1805/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Γεώργιο Παπαηλιάδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1805/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η "πράξη" κατά το άρθρο 57, νοείται υπό την έννοια της υλικής ή φυσικής πράξεως του καθημερινού βίου, με οποιονδήποτε νομικό χαρακτηρισμό και αν κρίθηκε κατ’ ουσία, έστω και αν αυτός επιτρεπτά μεταβλήθηκε. Και τούτο διότι και υπό διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό πρόκειται περί της αυτής πράξεως, αφού απαιτείται το αυτό γεγονός και όχι το αυτό έγκλημα.
Full text
Απόφαση 1805 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 1805/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Γεώργιο Παπαηλιάδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Ά. Σ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Μήλιο, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 1083/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Σεπτεμβρίου 2015 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1081/2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 57 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. "αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ’ αυτή διάφορος χαρακτηρισμός" και παρ. 3 "αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που ιδρύει τον, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως, πρέπει να συντρέχουν: α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για την βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μία αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου, ήτοι του κατηγορουμένου, του δικασθέντος από την απόφαση που στηρίζει το δεδικασμένο και γ) ταυτότητα πράξεως ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνον την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτήν.
Η "πράξη" κατά το άρθρο 57, νοείται υπό την έννοια της υλικής ή φυσικής πράξεως του καθημερινού βίου, με οποιονδήποτε νομικό χαρακτηρισμό και αν κρίθηκε κατ’ ουσία, έστω και αν αυτός επιτρεπτά μεταβλήθηκε. Και τούτο διότι και υπό διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό πρόκειται περί της αυτής πράξεως, αφού απαιτείται το αυτό γεγονός και όχι το αυτό έγκλημα.
Για την ταυτότητα πράξεως απαιτείται ταυτότητα τόπου και χρόνου, ενώ ο χρόνος δεν επηρεάζει την ταυτότητα της πράξεως, μόνον όταν είναι αποδεδειγμένο ότι αυτή άπαξ τελέσθηκε. Στο κατ’ εξακολούθηση έγκλημα όπου κάθε μερικότερη πράξη διατηρεί την αυτοτέλειά της, για την συνδρομή του στοιχείου της ταυτότητας των πράξεων απαιτείται σύμπτωση της χρονικής διάρκειας στην τέλεση αυτών.
Κατά συνέπεια δεν παραβιάζεται το δεδικασμένο όταν το δικαστήριο εκτιμά ελευθέρως και περιστατικά αμετακλήτως κριθέντα με προηγουμένη απόφαση, εφόσον αυτά δεν ταυτίζονται, κατ’ αντικείμενο, προς την κρινομένη πράξη που είναι αυτοτελής. Τέλος, ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός περί υπάρξεως δεδικασμένου που προβλέπεται από το άρθρο 57 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., που προβλήθηκε παραδεκτώς ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, παραδεκτώς προβάλλεται και ενώπιον του Αρείου Πάγου με λόγο αναιρέσεως (Α.Π. 656/2015).
Εξάλλου, από την αντιπαραβολή των διατάξεων των άρθρων 19 του Νόμου 2523/1997 (εικονικά τιμολόγια) και 25 του Νόμου 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 23 παρ. 1 του Νόμου 2523/1997 και 34 παρ. 1 και 2 του Νόμου 3220/2004 (χρέη προς το Δημόσιο) προκύπτει ότι τόσο κατά την αντικειμενική όσο και κατά την υποκειμενική τους υπόσταση τα θεσπιζόμενα με αυτές εγκλήματα αποσκοπούν στον κολασμό διαφορετικών εγκληματικών συμπεριφορών, η δε ποινική τους μεταχείριση διαφοροποιείται και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους ή της αξίας των εικονικών στοιχείων για το αξιόποινό τους και ως προς το χρονικό σημείο της ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου.
Συνεπώς τα δύο αυτά εγκλήματα δεν ταυτίζονται και συρρέουν αληθώς (Α.Π. 558/2014, Α.Π. 563/2006). Στην προκειμένη περίπτωση η κατηγορουμένη-αναιρεσείουσα με την υπ’ αριθμ. 46016/2007 αμετάκλητη απόφαση του Ζ’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε αθώα του ότι στην Αθήνα και κατά το χρονικό διάστημα από 15 Νοεμβρίου 1999 έως 27 Νοεμβρίου 2000, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούσαν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, αποδέχθηκε εικονικά φορολογικά στοιχεία συνολικής αξίας 122.780.846 δραχμών, δηλαδή άνω των 80.000.000 δραχμών.
Η εξακολουθητική αυτή πράξη δεν ταυτίζεται με την αξιόποινη πράξη για την οποίαν κρίθηκε ένοχη και καταδικάσθηκε στην ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών με την προσβαλλομένη υπ’ αριθμ. 1083/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Δηλαδή δεν ταυτίζεται για την πράξη της μη καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο και συγκεκριμένα δύο προστίμων ύψους 160.390 ευρώ και 973.761 ευρώ, με τις αντίστοιχες προσαυξήσεις τους ποσού 27.105,91 ευρώ και 164.565,61 ευρώ, που της επιβλήθηκαν αντιστοίχως τα έτη 1999 και 2000 με τις υπ’ αριθμ. .../2002 αποφάσεις του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.
Φ.Α.Ε.Ε. Αθηνών, λόγω της αποδοχής των εικονικών τιμολογίων, τα δε χρέη (πρόστιμα και προσαυξήσεις τους) βεβαιώθηκαν σε βάρος της στις 26 Μαΐου 2009 και τα οποία δεν καταβλήθηκαν εντός του προβλεπομένου τετραμήνου. Τα τελευταία αυτά ποσά αποτελούν νέα οφειλή της αναιρεσείουσας στο Δημόσιο, η οποία βεβαιώθηκε και κατέστη ληξιπρόθεσμη, σύμφωνα με την προσβαλλομένη απόφαση, την 1 Δεκεμβρίου 2009.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, δεν δημιουργήθηκε δεδικασμένο από την πρώτη απόφαση, με την οποίαν η αναιρεσείουσα κρίθηκε αθώα για την αξιόποινη πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ’ εξακολούθηση, με την προσβαλλομένη απόφαση, με την οποίαν η ίδια κρίθηκε ένοχη για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και συνεπώς ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.ΣΤ του Κ.Π.Δ.
πρώτος λόγος της αιτήσεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Νόμου 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του Νόμου 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένες στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων η, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από την λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται, ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους, και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως, κατά τις διακρίσεις των επομένων εδαφίων της ιδίας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλομένου χρέους και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής.
Με τη διάταξη αυτή προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης από τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, ήτοι αυτή της μη καταβολής του χρέους που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί σε δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν έπρεπε να καταβληθεί το χρέος.
Έτσι για την καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές απαιτούνται διαφορετικά στοιχεία για την συγκρότηση της αντίστοιχης αξιόποινης πράξεως. Κατά την παρ. 7 του ιδίου ως άνω άρθρου 25 του Νόμου 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του Νόμου 2523/1997, ορίζεται ότι "ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος συμπληρώνεται μετά την παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής.
Η υποβολή αιτήσεως ποινικής διώξεως αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση". Τέλος, με το άρθρο 34 παρ. 1 του Νόμου 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από τις 1-1-2004, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του Νόμου 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό, μεταξύ των άλλων και ότι "η καθυστέρηση της καταβολής των βεβαιωμένων στις Δ.Ο.Υ.
χρεών προς το Δημόσιο..., για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών... διώκεται κ.λ.π.". (Ολ. Α.Π. 2/2011, Α.Π. 320/2013, Α.Π. 23/2012). Κατά δε τα άρθρα 111, 112 και 113 του Π.Κ., το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη.
Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κυρία διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Ο δε χρόνος της τελέσεως του ως άνω αδικήματος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής του, εφάπαξ ή σε δόσεις (Ολ.
Α.Π. 2/2011, Α.Π. 206/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης υπ’ αριθμ. 1083/2015 αποφάσεώς του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που στήριξε στα αναφερόμενα κατ’ είδος αποδεικτικά μέσα, ότι ο χρόνος τελέσεως της αξιόποινης πράξεως της κατηγορουμένης-αναιρεσείουσας είναι η 1-12-2009, καθόσον η προθεσμία καταβολής των βεβαιωθέντων σε βάρος της χρεών του επισυναπτόμενου στην αίτηση ποινικής διώξεως πίνακα χρεών ήταν η 31-7-2009 και συνεπώς το αδίκημα τελέσθηκε μετά την πάροδο τετραμήνου από την ανωτέρω ημερομηνία, το δε κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε σ’ αυτήν εντός της πενταετίας (βλ.
το από 9-3-2012 αποδεικτικό επιδόσεως της Επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών Ε. Λ.), και σε κάθε περίπτωση δεν έχει παρέλθει οκταετία από την τέλεση της πράξεως κατά την εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Επίσης, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας στοιχειοθετεί λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, αφού αυτός ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κυρία αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).
Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Ολ.
Α.Π. 1/2005, Α.Π. 1315/2016, Α.Π. 972/2014, Α.Π. 787/2014, Α.Π. 389/2014). Η κατά τα ανωτέρω απαιτουμένη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει, όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ.
και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, την μείωση της ποινής ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως λόγω παραγραφής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά, κατά τρόπο ορισμένο και πλήρη ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός, δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας (Α.Π. 1339/2016).
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως (Ολ.
Α.Π. 3/2008, Α.Π. 1315/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της υπ’ αριθμ. 1083/2015 προσβαλλομένης αποφάσεώς του, μετά την παράθεση των προαναφερομένων νομικών σκέψεων και μετά από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που αναφέρονται ως προς το είδος τους σ’ αυτήν, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, ως προς τα πράγματα, κρίση του, ότι: "Επειδή από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι:
Η κατηγορουμένη-αναιρεσείουσα τυγχάνει διευθύνουσα σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "... Α.Ε.". Σε βάρος της εν λόγω εταιρείας είχαν βεβαιωθεί διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στη Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε.Ε. Αθηνών, όπως αναλυτικά αναφέρονται στο συνημμένο στην παρούσα πίνακα χρεών, τα οποία ηθελημένα δεν κατέβαλε η κατηγορουμένη και ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 1.325.822,52 ευρώ.
Όπως προκύπτει από το με αριθμ. πρωτ. .../5-2-15 έγγραφο της άνω Δ.Ο.Υ. η κατηγορουμένη δεν έχει προβεί σε καμία καταβολή, ούτε το χρέος της έχει υπαχθεί σε ρύθμιση, ενώ και η ίδια δια των συνηγόρων της που ανέπτυξαν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της δεν ισχυρίσθηκε ότι εξόφλησε την οφειλή της. Σε κάθε δε περίπτωση η αμφισβήτηση του χρέους της, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν τέθηκε υπό δικαστική κρίση με την άσκηση ανακοπής κατά το άρθρο 73 του Κ.Ε.Δ.Ε., αλλά μόνο με την άσκηση ανακοπής κατά των πράξεων επιβολής προστίμου σε βάρος της λόγω της αποδοχής των εικονικών τιμολογίων, δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή, δεν οδηγεί σε άρση του αδίκου ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στο απαράδεκτο της ασκηθείσας ποινικής διώξεως (Α.Π. 405/2013, Α.Π. 253/2013).
Συνεπώς η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της πράξεως για την οποία κατηγορείται, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α του Π.Κ.". Μετά ταύτα το δικαστήριο της ουσίας και υπό τις παραδοχές αυτές και αφού απέρριψε τον, περί παραγραφής των αξιώσεων του Δημοσίου, αυτοτελή ισχυρισμό της κατηγορουμένης-αναιρεσείουσας, ως αβάσιμο στην ουσία του και στην συνέχεια κήρυξε ένοχη την τελευταία, κατά πιστή μεταφορά του ότι: "Στην Αθήνα στις 1 Δεκεμβρίου 2009 ούσα οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη της κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Νόμου 3220/2004, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης, για την καταβολή, οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ.
Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα, της οποίας τυγχάνει Διευθύνουσα Σύμβουλος, διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στη Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε.Ε. Αθηνών, όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ. (αριθμός βιβλίου ...2010) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 29 Σεπτεμβρίου 2010 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ., ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό 1.325.822,52 ευρώ, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτής προς το Δημόσιο, όπως αυτά αναλυτικά εκτίθενται στον κάτωθι πίνακα χρεών".
Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποίαν καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 26 παρ. 1 εδ.
α, 27 παρ. 1, 51, 53, 57, 79 και 84 παρ. 2 περ. α του Π.Κ., 25 παρ. 1 εδ. γ, 2, 3, 6, 7 του Νόμου 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 23 παρ. 1 του Νόμου 2523/1997, 19 παρ. 2 του Νόμου 2948/2001 και 34 παρ. 1 και 2 του Νόμου 3220/2004, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση της νόμιμης βάσεως.
Αναφέρονται δε στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και η όλη αποδεικτική διαδικασία), από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά, όπως ανακριβώς επικαλείται η αναιρεσείουσα.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επιμέρους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω διωκόμενου φορολογικού εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο.
Επίσης, στην προσβαλλομένη απόφαση προσδιορίζονται: α) η φορολογική αρχή που προέβη στην βεβαίωση των χρεών, β) το ύψος και το είδος του χρέους, γ) ο χρόνος κατά τον οποίο κατέστη ληξιπρόθεσμο αυτό δ) ο τρόπος πληρωμής που με σαφήνεια προκύπτει ότι το χρέος ήταν καταβλητέο εφάπαξ και δ) η ιδιότητα της αναιρεσείουσας ως Διευθύνουσας Συμβούλου της, στην Αθήνα, εδρεύουσας ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "...
Α.Ε.". Περαιτέρω, εκ περισσού αιτιολογείται ο δόλος της κατηγορουμένης-αναιρεσείουσας, αφού αναφέρεται στο διατακτικό, που αλληλοσυμπληρώνεται με το σκεπτικό, ότι καίτοι είχε υποχρέωση (δηλώσεως και αποδόσεως του χρέους προς το Δημόσιο), από πρόθεση, δεν υπέβαλε την σχετική δήλωση και ως εκ τούτου δεν απέδωσε το χρέος που όφειλε να αποδώσει.
Οι λοιπές αιτιάσεις ως αναγόμενες σε τοιαύτες για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτες, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου πλήττουν την, αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατ’ ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η κρινομένη αίτηση (ορθώς δήλωση) αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την επιδοθείσα την 25 Σεπτεμβρίου 2015 στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, υπ’ αριθμ. πρωτ: .../25 Σεπτεμβρίου 2015 από 23 Σεπτεμβρίου 2015 αίτηση (ορθώς δήλωση) της Ά. Σ. του Ν. και της Χ., κατοίκου ... (...), για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1083/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ