Legislator Case Law & Legislation
1805/2017 AI generated

1805/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1805/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την ένδικη, από 16-11-2010 (βεβαία χρονολογία καταθέσεως) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες ισχυρίσθηκαν ότι από 21-1-2008 είχαν προσληφθεί από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον επιμελητήριο με συμβάσεις μαθητείας, που είχαν χρονική διάρκεια 18 μηνών, στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος χρηματοδοτούμενου από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (στο εξής:

Legislator headnote

AI generated

1805/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1805 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1805/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στα Ιωάννινα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Εμμανουήλ - Μηνά Σταύρου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Κ. Μ. του Μ., 2) Σ. Β. του Σ. και 3) Α. Κ. του Β., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Νάκα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-11-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων την 16-11-2010.

Εκδόθηκε η 212/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-7-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγητής ορίσθηκε ο προεδρεύων αρεοπαγίτης Χριστόφορος Κοσμίδης.

Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την ένδικη, από 16-11-2010 (βεβαία χρονολογία καταθέσεως) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες ισχυρίσθηκαν ότι από 21-1-2008 είχαν προσληφθεί από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον επιμελητήριο με συμβάσεις μαθητείας, που είχαν χρονική διάρκεια 18 μηνών, στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος χρηματοδοτούμενου από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (στο εξής:

ΟΑΕΔ). Ότι στην πραγματικότητα, κατά τη διάρκεια των συμβάσεων, προσέφεραν εξαρτημένη εργασία και εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του εναγομένου. Ότι μετά τη λήξη τους, οι συμβάσεις ανανεώθηκαν για άλλους 12 μήνες και, τελικώς, το εναγόμενο έπαυσε να αποδέχεται την εργασία τους από 13-8-2010 για την πρώτη, από 11-10-2010 για τη δεύτερη και από 4-11-2010 για την τρίτη.

Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, οι ενάγουσες ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με το εναγόμενο με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (στο εξής: ΙΔΑΧ) και ότι αυτό οφείλει να καταβάλει προς αυτές, για το χρονικό διάστημα της απασχόλησής τους, αφ’ ενός τις μισθολογικές διαφορές μεταξύ του μείζονος ποσού, το οποίο θα έπρεπε να τους έχει καταβάλει σύμφωνα με τις αντιστοίχως ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου των υπαλλήλων της δημόσιας διοίκησης και του ποσού, το οποίο πράγματι τους κατέβαλε σύμφωνα με τους όρους των συμβάσεων μαθητείας που είχαν καταρτίσει και αφ’ ετέρου [οφείλει να καταβάλει] τα κατά νόμον ποσά για δώρα εορτών και επίδομα αδείας, τα οποία ουδόλως τους κατέβαλε (στην αγωγή υπάρχουν και άλλα, παρεπόμενα αιτήματα, τα οποία δεν ενδιαφέρουν ενταύθα).

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 212/2012 απόφασή του, έκρινε ότι, αν και οι ενάγουσες εξυπηρετούσαν, πράγματι, πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του εναγομένου με την παροχή εξαρτημένης εργασίας, δεν υπάρχει νομικό περιθώριο (άρθρο 103 παρ.8 του Συντάγματος) για τη μετατροπή των συμβάσεών τους σε συμβάσεις ΙΔΑΧ.

Περαιτέρω, όμως, δέχθηκε ότι, σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. β’ του Συντάγματος), οι ενάγουσες θα έπρεπε να είχαν αμειφθεί με το μισθολόγιο της δημόσιας διοίκησης (ν. 2470/1997 και 3205/2003), όπως και όλοι οι λοιποί, τακτικοί υπάλληλοι του εναγομένου και να λάβουν τα δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και το επίδομα αδείας, τα οποία ουδόλως έλαβαν καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησής τους, κατά την οποία παρείχαν εξαρτημένη εργασία.

Γι’ αυτό και επιδίκασε αναγνωριστικώς τα αιτούμενα ποσά (με ελάχιστη απόκλιση, η οποία δεν ενδιαφέρει ενταύθα). Η ως άνω απόφαση δημοσιεύθηκε την 20-6-2012. Πριν από την επίδοσή της, παρήλθε τριετία χωρίς να ασκηθεί έφεση. Με τον τρόπο αυτό κατέστη τελεσίδικη την 20-6-2015 (ΚΠολΔ 518 παρ.2, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο).

Κατόπιν, πριν παρέλθει η (διετής ήδη, ΚΠολΔ 564 παρ.3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015) καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, η ως άνω απόφαση επιδόθηκε με επιμέλεια των εναγουσών (βλ. την ...-6-2016 έκθεση επιδόσεως της Α. Σ., δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Ιωαννίνων).

Τέλος, πριν παρέλθουν τριάντα ημέρες από την επίδοση (ΚΠολΔ 564 παρ.1), το εναγόμενο επιμελητήριο κατέθεσε την ένδικη, από 29-7-2016 αίτηση αναιρέσεως (ΚΠολΔ 495 παρ.1, 500). Η αίτηση είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 552, 553 παρ.1, 556 παρ.1, 558). Με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας που παρατίθενται στην αίτηση, στην αιτιολογία του έχουν εμφιλοχωρήσει σημαντικές αντιφάσεις ως προς το αν η σχέση, η οποία συνέδεε καθεμιά από τις ενάγουσες με το εναγόμενο, ήταν σύμβαση μαθητείας ή σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

2. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν. 2190/1994), το προσωπικό, που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου), δεν είναι δυνατό στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί") ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (κατά "μετατροπή" της αρχικής συμβάσεως ορισμένου χρόνου).

Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ’ επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί.

Μοναδική εξαίρεση από την εν λόγω, απόλυτη απαγόρευση προβλέφθηκε από τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 του π.δ. 164/2004 (που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους), για περιπτώσεις απασχολούμενων στο Δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήσαν ενεργείς κατ’ αυτήν (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται σ’ αυτές, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών.

Παρά ταύτα, στο άρθρο 2 παρ.1 του π.δ. 164/ 2004 ορίσθηκε ρητώς ότι η εξαίρεση (ήτοι, η δυνατότητα κατάταξης σε θέσεις ΙΔΑΧ) δεν ισχύει για α) τις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τη σύμβαση ή σχέση μαθητείας ή β) τις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ.

Πράγμα που σημαίνει ότι οι συμβάσεις μαθητείας, ακόμη και αν κατά την εκτέλεσή τους παρέχεται εξαρτημένη εργασία που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, στον οποίο τοποθετήθηκαν οι μαθητευόμενοι, ούτε κατ’ εξαίρεση μπορούν να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις ΙΔΑΧ. Σύμφωνα, λοιπόν, με την εξαίρεση και με τους ορισμούς του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ν. 3320/2005, που εκδόθηκε για την εφαρμογή της, οι εργαζόμενοι που εμπίπτουν σ’ αυτήν κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές είτε σε προς τούτο συνιστώμενες νέες οργανικές θέσεις ΙΔΑΧ, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς εκείνη με την οποία είχαν προσληφθεί.

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ.4 του ν. 3320/2005, ορίσθηκε ότι "οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους". Εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι για την παροχή εργασίας πριν από την κατάταξη οι εργαζόμενοι αυτοί, ακόμη και αν στην πραγματικότητα πρόσφεραν εξαρτημένη εργασία για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών (διότι, όπως αναφέρθηκε, αυτό συνιστά προϋπόθεση της κατάταξης), οφείλουν να περιορισθούν στις αποδοχές της σύμβασης με την οποία προσλήφθηκαν (ΟλΑΠ 16/2017).

Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της ισονομίας και της ίσης αμοιβής για την παροχή της ίδιας εργασίας (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. β’ του Συντάγματος), διότι η εφαρμογή των αρχών αυτών προϋποθέτει εργαζόμενους της ίδιας κατηγορίας. Στις περιπτώσεις, όμως, που ρυθμίζονται από τις ως άνω διατάξεις, πρόκειται για εργαζόμενους που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την πρόσληψη προσωπικού είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 103 παρ.7 του Συντάγματος) και με γνώση του περιστατικού ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές συμβάσεις, δεν επρόκειτο να καλύψουν πρόσκαιρες ή επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που τους προσέλαβε.

Ως εκ τούτου, οι εργαζόμενοι αυτοί συνιστούν διακριτή κατηγορία από το λοιπό προσωπικό, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ΙΔΑΧ, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ.1 του π.δ. 164/2004) και δικαιολογεί τη διαφορετική μισθολογική μεταχείριση. Κατά μείζονα λόγο αυτό ισχύει στις περιπτώσεις των συμβάσεων επαγγελματικής κατάρτισης ή μαθητείας.

Παρά ταύτα, μετά την τυχόν παραδοχή ότι υπήρξε παροχή εξαρτημένης εργασίας, έστω και ακύρως, οι εργαζόμενοι αυτοί δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου τις αποδοχές για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και για επίδομα αδείας (άρθρα 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ.16 του ν. 4504/1966), διότι τις παροχές αυτές δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, που απασχολούνται σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ακόμη και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 260/2012).

3.Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων δέχθηκε τα εξής ουσιώδη ως προς τις συνθήκες πρόσληψης και απασχόλησης των εναγουσών και ήδη αναιρεσίβλητων: Ότι με την .../9-8-2007 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β’ 1468/14-8-2007), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 20 παρ.15 του ν. 2639/1998 και ύστερα από την ...26-6-2007 απόφαση του ΔΣ του ΟΑΕΔ, καταρτίστηκε πρόγραμμα εφαρμοστέο στα Επιμελητήρια της Ελλάδος, με σκοπό την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και την προσαρμογή των επαγγελματικών προσόντων στην εξέλιξη και τις ανάγκες της αγοράς εργασίας (stage) από 600 άνεργους, ηλικίας 22 έως 40 ετών, πτυχιούχους ΑΕΙ ή ΤΕΙ, διπλωματούχους IEΚ, αποφοίτους Λυκείου Γενικής Εκπαίδευσης κλπ, εγγεγραμμένους στα οικεία μητρώα του ΟΑΕΔ.

Ότι η διάρκεια του προγράμματος ορίστηκε σε δεκαοκτώ μήνες και θα περιλάμβανε ένα μήνα θεωρητικής και πρακτικής ενημέρωσης και εξοικείωσης με το εργασιακό περιβάλλον και δεκαεπτά μήνες απασχόλησης σε θέσεις του τομέα ειδίκευσης για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας. Ότι υπεύθυνος φορέας για την εφαρμογή, διαχείριση, παρακολούθηση, αξιολόγηση και έλεγχο του προγράμματος ορίστηκε ο ΟΑΕΔ, ο οποίος ανέλαβε και τη σχετική χρηματοδότηση από το δικό του προϋπολογισμό.

Ότι με την ......-11-2008 απόφαση του ΔΣ του ΟΑΕΔ (ΦΕΚ Β’ 2316/13-11-2008) αποφασίστηκε η παράταση του ως άνω προγράμματος στα Επιμελητήρια της Ελλάδος για δώδεκα ακόμη μήνες. Ότι με τα από 21-12-2007 συμφωνητικά συνεργασίας, που καταρτίσθηκαν μεταξύ του ΟΑΕΔ, του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος επιμελητηρίου (ΝΠΔΔ) και μιας εκάστης εκ των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων, αυτές προσλήφθηκαν με συμβάσεις μαθητείας ορισμένης διάρκειας, από 21-1-2008 μέχρι 20-7-2009, σύμφωνα με τους προκαθορισμένους όρους του προγράμματος.

Ότι, ειδικότερα, ανέλαβαν την υποχρέωση αρχικά να ενημερωθούν και στη συνέχεια να ασκηθούν πρακτικά για να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία, σε διάφορες υπηρεσίες του εναγομένου. Ότι η πρώτη ενάγουσα (πτυχιούχος ΤΕΙ λογιστικής) απασχολήθηκε στο τμήμα του Λογιστηρίου και στο τμήμα του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πληροφοριών, με επιμέρους καθήκοντα στην εκκαθάριση αποδοχών, στην έκδοση χρηματικών ενταλμάτων πληρωμής, στη λειτουργία της βιβλιοθήκης, στη διακίνηση αλληλογραφίας, στην αναπαραγωγή εγγράφων, στην τήρηση του γενικού πρωτοκόλλου και σε άλλες παρεμφερείς εργασίες οικονομικής και διοικητικής φύσεως.

Ότι η δεύτερη ενάγουσα (απόφοιτος ΔΕ νοσηλευτικής) απασχολήθηκε στη Γραμματεία και στο τμήμα Μητρώου - Μηχανογραφικών Εφαρμογών, με επιμέρους καθήκοντα στην εκτύπωση πρακτικών συνεδριάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου, στην αρχειοθέτηση εγγράφων, στην αποστολή προσκλήσεων, στη συλλογή πληροφοριών από τα ΜΜΕ, στην έκδοση βεβαιώσεων ταμειακής ενημερότητας και λοιπών πιστοποιητικών, στην ηλεκτρονική επεξεργασία και καταχώρηση δεδομένων και σε άλλες παρεμφερείς εργασίες διοικητικής φύσεως.

Ότι η τρίτη ενάγουσα (απόφοιτος ΔΕ γενικού λυκείου) απασχολήθηκε στο τμήμα Μητρώου του εναγομένου με επιμέρους καθήκοντα τη διενέργεια εγγραφών όλων των νομικών μορφών, την έκδοση πιστοποιητικών, τον έλεγχο και διεκπεραίωση δικαιολογητικών προς εξυπηρέτηση των συναλλασσομένων και σε άλλες παρεμφερείς εργασίες διοικητικής φύσεως.

Ότι η διάρκεια της απασχόλησης τους ορίστηκε σε επτά ώρες ημερησίως και για πέντε ημέρες την εβδομάδα, από Δευτέρα έως και Παρασκευή. Ότι η αμοιβή τους ("ημερήσια αποζημίωση", σύμφωνα το άρθρο 4 του συμφωνητικού) καθορίσθηκε για την πρώτη ενάγουσα στο ποσό των 30 ευρώ την ημέρα, για 22 ημέρες το μήνα και συνολικά σε 660 ευρώ μηνιαίως και για τις δεύτερη και τρίτη στο ποσό των 25 ευρώ την ημέρα, για 22 ημέρες το μήνα και συνολικά σε 550 ευρώ μηνιαίως.

Ότι από τα ως άνω ποσά παρακρατούνταν ποσοστό 6,45% για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και 1% για ασφάλιση επαγγελματικού κινδύνου. Ότι οι συμβάσεις αυτές, μετά τη λήξη τους και κατόπιν αιτήσεως των εναγουσών, ανανεώθηκαν για δώδεκα ακόμη μήνες με τους ίδιους όρους. Ότι με συνυπολογισμό της αναπλήρωσης των ημερών αδείας που έλαβε η καθεμιά, η δεύτερη σύμβαση είχε διάρκεια για την πρώτη από τις ενάγουσες από 10-8-2009 έως 13-8-2010, για τη δεύτερη από 18-9-2009 έως 11-10-2010 και για την τρίτη από 4-8-2009 έως 4-11-2010.

Ότι κατά τις εν λόγω, καταληκτικές ημερομηνίες το εναγόμενο θεώρησε ότι επήλθε η λήξη των συμβάσεων και έπαυσε, αντιστοίχως, να αποδέχεται την προσφορά της εργασίας των εναγουσών.

4. Μετά τις ως άνω παραδοχές, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι, παρά το γεγονός ότι οι συμβάσεις των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον επιγράφονταν ως "συμφωνητικά συνεργασίας για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας", στην πραγματικότητα επρόκειτο για παροχή εξαρτημένης εργασίας από τις ενάγουσας προς το εναγόμενο, καθόσον ο προέχων σκοπός της σχέσεως, που συνήφθη και λειτούργησε, ήταν η παροχή εργασίας, ενώ η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και η θεωρητική και πρακτική εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον του εναγομένου επήλθε μόνον ως παρεπόμενη συνέπεια, εν όψει ιδίως της συνολικής διάρκειας των συμβάσεων αυτών επί τριάντα μήνες, ήτοι για χρονικό διάστημα το οποίο δεν συνάδει με τη μαθητεία και την επαγγελματική κατάρτιση ως αποκλειστικούς συμβατικούς σκοπούς, ούτε μπορεί να δικαιολογηθεί από τη φύση του εργασιακού τους αντικειμένου, καθόσον οι ενάγουσες τοποθετήθηκαν σε διοικητικές θέσεις απλής διεκπεραίωσης, που δεν απαιτούν ιδιαίτερο χρόνο άσκησης για την κτήση της εργασιακής εμπειρίας.

Και ότι η κρίση αυτή ενισχύεται από το ότι, ιδίως ως προς τη δεύτερη από τις ενάγουσες, δεν υπήρχε συνάφεια ανάμεσα στη θέση, όπου υποτίθεται ότι ασκήθηκε και στο γνωστικό αντικείμενο που προέκυπτε από τις σπουδές της (ΔΕ νοσηλευτικής), με συνέπεια να αναιρείται εκ των πραγμάτων ο σκοπός του προγράμματος περί αποκτήσεως εμπειρίας στον τομέα ειδίκευσης.

Μετά την κρίση αυτή, όπως ήδη αναφέρθηκε, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση επρόκειτο για συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, απέρριψε την αγωγή ως προς άπαντα τα λοιπά αιτήματα (ήτοι, αναγνώριση συμβάσεων ΙΔΑΧ, πραγματική απασχόληση στο μέλλον κλπ) και την έκανε δεκτή μόνο στην έκταση που αναφέρθηκε παραπάνω (βλ.

σκέψη αρ.1, ήτοι, αναγνώριση δικαιώματος λήψεως διαφορών αποδοχών μεταξύ εκείνων που κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα λάμβαναν οι μόνιμοι υπάλληλοι του εναγομένου και αυτών που έλαβαν οι ενάγουσες, καθώς και επιδομάτων εορτών και αδείας), κατ’ εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων.

Για να καταλήξει στην κρίση αυτή, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων δέχθηκε με σαφήνεια ότι αν και οι ενάγουσες είχαν προσληφθεί, τυπικά, στο πλαίσιο ενός προγράμματος που προέβλεπε την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, ουσιαστικά προσλήφθηκαν για να προσφέρουν και, πράγματι, πρόσφεραν εξαρτημένη εργασία.

Επομένως, ως προς το ζήτημα αυτό δεν διαπιστώνεται ουδεμία αντίφαση στις ουσιαστικές του παραδοχές και ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ελέγχεται αβάσιμος.

5. Σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.4 ΚΠολΔ, "κατ’ εξαίρεση ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, λόγο αναίρεσης από εκείνους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 4, 14, 16, 17 και 19 του άρθρου 559". Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη νομική σκέψη που διατυπώνεται παραπάνω (βλ. αρ.2 της παρούσας), το δικαστήριο της ουσίας υπήγαγε εσφαλμένα στις διατάξεις που αναλύονται σ’ αυτήν και έπρεπε να εφαρμοσθούν, τις ουσιαστικές παραδοχές, στις οποίες ανελέγκτως κατέληξε και οι οποίες έχουν παρατεθεί στη σκέψη αρ.3 της παρούσας.

Ειδικότερα, η παραδοχή ότι οι ενάγουσες παρείχαν εξαρτημένη εργασία με συμβάσεις κατ’ επίφαση μαθητείας, αλλά στην πραγματικότητα εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν είναι αρκετή για να τις εξομοιώσει με τους λοιπούς υπαλλήλους ΙΔΑΧ του εναγομένου ούτε, πολύ περισσότερο, με το προσωπικό δημοσίου δικαίου της υπηρεσίας του.

Και τούτο διότι, ακόμη και αν οι μεν ενάγουσες αναζητούσαν μια θέση εργασίας χωρίς να τις ενδιαφέρει η απόκτηση επαγγελματικής εμπειρίας, το δε εναγόμενο επιδίωκε να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του χωρίς να το ενδιαφέρει η παροχή επαγγελματικής κατάρτισης (περιστατικά τα οποία, αν και συνιστούν έμμεσες και ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του μονομελούς πρωτοδικείου, έρχονται σε αντίθεση προς το νομοθετικό και διοικητικό πλαίσιο εντός του οποίου κινήθηκαν οι ενδιαφερόμενοι, βλ.

παραπάνω, στην αρχή της σκέψης αρ.3), στην πραγματικότητα οι διάδικοι κατάρτισαν μεταξύ τους συμβάσεις για απασχόληση προσωπικού στον ευρύτερο δημόσιο τομέα παραλείποντας τη διενέργεια διαγωνισμού ή επιλογής υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, με μοναδική προϋπόθεση την προηγούμενη ανεργία των απασχολούμενων και με την υποχρέωση να εργάζονται λιγότερες ώρες σε ημερήσια (7) και εβδομαδιαία (πενθήμερο) βάση, από όσες το λοιπό προσωπικό.

Οι περιστάσεις αυτές εντάσσουν τις ενάγουσες σε αυτοτελή κατηγορία εργαζομένων και δικαιολογούν τη διαφορετική μισθολογική μεταχείρισή τους σε σύγκριση με το λοιπό προσωπικό του εναγομένου. Αυτή η διαφορά στη μεταχείριση είναι περισσότερο εύλογη στην περίπτωση των εναγουσών, που (τυπικά, έστω) προσλήφθηκαν με σχέση μαθητείας, ενώ σύμφωνα με ρητή επιταγή του νόμου (άρθρο 1 παρ.4 του ν. 3320/2005 και ΟλΑΠ 16/2017), ακόμη και αν είχαν προσληφθεί με συμβάσεις ορισμένου χρόνου για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών, μόνο μετά την κατάταξή τους σε θέσεις ΙΔΑΧ, ύστερα από τη διαδικασία των άρθρων 11 παρ.6 του π.δ. 164/2004 και 1 του ν. 3320/2005, θα δικαιούνταν τις νόμιμες αποδοχές της θέσης τους.

Το δικαστήριο της ουσίας, που επιδίκασε αναγνωριστικά τις αιτούμενες διαφορές αποδοχών σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, η εφαρμογή της οποίας προϋποθέτει πρόσωπα υπαγόμενα στην ίδια κατηγορία, παραβίασε τις ως άνω εφαρμοστέες διατάξεις με εσφαλμένη υπαγωγή. Επομένως, ο αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενος λόγος από το άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο κατά το μέρος που επιδίκασε τις μη δικαιούμενες διαφορές αποδοχών και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3), προκειμένου να εκκαθαρισθούν οι αξιώσεις των εναγουσών για καταβολή δώρου εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και επιδόματος αδείας, του χρονικού διαστήματος της απασχόλησής τους στην υπηρεσία του εναγομένου, τα οποία οφείλονται εκ του νόμου σε όλες τις περιπτώσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας. Η δικαστική δαπάνη της αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων, αφ’ ενός διότι η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν υπήρξε δυσχερής και αφ’ ετέρου διότι η αναίρεση επήλθε για λόγο που ερευνήθηκε αυτεπαγγέλτως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 212/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, μόνο κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Και

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24η Οκτωβρίου 2017.

Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 7η Νοεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ