1805/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1805/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται στην εταιρία η καταβολή της αξίας της εταιρικής μερίδας, στον εξερχόμενο εταίρο, χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων των άρθρων 41 και 42, συμφώνως με την διάταξη του άρθρου 43§3 του ν. 3190/1955, αν η γενική συνέλευση της εταιρίας αποφασίσει συγχρόνως μείωση του εταιρικού κεφαλαίου και αύξηση αυτού κατά ποσό τουλάχιστον ίσο με την αξία της εταιρικής μερίδας του εξερχόμενου εταίρου.
Full text
Απόφαση 1805 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1805/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΚΑΣΤΑΝΙΑΣ Ε.Π.Ε", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Κόρακα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Της αναιρεσίβλητης: της υπό εκκαθάριση τελούσης Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΜΑΡΜΑΡΑ ΚΑΣΤΑΝΙΑΣ ΒΕΡΟΙΑΣ ΑΕΒΕ" και τον διακριτικό τίτλο "ΜΑΡΚΒΕ ΑΕΒΕ", που εδρεύει στους ..., νόμιμα εκπροσωπούμενης από τους εκκαθαριστές της Γ. Κ. και Α. Κ., ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Αποστολόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Σεπτεμβρίου 2001 αγωγή τής ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/ΤΠ/2003 του ιδίου Δικαστηρίου, η οποία κήρυξε εαυτό κατά τόπο αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, 3170/2009 οριστική τοι Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 451/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15 Σεπτεμβρίου 2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 5 Νοεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να απορριφθεί δε ο τρίτος λόγος αυτής.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως ως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 33 παρ.2 του ν. 3190/1955 "περί εταιρειών περιορισμένης ευθύνης", "Πάς εταίρος δύναται να εξέλθει της εταιρείας ένεκα σπουδαίου λόγου, κατόπιν αποφάσεως του Προέδρου των Πρωτοδικών. Δια της αυτής αποφάσεως προσδιορίζεται και η αξία της μερίδος συμμετοχής του εξερχομένου εταίρου, κατ' ανάλογον εφαρμογήν του άρθρου 29 παρ. 1 και 4".
Κατά δε το άρθρο 41 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου "1. Η μείωση του Εταιρικού Κεφαλαίου δύναται να γίνει μόνον δια τροποποιήσεως της εταιρικής συμβάσεως, κατόπιν αποφάσεως της συνελεύσεως των εταίρων, λαμβανομένης τουλάχιστον δια της εν άρθρω 38 παρ. 1 πλειοψηφίας ... 2. Ως μείωσις του εταιρικού κεφαλαίου λογίζεται η κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου καταβολή εις εξερχόμενον ή αποκλειόμενον εταίρον της αξίας της μερίδος συμμετοχής αυτού".
Και κατά το άρθρο 43 παρ. 1, 2 και 3 "1. Κατά πάσαν περίπτωσιν, καθ' ην, κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, είς ή τινές των εταίρων εξέρχονται της εταιρείας, η προς αυτούς καταβολή της αξίας της μερίδος συμμετεχόντων δεν δύναται να γίνει προ της λόγω μειώσεως του εταιρικού κεφαλαίου τροποποιήσεως της εταιρικής συμβάσεως, κατά τα διατάξεις των άρθρων 41 και 42. 2.
Εάν δεν ληφθή απόφασις υπό της συνελεύσεως περί μειώσεως του εταιρικού κεφαλαίου, εντός δέκα πέντε ημερών από της κοινοποιήσεως προς την εταιρείαν της προσδιοριζούσης την αξίαν της μερίδος συμμετοχής του εξερχομένου εταίρου αποφάσεως του Προέδρου των Πρωτοδικών ή εάν δεν ακολουθήση εντός ευλόγου χρόνου η εν άρθρω 42 αναγραφόμενη διαδικασία, ο εξερχόμενος εταίρος δύναται να ζητήσει παρά του Δικαστηρίου την λύσιν της εταιρίας. 3.
Αι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων δεν εφαρμόζονται, εν περιπτώσει συγχρόνου αυξήσεως του εταιρικού κεφαλαίου, κατά ίσον τουλάχιστον ποσόν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι η καταβολή στον εξερχόμενο από την εταιρία περιορισμένης ευθύνης εταίρο της αξίας της μερίδας συμμετοχής του, την οποία προσδιορίζει η απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών, και μετά την ισχύ του ΚΠολΔ κατά το άρθρο 3§2 του εισαγωγικού αυτού νόμου, το Μονομελές Πρωτοδικείο, η οποία του επιτρέπει την έξοδο για σπουδαίο λόγο, λογίζεται ως μείωση του εταιρικού κεφαλαίου, το μέγεθος του οποίου επακριβώς καθορίζεται στο καταστατικό της και αποτελεί εγγύηση για τους εταιρικούς δανειστές.
Για το λόγο αυτό και η αξίωση του εξερχόμενου εταίρου για την καταβολή από την εταιρία περιορισμένης ευθύνης της αξίας της μερίδας συμμετοχής του σ' αυτήν, την οποία καθορίζει η πιο πάνω απόφαση, δεν είναι κατ' αρχήν δικαστικώς επιδιώξιμη αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις των άρθρων 41 και 42 του ν. 3190/1955, οι οποίες αποσκοπούν στην προστασία των συμφερόντων των εταιρικών δανειστών, καθορίζουν δε τη διαδικασία μειώσεως του εταιρικού κεφαλαίου, αντίστοιχης προς την αξία της εταιρικής μερίδας που θα αποδοθεί και την τροποποίηση της εταιρικής συμβάσεως.
Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται στην εταιρία η καταβολή της αξίας της εταιρικής μερίδας, στον εξερχόμενο εταίρο, χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων των άρθρων 41 και 42, συμφώνως με την διάταξη του άρθρου 43§3 του ν. 3190/1955, αν η γενική συνέλευση της εταιρίας αποφασίσει συγχρόνως μείωση του εταιρικού κεφαλαίου και αύξηση αυτού κατά ποσό τουλάχιστον ίσο με την αξία της εταιρικής μερίδας του εξερχόμενου εταίρου.
Η προϋπόθεση αυτή είναι εύλογη, γιατί έτσι μόνον αποσαφηνίζεται ποιο θα είναι το εταιρικό κεφάλαιο της εταιρίας μετά την έξοδο του εταίρου με την οποία αμέσως συνδέονται και εξασφαλίζονται τα συμφέροντα των δανειστών της εταιρίας, αφού αυτό σε καμιά περίπτωση δεν πρόκειται να είναι μικρότερο από εκείνο που υπήρχε πριν από την έξοδο του εταίρου.
Μόνο δε αν δεν συντρέχει καμιά από τις ανωτέρω προϋποθέσεις, η καταβολή της μερίδας συμμετοχής του εξερχομένου της εταιρίας εταίρου, όπως αυτή προσδιορίστηκε με την δικαστική απόφαση, δεν καθίσταται επιδιώξιμη και ο εξερχόμενος εταίρος μπορεί να ζητήσει την λύση της εταιρίας, προκειμένου κατά την εκκαθάριση αυτής, να ικανοποιήσει την παραπάνω αξίωσή του.
Αντίθετα, εφόσον τηρήθηκε η διαδικασία που διαγράφεται στο άρθρο 43 παρ. 2 του ν. 3190/1955, συνισταμένη στις διατυπώσεις των άρθρων 41 και 42 του ίδιου νόμου, ή στην περίπτωση που αυτές δεν έχουν τηρηθεί, πλην όμως, η γενική συνέλευση της εταιρίας έχει αποφασίσει τη σύγχρονη μείωση του εταιρικού κεφαλαίου της και την αύξηση αυτού κατά ποσόν ίσο τουλάχιστον με την αξία της εταιρικής μερίδας συμμετοχής του εταίρου της που εξέρχεται απ' αυτήν για σπουδαίο λόγο (άρθρο 43 παρ. 3 του ν. 3190/1955), ο τελευταίος δεν έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την λύση της εταιρίας, αφού η αξίωσή του από την παραπάνω αιτία καθίσταται δικαστικά επιδιώξιμη (ΑΠ 1513.1991,ΑΠ 811/1986).
Στην περίπτωση δε που ο εξερχόμενος της εταιρίας εταίρος έχει ασκήσει σχετική αγωγή με την οποία ζητεί την λύση της εταιρίας, λόγω μη τηρήσεως της διαδικασίας που διαγράφεται από το άρθρο 43 παρ. 2 του ν. 3190/1955, αν κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο της αγωγής αυτής, η αξίωση του ανωτέρω διαδίκου προς ανάληψη της αξίας της μερίδας του, έχει ήδη ικανοποιηθεί (όπως λ.χ.
με καταβολή ή δημόσια κατάθεση, διότι συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις των άρθρων 349, 416, 427, 431, 434 Α.Κ.), ή μπορεί να ικανοποιηθεί, κατά άμεσο τρόπο, διότι τηρήθηκε η προαναφερόμενη διαδικασία ή συνέτρεξαν οι πιο πάνω προϋποθέσεις του άρθρου 43 παρ. 3 του ν. 3190/1955, κατά το ενδιάμεσο, μεταξύ της ασκήσεως της ανωτέρω αγωγής και της πρώτης συζητήσεως αυτής, διάστημα, και έτσι κατέστη δικαστικώς επιδιώξιμη η σχετική αξίωσή του, ο παραπάνω ενάγων δεν έχει πλέον έννομο συμφέρον να επιδιώξει τη λύση της εταιρίας, προκειμένου να επιτύχει, κατά τρόπο έμμεσο, την ικανοποίηση της ήδη ικανοποιηθείσης ή δυναμένης να ικανοποιηθεί κατά άμεσο τρόπο αξιώσής του, η ανωτέρω δε, περί λύσεως της εταιρίας αγωγή, παρίσταται υπό τις προεκτεθείσες περιστάσεις απορριπτέα, ελλείψει ενόμου συμφέροντος.
Δεδομένου δε ότι κρίσιμος χρόνος για την ύπαρξη του εννόμου συμφέροντος (κατ' άρθρον 68 ΚΠολΔ) είναι ο χρόνος της συζητήσεως της αγωγής μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση, αν κατά τη διάρκεια της δίκης και πριν από τον άνω κρίσιμο χρόνο εκλείψει το έννομο συμφέρον, η σχετική αγωγή ή αίτηση παροχής εννόμου προστασίας απορρίπτεται.
Η εσφαλμένη δε κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές, μετά την κατ' ουσίαν έρευνα της υποθέσεως, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1881/2006, ΑΠ 1084/1990). Τέλος, κατά το άρθρο 72 του Α.Κ. "μόλις το νομικό πρόσωπο διαλυθεί, βρίσκεται αυτοδικαίως σε εκκαθάριση.
Ωσότου περατωθεί η εκκαθάριση και για τις ανάγκες της θεωρείται ότι υπάρχει". Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής, προς εκείνες των άρθρων 1, 47, 47α, 48, 48α και 49 του Ν 2190/1920, η ανώνυμη εταιρία (που αποτελεί νομικό πρόσωπο) λύεται, εφόσον συντρέξουν οι λόγοι που αναφέρονται στις τελευταίες αυτές διατάξεις. Από τότε βρίσκεται στο στάδιο της εκκαθάρισης, μέχρι δε να τελειώσει το στάδιο αυτό, θεωρείται ότι υπάρχει το νομικό της πρόσωπο, που διοικείται και εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές του, οι οποίοι προβαίνουν στο σύνολο των εργασιών για την είσπραξη και τη χρησιμοποίηση του ενεργητικού της εταιρίας και την απόσβεση του παθητικού αυτής, οι οποίες συνιστούν τις ανάγκες της εκκαθάρισης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Δυνάμει του με αριθμό .../16-2-1999 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Καντζαβέλου, που καταχωρήθηκε στο μητρώο Ε.Π.Ε. του Πρωτοδικείου Αθηνών την 24-2-1999 με αριθμό 2170-818, συστήθηκε εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Λατομεία Καστανιάς Ε.Π.Ε.", με έδρα την ..., κεφάλαιο 10.000.000 δραχμές και σκοπό, μεταξύ άλλων, την εκμετάλλευση λατομείων μαρμάρων.
Περίληψη του καταστατικού δημοσιεύτηκε στο με αριθμό 1061/24-2-1999 ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ. Στην εταιρία συμμετείχαν ως εταίροι οι παρακάτω: 1) η εταιρία με την επωνυμία "ΜΑΡΜΑΡΑ Ψ. ΑΕ", με 48 εταιρικά μερίδια, 2) οι Σ. Ψ., Ε. Ψ. και Β. Ψ., με ένα εταιρικό μερίδιο καθένας, 3) ο Α. Κ. Σ., με 22 εταιρικά μερίδια και 4) ο Δ. Μ., με 27 εταιρικά μερίδια.
Στη συνέχεια, με το υπ' αριθ. .../29-7-1999 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ταρσίας Μιχαλοπούλου, το οποίο καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών την 8-9-2000, με αριθμό 12546-6619 και περίληψή του δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), τροποποιήθηκε το ανωτέρω καταστατικό της εταιρίας, αυξήθηκε το κεφάλαιό της κατά 30.000.000 δραχμές και εισήλθε στην εταιρία η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη).
Μετά δε την ανωτέρω τροποποίηση και την είσοδο της ενάγουσας στην εταιρία το κεφάλαιό της διαμορφώθηκε σε 40.000.000 δραχμές, το οποίο διαιρείται σε 400 εταιρικά μερίδια και κατανέμεται ως εξής: 1) η ανώνυμη εταιρία "Μάρμαρα Ψ. Α.Ε.", έλαβε 192 εταιρικά μερίδια, 2) οι Σ., Ε. και Β. Ψ., έλαβαν 4 εταιρικά μερίδια ο καθένας, 3) ο Α.
Κ. Σ., έλαβε 88 εταιρικά μερίδια, 4) ο Δ. Μ., έλαβε 47 εταιρικά μερίδια και 5) η ενάγουσα, η οποία εισέφερε σε είδος ως μερίδα συμμετοχής της, μόνο κατά χρήση το μισθωτικό δικαίωμα εκμετάλλευσης των δύο λατομείων τα οποία είχε μισθώσει από την κοινότητα Καστανιάς, που υπολογίστηκε, από την προβλεπόμενη στο νόμο επιτροπή, σε 6.039.306 δραχμές, καθώς και 60.694 δραχμές, έλαβε 61 εταιρικά μερίδια.
Στη συνέχεια η ενάγουσα άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας, αίτηση, με την οποία ζητούσε να διαταχθεί, λόγω συνδρομής επείγουσας περίπτωσης α) η έξοδός της από την εναγομένη εταιρία (αναιρεσείουσα) και β) ο προσδιορισμός της αξίας της εταιρικής της μερίδας. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 480/2001 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, έκρινε ότι συντρέχει σπουδαίος λόγος εξόδου της ενάγουσας από την εναγομένη εταιρία, ο οποίος συνίσταται στη διατάραξη των σχέσεων της ενάγουσας, τόσο με το διαχειριστή, όσο και με τους εταίρους της εταιρίας και διέταξε την έξοδο της ενάγουσας από την εναγομένη ΕΠΕ, προσδιορίζοντας την αξία συμμετοχής της στην εταιρία, στο ποσό των 6.100.000 δραχμών.
Την παραπάνω απόφαση επέδωσε η ενάγουσα στην εναγομένη στις 9-5-2001, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 2652/9-5-2001 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Βέροιας ... . Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε έφεση ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3172/2001 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση και κατέστη έτσι τελεσίδικη η πρωτόδικη απόφαση.
Αντίγραφο της ως άνω απόφασης επέδωσε η ενάγουσα στην εναγομένη στις 31-1-2002, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 335Γ/31-1-2002 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βέροιας ... . Παράλληλα η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βέροιας αίτηση ασφαλιστικών μέτρων αιτούμενη την αποβολή της εναγομένης από τα δύο λατομεία, την χρήση των οποίων είχε εισφέρει ως μερίδα συμμετοχή της στην εναγομένη εταιρία.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 40/2002 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βέροιας, η οποία έκανε δεκτή την αίτηση της ενάγουσας και διέταξε την αποβολή της εναγομένης από τους παραπάνω λατομικούς χώρους. Μετά από έφεση της εναγομένης κατά της απόφασης αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 169/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, η οποία δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση του Ειρηνοδικείου, αναγνώρισε ότι η εναγομένη εταιρία, ουδέποτε απώλεσε τα μισθωτικά της δικαιώματα επί των λατομείων και διέταξε την επανεγκατάστασή της στους λατομικούς χώρους.
Ακολούθως η ενάγουσα, άσκησε την από 8-1-2003 αγωγή της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη δεν έχει πλέον κανένα μισθωτικό δικαίωμα επί των λατομείων που αυτή (ενάγουσα) είχε εισφέρει στην εναγομένη και ειδικότερα δικαίωμα κατοχής και εκμετάλλευσης αυτών, αλλά ότι το δικαίωμα αυτό ανήκει στην ίδια (ενάγουσα).
Επί της άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 158/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, επί της εφέσεως δε κατ' αυτής της ενάγουσας, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1349/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονικής, η οποία απέρριψε την έφεση, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Η αναίρεση που άσκησε η ενάγουσα κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως, απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 667/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου. Συγκεκριμένα, η άνω αγωγή της ενάγουσας, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, διότι, όπως αναφέρεται στην τελευταία αυτή απόφαση, "η αναιρεσείουσα (ενάγουσα) δεν ισχυρίζεται με την αγωγή της, ότι έχει ληφθεί απόφαση από τη συνέλευση των εταίρων της αναιρεσίβλητης (εναγομένης) εταιρίας για μείωση του εταιρικού κεφαλαίου της, κατά το ποσό της αξίας της μερίδας συμμετοχής της, που προσδιορίστηκε από το δικαστήριο, μέσα σε δέκα πέντε ημέρες από την κοινοποίηση στην αναιρεσίβλητη των παραπάνω δικαστικών αποφάσεων, που διέταξαν την έξοδο της αναιρεσείουσας από την εταιρεία και ότι ακολούθησε μέσα σε εύλογο χρόνο η νόμιμη διαδικασία μείωσης του εταιρικού κεφαλαίου και η αναιρεσείουσα δικαιούται να ζητήσει μόνο τη λύση της εταιρίας, ενώ η εισφορά της παραμένει στην περιουσία της αναιρεσίβλητης, δηλαδή αυτή εξακολουθεί να είναι κάτοχος των λατομείων και δικαιούχος κατά χρήση του μισθωτικού δικαιώματος εκμετάλλευσης αυτών".
Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι ο διαχειριστής της εναγομένης συγκάλεσε Γενική Συνέλευση των εταίρων, η οποία συνήλθε την 31-11-2008, ήτοι 19 ημέρες πριν την πρώτη συζήτηση της ένδικης αγωγής και έξι έτη και εννέα μήνες μετά την επίδοση της τελεσίδικης απόφασης που διέταξε την έξοδο της ενάγουσας από την εταιρία, με θέμα την υλοποίηση της εξόδου της ενάγουσας από την εταιρία και την εκ μέρους των λοιπών εταίρων καταβολή της αξίας της μερίδας της αποχωρούσας, όπως αυτή είχε προσδιοριστεί με την υπ' αριθ. 480/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας.
Η Γενική Συνέλευση αποφάσισε την καταβολή της αξίας της μερίδας της ενάγουσας από την εκ των εταίρων εταιρία "ΜΑΡΜΑΡΑ Ψ. Α.Ε.". Σε εκτέλεση της απόφασης αυτής, κοινοποιήθηκε στους εκκαθαριστές της ενάγουσας, αφού αυτή τελούσε ήδη υπό εκκαθάριση, η από 5-11-2008 εξώδικη δήλωση, με την οποία τους καλούσε σε συγκεκριμένες ημέρες και ώρες να εισπράξουν την καθορισθείσα αξία της μερίδας της ενάγουσας.
Οι εκκαθαριστές της ενάγουσας δεν ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση και η εναγομένη προέβη σε νόμιμη παρακατάθεση του ποσού υπέρ της ενάγουσας, εκδοθέντος προς τούτο του υπ' αριθ. 599179/17-11-2008 γραμματίου σύστασης παρακαταθήκης, το οποίο με την από 17-11-2008 εξώδικη δήλωση προσέφεραν σ' αυτήν. Όμως, οι εκκαθαριστές της ενάγουσας αρνήθηκαν να παραλάβουν την εξώδικη δήλωση και το γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης, και κατόπιν τούτου ο δικαστικός επιμελητής θυροκόλλησε την εξώδικη δήλωση και επέστρεψε το γραμμάτιο παρακαταθήκης, στη δικηγόρο της εναγομένης, η οποία και το έχει στη διάθεση των εκκαθαριστών (βλ.
υπ' αριθ. 5021Ε, 5022Ε/17-11-2008 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή ...). Με τον τρόπο αυτό η αξίωση της ενάγουσας δεν έχει ικανοποιηθεί και δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί κατά το ενδιάμεσο μεταξύ της ασκήσεως της από 3-9-2001 κρινόμενης αγωγής (18-9-2001) και της πρώτης συζητήσεως (19-11-2008) αυτής διάστημα, καθόσον δεν τηρήθηκε η προαναφερθείσα διαδικασία, δηλ.
τροποποίηση της εταιρικής συμβάσεως λόγω μειώσεως του εταιρικού κεφαλαίου κατά τις διατάξεις των άρθρων 41 και 42 του ν. 3190/1995, οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, αποσκοπούν στην προστασία των συμφερόντων των ατομικών δανειστών. Εξάλλου, το γεγονός ότι η ενάγουσα βρίσκεται σε εκκαθάριση δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον, κατά το άρθρο 72 του ΑΚ, μόλις το νομικό πρόσωπο διαλυθεί, βρίσκεται αυτοδικαίως σε εκκαθάριση και εωσότου περατωθεί αυτή, και για τις ανάγκες της θεωρείται ότι υπάρχει.
Συνεπώς η ενάγουσα θεωρείται ότι υπάρχει και έχει έννομο συμφέρον για την εκδίκαση της παρούσας αγωγής, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τις προτάσεις της πρώτης συζητήσεως που παραδεκτά επαναφέρει με το δεύτερο λόγο εφέσεως η εναγομένη-εκκαλούσα. Δεν έσφαλε επομένως η εκκαλουμένη, η οποία απέρριψε τον ισχυρισμό περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος εκ μέρους της ενάγουσας προς συζήτηση της αγωγής, συνισταμένου στο ότι, αφενός μεν, ικανοποιήθηκε με την εξαγορά του μεριδίου της από άλλον εταίρο και αφετέρου, γιατί βρίσκεται σε εκκαθάριση, απορριπτομένου του δευτέρου λόγου εφέσεως ως αβασίμου.
Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι, αν και παρήλθε χρόνος κατά πολύ μεγαλύτερος των 15 ημερών από την επίδοση της υπ' αριθ. 3172/2001 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης την 31-1-2002, που διέταξε την έξοδο της ενάγουσας και προσδιόρισε την αξία της εταιρικής της μερίδας, όπως προαναφέρθηκε, και μάλιστα έξι έτη και εννέα μήνες, δεν ελήφθη απόφαση της γενικής συνέλευσης της εναγομένης εταιρίας για μείωση του εταιρικού κεφαλαίου κατά το ποσό της αξίας της μερίδας συμμετοχής της ενάγουσας.
Συντρέχει επομένως νόμιμη περίπτωση κατ' άρθρο 43 παρ. 2 του ν. 3190/1955 λύσεως της εναγομένης εταιρίας. Εξάλλου, ο ισχυρισμός της εναγομένης, τον οποίο προέβαλε παραδεκτά, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και παραδεκτά επαναφέρει με τον πρώτο λόγο εφέσεως, ότι δηλαδή αυτή δεν είχε υποχρέωση να συγκαλέσει γενική συνέλευση εντός 15νθημέρου για λήψη αποφάσεως περί μειώσεως του εταιρικού κεφαλαίου, αφού θα εξοφλείτο από τους εναπομείναντες εταίρους και μάλιστα από την ατομική τους περιουσία, όπως ορίζει το άρθρο 8 του καταστατικού τους, αλυσιτελώς προβάλλεται καθόσον το αίτημα της αγωγής είναι η λύση της εταιρίας και όχι η καταβολή της αξίας της εταιρικής μερίδας ...".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε κάνει δεκτή την ένδικη αγωγή, διατάσσοντας τη λύση της αναιρεσείουσας εταιρίας, επειδή δεν τηρήθηκε η διαδικασία που διαγράφεται από το άρθρο 43 παρ. 2 του ν. 3190/1955.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 41 παρ. 1, 2, 42 και 43 του ν. 3190/1955 "περί εταιρειών περιορισμένης ευθύνης", 72 ΑΚ και 68 ΚΠολΔ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον της εξερχομένης της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης εταίρου, να ζητήσει τη λύση αυτής, προκειμένου κατά την εκκαθάρισή της, να ικανοποιήσει την αξίωση που έχει από την εταιρική της μερίδα, όπως η αξία αυτής καθορίσθηκε με την προηγηθείσα δικαστική απόφαση που διέταξε την έξοδό της από την εταιρία, με νομιμοποίηση προς τούτο και των εκκαθαριστών της εξερχομένης εταίρου, προς είσπραξη της αξίας της μερίδας αυτής, ως μέρος του ενεργητικού της τελευταίας.
Ειδικότερα, δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής, τα όσα δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και συγκεκριμένα: 1) ότι αν και παρήλθε χρόνος κατά πολύ μεγαλύτερος των 15 ημερών από την επίδοση της υπ' αριθ. 3172/2001 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης την 31-1-2002, που διέταξε την έξοδο της ενάγουσας και προσδιόρισε την αξία της εταιρικής της μερίδας, και μάλιστα έξι έτη και εννέα μήνες, δεν ελήφθη απόφαση της γενικής συνέλευσης της εναγομένης εταιρίας για μείωση του εταιρικού κεφαλαίου κατά το ποσό της αξίας της μερίδας συμμετοχής της ενάγουσας, και επομένως συντρέχει νόμιμη περίπτωση, κατ' άρθρο 43 παρ. 2 του ν. 3190/1955, λύσεως αυτής, 2) ότι κατά τη γενική συνέλευση των εταίρων, η οποία συνήλθε την 31-11-2008, ήτοι 19 ημέρες πριν την πρώτη συζήτηση της ένδικης αγωγής και έξι έτη και εννέα μήνες μετά την επίδοση της τελεσίδικης απόφασης που διέταξε την έξοδο της ενάγουσας από την εταιρία, αποφασίσθηκε μεν η καταβολή της αξίας της μερίδας της ενάγουσας από την εκ των εταίρων εταιρία "ΜΑΡΜΑΡΑ Ψ.
Α.Ε.", χωρίς όμως να αποφασισθεί συγχρόνως μείωση του εταιρικού κεφαλαίου και αύξηση αυτού κατά ποσό τουλάχιστον ίσο με την αξία της εταιρικής μερίδας της εξερχομένης εταίρου, 3) ότι η προσφορά που έγινε σε εκτέλεση της τελευταία αυτής απόφασης στους εκκαθαριστές, της τελούσης ήδη υπό εκκαθάριση, εξερχομένης ανώνυμης εταιρίας, του καθορισθέντος ποσού της εταιρικής της μερίδας, και μετά την άρνηση αυτών να το εισπράξουν, δημόσια κατάθεση του τελευταίου, με κοινοποίηση στους εκκαθαριστές του σχετικού γραμματίου παρακαταθήκης, δεν έχει ικανοποιηθεί και δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί κατά το ενδιάμεσο μεταξύ της ασκήσεως της από 3-9-2001 κρινόμενης αγωγής (18-9-2001) και της πρώτης συζητήσεως (19-11-2008) αυτής διάστημα, καθόσον δεν τηρήθηκε η προαναφερθείσα διαδικασία, δηλ.
τροποποίηση της εταιρικής συμβάσεως λόγω μειώσεως του εταιρικού κεφαλαίου κατά τις διατάξεις των άρθρων 41 και 42 του ν. 3190/1995, ούτε όμως συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 43 παρ. 3 του νόμου αυτού, ώστε η δημόσια αυτή κατάθεση να μην ασκεί καμιά έννομη επιρροή, και 4) ότι νομίμως συνεχίσθηκε από τους εκκαθαριστές της εξερχομένης εταίρου η δίκη για τη λύση της εναγομένης εταιρίας στα πλαίσια των καθηκόντων τους από την εκκαθάριση προς είσπραξη της αξίας του εταιρικού της μεριδίου, που συνιστά μέρος του ενεργητικού της.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Εξάλλου, ο από το αρθρ. 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων προκύπτει ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία, προς απόκρουση της αγωγικής αξίωσης για την λύση αυτής, επειδή δεν τηρήθηκε η διαδικασία που διαγράφεται από το άρθρο 43 παρ. 2 του ν. 3190/1955, και δεν κατέστη συνεπεία τούτου επιδιώξιμη η αξία της μερίδας συμμετοχής της σ' αυτήν, όπως καθορίστηκε με την δικαστική απόφαση, που διέταξε την έξοδό της από την εταιρία για σπουδαίο λόγο, πρότεινε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος, την οποία επανέφερε νόμιμα με την έφεσή της ενώπιον του Εφετείου.
Ειδικότερα, ισχυρίστηκε: α) ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη υπονόμευσε με την δική της απουσία, και την απουσία των εταίρων που επηρέαζε, τη λειτουργία της Γενικής Συνέλευσης, προκειμένου να μην είναι δυνατή η λήψη απόφασης, με την αυξημένη, κατ' άρθρο 38 παρ. 1 του ν. 3190/1955, πλειοψηφία και απαρτία (3/4 του όλου αριθμού των εταίρων, εκπροσωπούντων τα 3/4 του εταιρικού κεφαλαίου), για την τροποποίηση του καταστατικού της εταιρίας προς μείωση του εταιρικού κεφαλαίου και απόδοση της αξίας της μερίδας της, β) ότι αρνήθηκε να εισπράξει την αξία της μερίδας της, όταν αυτή της προσφέρθηκε προσηκόντως, γ) ότι αρνήθηκε να δεχθεί την καταβολή της αξίας της εταιρικής της μερίδας από τους λοιπούς εταίρους, όταν αυτή της προσφέρθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 8 του καταστατικού που είχε υπογράψει και δ) ότι εμμένει να ζητά τη λύση της εταιρίας παρά το ότι τα μισθωτικά δικαιώματα των λατομείων που συνιστούσαν την συνεισφορά της σ' αυτήν, τα οποία επιδιώκει να της αποδοθούν, δεν μπορεί να τα πάρει, ούτε μετά από ενδεχόμενη λύση και εκκαθάριση της εταιρίας.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ανωτέρω ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας, ως αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι τα εκτιθέμενα σ' αυτήν περιστατικά, δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ. Όμως, υπό τα εκτιθέμενα ως άνω περιστατικά, ιδία δε αναφορικά με την συμπεριφορά της ενάγουσας που προηγήθηκε της άσκησης της ένδικης αγωγής της, συνισταμένη στην άρνησή της να προσέλθει στην Γενική Συνέλευση της εταιρίας και να εμποδίζει και άλλους εταίρους της επιρροής της σ' αυτό, ώστε να μην μπορεί να σχηματισθεί η απαιτούμενη πλειοψηφία και απαρτία για την λήψη αποφάσεως τροποποίησης του καταστατικού της προς μείωση του εταιρικού κεφαλαίου και απόδοση της αξίας της μερίδας της, καθώς και η εμμονή της να αρνείται την προσφορά των λοιπών εταίρων, στο καθορισθέν ποσόν της αξίας της μερίδας της, εμποδίζοντας την τήρηση των άνω προϋποθέσεων, προκειμένου να καταστεί αυτό εφικτό, αλλά και η επιδίωξή της στην λύση της εταιρίας, χωρίς δυνατότητα κατά την εκκαθάριση να λάβει αυτούσια την εταιρική της μερίδας, συνισταμένη στα μισθωτικά δικαιώματα που είχε στους άνω λατομικούς χώρους, θεμελιώνουν καταχρηστική άσκηση του επιδιωκόμενου με την ένδικη αγωγή δικαιώματος, κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 281 ΑΚ.
Ενόψει των ανωτέρω, με το να απορρίψει το Εφετείο ως νόμω αβάσιμη την άνω ένσταση της εναγομένης, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, καθόσον συνέτρεχαν εν προκειμένω οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, και επομένως, ο τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίο προβάλλεται αντίστοιχη αιτίαση, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 451/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς το αμμέσως ανωτέρω κεφάλαιο (ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος), και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, ως προς το κεφάλαιο αυτό, στο ίδιο Δικαστήριο, κατ' ορθήν ερμηνευτική διατύπωση της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του Ν. 4055/2012, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές, να συμψηφισθούν δε στο σύνολό τους τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα, λόγω της εν μέρει νίκης κα ήττας αυτών (άρθρα 178 παρ. 1 και 183 εδ. β' ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 451/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στη Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2012
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ