο αποφασίσει τη μετατροπή της ποινής χωρίς προηγουμένως να αποφανθεί και να αποκλείσει την αναστολή αυτής, υπερβαίνει την εξουσία του. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, ενώ κατεδίκασε την αναιρεσείουσα για την άνω πράξη σε ποινή φυλάκισης δύο (2) μηνών, μετέτρεψε αυτή σε χρηματική χωρίς προηγουμένως να αποφασίσει για την αναστολή αυτής με αυτεπάγγελτη έρευνα αν αυτή βαρύνεται ή όχι με προηγούμενη αμετάκλητη καταδίκη σε ποινές άνω των έξι (6) μηνών.

Έτσι όμως το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας και συνεπώς, πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμου, του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ πέμπτου και τελευταίου λόγου της αιτήσεως αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς της διάταξη της για μετατροπή της ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό μόνο στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 47521/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ως προς τη διάταξή της για μετατροπή της ποινής των δύο (2) μηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Και

Απορρίπτει την αναίρεση κατά τα λοιπά.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Οκτωβρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ