Supreme Court allows partial appeal regarding mandatory minimum sentencing mitigation under Greek Criminal Code Article 84.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a five-member court's conviction for drug trafficking, specifically regarding the rejection of a statutory mitigation clause. The appellant argued that the lower court failed to provide specific reasoning for denying the mitigation under Article 84, Paragraph 2, Letter A of the Criminal Code, despite admitting a clean criminal record. The court found the lower court's reasoning insufficient for this specific statutory mitigation but deemed other arguments inadmissible as they concerned the unreviewable factual assessment of evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 84, Paragraph 2, Letter A of the Criminal Code; A criminal court decision rejecting a statutory mitigation circumstance is void if it lacks specific and detailed reasoning, requiring the case to be remitted for a new hearing on that point.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1805 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1805/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ'αριθμ. 194/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου και Νικόλαο Βεργιτσάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίας Δημητριάδου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κακαράντζα, για αναίρεση της υπ'αριθ. 92, 108/2018 και 2/2019 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην 15-5-2019 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 810/2019.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε :
Α) να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη, α) ως προς την απορριπτική διάταξη της για αναγνώριση στον αναιρεσείοντα του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, β) ως προς τη διάταξη της περί επιβολής ποινής για το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκε και γ) ως προς την παρεπόμενη ποινή της στέρησης πολιτικών δικαιωμάτων για 5 έτη,
Β) να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το ως άνω υπό στοιχεία α) και β) αναιρούμενο μέρος της,
Γ) να απαλειφθεί από την επίδικη απόφαση η παρεπόμενη ποινή της στέρησης πολιτικών δικαιωμάτων για 5 έτη,
Δ) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης και ον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η υπό κρίση υπ' αριθμ. εκθ.10/15-5-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 92,108/2018 και 2/2019 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία ο αναιρεσείων Π. Μ. κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τη μορφή της μεταφοράς και κατοχής, κακούργημα που τελέστηκε στις 19.9.2013 και καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης 13 ετών και χρηματική ποινή εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 2 και 3 του προϊσχύσαντος Κ.Ποιν.Δ. σε συνδ. με άρθρο 589 παρ. 1 και 590 παρ.1 νέου). Επομένως είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 30 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 4139/2013: "1. Όσοι απέκτησαν την έξη της χρήσης ναρκωτικών και δεν μπορούν να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις, υποβάλλονται σε ειδική μεταχείριση κατά τους όρους του άρθρου αυτού και των άρθρων 31-35. 2. Η συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων της προηγούμενης παραγράφου διαπιστώνεται κατά την άσκηση της ποινικής δίωξης και σε κάθε φάση της ποινικής διαδικασίας, σύμφωνα με την αρχή της ηθικής αποδείξεως, όπως ορίζεται από το άρθρο 177 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. 3.
Για τη διάγνωση της εξάρτησης ενός προσώπου από ναρκωτικά συνεκτιμώνται ιδίως ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα στοιχεία: πιστοποιήσεις αναγνωρισμένων υπηρεσιών απεξάρτησης, χορήγησης υποκατάστατων ή ανταγωνιστικών στα οπιοειδή ουσιών, περίθαλψης για παθήσεις συνδεόμενες με τη χρήση ουσιών, ψυχολογικά και κοινωνικά δεδομένα που αφορούν τον κατηγορούμενο, ευρήματα εργαστηριακών εξετάσεων που αποκαλύπτουν χρήση ναρκωτικών για μακρόχρονες περιόδους.
Σε κάθε φάση της ποινικής διαδικασίας δύναται να διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη είτε αυτεπάγγελτα, είτε μετά από αίτημα του κατηγορουμένου, προκειμένου να καθοριστεί αν πράγματι υπάρχει εξάρτηση, όπως επίσης και το είδος και η βαρύτητα αυτής.... Η πραγματογνωμοσύνη συνεκτιμάται με τα παραπάνω διαγνωστικά κριτήρια...".
Οι άνω διατάξεις των παρ. 2 και 3 που δεν μετέβαλαν το προϋφιστάμενο της ισχύος του άνω ν. 4139/2013 νομικό καθεστώς, καθόσον η μεν αρχή της ηθικής αποδείξεως, εκ του άρθρου 177 παρ. 1 του ΚΠΔ, ουδέποτε έπαυσε ισχύουσα, ώστε να επαναβεβαιωθεί η ισχύς της, από δε το άρθρο 178 ΚΠΔ, το οποίο ορίζει τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην αποδεικτική διαδικασία, προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη, η οποία αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσεως του δικαστού, όταν ανακύπτει ζήτημα το οποίο απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις ενός προσώπου, ως αποδεικτικό μέσο, εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 του ίδιου Κώδικα, υπό την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, οφείλει όμως, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικανική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους, η δε υποχρέωση συνεκτιμήσεως των ανωτέρω στην παρ. 3 του άνω ν. 4139/2013 ενδεικτικώς παρατιθέμενων "στοιχείων", δεν μεταβάλλει αυτά σε αυξημένης αποδεικτικής δυνάμεως αποδεικτικά μέσα.
Αν δε η δικαστική πραγματογνωμοσύνη αποφαίνεται αρνητικά για την τοξικομανία κατηγορουμένου, το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τη θέση αυτή και οφείλει να ερευνήσει και τα λοιπά εισφερόμενα στη διαδικασία αποδεικτικά μέσα, ιδίως άλλες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, συνταχθείσες σε απώτατο ή και σε μεταγενέστερο χρόνο ή και ιδιωτικές εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, αν ο κατηγορούμενος προβάλει σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση το δικαστήριο, προκειμένου να απορρίψει τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό τοξικομανίας, πρέπει να αναφέρει ειδικά και συγκεκριμένα αρνητικά περιστατικά, που οδηγούν σε απορριπτική κρίση, αντικρούοντας τα αντίθετα συμπεράσματα.
Για τη διάγνωση της εξάρτησης ενός προσώπου από ναρκωτικά, υπό τον ανωτέρω νέο νόμο, το δικαστήριο πλέον οφείλει να συνεκτιμά, εκτός από τη δικαστική πραγματογνωμοσύνη και τυχόν πιστοποιήσεις αναγνωρισμένων υπηρεσιών απεξάρτησης, χορήγησης υποκαταστάτων ή ανταγωνιστικών στα οπιοειδή ουσιών, περίθαλψης για παθήσεις συνδεόμενες με τη χρήση ουσιών, ψυχολογικά και κοινωνικά δεδομένα που αφορούν τον κατηγορούμενο, ευρήματα εργαστηριακών εξετάσεων που αποκαλύπτουν χρήση ναρκωτικών για μακρόχρονες περιόδους.
Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' του ΚΠΔ και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ίδιου Κώδικα, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα.
Η απλή, όμως, γνωμάτευση ή γνωμοδότηση, η ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη η οποία προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης και τέχνης, τα οποία καλούνται να εκφέρουν κρίση για γεγονότα που τίθενται υπόψη τους, όπως και από τεχνικούς συμβούλους, δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο στο άρθρο 178 του ΚΠΔ αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης που διατάσσεται ως άνω, αλλά λαμβάνεται υπόψη από το δικαστικό συμβούλιο ή από το δικαστήριο και συνεκτιμάται μαζί με τις άλλες αποδείξεις για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του ως απλό έγγραφο, οπότε δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύεται ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο.
Το άνω αποδεικτικό μέσο της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, διακρινόμενο των εγγράφων και πρέπει το δικαστήριο να αναφέρει ειδικά ότι το έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως ή να προκύπτει από το περιεχόμενο των περιστατικών που εκθέτει ότι το έλαβε υπόψη του και το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα κατά τρόπο αναμφισβήτητο.
Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν υπάρχει βεβαιότητα ότι το δικαστήριο το έλαβε υπόψη του και το συνεκτίμησε, χωρίς να αρκεί η αναφορά του στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ.
ΙΙΙ. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Η επιβαλλόμενη επομένως κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορό του παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο.
Μεταξύ των αυτοτελών ισχυρισμών, που μπορούν να προβληθούν επί παραβάσεων του νόμου περί ναρκωτικών, είναι και ο ισχυρισμός συνδρομής τοξικομανίας του κατηγορουμένου δράστη, κατά το χρόνο τελέσεως της πράξης, ήτοι της απόκτησης της έξης των ναρκωτικών ουσιών, την οποία δεν μπορεί να αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, κατά το άρθρο 31 παρ.1 του ν. 1729/1987, 30 ΚΝΝ και ήδη προαναφερθέν άρθρο 30 παρ.1, 2, 3 του ν. 4139/2013.
ΙV. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, υπ' αριθ. 92,108/2018 και 2/2019 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, ο Π. Μ. κατηγορούμενος για την αξιόποινη πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τη μορφή της μεταφοράς και κατοχής, και ήδη αναιρεσείων, προέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικώς, τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι είναι τοξικομανής, ότι δηλαδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 του Ν.4139/13, είχε κατά τον χρόνο της πράξεως αποκτήσει την έξη της χρήσεως ναρκωτικών και δεν μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, που έχει ως συνέπεια την ηπιότερη ποινική μεταχείριση του δράστη, για την απόδειξη δε του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού του, επικαλέστηκε, κατά πιστή μεταφορά τα εξής, που καταχωρήθηκαν στα πρακτικά και έγινε και προφορική ανάπτυξη αυτών, "1) Να μου αναγνωριστεί ο ισχυρισμός ότι είμαι εξαρτημένος χρήστης (τοξικομανής).
Σύμφωνα με το άρθρο 30 Ν 3459/2006 (13 παρ.1 του Ν.1729/1987) όσοι απέκτησαν την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορούν να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις, υποβάλλονται σε ειδική μεταχείριση κατά τους όρους του νόμου αυτού. Κατά το χρόνο τελέσεως των επίδικων πράξεων, ήμουν τοξικομανής κατά την έννοια του άρθρου 30 Ν.3459/2006 (13 παρ.1 του Ν. 1729/1987), αφού έκανα χρήση ινδικής κάνναβης και κοκαΐνης.
Τα στοιχεία που οδηγούν στο χαρακτηρισμό μου ως τοξικομανούς είναι: α) Η από 6-11-2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ψυχιάτρου του Γενικού Νοσοκομείου ... Γ. Τ., ο οποίος γνωμάτευσε ότι είμαι άτομο εξαρτημένο από ναρκωτικές ουσίες, δεδομένου ότι πληρώ τρία τουλάχιστον από τα κριτήρια της σχετικής Α2Β/3982/1987 Υπουργικής Απόφασης και ειδικότερα:
Σύμφωνα με τον παγκόσμιο οργανισμό υγείας και τα κριτήρια εγκύρου διαγνωστικού εργαλείου ICD-10 σχετικά με το σύνδρομο εξάρτησης από κοκαΐνη και είμαι τοξικομανής υπό την έννοια του άρθρου 30 του Ν. 3459/2006, η εξάρτησή μου είναι ψυχική και σωματική, είναι σοβαρού βαθμού, καταναλώνω ποσότητες που φτάνουν περί τα 5 gr κοκαΐνης ημερησίως, δεν μπορώ να αποβάλλω μόνος μου την έξη των ναρκωτικών και χρήζω κατάλληλης θεραπευτικής αγωγής που είναι η παρακολούθηση εγκεκριμένων θεραπευτικών προγραμμάτων, β) Τα αντικειμενικά ευρήματα που μαρτυρά η από 25-9-2013 τοξικολογική έκθεση του εργαστηρίου ιατροδικαστικής και τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, τα αποτελέσματα της οποίας έδειξαν ότι κατόπιν εργαστηριακού ελέγχου, δηλαδή τοξικολογικής ανάλυσης των σωματικών μου υγρών (ούρα και αίμα), ανιχνεύθηκαν κοκαΐνη και μεταβολίτες αυτής (βενζουλοεγκονίνη και μεθυλεστέρας της εγκονίνης)".
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την υπό κρίση προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, το δικάσαν κατ' έφεση, Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, ότι κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, από τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, πλέον εκείνων που αναφέρονται και στηρίζουν την ενοχή του κατηγορουμένου, επί του προβαλλόμενου ως παραπάνω αυτοτελούς ισχυρισμού τοξικομανίας, κατά πιστή μεταφορά και τα ακόλουθα: " Ό αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί τοξικομανίας του, πρέπει να απορριφθεί, διότι δεν αποδεικνύεται από κανένα στοιχείο και δη την από 6-11-2013 Ψυχιατρική Πραγματογνωμοσύνη του Ψυχιάτρου Γ.
Τ., η οποία, εκτός τού ενδοιαστικού συμπεράσματος που διατυπώνεται ("δεν προκύπτει να μπορεί να αποβάλει μόνος του την εξάρτηση"), στηρίζεται μόνο στο ιστορικό του κατηγορουμένου, όπως ο ίδιος το εξέθεσε στον πραγματογνώμονα και όχι σε ιατρικές αναλύσεις ή άλλα ευρήματα (βελονονυγμούς κλπ)". Με τις παραδοχές αυτές το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς το ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος δεν ήταν τον κρίσιμο ως άνω χρόνο τοξικομανής, δηλαδή ότι δεν ήταν άτομο εξαρτημένο από τη χρήση ναρκωτικών που δεν μπορούσε να αποβάλει μόνος του την έξη της χρήσης τους.
Την κρίση του αυτή στήριξε το Δικαστήριο της ουσίας σε όλα τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται στην αρχή του σκεπτικού της απόφασης δηλαδή, καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, έγγραφα, που αναγνώστηκαν δημόσια στο ακροατήριο και την απολογία του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος. Ειδική δε μνεία και αναφορά γίνεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στην από 6-11-2013 Ψυχιατρική Πραγματογνωμοσύνη του Ψυχιάτρου Γ.
Τ., το συμπέρασμα της οποίας είναι αντίθετο, πλην όμως αυτό, αξιολογούμενο από το Δικαστήριο και κατά την ανέλεγκτη περί τούτου κρίση του, δεν αποδυναμώνει το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που οδήγησε το Δικαστήριο στην απόρριψη του ως άνω περί τοξικομανίας ισχυρισμού του κατηγορουμένου. Εκτίθενται δε στην απόφαση ειδικά αρνητικά περιστατικά, που οδήγησαν το Δικαστήριο στην επαρκώς αιτιολογημένη απορριπτική του αυτή κρίση και συγκεκριμένα ότι το συμπέρασμα της εν λόγω πραγματογνωμοσύνης αφ'ενός μεν είναι ενδοιαστικό αφ'ετέρου δε στηρίζεται μόνο στο ιστορικό που ο ίδιος ο αναιρεσείων εξέθεσε στον πραγματογνώμονα και όχι σε ιατρικές αναλύσεις και άλλα ευρήματα.
Το γεγονός δε ότι δεν αναφέρεται ειδικά μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη και η εκτιμώμενη ως απλό έγγραφο και όχι ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο από 25-9-2013 τοξικολογική έκθεση του εργαστηρίου ιατροδικαστικής και τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, δεν υποδηλώνει ότι αυτή δεν λήφθηκε υπόψη και δεν συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Κατά συνέπεια, ο περί του αντιθέτου πρώτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντα, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.
V. Η επιβαλλομένη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορο του. Αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής.
Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών (αορίστων) με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη του οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 Π Κ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής.
Προϋπόθεση, όμως, της δυνατότητας αξιολόγησης και σε περίπτωση ευδοκίμησής τους, της επέλευσης του ευνοϊκότερου για τον κατηγορούμενο αποτελέσματος, είναι η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή εγγράφως και με προφορική ανάπτυξή τους κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσης τους, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους (Ολ.
Α.Π. 2/2005, Α.Π. 259/2014 και 208/2012. Περαιτέρω, ως ελαφρυντική περίσταση κατά το άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ. θεωρείται, μεταξύ άλλων, (υπό α' ) "το ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα" 'κατά δε το άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ. (υπό στοιχ.δ') το ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του και (υπό ε') το ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του.
Κατά την έννοια της διατάξεως της περ. α' της παρ. 2 του άρθρου 84 του ισχύοντος κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως Ποινικού Κώδικα, ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείτο το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινοτική ζωή.
Κατά την έννοια της (νέας) διατάξεως της περ. α' της παρ. 2 του άρθρου 84 του ισχύοντος Ποινικού Κώδικα ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται πλέον το ότι ο υπαίτιος έζησε "σύννομα" ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρύ πλημμέλημα. Η εν λόγω διάταξη είναι προφανώς επιεικέστερη της προισχύσασας, όπως δε αναγράφεται στην αιτιολογική έκθεση του ισχύοντος ΠΚ "αντί του κριτηρίου της "έντιμής ζωής" τίθεται το ορθολογικότερο της "νόμιμης ", ώστε να διασφαλίζεται η αντικειμενικότητα και η ασφαλής διαπίστωση εκείνου, το οποίο είναι νομικώς κρίσιμο στο κράτος δικαίου, στο οποίο ο ελεύθερος και υπεύθυνος πολίτης οφείλει τούτο και μόνο, να συμμορφώνεται στο νόμο.
Στην περ. α' αντί του απροσδιορίστου κριτηρίου της "έντιμης ζωής", υιοθετήθηκε το δεκτικό βεβαίωσης της "νόμιμης" ζωής. Η εκπλήρωση απροσδιόριστων "ηθικών καθηκόντων" έχει φυσικοδικαιακό χαρακτήρα, ασυμβίβαστο με τη θετικότητα του ποινικού δικαίου.....". Εξάλλου, για να συντρέξει η ελαφρυντική περίσταση που προβλέπεται από το άρθρο 84 παρ. 2 περ.
δ' του Π.Κ, το ότι δηλαδή ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, πρέπει η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι αυτός μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επιζήτησε, ειλικρινά και όχι προσχηματικά, να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεως του.
Τέλος, για να συντρέξει η ελαφρυντική περίσταση που προβλέπεται από το άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε' του Π.Κ., η συμπεριφορά του υπαιτίου, πρέπει να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη.
Η αναγνώριση δηλαδή της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' του ισχύοντος Π.Κ. προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης.
Απαιτείται, δηλαδή, για την αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού, συγκεκριμένη, μετά την πράξη, θετική προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά, η οποία να είναι ενδεικτική όχι μόνον έλλειψης έκνομης συμπεριφοράς, διότι σε τέτοια περίπτωση αυτός που δεν τέλεσε κάποια αξιόποινη πράξη μετά την αποκάλυψη της παράνομης δράστηριότητάς του, θα είχε εξασφαλισμένη την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, αλλά ατόμου, το οποίο αποτίναξε το παρελθόν, άλλαξε τρόπο ζωής, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει, όταν εξακολουθεί να ζει όπως και πριν, εξαιρουμένης της παραβίασης των νόμων και ιδιαίτερα του Ποινικού Κώδικα.
VΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναίρεσης, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, ο αναιρεσείων δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, προέβαλε ως αυτοτελείς ισχυρισμούς ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, το αίτημα να του αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ.
α', δ' και ε' ΠΚ, που καταχωρήθηκαν στα πρακτικά και ανέπτυξε προφορικά τα κάτωθι: " (1) Να μου αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου. Το ποινικό μητρώο μου είναι λευκό. Ουδέποτε άλλοτε έχω καταδικασθεί για αξιόποινη πράξη. Το ποινικό μου μητρώο δεν περιέχει καμία καταδίκη (βλ. αντίγραφο του ποινικού μητρώου).
Δεν υπάρχει περίπτωση να διαπράξω άλλα εγκλήματα καθώς δεν υπάρχουν στοιχεία ότι πριν από την πράξη αυτή για την οποία κατηγορήθηκα είχα προβεί σε αντικοινωνικές και παραβατικές συμπεριφορές οποιοσδήποτε μορφής και με οποιονδήποτε τρόπο, ακόμα και αν δεν είχα τιμωρηθεί οι. οποίες θα οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι η ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή μου δεν ήταν σύμφωνη με τους ηθικοκοινωνικούς κανόνες της καθεστηκυίας τάξης.
Πιο συγκεκριμένα από την ενηλικίωσή μου το 2002 έως και λίγο πριν τη σύλληψή μου το 2013 εργαζόμουν ανελλιπώς, όπως προκύπτει από το αντίγραφο ατομικού λογαριασμού ασφαλισμένου ΙΚΑ. Το 2009 νυμφεύτηκα και ένα χρόνο, αργότερα το 2010 η σύζυγος μου κι εγώ αποκτήσαμε ένα κοριτσάκι. Ωστόσο η ευτυχία μας δεν κράτησε για πολύ, αφού μόλις έναν χρόνο αργότερα το κοριτσάκι - μας διαγνώστηκε με λευχαιμία και ξεκίνησε ένας μεγάλος αγώνας από μέρους μας προκειμένου να τις προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή φροντίδα και θεραπεία, ενώ παράλληλα εκείνη την περίοδο το 2012 έμεινα άνεργος.
Προσπάθησα να μην το βάλω κάτω, ασχολήθηκα με αγροτικές, εργασίας, μισθώνοντας κάποια κτήματα προκειμένου να αποκτήσω και πάλι ένα εισόδημα και να ανταποκριθώ στις νέες αυξημένες ανάγκες της οικογένειας μου και ιδιαίτερα του παιδιού μου, ωστόσο για πρώτη φορά στη ζωή μου βρέθηκα σε δεινή οικονομική και ψυχολογική κατάσταση, (βλ.
από 14-1-2009 βεβαίωση εργοδότη, ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης αγροτικού κτήματος). Ως εκ τούτου η επαγγελματική μου θέση και η μόνιμη κατοικία μου, αποτελούν κύριες και αναμφισβήτητες συνιστώσες της ζωής μου . Δεν υπάρχει καμία καταδίκη στο ποινικό του μητρώο. Δεν προκύπτει από την προηγούμενη ζωή μου, να έχω απασχολήσει τις αρχές ή να έχω δημιουργήσει επεισόδια στον κοινωνικό του περίγυρο (ΑΠ 1515/1996, Υπέρ. 1997, 825).
Στην πράξη μου ωθήθηκα από όχι ταπεινά αίτια κι ούτε από λόγους αντίθετους προς την κοινή περί ηθικής ή κοινωνικής τάξεως συνείδηση ... (2) Να μου αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας διότι μετά την τέλεση της πράξης επέδειξα ειλικρινή μετάνοια, μη περιοριζόμενος μόνον σε φραστικές δηλώσεις μετάνοιας, ομολογώντας αμέσως την πράξη μου και το γεγονός ότι είχα λάβει ως αντάλλαγμα 25 γραμ.
κοκαΐνης, επιδεικνύοντας ταυτόχρονα τον τόπο όπου αυτά βρίσκονταν, αλλά εκδηλώνοντας κι εμπράκτως την ειλικρινή μεταμέλεια μου, συνεργαζόμενος με τις αστυνομικές αρχές, δίνοντας πληροφορίες και συγκεκριμένα ονόματα και αριθμούς τηλεφώνων επιδεικνύοντας τον τόπο όπου αυτά βρίσκονταν. Το γεγονός δε αυτό επιδεικνύει την ειλικρινή μου μετάνοια, αφού επεδίωξα αμέσως μετά τη σύλληψη μου να άρω, άλλως να μειώσω, τις συνέπειες της πράξης μου, τηρώντας μία ήπια, σεμνή, και συνεργάσιμη στάση, χωρίς αντιφάσεις και υπεκφυγές, συμπεριφορά ασυνήθιστη για άνθρωπο που βρίσκεται την θέση μου και (3) Να μου αναγνωριστεί το ελαφρυντικό της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς αφού μετά την αποφυλάκιση μου την 4-6-2015 βάσει της υπ αριθμ. 99/2015 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία ανέστειλε την εκτέλεση της πρωτόδικης υπ'αριθμ. 215/2014 απόφασης υπό όρους, επέδειξα θετική ατομική, οικογενειακή και κοινωνική συμπεριφορά, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, αφού ουδεμία εμπλοκή έχω σε καμία απολύτως παράνομη συμπεριφορά, ουδόλως έχω απασχολήσει τις διωκτικές και δικαστικές αρχές της περιοχής, όπου κατοικώ αδιαλείπτως από τη αποφυλάκιση μου κι εντεύθεν κι ουδέποτε παραβίασα τους περιοριστικούς όρους που μου επιβλήθηκαν.
Αντιθέτως διαβιώ με την οικογένεια μου, στη ..., απασχολούμαι τόσο σε αγροτικές εργασίες, όπως προκύπτει από το από 1-3-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης αγροτικού κτήματος διάρκειας 4 ετών, όσο και ως μισθωτός στην επιχείρηση ... κι όλο μου το ενδιαφέρον, έχει επικεντρωθεί αποκλειστικά και μόνον στη φροντίδα της ανήλικης θυγατέρας μου, η οποία αντιμετωπίζει σοβαρότατο πρόβλημα υγείας, αφού σε ηλικία μόλις 2 ετών, διαγνώστηκε με οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία, ευτυχώς όμως σήμερα η υγεία της ήδη παρουσιάζει βελτίωση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα ιατρικά πιστοποιητικά.
Επειδή το χρονικό διάστημα που παρήλθε τουλάχιστον από το έτος 2015, οπότε αποφυλακίστηκα και διαβιώ υπό καθεστώς ελευθερίας, μέχρι σήμερα, μπορεί να χαρακτηριστεί "σχετικά μεγάλο", η δε συμπεριφορά μου στο ίδιο αυτό χρονικό διάστημα, μπορεί να χαρακτηριστεί "άριστη", των όρων "αρκετά μεγάλα" και "άριστη" νοούμενων κατά την έννοια του άρθρου 84παρ. 2ε'ΠΚ.
Επειδή η συμπεριφορά μου είναι προϊόν ελεύθερης βούλησης κι όχι αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού λόγω της αναμενόμενης δικαστικής κρίσης σε δεύτερο βαθμό, αφού έλαβα με τον χειρότερο τρόπο το μάθημά μου και δεν σκοπεύω να ξαναφέρω τον εαυτό μου αλλά κυρίως την οικογένεια μου σε δύσκολη θέση".
Ακολούθως, με την προσβαλλομένη απόφαση, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, που την εξέδωσε, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο και τον κήρυξε ένοχο, απορρίπτοντας τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων, με την ακόλουθη, κατά πιστή μεταφορά, αιτιολογία: "Κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, ελαφρυντικές περιστάσεις, που επισύρουν μείωση της ποινής στο μέτρο που προβλέπει το άρθρο 83 ΠΚ, θεωρούνται ιδίως :
α) το ότι ο υπαίτιος έζησε μέχρι τον χρόνο που τελέστηκε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, β)..., γ)..., δ) .... και ε) το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικό μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του. Για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ, απαιτείται ο υπαίτιος, με κριτήριο τους κανόνες της έννομης τάξης και τις κρατούσες ηθικές αρχές και αντιλήψεις για την ηθική αξία και την κοινωνική υπόληψη του προσώπου, να έζησε μέχρι τον χρόνο που τέλεσε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και να αποδεικνύονται κατά την ακροαματική διαδικασία συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θετικής και έντιμης συμπεριφοράς στους αντίστοιχους τομείς βιοτικής δράσης, σε βαθμό που εύλογα να μην αναμένεται εκτροπή αυτού σε πράξεις ποινικής παραβατικότητας.
Η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου και γενικά η μη εμπλοκή σε παραβατική δραστηριότητα συνεκτιμάται με τα λοιπά στοιχεία, αλλά δεν αρκεί για την αναγνώριση της σχετικής ελαφρυντικής περίστασης. Στην προκειμένη περίπτωση, α) Αναφορικά με το αιτούμενο ελαφρυντικό του άρθρου 84§2α' Π.Κ, θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, καθόσον από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε ότι αυτός έζησε μέχρι την τέλεση της πράξεως θετική και έντιμη ζωή, με συμβολή στην εν γένει κοινωνική ζωή, μη εξαρκούσης μόνο της υπάρξεως λευκού ποινικού μητρώου, β) αναφορικά με το αιτούμενο ελαφρυντικό του άρθρου 84§2 δ' ΠΚ, θα πρέπει να απορριφθεί καθόσον η δήλωσή του ότι μεταμελήθηκε ήταν προσχηματική ενόψει του ότι κατελήφθη άμεσα κατά την τέλεση της πράξης και δεν μπορούσε να προβάλλει άλλη αιτιολογία και γ) αναφορικά με το αιτούμενο ελαφρυντικό του άρθρου 84§2 ε' Π.Κ.
θα πρέπει επίσης να απορριφθεί ως αβάσιμο, καθόσον αφενός δεν παρήλθε ικανό χρονικό διάστημα από την τέλεση της πράξεως και αφετέρου ο κατηγορούμενος δεν επέδειξε εξαιρετική συμπεριφορά με θετικό πρόσημο, μέχρι σήμερα, αρκούμενος μόνο στην έκτιση της ποινής του και την εργασία του εντός των φυλακών ή εκτός αυτής ".
VΙΙ. Με τις παραδοχές αυτές το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, αναφορικά με τις αιτηθείσες ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 δ'και ε' του ΠΚ, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την απόρριψη του παραπάνω αιτήματος περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των ως άνω ελαφρυντικών περιστάσεων, εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια αλλά και με την παράθεση αρνητικών περιστατικών τους λόγους που το οδήγησαν στην ανωτέρω απορριπτική κρίση του.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ., τελευταίος, κατά το τρίτο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τον οποίο το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο, χωρίς αιτιολογία απέρριψε τα ζητηθέντα ελαφρυντικά από το άρθρο 84 παρ.2 στοιχ. δ' και ε'ΠΚ. Οι εκτιθέμενες στον λόγο αυτό λοιπές αιτιάσεις περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον εξ αυτών συνάγονται, κατά τον αναιρεσείοντα, αντίθετα συμπεράσματα από αυτά στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτες καθόσον αφορούν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, την οποία και επιχειρούν να πλήξουν με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Αντίθετα όμως και αναφορικά με την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της ελαφρυντικής περίπτωσης του άρθρου 84 παρ.2α'ΠΚ, κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων και θεωρουμένη υπό το πρίσμα του εφαρμοστέου επιεικέστερου νόμου και ενόψει του προβληθέντος ισχυρισμού αυτού (αναιρεσείοντος) ότι έχει λευκό ποινικό μητρώο, γεγονός που δέχεται και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, η προσβαλλόμενη απόφαση, με το προαναφερθέν σκεπτικό της, στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Κατά συνέπεια, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 2 παρ.1 ΠΚ και 511 εδ.γ'του ΚΠΔ, της επιεικέστερης, κατά τα προαναφερόμενα διάταξης του αρθρ. 84 παρ. 2 α' του νυν ισχύοντος ΠΚ και επομένως ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο σκέλος του πρέπει να γίνει δεκτός.
Συνεπώς πρέπει: Α) Να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει και δη ως προς την διάταξη της για την απόρριψη της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2α' του ΠΚ και συνακόλουθα ως προς τις διατάξεις της περί επιβολής στον αναιρεσείοντα κύριας και παρεπόμενης ποινής και Β) Να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως, (άρθρο 519 ΚΠΔ), ενώ κατά τα λοιπά πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 92,108/2018 και 2/2019 απόφαση του Πενταμελές Εφετείου Ιωαννίνων, και δη ως προς τη διάταξή της περί απόρριψης του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί συνδρομής στο πρόσωπό του, της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2α του ΠΚ και συνακόλουθα ως προς τις διατάξεις της, περί επιβολής στον αναιρεσείοντα κύριας και παρεπόμενης ποινής .
Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την υπ' αριθμ. εκθ.10/15-5-2019 αίτηση του Π. Μ. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 92,108/2018 και 2/2019 απόφασης του Πενταμελές Εφετείου Ιωαννίνων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Οκτωβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ