Legislator Case Law & Legislation
1805/2008 AI generated

Supreme Court allows partial appeal against bus company dismissal, remanding specific work duties for retrial.

Case Number 1805/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against a multi-member first-instance court decision dismissing his employment claim. The appellant argued the lower court erred in requiring additional evidence for specific work duties mandated by the Collective Agreement for Bus Operators. The court found the first instance violated substantive law by demanding more proof than legally required for certain tasks, while upholding the dismissal regarding others. Consequently, the appeal was granted in part, the case was remanded for retrial on the disputed issues, and the bus company was ordered to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560 § 1 and 561 § 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a first-instance judgment if it requires more or fewer elements than the substantive law mandates for establishing a claim, thereby violating the rule of law.

Keywords

AI generated
appeal against dismissal collective agreement substantive law violation remittal for retrial legal costs award employment duties evidence sufficiency

Cited Legislation

AI generated
Article 561 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 560 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 § 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 7, Section B, Item 2, Sub-item d' of the General Regulation for Personnel of Common Bus Operators' Funds
Articles 648, 649, 653 and 654 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
OLAP 18/1998
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1805 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1805/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Νιζάμη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΣ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ (ΚΤΕΛ) ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΩΝ Ν. ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στο Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Διονύσιο Μπάστα και Θεόφιλο Κώτσιου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 728/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 202/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-3-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης, διάβασε την από 19-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται και η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων, στα οποία περιλαμβάνεται και η αγωγή, για την οποία η εσφαλμένη, ως προς τη νομιμότητα και την εν γένει θεμελίωσή της, κρίση ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, γιατί ανάγεται στη μη προσήκουσα εφαρμογή και ερμηνεία του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε Η νομική δε αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ελέγχεται αυτεπάγγελτα από το ουσιαστικό δικαστήριο, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 (560) του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της, σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (ΟλΑΠ 18/1998).

Εξάλλου, με το ΠΔ 229/1994 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων (ΓΚΠ-ΚΤΕΛ)", που ισχύει από 20-8-1994, ίσχυε δε και κατά τον κρίσιμο πιο κάτω χρόνο, ορίζονται στο άρθρο 7 περ. Β στοιχ. 2 δ' επ. ότι " Ο οδηγός διευθύνει την κίνηση και τη λειτουργία του λεωφορείου και ειδικότερα.... δ)φροντίζει για τον κανονικό εφοδιασμό του λεωφορείου με καύσιμα, λάδι λίπανσης και νερό και προβαίνει στην επιθεώρηση αυτών για την ασφαλή κυκλοφορία του λεωφορείου.

Δεν υποχρεώνεται στη συντήρηση του λεωφορείου που πραγματοποιείται στο σταθμό διανυκτέρευσης, ε) εποπτεύει και ελέγχει τη διατήρηση της καθαριότητας του λεωφορείου κατά το χρόνο της υπηρεσίας του". Στην περίπτωση που κρίνεται, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της από 23-12-2003 αγωγής του αναιρεσείοντος, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι αυτός ισχυρίστηκε τα εξής :

Την 1-8-1999 προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη για να παρέχει σ' αυτήν τις υπηρεσίες του ως οδηγός λεωφορείου, εργάσθηκε δε μέχρι τις 31-12-2001, οπότε αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του. Κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα της εργασίας του εργαζόταν πέραν του νόμιμου ωραρίου και συνολικά 24 ώρες μηνιαίως, εκτελώντας εργασίες που δεν ήταν συναφείς προς τα καθήκοντά του ως οδηγού λεωφορείου.

Συγκεκριμένα, μετέφερε το λεωφορείο σε συνεργείο προκειμένου να γίνουν εργασίες συντήρησής του, ήτοι για ρεγουλάρισμα φρένων, συντήρηση του συστήματος μηχανής, γρασάρισμα και αλλαγή λαδιών, καθώς επίσης επιμελούνταν της εσωτερικής και εξωτερικής του καθαριότητας. Οι παραπάνω εργασίες δεν είναι συναφείς προς την εργασία του οδηγού λεωφορείου και, συνεπώς, δεν εμπίπτουν στις προβλεπόμενες από το νόμο για τους οδηγούς λεωφορείων νόμιμες υπερωρίες, όπως ορίζονται στο άρθρο 6 του ΠΔ 54/1998.

Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, όσον αφορά το κονδύλιο για την εσωτερική καθαριότητα του λεωφορείου (το εξωτερικό πλύσιμο του λεωφορείου είχε απορριφθεί από την πρωτόδικη απόφαση ως ουσιαστικά αβάσιμο και δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ), ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται στην αγωγή του ότι το λεωφορείο διέθετε εισπράκτορα, ο οποίος, αν και σύμφωνα με το άρθρο 7 περ.

Β στοιχ.1ε' επ. του ΠΔ 229/1994, ήταν επιφορτισμένος με την παραπάνω εργασία, δεν την πραγματοποιούσε ή, σε αρνητική περίπτωση, δεν λάμβανε αυτός (αναιρεσείων) το αντίστοιχο επίδομα. Ζητούσε δε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να του καταβάλει το αναφερόμενο ποσό, το οποίο θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο με τα ίδια με αυτόν προσόντα και ικανότητες για την προσφορά των παραπάνω εργασιών.

Το Δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, δέχθηκε ότι αυτός, ως οδηγός του λεωφορείου, είχε την υποχρέωση, σύμφωνα με το ΠΔ 229/1994, να επιμελείται για τον εφοδιασμό του λεωφορείου με καύσιμα, να εποπτεύει δε για τη λίπανσή του και την καθαριότητα και, συνεπώς, η οδήγηση του λεωφορείου στο συνεργείο, προκειμένου να εκτελεστούν από το προσωπικό του τελευταίου οι αναφερόμενες στην αγωγή εργασίες (μεταξύ των οποίων και η μεταφορά του λεωφορείου μια φορά το μήνα για ηλεκτρολογικές εργασίες, που από προφανή παραδρομή δεν αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλομένη, ενώ αναφέρεται στην αγωγή και την πρωτόδικη απόφαση), ανάγονται στην εποπτεία για την ορθή συντήρηση και λειτουργία του λεωφορείου, δεδομένου ότι αφενός η παραπάνω εποπτεία μόνο στο χώρο του συνεργείου μπορεί να ασκηθεί και αφετέρου ότι ο αναιρεσείων δεν πραγματοποιούσε ο ίδιος τις εργασίες συντήρησης και επισκευής.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε κάνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος για απασχόλησή του με τις ακόλουθες εργασίες κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-1999 έως 31-12-2001, ήτοι:

α) τη μεταφορά του λεωφορείου σε συνεργείο δυο φορές το μήνα για ρεγουλάρισμα φρένων, β) δυο φορές το μήνα για συντήρηση του συστήματος της μηχανής του και γ) μια φορά το μήνα για ηλεκτρολογικές εργασίες σ' αυτό, καθώς και δ) επί πέντε φορές την εβδομάδα με τον εσωτερικό καθαρισμό του, στη συνέχεια δε απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.

Πράττοντας έτσι, ως προς τις άνω υπό στοιχεία α, β και γ εργασίες, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 7 περ. Β στοιχ. 2 δ' και ε' του ΠΔ 229/1994 και 648, 649, 653 και 654 του ΑΚ. Περαιτέρω, η αγωγή του αναιρεσείοντος, ως προς την τέταρτη πιο πάνω εργασία και το αντίστοιχο αίτημά της είναι (νομικά) ορισμένη, αφού περιέχονται σ' αυτήν όλα τα από τις διατάξεις των άρθρων 7 περ.

Β στοιχ. 2 ε' του ΠΔ 229/1994 και 648, 649, 653 και 654 του ΑΚ απαιτούμενα στοιχεία για τη νομική θεμελίωση του αντίστοιχου αγωγικού δικαιώματος, ενώ δεν ήταν αναγκαία η αναφορά σ' αυτήν ότι το λεωφορείο διέθετε εισπράκτορα, ο οποίος αν και ήταν επιφορτισμένος δεν πραγματοποιούσε την εσωτερική καθαριότητα αυτού, ή ότι, σε αρνητική περίπτωση, ο αναιρεσείων δεν λάμβανε το αντίστοιχο επίδομα.

Με το να αποφανθεί δε διαφορετικά το Πολυμελές Πρωτοδικείο κατά τη νομική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής για το συγκεκριμένο ζήτημα αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο νόμος για τη θεμελίωση του αγωγικού γι' αυτό δικαιώματος και παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, στον οποίο περιέχεται η σχετική αιτίαση από το άρθρο 560 § 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά ένα μέρος της κατά τα εις το διατακτικό, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 202/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου κατά το μέρος της που αφορά την απόρριψη της από 23-12-2003 αγωγής του αναιρεσείοντος ως προς την απασχόληση αυτού με τις ακόλουθες εργασίες κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-1999 έως 31-12-2001, ήτοι: α) τη μεταφορά του λεωφορείου σε συνεργείο δυο φορές το μήνα για ρεγουλάρισμα φρένων, β) δυο φορές το μήνα για συντήρηση του συστήματος της μηχανής του και γ) μια φορά το μήνα για ηλεκτρολογικές εργασίες σ' αυτό, καθώς και δ) επί πέντε φορές την εβδομάδα με τον εσωτερικό καθαρισμό του.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ